Ο αγροτικός πληθυσμός, στον οποίο μπορούμε ν’ απευθυνθούμε, αποτελείται από πολύ διαφορετικά συστατικά, που κι αυτά πάλι, ανάλογα με την περιφέρεια, είναι πολύ διαφορετικού είδους.
Στη δυτική Γερμανία, όπως και στη Γαλλία και στο Βέλγιο, επικρατεί η μικρή καλλιέργεια από αγρότες που έχουν ένα μικρό κλήρο. Απ’ αυτούς η πλειοψηφία είναι ιδιοκτήτες και η μειοψηφία ενοικιαστές των κομματιών γης που έχουν.
Στα βορειοδυτικά -στην κάτω Σαξωνία και στο Σλέσβιγκ Χόλσταϊν- επικρατούν οι μεγάλοι και μεσαίοι χωρικοί που δεν τα βγάζουν πέρα χωρίς υπηρέτες και υπηρέτριες ακόμα και χωρίς μεροκαματιάρηδες. Το ίδιο γίνεται και σε ένα τμήμα της Βαυαρίας.
Στην ανατολικά από τον Ελβα Πρωσία και στο Μεκλεμβούργο έχουμε την περιοχή της μεγάλης γαιοκτησίας και της μεγάλης καλλιέργειας με υπηρέτες, με μισθωτούς και μεροκαματιάρηδες και κάπου-κάπου μικρούς και μεσαίους χωρικούς σε σχετικά μικρή αναλογία, που όλο και ελαττώνεται.
Στη μέση Γερμανία όλες αυτές οι μορφές παραγωγής και ιδιοκτησίας βρίσκονται ανακατεμένες σε διάφορες αναλογίες, ανάλογα με την περιοχή, χωρίς ορισμένη επικράτηση της μιας ή της άλλης σε κάπως μεγαλύτερη επιφάνεια.
Χώρια από αυτό υπάρχουν περιοχές που διαφέρουν στην έκταση, όπου η ιδιόκτητη ή νοικιασμένη γη δεν αρκεί για τη διατροφή της οικογένειας, αλλά χρησιμεύει μόνο ως βάση για τη λειτουργία μιας οικοτεχνίας που επιβάλλει αδιανόητα χαμηλούς μισθούς, οι οποίοι με τη σειρά τους εξασφαλίζουν τη συνεχή διάθεση των προϊόντων τους παρά τον ανταγωνισμό των ξένων προϊόντων.
Ποιαν απ’ αυτές τις υποδιαιρέσεις του αγροτικού πληθυσμού μπορεί να κερδίσει το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα; Φυσικά εξετάζουμε αυτό το ζήτημα μόνο στις γενικές του γραμμές. Θα εξετάσουμε μόνο τις μορφές που ξεχωρίζουν πιο ξεκάθαρα. Μας λείπει ο χώρος για την εξέταση των ενδιάμεσων βαθμίδων και των πληθυσμών με μικτή σύνθεση.
Ας αρχίσουμε με τον μικροχωρικό. Δεν είναι μόνο για τη δυτική Ευρώπη γενικά ο πιο σπουδαίος απ’ όλους τους αγρότες. Αλλά μας προσφέρει επίσης την κρίσιμη περίπτωση όλου του ζητήματος. Οταν έχουμε σαφή αντίληψη για τη θέση μας απέναντι στο μικροχωρικό, έχουμε πια όλα τα σημεία στήριξης για να καθορίσουμε τη στάση μας απέναντι στα άλλα στοιχεία του αγροτικού πληθυσμού.
Οταν λέμε μικροχωρικός, εννοούμε εδώ τον ιδιοκτήτη ή ενοικιαστή -ιδιαίτερα τον πρώτο- ενός μικρού κομματιού γης, κατά κανόνα όχι μεγαλύτερου από ένα κομμάτι που μπορεί να το καλλιεργήσει μόνος του με την οικογένεια του και όχι μικρότερου από ένα κομμάτι που μπορεί να θρέψει ολόκληρη την οικογένειά του. Αυτός ο μικροχωρικός, όπως κι ο μικρός χειροτέχνης, είναι λοιπόν εργάτης που ξεχωρίζει από το σύγχρονο προλετάριο με το ότι είναι ακόμα κάτοχος των μέσων του εργασίας, δηλαδή απομεινάρι ενός περασμένου τρόπου παραγωγής. Από τον πρόγονό του, το δουλοπάροικο, τον εξαρτώμενο ή -πολύ σπάνια- τον ελεύθερο μα υποχρεωμένο να πληρώνει φόρους και να κάνει αγγαρείες χωρικό, ξεχωρίζει από τρεις απόψεις.
• Πρώτα, με το ότι η Γαλλική Επανάσταση τον απάλλαξε από τις φεουδαρχικές επιβαρύνσεις και υπηρεσίες που χρωστούσε στον τσιφλικά και στις περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστον στην αριστερή όχθη του Ρήνου, του παράδωσε τη γη του σαν δική του ελεύθερη ιδιοκτησία.
• Δεύτερο, με το ότι έχασε την προστασία της αυτοδιοικούμενης αγροτικής κοινότητας, που ήταν μέλος της, και μαζί της έχασε και το μερίδιό του στο δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα πρώην κοινοτικά κτήματα. Την κοινή γη την άρπαξαν με απάτη εν μέρει οι παλιοί φεουδάρχες αφέντες, εν μέρει με την προοδευτική -βασισμένη στο ρωμαϊκό δίκαιο- γραφειοκρατική νομοθεσία, κι έτσι στέρησαν από το σύγχρονο μικροχωρικό τη δυνατότητα να τρέφει τα ζώα της δουλειάς του χωρίς να αγοράζει την τροφή τους. Από οικονομική όμως άποψη η απώλεια του δικαιώματος να χρησιμοποιεί την κοινοτική γη αντισταθμίζει, με το παραπάνω, την κατάργηση των φεουδαρχικών επιβαρύνσεων. Ο αριθμός των αγροτών που δεν μπορούν να διατηρήσουν δικά τους ζώα δουλειάς μεγαλώνει διαρκώς.
• Τρίτο, ο σημερινός αγρότης ξεχωρίζει με το χάσιμο της μισής από την προηγούμενη παραγωγική του δραστηριότητα. Προηγούμενα, μαζί με την οικογένειά του, παρήγαγε από πρώτες ύλες, που τις έβγαζε ο ίδιος, το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών προϊόντων που χρειαζόταν. Ο,τι του χρειαζόταν ακόμα, το έφτιαχναν οι συγχωριανοί του που πλάι στη γεωργία ασχολούνταν και με τη χειροτεχνία και πληρώνονταν συνήθως με άλλα είδη ή με ανταπόδοση υπηρεσιών. Η οικογένεια και ακόμα περισσότερο το χωριό ήταν αυτάρκεις, παρήγαγαν σχεδόν όλα όσα χρειάζονταν. Ηταν σχεδόν καθαρή φυσική οικονομία, το χρήμα δεν το χρειάζονταν σχεδόν καθόλου. Με τη χρηματική οικονομία και με τη μεγάλη βιομηχανία η κεφαλαιοκρατική παραγωγή έβαλε τέρμα σ’ αυτή την κατάσταση. Αν όμως η κοινοτική γη ήταν ο ένας βασικός όρος της ύπαρξης του αγρότη, το συμπληρωματικό βιοτεχνικό επάγγελμα ήταν ο δεύτερος. Κι έτσι ο αγρότης βουλιάζει όλο και πιο βαθιά. Οι φόροι, οι κακές σοδιές, το μοίρασμα των κτημάτων ανάμεσα σε κληρονόμους, οι δίκες, σπρώχνουν τον ένα μετά τον άλλο τους αγρότες στον τοκογλύφο, η καταχρέωση γίνεται όλο και πιο γενική και για τον καθένα ξεχωριστά γίνεται όλο και πιο βαθιά - κοντολογής, ο μικροχωρικός μας, όπως και κάθε άλλο υπόλειμμα ενός ξεπερασμένου τρόπου παραγωγής, είναι καταδικασμένος να αφανιστεί χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Είναι μελλοντικός προλετάριος.
Σαν τέτοιος θα έπρεπε να ακούει πρόθυμα τη σοσιαλιστική προπαγάνδα. Σε αυτό όμως τον εμποδίζει για την ώρα ακόμα το αίσθημα της ιδιοκτησίας που του έχει μπει μέσα στο αίμα. Οσο δυσκολότερος γίνεται γι’ αυτόν ο αγώνας για το κομματάκι του γης που κινδυνεύει, με τόσο πιο άγρια απόγνωση αγκιστρώνεται πάνω του, τόσο περισσότερο βλέπει στο σοσιαλδημοκράτη που μιλά για παράδοση της γαιοκτησίας στην ολότητα, έναν εξίσου επικίνδυνο εχθρό με τον τοκογλύφο και το δικηγόρο. Πώς πρέπει η σοσιαλδημοκρατία να υπερνικήσει αυτή την προκατάληψη; Τι μπορεί να προσφέρει στο μικροχωρικό που τραβά στον αφανισμό χωρίς να φανεί ασυνεπής με τον εαυτό της;
Εδώ βρίσκουμε ένα πρακτικό σημείο στήριξης στο αγροτικό πρόγραμμα των γάλλων σοσιαλιστών της μαρξιστικής τάσης, που είναι ακόμα πιο αξιοπρόσεκτο, γιατί προέρχεται από την κλασική χώρα της μικρής αγροτικής οικονομίας.
Στο Συνέδριο της Μασσαλίας, το 1892, ψηφίστηκε το πρώτο αγροτικό πρόγραμμα του κόμματος. Το πρόγραμμα αυτό ζητά για τους ακτήμονες εργάτες γης (δηλ. για τους μεροκαματιάρηδες και υπηρέτες των αγροκτημάτων): κατώτατο όριο μισθού, που θα το καθορίζουν τα συνδικάτα και τα κοινοτικά συμβούλια, αγροτικά επαγγελματικά δικαστήρια που ν’ αποτελούνται στο μισό τους από εργάτες, απαγόρευση πούλησης της κοινοτικής γης και εκμίσθωση των κρατικών κτημάτων στις κοινότητες, που πρέπει να νοικιάζουν όλη τούτη τη γη -την κοινοτική και τη μισθωμένη- σε ενώσεις από ακτήμονες οικογένειες εργατών γης για κοινή καλλιέργεια, με απαγόρευση να χρησιμοποιούνται μισθωτοί εργάτες, και κάτω από τον έλεγχο της κοινότητας. Συντάξεις για τους γέρους και τους ανάπηρους, που θα καλύπτονται από έναν ειδικό φόρο πάνω στη μεγάλη γαιοκτησία.
Για τους μικροαγρότεςπου συνυπολογίζονται εδώ ειδικά και οι ενοικιαστές, το πρόγραμμα απαιτεί να εφοδιαστεί η κοινότητα με γεωργικές μηχανές που θα τις νοικιάζει σε τιμή κόστους στους αγρότες. Να συγκροτηθούν αγροτικοί συνεταιρισμοί για την αγορά λιπασμάτων, σωλήνων αποστράγγισης, σπόρων κλπ. και για την πούληση των προϊόντων. Να καταργηθεί ο φόρος πάνω στη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ενός κομματιού γης, όταν η αξία της δεν ξεπερνά τα 5.000 φράγκα. Να γίνουν επιτροπές διαιτησίας κατά το ιρλανδικό υπόδειγμα για την ελάττωση των εξογκωμένων ενοικίων και για την αποζημίωση των ενοικιαστών και των μισακάρηδων (métayers) που αποχωρούν, για το ανέβασμα της αξίας της γης που πραγματοποιήθηκε με τη δουλειά τους. Να καταργηθεί το άρθρο 2102 του αστικού κώδικα που δίνει στο γαιοκτήμονα δικαίωμα υποθήκης πάνω στη σοδιά και να καταργηθεί το δικαίωμα των πιστωτών να εγγράφουν υποθήκη στη σοδιά που αναπτύσσεται. Να απαγορευτεί η υποθήκη πάνω στα γεωργικά εργαλεία, στο σπόρο, στα λιπάσματα, στα ζώα εργασίας, με δυο λόγια, στο καθετί που είναι απαραίτητο στον αγρότη για το νοικοκυριό του. Να αναθεωρηθεί το γενικό κτηματολόγιο που από καιρό έχει παλιώσει, στο μεταξύ όμως να αναθεωρηθεί το κτηματολόγιο τοπικά, σε κάθε κοινότητα. Τέλος το πρόγραμμα απαιτεί ειδική γεωργική εκπαίδευση και σταθμούς γεωπονικών ερευνών.
Βλέπουμε ότι οι διεκδικήσεις για τα συμφέροντα των αγροτών -οι διεκδικήσεις για τα συμφέροντα των εργατών δε μας ενδιαφέρουν εδώ για την ώρα- δεν πάνε πολύ μακριά. Ενα μέρος από αυτές τις διεκδικήσεις έχει κιόλας πραγματοποιηθεί σε άλλες χώρες. Τα δικαστήρια διαιτησίας για τους ενοικιαστές γης αναφέρονται καθαρά στο ιρλανδικό πρότυπο. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί υπάρχουν κιόλας στη Ρηνανία. Η αναθεώρηση του κτηματολογίου είναι μόνιμος ευσεβής πόθος όλων των φιλελεύθερων, ακόμα και των γραφειοκρατών, σ’ όλη τη δυτική Ευρώπη. Και τα υπόλοιπα σημεία του προγράμματος θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν επίσης χωρίς να ζημιώσουν ουσιαστικά το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς που υπάρχει. Αυτά μονάχα για το χαρακτηρισμό του προγράμματος. Δεν πρόκειται για μομφή ενάντιά του, απεναντίας.
Με το πρόγραμμα αυτό το κόμμα έκανε τόσο καλή δουλειά στους αγρότες των διαφόρων περιοχών της Γαλλίας, που -τρώγοντας έρχεται η όρεξη- ένιωσαν την ανάγκη να το προσαρμόσουν ακόμα καλύτερα στα γούστα των αγροτών. Ενιωθαν βέβαια ότι έτσι πατούσαν σ’ επικίνδυνο έδαφος. Πώς μπορούσε κανείς να βοηθήσει τον αγρότη όχι ως μελλοντικό προλετάριο, μα ως τωρινό ιδιοκτήτη χωρικό, χωρίς να παραβιάσει τις βασικές αρχές του γενικού σοσιαλιστικού προγράμματος; Για να αντιμετωπιστεί αυτή η αντίρρηση, πρόταξαν ως πρόλογο στις νέες πρακτικές προτάσεις μια θεωρητική εισαγωγή, που προσπαθεί ν’ αποδείξει ότι η προστασία της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας ενάντια στον αφανισμό της από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, βρίσκεται μέσα στις αρχές του σοσιαλισμού, αν και οι ίδιοι οι συντάκτες αντιλαμβάνονται πέρα για πέρα, ότι ο αφανισμός αυτός είναι αναπότρεπτος. Αυτή την εισαγωγή καθώς και τις ίδιες τις διεκδικήσεις που ψηφίστηκαν το Σεπτέμβρη τούτου του χρόνου στο Συνέδριο της Νάντης, θα τις εξετάσουμε τώρα από κοντά. Η εισαγωγή αρχίζει έτσι:
«Εχοντας υπόψη ότι:
• σύμφωνα με το κείμενο του γενικού προγράμματος του κόμματος οι παραγωγοί μπορούν να είναι ελεύθεροι μόνο στο βαθμό που είναι κάτοχοι των μέσων παραγωγής,
• αν στον τομέα της βιομηχανίας αυτά τα μέσα παραγωγής είναι κιόλας κεφαλαιοκρατικά συγκεντροποιημένα στο βαθμό που μπορούν να επιστραφούν στους παραγωγούς μόνο με συλλογική ή κοινωνική μορφή, στον τομέα όμως της αγροτικής οικονομίας -τουλάχιστο στη σημερινή Γαλλία- τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Εδώ, αντίθετα, το μέσο παραγωγής, δηλ. η γη, βρίσκεται ακόμα σε πάρα πολλά μέρη σαν ατομική ιδιοκτησία στα χέρια ξεχωριστών παραγωγών,
• αν αυτή η κατάσταση που την χαρακτηρίζει η κομματιασμένη ιδιοκτησία είναι μοιραία καταδικασμένη να εξαφανιστεί (est fatalement appelé α disparaître), ο σοσιαλισμός ωστόσο δεν πρόκειται να επιταχύνει αυτό τον αφανισμό, μια και το καθήκον του δεν είναι να χωρίσει την ιδιοκτησία από την εργασία, μα αντίθετα να συνενώσει στα ίδια χέρια αυτούς τους δυο παράγοντες κάθε παραγωγής, παράγοντες που ο χωρισμός τους έχει ως συνέπεια την υποδούλωση και την αθλιότητα των προλεταριοποιημένων εργατών,
• αν από τη μια μεριά υποχρέωση του σοσιαλισμού είναι να δώσει ξανά στους προλετάριους της γεωργίας -με συλλογική ή κοινωνική μορφή- τα μεγάλα κτήματα, ύστερα από την απαλλοτρίωση των τωρινών αργόσχολων ιδιοκτητών τους, από την άλλη μεριά όμως είναι όχι λιγότερο επιτακτική υποχρέωσή του να διαφυλάξει τη μικρή ιδιοκτησία των αγροτών που καλλιεργούν μόνοι τους το κομματάκι γης που έχουν, από τους φόρους, τον τοκογλύφο και τις επεμβάσεις των μεγαλοτσιφλικάδων που ξαναπαρουσιάστηκαν,
• είναι σκόπιμο να επεκταθεί η προστασία αυτή και στους παραγωγούς εκείνους που, με τ’ όνομα ενοικιαστές ή μισακάρηδες (métayers) καλλιεργούν ξένη γη και που, ακόμα κι όταν εκμεταλλεύονται μεροκαματιάρηδες, εξαναγκάζονται σ’ αυτό ως έναν ορισμένο βαθμό εξαιτίας της εκμετάλλευσης που ασκείται σε βάρος αυτών των ίδιων,
• το εργατικό κόμμα -που, σε αντίθεση με τους αναρχικούς, δεν υπολογίζει για το μετασχηματισμό του κοινωνικού καθεστώτος στην αύξηση και στην επέκταση της αθλιότητας, αλλά περιμένει την απελευθέρωση της εργασίας και της κοινωνίας γενικά, μόνον από την οργάνωση και τις κοινές προσπάθειες των εργατών, τόσο της υπαίθρου όσο και των πόλεων, και από την κατάκτηση της κυβέρνησης και της νομοθετικής εξουσίας από αυτούς- ψήφισε το ακόλουθο αγροτικό πρόγραμμα για να συνενώσει έτσι όλα τα στοιχεία της αγροτικής παραγωγής, όλους τους κλάδους δραστηριότητας, που αξιοποιούν το εθνικό έδαφος, κάτω από διάφορους νομικούς τίτλους, στον ίδιο αγώνα ενάντια στον κοινό εχθρό, δηλαδή ενάντια στο φεουδαρχικό χαρακτήρα της γαιοκτησίας».
Ας δούμε τώρα κάπως πιο κοντά αυτή την εισαγωγή.
Πρώτα, πρέπει η θέση του προγράμματος ότι η ελευθερία των παραγωγών προϋποθέτει την κατοχή των μέσων παραγωγής να συμπληρωθεί με την αμέσως επόμενη θέση: ότι η κατοχή των μέσων παραγωγής είναι δυνατή μόνο με δυο μορφές, είτε ως ατομική κατοχή, μορφή που δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά για όλους γενικά τους παραγωγούς και που καθημερινά γίνεται πιο αδύνατη με τη βιομηχανική πρόοδο, είτε πάλι ως συλλογική κατοχή, μια μορφή που οι υλικές και πνευματικές προϋποθέσεις της έχουν δημιουργηθεί κιόλας με την ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, και ότι επομένως το προλεταριάτο πρέπει να παλέψει με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του για να περάσουν τα μέσα παραγωγής σε συλλογική κατοχή.
Η συλλογική κατοχή των μέσων παραγωγής μπαίνει λοιπόν εδώ σαν μοναδικός επιδιωκόμενος κύριος σκοπός. Οχι μόνον για τη βιομηχανία, όπου το έδαφος έχει κιόλας προετοιμαστεί, αλλά γενικά, επομένως και για τη γεωργία. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η ατομική κατοχή των μέσων παραγωγής ποτέ και πουθενά δεν ίσχυσε γενικά, για όλους τους παραγωγούς. Ακριβώς γι’ αυτό, και γιατί η βιομηχανική πρόοδος έτσι κι αλλιώς την παραμερίζει, ο σοσιαλισμός δεν έχει συμφέρον να τη διατηρήσει αλλά αντίθετα έχει συμφέρον να την εξαλείψει, γιατί εκεί όπου υπάρχει και στο μέτρο που υπάρχει, κάνει αδύνατη τη συλλογική κατοχή τους. Αν επικαλούμαστε το πρόγραμμα, τότε πρέπει να επικαλούμαστε ολόκληρο το πρόγραμμα, που τροποποιεί πολύ σημαντικά τη θέση που αναφέρθηκε στην εισαγωγή της Νάντης, γιατί εξαρτά τη γενική ιστορική αλήθεια που εκφράζεται εκεί, από τέτοιους όρους κάτω από τους οποίους η αλήθεια αυτή μπορεί μόνο να ισχύει σήμερα στη δυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αμερική.
Η κατοχή των μέσων παραγωγής από τους ατομικούς παραγωγούς δε δίνει πια σήμερα σε αυτούς τους παραγωγούς πραγματική ελευθερία. Η χειροτεχνία στις πόλεις έχει κιόλας καταστραφεί, στις μεγαλουπόλεις μάλιστα, σαν το Λονδίνο, έχει κιόλας εξαφανιστεί ολότελα και αντικαταστάθηκε με τη μεγάλη βιομηχανία, υποβοηθούμενη από την εξαθλιωμένη οικοτεχνία, η οποία λειτουργεί ως παράρτημά της (Schwitzsystem) και τους άθλιους τσαρλατάνους που ζουν από τη χρεοκοπία. Ο νοικοκύρης μικροχωρικός που ζει απ’ τη δουλειά του, ούτε κατέχει σίγουρα το κομματάκι γης που έχει, ούτε είναι ελεύθερος. Ο ίδιος καθώς και το σπίτι του, το νοικοκυριό του, τα χωραφάκια του, ανήκουν στον τοκογλύφο. Η ύπαρξή του είναι πιο αβέβαιη από την ύπαρξη του προλετάριου, που τουλάχιστον πότε-πότε ζει και ήσυχες μέρες, πράγμα που ποτέ δε συμβαίνει στον τυραννισμένο σκλάβο των χρεών. Σβήστε το άρθρο 2102 του αστικού κώδικα, εξασφαλίστε με νόμο στον αγρότη ότι δεν μπορούν να του κατάσχουν τα γεωργικά εργαλεία, τα ζώα κλπ. Και όμως δε θα μπορέσετε να τον γλυτώσετε από την κατάσταση ανάγκης, που τον υποχρεώνει «εθελοντικά» να πουλά τα ζώα του, που τον αναγκάζει να παραδοθεί με την ψυχή και με το σώμα στον τοκογλύφο και είναι ευχαριστημένος όταν μπορέσει έτσι να εξαγοράσει ενός λεφτού παράταση της ζωής του. Η προσπάθειά σας να προστατεύσετε την ιδιοκτησία του μικρού αγρότη, δεν προστατεύει την ελευθερία του, μα μονάχα την ιδιαίτερη μορφή της σκλαβιάς του. Παρατείνει μια κατάσταση όπου δε μπορεί ούτε να ζήσει, ούτε να πεθάνει. Η επίκληση λοιπόν της πρώτης παραγράφου του προγράμματός σας δεν έχει εδώ καθόλου τη θέση της.
Η εισαγωγή λέει ότι στη σημερινή Γαλλία το μέσο παραγωγής, δηλ. η γη, βρίσκεται ακόμα σε πάρα πολλά μέρη σαν ατομική ιδιοκτησία στα χέρια ξεχωριστών παραγωγών, ότι καθήκον του σοσιαλισμού ωστόσο δεν είναι να χωρίσει την ιδιοκτησία από την εργασία, αλλά αντίθετα να συνενώσει στα ίσια χέρια τους δυο αυτούς παράγοντες κάθε παραγωγής. Οπως σημειώσαμε κιόλας, αυτό το τελευταίο και με αυτή τη γενικότητα δεν είναι καθόλου καθήκον του σοσιαλισμού. Καθήκον του είναι, αντίθετα, μόνον η μεταβίβαση των μέσων παραγωγής στους παραγωγούς ως συλλογική ιδιοκτησία. Μόλις το χάσουμε αυτό απ’ τα μάτια, η παραπάνω θέση μας οδηγεί κατευθείαν στη λαθεμένη σκέψη ότι δήθεν ο σοσιαλισμός καλείται να μετατρέψει την τωρινή φαινομενική ιδιοκτησία του μικρού αγρότη στα χωράφια του σε πραγματική, δηλ. το μικρό ενοικιαστή να τον κάνει ιδιοκτήτη, και τον καταχρεωμένο ιδιοκτήτη να τον κάνει ιδιοκτήτη χωρίς χρέη. Ο σοσιαλισμός έχει βέβαια συμφέρον να εξαφανιστεί η ψεύτικη αυτή όψη της αγροτικής ιδιοκτησίας, όχι όμως με αυτόν τον τρόπο.
Εν πάση περιπτώσει φτάσαμε κιόλας στο σημείο, που η εισαγωγή μπορεί να δηλώνει ξεκάθαρα ότι υποχρέωση του σοσιαλισμού, και μάλιστα επιτακτική του υποχρέωση, είναι «να διαφυλάξει τη μικρή ιδιοκτησία των αγροτών που καλλιεργούν μόνοι τους το κομματάκι γης που έχουν, από τους φόρους, τον τοκογλύφο και τις επεμβάσεις των μεγαλοτσιφλικάδων που ξαναπαρουσιάστηκαν». Η εισαγωγή αναθέτει έτσι στο σοσιαλισμό την επιτακτική υποχρέωση να πραγματοποιήσει κάτι που στην προηγούμενη παράγραφο το είχε κηρύξει αδύνατο. Του αναθέτει, «να διαφυλάξει» τη μικρή ιδιοκτησία του αγρότη, παρά το γεγονός ότι το ίδιο λέει πως η ιδιοκτησία αυτή είναι «μοιραία καταδικασμένη να εξαφανιστεί». Τι άλλο είναι οι φόροι, ο τοκογλύφος και οι μεγαλοτσιφλικάδες που ξαναπαρουσιάστηκαν, εκτός από τα όργανα με τα οποία η κεφαλαιοκρατική παραγωγή πραγματοποιεί τον αναπόφευκτο αυτόν αφανισμό; Με ποια μέσα «ο σοσιαλισμός» θα πρέπει να προστατεύσει τον αγρότη από αυτή την τριάδα, θα το δούμε παρακάτω.
Μα δεν πρόκειται να προστατευτεί μόνον η ιδιοκτησία του μικροαγρότη. Είναι εξίσου «σκόπιμο να επεκταθεί η προστασία αυτή και στους παραγωγούς εκείνους που με το όνομα ενοικιαστές ή “μισακάρηδες” (métayers) καλλιεργούν ξένη γη και που, ακόμα κι όταν εκμεταλλεύονται μεροκαματιάρηδες, εξαναγκάζονται σε αυτό ως έναν ορισμένο βαθμό εξαιτίας της εκμετάλλευσης που ασκείται σε βάρος αυτών των ίδιων». Εδώ ερχόμαστε κιόλας σε μιαν ολότελα παράδοξη περιοχή. Ο σοσιαλισμός στρέφεται ιδιαίτερα ενάντια στην εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Και δω διακηρύχνεται ως επιτακτική υποχρέωση του σοσιαλισμού να υπερασπίζει τους γάλλους αγρότες - ενοικιαστές όταν «εκμεταλλεύονται μεροκαματιάρηδες». Αυτά λένε επί λέξει! Και μάλιστα γιατί εξαναγκάζονται ως έναν ορισμένο βαθμό σε αυτό «εξαιτίας της εκμετάλλευσης που ασκείται σε βάρος αυτών των ίδιων»!
Πόσο εύκολα και ευχάριστα γλιστράς προς τα κάτω, μόλις βρεθείς στην κατήφορο! Αν τώρα ο μεγάλος και ο μεσαίος αγρότης της Γερμανίας έρθουν στους γάλλους σοσιαλιστές και τους παρακαλέσουν να μεσολαβήσουν στην ηγεσία του γερμανικού κόμματος, για να τους υποστηρίξει το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα να εκμεταλλεύονται τους υπηρέτες και τις υπηρέτριές τους και επικαλεστούν γι’ αυτό την «εκμετάλλευση που ασκείται σε βάρος των ίδιων» από τους τοκογλύφους, τους φοροεισπράκτορες, τους κερδοσκόπους σιτηρών και τους ζωέμπορους - τι θα απαντήσουν; Και ποιος τους εγγυάται ότι και οι μεγαλοτσιφλικάδες μας δε θα τους στείλουν τον κόμητα Κάνιτς (που κι αυτός διατύπωσε ένα ανάλογο με το δικό τους αίτημα για την κρατικοποίηση της εισαγωγής σιτηρών), για να εκλιπαρήσουν κι αυτοί επίσης τη σοσιαλιστική υποστήριξη στο έργο τους της εκμετάλλευσης των εργατών γης, επικαλούμενοι την «εκμετάλλευση που ασκείται σε βάρος τους» από το χρηματιστήριο, τους τοκογλύφους και τους κερδοσκόπους σιτηρών;
Πρέπει να πούμε αμέσως ότι οι γάλλοι φίλοι μας δεν έχουν καθόλου τόσο κακές προθέσεις όσο φαίνεται. Η παραπάνω παράγραφος αφορά μόνο μια εντελώς ειδική περίπτωση και συγκεκριμένα την παρακάτω: Στη βόρεια Γαλλία, όπως και στις δικές μας περιοχές παραγωγής ζαχαρότευτλων, νοικιάζουν στους αγρότες γη με εξαιρετικά βαριούς όρους και με την υποχρέωση να καλλιεργήσουν ζαχαρότευτλα. Οι αγρότες είναι υποχρεωμένοι να πουλάνε τα τεύτλα στο καθορισμένο εργοστάσιο και στην τιμή που κανονίζει αυτό, είναι υποχρεωμένοι ν’ αγοράζουν ορισμένο σπόρο, να χρησιμοποιούν μια καθορισμένη ποσότητα ορισμένου λιπάσματος και, κοντά στ’ άλλα, τους εξαπατούν ακόμα αισχρά όταν παραδίδουν τα τεύτλα. Αυτά όλα τα ξέρουμε καλά και εμείς στη Γερμανία. Αν όμως ήθελαν να πάρουν κάτω από την προστασία τους αυτή την κατηγορία χωρικών, τότε θα έπρεπε να το πουν ανοιχτά και ρητά. Ετσι όπως είναι η παράγραφος, με την απεριόριστη γενικότητά της, αποτελεί άμεση παραβίαση όχι μόνο του γαλλικού προγράμματος, μα και της βασικής αρχής του σοσιαλισμού γενικά, και οι συντάκτες της δεν θα μπορούν να παραπονεθούν, αν αυτή την επιπόλαιη σύνταξη την εκμεταλλευτούν από τις πιο διαφορετικές μεριές ενάντια στο σκοπό τους.
Η ίδια παρανόηση μπορεί να γίνει και με τα τελικά λόγια της θεωρητικής εισαγωγής, σύμφωνα με τα οποία το σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα έχει καθήκον «να συνενώσει όλα τα στοιχεία της αγροτικής παραγωγής, όλους τους κλάδους δραστηριότητας, που αξιοποιούν το εθνικό έδαφος, κάτω από διάφορους νομικούς τίτλους στον ίδιο αγώνα ενάντια στον κοινό εχθρό, δηλαδή ενάντια στο φεουδαρχικό χαρακτήρα της γαιοκτησίας». Αρνούμαι κατηγορηματικά ότι το σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα οποιασδήποτε χώρας, έξω από τους προλετάριους της υπαίθρου και τους μικροχωρικούς, έχει καθήκον να δεχτεί στους κόλπους του και τους μεσαίους και πλούσιους χωρικούς ή έστω και τους ενοικιαστές μεγάλων κτημάτων, τους κεφαλαιοκράτες κτηνοτρόφους και τους άλλους κεφαλαιοκράτες που αξιοποιούν την εθνική γη. Σε αυτούς όλους, μπορεί ο φεουδαρχικός χαρακτήρας της γαιοκτησίας να φαίνεται σαν κοινός εχθρός. Μπορούμε σε ορισμένα ζητήματα να συμβαδίσουμε μαζί τους, μπορούμε ένα διάστημα ν’ αγωνιστούμε στο πλευρό τους για ορισμένους σκοπούς. Στο κόμμα μας, μπορεί βέβαια να χρησιμοποιούμε άτομα από κάθε κοινωνική τάξη, αλλά με κανέναν τρόπο δε μας χρειάζονται ομάδες συμφερόντων από κεφαλαιοκράτες, μεσαίους αστούς ή μεσαίους αγρότες. Και δω οι προθέσεις δεν είναι τόσο κακές όσο φαίνονται. Είναι φανερό ότι οι συντάκτες δεν τα σκέφτηκαν καθόλου όλα αυτά, δυστυχώς όμως τους παρέσυρε το πάθος να τα γενικεύουν όλα και δεν πρέπει να ξαφνιάζονται, αν οι άλλοι παίρνουν τα λόγια τους τοις μετρητοίς.
Υστερα από την εισαγωγή έρχονται οι προσθήκες στο ίδιο το πρόγραμμα που ψηφίστηκαν τελευταία. Κι αυτές προδίνουν την ίδια αμέλεια στη σύνταξη, όπως και η θεωρητική εισαγωγή.
Το άρθρο, σύμφωνα με το οποίο οι κοινότητες θα προμηθεύονται γεωργικές μηχανές και θα τις νοικιάζουν στους χωρικούς στο κόστος τους, αλλάζει κατά τούτο, ότι οι κοινότητες πρώτα θα παίρνουν κρατικές επιχορηγήσεις για το σκοπό αυτό και δεύτερο θα διαθέτουν δωρεάν τις μηχανές στους μικροχωρικούς. Η πρόσθετη αυτή παραχώρηση δε θα φέρει ασφαλώς κανένα ιδιαίτερο όφελος στο μικροχωρικό που τα χωράφια του και οι τρόποι καλλιέργειας του επιτρέπουν ελάχιστη μόνο χρησιμοποίηση μηχανών.
Παρακάτω: Αντικατάσταση όλων των σημερινών έμμεσων και άμεσων φόρων μ’ ένα ενιαίο προοδευτικό φόρο σε όλα τα πάνω από 3.000 φράγκα εισοδήματα. Μια ανάλογη διεκδίκηση βρίσκεται από χρόνια σχεδόν σε κάθε σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα. Οτι όμως προβάλλεται ειδικά προς το συμφέρον των μικροχωρικών, αυτό είναι καινούργιο κι αποδείχνει μονάχα πόσο λίγο έχουν υπολογίσει την σπουδαιότητά του. Ας πάρουμε την Αγγλία. Εκεί ο κρατικός προϋπολογισμός είναι 90 εκατομμύρια λίρες στερλίνες. Από αυτά τα 13,5 ως 14 εκατομμύρια προέρχονται από φόρους εισοδήματος και τα υπόλοιπα 76 εκατομμύρια, στο μικρότερο μέρος τους από φορολόγηση των επιχειρήσεων (ταχυδρομεία, τηλέγραφοι, χαρτόσημα) και στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους από φόρους πάνω στη μαζική κατανάλωση, από περικοπές που γίνονται κάθε τόσο κατά μικρά ανεπαίσθητα ποσά -που δίνουν ένα άθροισμα από πολλά εκατομμύρια- στο εισόδημα όλων των κατοίκων, κυρίως όμως των πιο φτωχών. Και είναι ζήτημα αν στη σημερινή κοινωνία μπορεί να καλυφθούν με άλλον τρόπο οι κρατικές δαπάνες. Ας υποθέσουμε ότι θα επέβαλλαν στην Αγγλία και τα 90 εκατομμύρια με άμεσο προοδευτικό φόρο πάνω στα εισοδήματα από 120 λίρες στερλίνες = 3.000 φράγκα και πάνω. Η μέση χρονιάτικη συσσώρευση, η χρονιάτικη αύξηση όλου του εθνικού πλούτου στη δεκαετία 1865-1875, ήταν κατά τον Τζίφφεν 240 εκατομμύρια λίρες στερλίνες. Ας υποθέσουμε ότι τώρα είναι 300 εκατομμύρια το χρόνο. Ενα φορολογικό βάρος από 90 εκατομμύρια θα απορροφούσε το ένα τρίτο σχεδόν όλης της συσσώρευσης. Με άλλα λόγια, καμιά κυβέρνηση, εκτός από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, δε μπορεί να επιχειρήσει ένα τέτοιο πράγμα. Οταν οι σοσιαλιστές βρεθούν στην εξουσία, θα έχουν να πραγματοποιήσουν πράγματα που ανάμεσά τους η φορολογική αυτή μεταρρύθμιση θα παίζει μονάχα το ρόλο μιας έκτακτης και ολότελα ασήμαντης προκαταβολής, ενώ θα ανοίγονται εντελώς διαφορετικές προοπτικές στους μικροχωρικούς.
Ατομικά και οι ίδιοι οι συντάκτες του προγράμματος φαίνεται επίσης να παραδέχονται ότι οι αγρότες θα έπρεπε να περιμένουν πολύ ακόμα αυτή τη φορολογική μεταρρύθμιση και γι’ αυτό «για την ώρα» (en enttendant) τους προτείνουν την «κατάργηση του εγγείου φόρου για όλους τους αγρότες που ζουν από τη δουλειά τους και τη μείωση του φόρου αυτού για όλες τις γαίες που επιβαρύνονται με υποθήκες». Το τελευταίο μισό αυτής της διεκδίκησης μπορεί να αφορά μονάχα μεγαλύτερα αγροκτήματα από εκείνα που μπορεί να καλλιεργεί μόνη της μια οικογένεια. Ευνοεί έτσι πάλι τους αγρότες εκείνους που «εκμεταλλεύονται μεροκαματιάρηδες».
Παρακάτω: «Να επιτρέπεται ελεύθερα το κυνήγι και το ψάρεμα, χωρίς άλλους περιορισμούς εκτός από κείνους που επιβάλλονται από την προστασία του θηράματος, των ψαριών και των σπαρτών». Το δεύτερο μέρος όμως της παραγράφου ακυρώνει το πρώτο. Πόσοι λαγοί, πέρδικες, λούτσοι και σαζάνια αναλογούν όμως σε κάθε αγροτική οικογένεια, σε όλη την περιοχή ενός χωριού; Μήπως περισσότεροι απ’ όσους θα έδιναν στον κάθε αγρότη μιας μέρας κυνήγι και μιας μέρας ψάρεμα το χρόνο;
«Ελάττωση του νόμιμου και συμβατικού τόκου» - δηλαδή καινούργιοι αντιτοκογλυφικοί νόμοι, καινούργια προσπάθεια να εφαρμοστεί ένα αστυνομικό μέτρο που εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια παντού και πάντα αποτυχαίνει. Αν ο μικροχωρικός φτάσει στην κατάσταση όπου το μικρότερο κακό γι’ αυτόν είναι να πάει στον τοκογλύφο, τότε ο τοκογλύφος βρίσκει πάντα το μέσο να τον ξεζουμίζει, χωρίς να τον πιάνει ο νόμος κατά της τοκογλυφίας. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε το πολύ-πολύ να χρησιμεύσει για παρηγοριά του μικροχωρικού, όφελος όμως δεν του φέρνει. Αντίθετα του κάνει δυσκολότερη την πίστωση, ακριβώς τον καιρό που τη χρειάζεται περισσότερο.
«Δωρεάν ιατρική περίθαλψη και εφοδιασμός με φάρμακα σε τιμή κόστους» - αυτό οπωσδήποτε δεν είναι ειδικό μέτρο προστασίας των αγροτών. Το γερμανικό πρόγραμμα προχωρά παραπέρα και ζητά και δωρεάν φάρμακα.
«Αποζημίωση των οικογενειών των εφέδρων που επιστρατεύονται, κατά το διάστημα της υπηρεσίας τους». - Η διεκδίκηση αυτή υπάρχει κιόλας, αν και με εξαιρετικά ανεπαρκή μορφή, στη Γερμανία και την Αυστρία και δεν είναι ούτε κι αυτή ιδιαίτερη αγροτική διεκδίκηση.
«Ελάττωση των ναύλων για τα λιπάσματα, τις γεωργικές μηχανές και τα γεωργικά προϊόντα». - Το μέτρο αυτό έχει βασικά εφαρμοστεί στη Γερμανία και μάλιστα προς το συμφέρον κυρίως… των μεγαλοτσιφλικάδων.
«Αμεσες προπαρασκευαστικές εργασίες για ένα σχέδιο δημοσίων έργων για την καλυτέρευση του εδάφους και το ανέβασμα της αγροτικής παραγωγής». Η διεκδίκηση αυτή τα αφήνει όλα στο ευρύ πεδίο της αοριστίας και των ωραίων υποσχέσεων και είναι επίσης πριν απ’ όλα προς το συμφέρον της μεγάλης γαιοκτησίας.
Με δυο λόγια, ύστερα από την τρομερή θεωρητική φόρα της εισαγωγής, οι πρακτικές προτάσεις του νέου αγροτικού προγράμματος δε μας εξηγούν καθόλου, πώς το Γαλλικό Εργατικό Κόμμα θα καταφέρει να διατηρήσει στους μικροχωρικούς την ιδιοκτησία τους που κατά τη δική του την έκφραση είναι μοιραία καταδικασμένη να εξαφανιστεί.