ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ


του Γιώργου Νάνου

Την τελευταία εικοσαετία τα ζητήματα που σχετίζονται με το σύστημα υγείας και ιδιαίτερα το δημόσιο έχουν έρθει στο επίκεντρο της συζήτησης και του προβληματισμού απ’ όλες τις κυβερνήσεις, τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά και τις διάφορες επαγγελματικές και μαζικές οργανώσεις των εργαζόμενων στον τομέα της υγείας, γενικότερα απ’ τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους.

Φαινομενικά υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής, η αμφισβήτηση και απόρριψη του συστήματος υγείας που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά το 1980. Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται από μισθωτούς και συνταξιούχους, ως χρήστες των υπηρεσιών υγείας, ιδιαίτερα από τα λαϊκά στρώματα που «για την υγεία πληρώνουν, αλλά υγεία δεν έχουν». Οι εκπρόσωποι του αστικού κράτους και της εκάστοτε κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι σήμερα το δημόσιο σύστημα υγείας είναι πολυδάπανο και αναποτελεσματικό, γραφειοκρατικό και διεφθαρμένο, το ίδιο και τα ασφαλιστικά ταμεία και γι’ αυτό θα πρέπει να εισαχθούν κριτήρια διαχείρισης κατά περίπτωση (για νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας κλπ.). Το ίδιο υποστηρίζουν και οι επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα. Δεν είναι τυχαίο ότι και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης γίνεται συζήτηση, παίρνονται αποφάσεις, δίνονται κατευθύνσεις και οδηγίες, γεγονός που δείχνει ότι η Ελλάδα δεν πρωτοτυπεί, αφού τα ίδια απασχολούν συνολικά τα καπιταλιστικά κράτη.

Βρισκόμαστε σε μια φάση όπου αυτό το σύστημα υγείας που αναπτύχθηκε, με τα όποια κοινωνικά χαρακτηριστικά είχε, τα οποία συνεχώς αφαιρούνταν μεθοδικά και συστηματικά, βρίσκεται σε αναντιστοιχία, δεν εξυπηρετεί τις σημερινές ανάγκες της συνολικής καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Ετσι αυτό το σύστημα υγείας, για διαφορετικούς λόγους, δεν το υποστηρίζουν ούτε οι εκμεταλλευτές-καπιταλιστές ούτε τα εκμεταλλευόμενα από αυτούς λαϊκά στρώματα.

Μπορεί όμως αυτή η λίγο-πολύ κοινή απόρριψη να οδηγήσει και σε κοινή λύση, από την άποψη ότι θα ωφεληθούν όλοι; Μπορεί σε μια ταξικά διαιρεμένη κοινωνία η υγεία να αποτελέσει ένα γενικό «εθνικό», υπερταξικό πρόβλημα, τόσο στην αιτία του όσο και στη λύση του;

Η σύμπτωση στην περιγραφή ή στη διαπίστωση ενός ζητήματος έχει αντικειμενικά διαφορετική αφετηρία και διαφορετική κατεύθυνση λύσης ανάμεσα στις βασικές κοινωνικές τάξεις και τους συμμάχους τους. Π.χ. η αύξηση του μέσου όρου ζωής των ανθρώπων είναι κοινή διαπίστωση. Ομως το καπιταλιστικό κράτος αντιλαμβάνεται αλλιώς την προσαρμογή στα νέα δεδομένα, δηλαδή ως ανάγκη αύξησης του χρόνου συνταξιοδότησης. Και η άλλη πλευρά, τα λαϊκά στρώματα διεκδικούν αντίστοιχες σύγχρονες υπηρεσίες για να καλύψουν όλες τις ανάγκες που προκύπτουν. Το καπιταλιστικό κράτος δεν παρέχει παρά ελάχιστα γι’ αυτές τις ανάγκες, με αποτέλεσμα αυτές να αξιοποιούνται ως νέο πεδίο επιχειρηματικών επενδύσεων και κερδοφορίας.

Επομένως για να «διαβάσουμε» σωστά, δηλαδή από την ταξική σκοπιά, τις σημερινές εξελίξεις, να εξετάσουμε την πολιτική και ιδεολογική διαπάλη, είναι αναγκαίο να δούμε πώς αντιμετωπίζεται η υγεία στις συνθήκες του εκμεταλλευτικού συστήματος, τόσο γενικά όσο και στη σημερινή του φάση σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Να δούμε το αντικειμενικό στοιχείο των εξελίξεων και με βάση αυτό να ερμηνεύσουμε τα μέτρα που προωθούνται, το στρατηγικό στόχο που υπηρετούν και από τον οποίο απορρέουν. Οσο πιο καλά και ολοκληρωμένα στηριχτούμε σε αυτή τη βάση, τόσο πιο θωρακισμένοι ιδεολογικά-πολιτικά θα είμαστε στην πάλη που διεξάγουμε και στην αντιπαράθεση με τον αντίπαλο, έτσι ώστε η καθημερινή ποικιλία των γεγονότων, οι ελιγμοί και τα επιχειρήματα του αντιπάλου όχι μόνο να μη δημιουργούν ρήγματα και ταλαντεύσεις, αλλά αυτή η βάση να λειτουργεί σαν πυξίδα, που σταθερά θα προσανατολίζει και θα συγκεντρώνει τις λαϊκές δυνάμεις στην κατεύθυνση για τη ριζική αλλαγή και τη λαϊκή νίκη. Μόνο έτσι μπορεί να δοθεί απάντηση και για το σύστημα υγείας από την πλευρά των λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων.

Στην καθημερινή μας επαφή με τους εργαζομένους συναντάμε -μαζί με τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση για «τα χάλια του δημόσιου συστήματος υγείας»- μια ποικιλία απόψεων για την ερμηνεία αυτής της κατάστασης. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι στον προσανατολισμό τους το γεγονός ότι στον καπιταλισμό οι παροχές υγείας προς τα λαϊκά στρώματα καθορίζονται αντικειμενικά από τις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής. Μπορεί να βλέπουν με μια ταξικότητα το αποτέλεσμα, να το εκφράζουν με απλό τρόπο, όπως «για το φτωχό, για το λαό υπάρχει η ταλαιπωρία και οι πληρωμές, αλλιώς κινδυνεύει η υγεία ή και η ζωή του». Δε συμβαίνει όμως το ίδιο στην ταξική ερμηνεία της αιτίας που δημιουργεί όλα τα προβλήματα και που βασανιστικά προσπαθούν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Οσο συμβαίνει αυτό, ενισχύονται οι προϋποθέσεις να εγκλωβίζονται σε «λύσεις» διαχειριστικού χαρακτήρα ή και να αντιλαμβάνονται το ζήτημα της λαϊκής υγείας με ουμανιστική αφέλεια. Αυτό το αδύνατο σημείο αξιοποιείται και αποτελεί «πύλη εισόδου» της αστικής και της μικροαστικής προπαγάνδας στα λαϊκά στρώματα, που ενώ βλέπουν ότι υπάρχει ταξικότητα στην επίπτωση των μέτρων εναντίον τους, ταυτόχρονα επηρεάζονται από την αντίληψη «όλοι φταίνε», «τι να κάνει και το κράτος», «δεν υπάρχουν λεφτά». Τελικά αμβλύνεται και θολώνεται στην πράξη η γραμμή αντιπαράθεσης λαός - μονοπώλια.

Στον καπιταλισμό το σύνολο των παραγομένων προϊόντων και υπηρεσιών αποτελούν εμπορεύματα. Εμπόρευμα όμως -και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο- αποτελεί και η ίδια η εργατική δύναμη. Ακριβώς επειδή η εργατική δύναμη είναι εμπόρευμα, όλα όσα χρειάζονται για την αναπαραγωγή της, την αποκατάστασή της από τη φθορά, γενικότερα για τη διατήρηση της ικανότητάς της να μπαίνει στην παραγωγή, αποτελούν και αυτά εμπορεύματα. Επομένως και ο τομέας της υγείας και ό,τι αυτός περιλαμβάνει (πρόληψη, θεραπεία, αποκατάσταση) είτε ως προϊόντα είτε ως υπηρεσίες, αποτελούν εμπορεύματα. Αυτό το βασικό χαρακτηριστικό ίσχυε και ισχύει πάντα στον καπιταλισμό. Η ύπαρξη εκτεταμένου κρατικού τομέα με σχετικά περισσότερες δημόσιες παροχές υγείας σε μια περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, όπως στη δεκαετία του 1980, δεν αλλάζει την παραπάνω πραγματικότητα. Αλλωστε και σε άλλους τομείς της οικονομίας, όταν δεν υπήρχε ενδιαφέρον ή δυνατότητα από τους καπιταλιστές να δραστηριοποιηθούν σε έναν τομέα, τότε αναλάμβανε το κράτος.

Ο εκτεταμένος κρατικός τομέας στην υγεία δημιουργούσε και δημιουργεί αυταπάτες περί «κοινωνικού κράτους» στον καπιταλισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν οι επιδράσεις μιας προηγούμενης και χωρίς επιστροφή περιόδου, που ο καπιταλισμός είχε σχετικά μεγαλύτερες δυνατότητες μαζικών παροχών, σε συνδυασμό με την πίεση που ασκούσε η πάλη του εργατικού και λαϊκού κινήματος, αλλά και το επίπεδο των κατακτήσεων των εργαζομένων στις χώρες που οικοδομούσαν το σοσιαλισμό.

Ανεξάρτητα από τον τρόπο διαχείρισης του συστήματος, ποτέ δεν έπαψε -ούτε είναι δυνατό να γίνει- η διαπάλη ανάμεσα στους εργάτες και τους καπιταλιστές και το κράτος τους, για το μερίδιο κατανομής του πλούτου και για το ποσοστό που θα πηγαίνει σε υπηρεσίες υγείας για τους εργαζόμενους.

Εχοντας σαν βάση την παραπάνω ταξική πραγματικότητα, μπορούμε να εκτιμήσουμε τι και γιατί επιδιώκει η κυβέρνηση με την πολιτική των αναδιαρθρώσεων στο χώρο της υγείας, η οποία αποτελεί συναποφασισμένη πολιτική με την ΕΕ και το κεφάλαιο.

ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ - ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ - ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Οι αναδιαρθρώσεις στον τομέα της υγείας και τα μέτρα που απορρέουν από αυτές έχουν σχεδιαστεί αρκετά χρόνια πριν. Τα συναντάμε διατυπωμένα στα προγράμματα και στις εκλογικές διακηρύξεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΝΔ, δηλαδή δε γεννήθηκαν στη φάση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, αλλά πολύ πιο πριν. Η κρίση ανάγκασε τους πολιτικούς διαχειριστές του συστήματος να επιταχύνουν την εφαρμογή τους, αξιοποιώντας και την ανεπαρκή γι’ αυτές τις περιπτώσεις στάθμη του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Αξιοποιούν το φόβο που προκαλείται σε πλατιά λαϊκά στρώματα από τον κίνδυνο της ανεργίας, την απειλή για αδυναμία πληρωμών των μισθών και των συντάξεων, από την ανασφάλεια, τη διστακτικότητα που δείχνουν να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτησή τους σε οργανωμένη ένταξη στην ταξική πάλη, να κάνουν τις θυσίες που απαιτούνται γι’ αυτή.

Το βασικό στοιχείο των αναδιαρθρώσεων στο σύστημα υγείας είναι η προσαρμογή του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής και ανάπτυξης και μάλιστα σε συνθήκες οξύτατου ανταγωνισμού και δυσκολίας αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο. Αυτός είναι ο πυρήνας που ενώνει τα ανταγωνιζόμενα τμήματα του κεφαλαίου, με στόχο να διαμορφώσουν ακόμα πιο «φτηνούς» εργαζόμενους, να συμπιέσουν ακόμα περισσότερο την τιμή της εργατικής δύναμης.

Αυτό το πετυχαίνουν με συμπίεση του μεταβλητού κεφαλαίου, δηλαδή με τη μείωση του λεγόμενου μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους των εργαζομένων. Σε αυτό το «μη μισθολογικό κόστος» εντάσσονται οι δαπάνες για την υγεία, την πρόνοια, την ασφάλιση, την παιδεία κλπ. Πρακτικά με τον τρόπο αυτό ο καπιταλιστής εξασφαλίζει και προσπορίζεται μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας που παράγει η εργατική δύναμη. Ο εργαζόμενος και η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών από αυτόν στοιχίζουν λιγότερο, συνεπώς ο καπιταλιστής διεκδικεί καλύτερη θέση από τους ανταγωνιστές του και περισσότερα κέρδη.

Αυτό όμως εφαρμόζεται και από το συλλογικό καπιταλιστή, το κράτος, γι’ αυτό και κατοχυρώνει με τη νομοθεσία την επιδίωξη αυτή του καπιταλιστή. Από αυτή τη σκοπιά πρέπει να ερμηνεύουμε το επιχείρημα της κυβέρνησης που συχνά-πυκνά διατυπώνει ότι «το κράτος θέτει τους κανόνες λειτουργίας του δημόσιου και ιδιωτικού συστήματος υγείας», δίνοντας μια «ουδέτερη» αίσθηση σε μια βαθιά ταξική, αντιλαϊκή πολιτική. Δηλαδή το κράτος απ’ τη μια κατοχυρώνει τον καπιταλιστή, αλλά και το ίδιο συμπιέζει τις δαπάνες για τη λειτουργία του συστήματος υγείας που δίνει μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, προκειμένου να εξασφαλίσει μεγαλύτερο κομμάτι με τη μορφή της χρηματοδότησης, των κινήτρων με τις εισφοροαπαλλαγές, τις φοροελαφρύνσεις κλπ. στους επιχειρηματίες, για τον ίδιο στόχο, την εξυπηρέτηση της κερδοφορίας και του ανταγωνισμού του κεφαλαίου.

Βεβαίως η συμπίεση των κρατικών και εργοδοτικών δαπανών παίρνει υπόψη και το γεγονός ότι η εργατική δύναμη για να είναι εκμεταλλεύσιμη πρέπει να διατηρεί μια ελάχιστη ικανότητα να μπαίνει στην παραγωγική διαδικασία. Επομένως, κάθε φορά το καπιταλιστικό κράτος προσπαθεί να λύσει την αντίφαση μεταξύ της μικρότερης δυνατής δαπάνης για το σύστημα υγείας που, μαζί με όλους τους άλλους παράγοντες, όπως συνθήκες διαβίωσης, δουλειάς κλπ., οδηγεί στην επιδείνωση της υγείας και από την άλλη να διατηρείται αυτή σε ένα επίπεδο ικανό για εκμετάλλευση. Αυτό ακριβώς το πρόβλημα έρχεται να λύσει η κυβέρνηση με τον προγραμματικό της στόχο για «εξασφάλιση ενός βασικού πακέτου παροχών υγείας».

Στο ζήτημα της υγείας εκφράζεται και αναδεικνύεται η βασική αντίθεση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και οργάνωσης της κοινωνίας. Ενώ η παραγωγικότητα έχει αυξηθεί, η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν κάνει άλματα, έρχεται αντικειμενικά στο επίκεντρο το ερώτημα: γιατί αυτή η δυνατότητα να μη μετουσιώνεται σε λύση των προβλημάτων στο σύστημα της υγείας; Αντίθετα, τα λαϊκά στρώματα όλο και πιο δύσκολα ωφελούνται από αυτή την εξέλιξη, στερούνται την παροχή δωρεάν και ποιοτικά αναβαθμισμένων υπηρεσιών υγείας. Για την απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει σημασία η σύγκριση να γίνεται με βάση τις σημερινές δυνατότητες που έχει δημιουργήσει η συλλογική κοινωνικοποιημένη εργασία και όχι με αυτές προηγούμενων περιόδων, που αντικειμενικά ήταν πίσω από τις σημερινές.

Σήμερα όμως, με τις δυνατότητες που δημιουργεί η πρόοδος σε όλους τους τομείς, γιατί πρέπει να θεωρείται πολυτέλεια π.χ. η κάλυψη των νησιωτικών περιοχών και γενικά των απομακρυσμένων με πλήρεις υποδομές υγείας, με όλες τις βασικές ειδικότητες, με ειδικευμένους γιατρούς και όχι ανειδίκευτους στα αγροτικά ιατρεία, καθώς και η ύπαρξη μόνιμου νοσηλευτικού προσωπικού σε κάθε ιατρείο και σε κάθε σχολική μονάδα; Γιατί σήμερα να θεωρείται στην πράξη πολυτέλεια ο επαρκής αριθμός σε κρεβάτια μονάδων εντατικής θεραπείας, ώστε να μην αναγκάζονται οι γιατροί να επιλέγουν σε ποιον θα δώσουν τη δυνατότητα να ζήσει και σε ποιον όχι; Γιατί να θεωρείται πολυτέλεια η στελέχωσή τους με εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να προετοιμάζεται και να εξασφαλίζεται η αξιοποίηση οργάνων και ιστών για μεταμοσχεύσεις που θα έσωζαν τη ζωή αρκετών ανθρώπων;

Είναι ορισμένα μόνο ενδεικτικά παραδείγματα που βγάζουν στην επιφάνεια όχι απλά κάποιες αρνητικές πλευρές ενός συστήματος υγείας που θα μπορούσαν να διορθωθούν, αλλά τη συνολική συγκρότηση και κατεύθυνσή του, την ταξικότητά του, απόρροια της οποίας είναι όλα τα προβλήματα που τελικά βιώνουν τα λαϊκά στρώματα.

Αυτό το σύστημα υγείας, που είναι ξεπερασμένο για διαφορετικούς λόγους για τους εργαζόμενους και για διαφορετικούς για το καπιταλιστικό σύστημα, έρχεται τώρα η κυβέρνηση να το αλλάξει. Παίρνει ένα σύνολο διαρθρωτικών μέτρων, που στις βασικές κατευθύνσεις του έχει τη συμφωνία και τη στήριξη από τα άλλα κόμματα της πλουτοκρατίας, την ΕΕ και το κεφάλαιο.

Πρόκειται για συνολική επιδείνωση των όρων παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ιδιαίτερα των εργατοϋπαλλήλων, των μικρών επαγγελματοβιοτεχνών και εμπόρων, των φτωχών αγροτών, των ανασφάλιστων και των μεταναστών. Να πάρουμε υπόψη ότι αυτή η επιδείνωση πραγματοποιείται σε περίοδο που αντικειμενικά υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη δημόσιων δωρεάν υπηρεσιών υγείας - πρόνοιας. Η κατάσταση της υγείας του λαού υπονομεύεται από το αποτέλεσμα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που είναι η αύξηση της ανεργίας, η γενίκευση της ελαστικής απασχόλησης, η εντατικοποίηση της δουλειάς, η έλλειψη μέτρων υγείας και ασφάλειας, η κακή ποιότητα διατροφής, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου για πολιτισμό-αθλητισμό, ξεκούραση κλπ.

Επομένως ενώ υπάρχει συνολική επιδείνωση των όρων ζωής της λαϊκής οικογένειας, προωθούνται μέτρα τα οποία αποσκοπούν στη δραστική μείωση ακόμα και αυτών των ανεπαρκών κοινωνικών παροχών των προηγουμένων χρόνων και ταυτόχρονα οδηγούν στην αύξηση του μέρους της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και φροντίδας που οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αγοράζουν, πληρώνοντας με την επαγγελματική - ιδιωτική ασφάλιση ή και με «ζεστό» χρήμα.

ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΝΟΜΟΥ

Η αποσύνδεση των κλάδων υγείας των τεσσάρων μεγαλύτερων ασφαλιστικών ταμείων (ΙΚΑ, ΟΠΑΔ, ΟΑΕΕ, ΟΓΑ) από τους κλάδους της συνταξιοδότησης και η ενοποίησή τους στον Εθνικό Οργανισμό Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) αποσκοπεί στην προς τα κάτω ενοποίηση των παροχών υγείας όλων των ασφαλιστικών ταμείων. Η χρηματοδότηση των παροχών θα εξαρτάται κυρίως από το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων. Αν υπολογίσουμε όμως τις αυξητικές τάσεις που παίρνει η ανεργία, η ανασφάλιστη εργασία, οι ελαστικές μορφές της και η θεσμοθέτηση της μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης, γίνεται φανερό ότι για να έχει ένας εργαζόμενος τις σημερινές ανεπαρκείς παροχές, θα πρέπει να πληρώσει επιπλέον χρήματα εκτός των ασφαλιστικών εισφορών.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η κρατική χρηματοδότηση αυτού του φορέα με τα τέσσερα ταμεία (ΕΟΠΥΥ) θα απορροφά τώρα το 0,6% του ΑΕΠ, όταν η χρηματοδότηση του κλάδου υγείας ενός μόνο ταμείου, του ΙΚΑ, απορροφούσε το 1% του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα αυξάνονται οι ασφαλιστικές εισφορές για τον κλάδο υγείας στο 4% για όλους τους συνταξιούχους. Αυτό σημαίνει ότι για να επιβιώσει ο ΕΟΠΥΥ θα πρέπει να αγοράζει ένα ελάχιστο όριο παροχών (βασικό πακέτο το ονομάζει η κυβέρνηση) από το δημόσιο, ημιδημόσιο ή ιδιωτικό τομέα για τους ασφαλισμένους του και ταυτόχρονα να πουλάει δικές του υγειονομικές υπηρεσίες για να έχει έσοδα και κέρδη. Σε αυτή τη βάση ο ΕΟΠΥΥ θα διαχειρίζεται τις πρωτοβάθμιες μονάδες υγείας με τη μορφή του δικτύου που θα συντονίζει τις υπάρχουσες δομές εξωνοσοκομειακής περίθαλψης (Κέντρα Υγείας, αγροτικά ιατρεία, πολυϊατρεία ασφαλιστικών ταμείων, ιδιωτικά και δημοτικά ιατρεία κλπ). Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες, τη λειτουργία των σημερινών πολυϊατρείων του ΙΚΑ θα αναλάβουν οι «κοινοπραξίες γιατρών», δηλαδή η σύμπραξη των γιατρών των σημερινών ασφαλιστικών ταμείων με άλλους ιδιώτες γιατρούς. Αυτές οι κοινοπραξίες θα πληρώνουν μια μορφή ενοικίου σε χρήμα ή σε είδος (παροχή υπηρεσιών) προς τον ιδιοκτήτη αυτών των υγειονομικών μονάδων, δηλαδή τον ΕΟΠΥΥ, στον οποίο μεταφέρθηκαν μετά την αποσύνδεση του κλάδου υγείας από τον κλάδο ασφάλισης των ασφαλιστικών ταμείων. Οι κοινοπραξίες θα αναλάβουν επίσης το κόστος των λειτουργικών δαπανών ή ένα μεγάλο μέρος από αυτές. Πρακτικά πρόκειται για μετατροπή αυτών των μονάδων σε επιχειρήσεις που θα πουλάνε υπηρεσίες και μάλιστα εκείνους τους τομείς υπηρεσιών που θα εξασφαλίζουν περισσότερα κέρδη. Η κοινοπραξία δε σημαίνει και ισοτιμία ανάμεσα στους γιατρούς που θα συμπράττουν, αφού θα συνυπολογίζεται ο αριθμός των ασθενών - πελατών, αλλά και τα έσοδα που εξασφαλίζει ο κάθε γιατρός - «μέτοχος» της κοινοπραξίας. Σ’ αυτές τις επιχειρηματικές υγειονομικές μονάδες θα αξιοποιείται και ένας αριθμός γιατρών με τα χαρακτηριστικά του «φτηνού και ευέλικτου επιστημονικού δυναμικού», αλλά και άλλες ειδικότητες, νοσηλευτές, διοικητικοί, τεχνολόγοι, με ακόμα πιο μειωμένα εργασιακά, μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα.

Η ιδιωτικοποίηση και η εμπορευματική δράση των δημόσιων μονάδων υγείας εκφράζεται και στα δημόσια νοσοκομεία, στα οποία επεκτείνεται η παράδοση όλων των υποστηρικτικών τους υπηρεσιών στον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Η ενίσχυση του εμπορευματικού χαρακτήρα της λειτουργίας τους προωθείται μέσω της πλήρους κατάργησης των κρατικών δαπανών για τη λειτουργία τους, αλλά και για ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος στη μισθοδοσία του προσωπικού, όπως ιδιωτικά συνεργεία, επικουρικό προσωπικό και μέρος των πραγματοποιούμενων εφημεριών. Η αύξηση του εισιτηρίου στα 5 ευρώ για την εξέταση στα εξωτερικά ιατρεία, η ολοήμερη επιχειρηματική λειτουργία τους, η ιδιαίτερη πληρωμή για διαγνωστικές εξετάσεις, είναι τα εργαλεία για την ενίσχυση των εσόδων των νοσοκομείων που αποτελούν προάγγελο της γενικευμένης επιχειρηματικής λειτουργίας τους, αλλά και νέων αυξήσεων στις πληρωμές για παροχές σε βάρος των εργαζομένων. Από αυτή τη λειτουργία, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια κόστους - οφέλους, θα εξαρτάται η «βιωσιμότητά τους» ως κερδοφόρες επιχειρήσεις ή το κλείσιμό τους. Αυτό εννοεί το ΠΑΣΟΚ στο πρόγραμμά του, όταν αναφέρει ότι τα δημόσια νοσοκομεία πρέπει να είναι «αυτοτροφοδοτούμενες οικονομικές μονάδες».

Η προβολή από την κυβέρνηση της αξιολόγησης των δημόσιων μονάδων με ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες για την αποτελεσματικότητά τους δεν έχει κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, αλλά την κερδοφόρα επιχειρηματική δράση. Αυτό θα είναι και το κριτήριο των συγχωνεύσεων και καταργήσεων δημόσιων νοσηλευτικών μονάδων, τμημάτων ή κλινικών.

Σοβαρή επίδραση στην ενίσχυση της επιχειρηματικής δράσης των δημόσιων νοσοκομείων, του προσανατολισμού και του είδους των υπηρεσιών που θα αναπτύξουν ή θα καταργήσουν, θα παίξει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η δυνατότητα που δίνει ο νέος νόμος στα νοσοκομεία να αναθέτουν στις τράπεζες να πληρώνουν τους προμηθευτές τους, όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν οικονομικά, ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο για την άμεση διείσδυση των τραπεζών στο δημόσιο σύστημα υγείας. Στο προηγούμενο διάστημα κατά κανόνα ο ισολογισμός των προϋπολογισμών των δημόσιων νοσοκομείων ήταν υπόθεση του κράτους. Τώρα τα νοσοκομεία πρέπει να λειτουργήσουν πλήρως σαν «αυτόνομες οικονομικές μονάδες», χωρίς την κρατική χρηματοδότηση για λειτουργικές δαπάνες. Οι τράπεζες σαν πιστωτές θα πιέσουν να πάρουν πίσω τα χρήματα που έδωσαν μαζί με το κέρδος και αυτό αντικειμενικά σημαίνει λειτουργία των νοσοκομείων ως επιχειρήσεις, π.χ. αξιοποιώντας τις υποδομές και τις υπηρεσίες των νοσοκομείων από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες που ελέγχουν.

Σημαντικό στοιχείο των εξελίξεων αποτελεί η δραστική άρση των περιορισμών στις ιδιωτικές επιχειρήσεις της υγείας, προκειμένου να επεκτείνουν, να μετατρέπουν, να μεταφέρουν το είδος και τους τομείς της δράσης τους. Πρόκειται για μέτρο που αφενός δίνει τη δυνατότητα στους επιχειρηματίες για πιο εύκολη και γρήγορη επένδυση συσσωρευμένων αδιάθετων κεφαλαίων και αφετέρου προσανατολίζει τη δράσης τους στους πιο κερδοφόρους τομείς. Σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευση των λαϊκών αναγκών, π.χ. με το να μπορούν πιο εύκολα να μετατρέψουν ένα τμήμα νοσηλείας, το οποίο έχει υψηλό κόστος λειτουργίας και πιθανόν χαμηλή πληρότητα λόγω του ανταγωνισμού, σε διαγνωστικό τμήμα με χρησιμοποίηση νέας ιατρικής τεχνολογίας.

Σημαντικό στοιχείο, το οποίο υποδηλώνει την κατεύθυνση των κυβερνητικών μέτρων για εμπορευματοποίηση, είναι η γενικευμένη επιβολή νοσηλείων-τροφείων στις στέγες υποστηριζόμενης διαβίωσης για άτομα με βαριές αναπηρίες. Ουσιαστικά το κράτος δίνει «λύση» στη χρηματοδότηση αυτών των ιδρυμάτων χωρίς το ίδιο να συμμετέχει, αφού την αναθέτει στα ήδη προβληματικά, υποχρηματοδοτούμενα ασφαλιστικά ταμεία. Δημιουργεί δηλαδή τις προϋποθέσεις αύξησης των εισφορών των ασφαλισμένων, καθιέρωση επιπλέον πληρωμών, αλλά και τον άμεσο κίνδυνο να πεταχτούν έξω από τα ιδρύματα ανασφάλιστα Ατομα με Ειδικές Ανάγκες (ΑμΕΑ) φτωχών λαϊκών οικογενειών, παίρνοντας υπόψη και τον περιορισμό της προνοιακής ασφάλισης-κάλυψης, αφού αυστηροποιούνται τα κριτήρια της απορίας.

Η κατεύθυνση αλλά και η υλοποίηση του σχεδίου μείωσης έως κατάργησης των κρατικών δαπανών και παροχών έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1990. Σταδιακά όλες οι κυβερνήσεις περιόριζαν την κρατική δαπάνη για τη λειτουργία των δημοσίων νοσοκομείων, αύξαναν τα νοσήλεια με τις ανατιμολογήσεις αλλά και με την «αναβάθμιση» της θέσης των κρεβατιών. Αυτή η πολιτική μετέφερε το βάρος των δαπανών στα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία δεν είχαν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν, αφού με κρατική ευθύνη μειώθηκαν τα αποθεματικά τους (άτοκη χρησιμοποίησή τους από την ΤτΕ, επισφαλείς επενδύσεις στο χρηματιστήριο) και μειώθηκαν τα έσοδά τους (ανεργία, ανασφάλιστη εργασία, πάγωμα μισθών κλπ.). Τώρα, μαζί με τη δραστική μείωση των κρατικών δαπανών και παροχών, σχεδιάζεται αντίστοιχα και η μείωση των δαπανών και παροχών των ασφαλιστικών ταμείων. Στα πλαίσια του ΕΟΠΥΥ σχεδιάζεται πόσο θα πουλάνε τις υπηρεσίες οι μονάδες υγείας και αντίστοιχα το ύψος αποζημίωσης που θα καλύπτουν ενιαία οι κλάδοι υγείας των ασφαλιστικών ταμείων. Το έδαφος έχει προετοιμαστεί τα προηγούμενα χρόνια, αφού γίνονταν σταδιακά και συστηματικά κάθε είδους περικοπές από όλα τα ασφαλιστικά ταμεία: Με επιβολή και αύξηση της συμμετοχής στην αγορά φαρμάκων, με την επέκταση της λίστας φαρμάκων και εργαστηριακών εξετάσεων που δεν αποζημίωναν τα ασφαλιστικά ταμεία, με περιορισμό στην έγκριση απαραίτητων θεραπειών, με την περικοπή υγειονομικού και αναλώσιμου υλικού, βοηθημάτων σε χρόνια πάσχοντες, αναπήρους κλπ.

Ολα τα παραπάνω δείχνουν ότι αυτό που προωθείται σήμερα δεν είναι απλά ένα σύστημα υγείας λιγότερο «γαλαντόμο» στις παροχές προς τους εργαζόμενους, αλλά ένα σύστημα που οικοδομείται σε νέα βάση, που θα έχει «απελευθερωθεί» από τον όποιο κοινωνικό χαρακτήρα είχε τις περασμένες δεκαετίες. Και αυτό δεν οφείλεται στην αλλαγή συσχετισμών ή στην επικράτηση λαθεμένων πρακτικών και αντιλήψεων στην πολιτική διαχείρισης. Οφείλεται στις σημερινές αντικειμενικές ανάγκες του κεφαλαίου. Το σύστημα υγείας προσαρμόζεται περισσότερο στην εμπορευματοποίηση - επιχειρηματικότητα, είναι μια αντεργατική - αντιλαϊκή προσαρμογή, την οποία υπηρετεί και η σχεδιασμένη πλήρης ανάθεση των υπηρεσιών υγείας στους νέους καλλικρατικούς δήμους και περιφέρειες. Αυτά τα όργανα διαμορφώνονται ακριβώς για να στηρίξουν, να διευκολύνουν σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο την επιχειρηματική δράση σε όλους τους τομείς. Επιπλέον θα στηρίξουν την ανάπτυξη φτηνών υπηρεσιών, αξιοποιώντας τον εθελοντισμό, τις ΜΚΟ, τις «κοινωνικές επιχειρήσεις», προκειμένου να αντιμετωπίσουν ακραίες κοινωνικές καταστάσεις.

Οταν λοιπόν η κυβέρνηση, η ΕΕ, το κεφάλαιο, άλλες πολιτικές δυνάμεις που το στηρίζουν, σηκώνουν κουρνιαχτό για τα χάλια του δημοσίου συστήματος υγείας, ενώ ταυτόχρονα περιβάλλουν με στοργή τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα, δείχνουν τι τους ενοχλεί, ποια βαρίδια θέλουν να ξεφορτωθούν. Θέλουν να απαλλαγούν από τα ελάχιστα δικαιώματα και κοινωνικές παροχές που έχουν απομείνει στους εργαζόμενους, να μην ξοδεύουν από τον πλούτο που παράγει η εργατική τάξη για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, για υπηρεσίες πρόληψης, θεραπείας και αποκατάστασης, να μη μειωθούν τα κέρδη τους σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και όξυνσης του ανταγωνισμού.

Οταν η κυβέρνηση μιλάει για εξορθολογισμό των δαπανών, για περιστολή της σπατάλης, έχει μπροστά τον κατάλογο με τις παροχές προς τους εργαζόμενους. Με τα ίδια ή παρόμοια επιχειρήματα περιόρισε τις «σπάταλες» συντάξεις, τα «σπάταλα» δώρα και επιδόματα, «εξορθολόγισε» τα χρόνια συνταξιοδότησης ώστε να μην απέχουν ή και να ταυτιστούν με τα βιολογικά όρια των εργαζόμενων.

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η πολιτική είναι πολύ καλά επεξεργασμένη, οργανωμένη, μεθοδική και συστηματική. Μια βασική της πλευρά είναι να ενοχοποιήσουν τα λαϊκά στρώματα ότι είναι συνυπεύθυνα για την άσχημη κατάσταση στην υγεία αλλά και γενικότερα. Θέλουν να αποπροσανατολίσουν, να αδρανοποιήσουν τα λαϊκά στρώματα, αν δεν μπορέσουν να τα κερδίσουν ενεργά στην εφαρμογή της αντιλαϊκής και βάρβαρης πολιτικής τους. Αποτελεί πρόκληση να ενοχοποιείται κάθε λαϊκό δικαίωμα και ανάγκη, να ενοχοποιούνται αυτοί που παράγουν τον πλούτο. Είναι διαστροφή το επιχείρημα ότι η υγεία του λαού κοστίζει ακριβά, όταν τις τιμές και το κόστος το διαμορφώνουν τα μονοπώλια της βιοϊατρικής τεχνολογίας, των φαρμάκων, του υγειονομικού και αναλώσιμου υλικού, οι επιχειρήσεις της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών. Προβάλλουν τα φαινόμενα διαφθοράς ως αιτία των προβλημάτων για να κρύψουν ότι αυτά είναι σύμφυτα της εμπορευματοποίησης και επιχειρηματικότητας, της διεύρυνσης της «αγοράς υγείας», ενώ σε κάθε περίπτωση η «παράνομη κερδοφορία» είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στην τεράστια νόμιμη κερδοφορία.

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥΣ

Αρνητικές επιπτώσεις από τις αναδιαρθρώσεις στο χώρο της υγείας θα υπάρξουν και στους υγειονομικούς και ιδιαίτερα στους νέους εργαζόμενους όλων των κλάδων και ειδικοτήτων. Ο στόχος του κεφαλαίου για μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης δε θα περιοριστεί στη μέχρι τώρα αφαίρεση δικαιωμάτων.

Οσο οξύνεται ο ανταγωνισμός στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, τόσο θα αυξάνει η πίεση για ανατροπή κατακτήσεων που υπάρχουν στις συλλογικές συμβάσεις, στο εισόδημα, στις σχέσεις εργασίας κλπ. Η απελευθέρωση των όρων απόλυσης θα ασκήσει σοβαρή πίεση για εξαναγκασμό σε περιορισμό των απαιτήσεων. Ανάλογα θα επιδράσει ο φόβος των απολύσεων λόγω των συγχωνεύσεων και εξαγορών μικρότερων επιχειρήσεων ή και κλεισίματος κάποιων από αυτές.

Αλλά και στο δημόσιο τομέα, η προσαρμογή του στην επιχειρηματική δράση απαιτεί πιο φτηνό και ευέλικτο προσωπικό. Αυτό ήδη υπάρχει εδώ και χρόνια, όμως τώρα θα επεκταθεί και θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες προς αυτή την κατεύθυνση.

Οι προσαρμογές στο δημόσιο τομέα υγείας συνεπάγονται γενίκευση του φαινομένου να υπάρχουν εργαζόμενοι διαφορετικών εργασιακών σχέσεων, να ενισχύεται ο αριθμός των εργαζομένων στα ιδιωτικά συνεργεία που οι περισσότεροι απολύονται και ξαναπροσλαμβάνονται για να μην κατοχυρώνουν δικαιώματα. Ενισχύεται ο θεσμός των εργαζομένων με μπλοκάκι και των συμβασιούχων-επικουρικών, ιδιαίτερα στους γιατρούς και τους νοσηλευτές και επεκτείνεται στις δημόσιες μονάδες της πρόνοιας. Στη νέα συγκρότηση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) η εργασιακή σχέση που θα κυριαρχήσει στους γιατρούς είναι αυτή του συμβασιούχου, που θα διατηρεί και την ιδιότητα του ελευθεροεπαγγελματία. Υπολογίζεται ότι οι μέχρι τώρα 7.500 γιατροί του ΙΚΑ που αντιστοιχούσαν σε 5,5 εκατομμύρια ασφαλισμένων, τώρα θα γίνουν 20.000 γιατροί για 10 εκατομμύρια ασφαλισμένους. Δηλαδή η αναλογία γιατρών - ασφαλισμένων από 1/730 γίνεται 1/500 περίπου. Αυτό σημαίνει ότι η «πίττα» της αγοράς διεκδικείται από πολλούς περισσότερους γιατρούς. Αυτό ήταν το ζήτημα που προβλήθηκε από τις ηγεσίες των ιατρικών συλλόγων και κυριάρχησε στις πρόσφατες κινητοποιήσεις. Γι’ αυτό διεκδικήθηκε οι αποζημιώσεις των γιατρών να υπολογίζονται κατά πράξη και περίπτωση, που σημαίνει αύξηση των αποδοχών αλλά και αύξηση των πληρωμών από τους ασθενείς. Αντικειμενικά σ’ αυτές τις συνθήκες που διαμορφώνουν ένταση του ανταγωνισμού, ένας αριθμός γιατρών, ιδιαίτερα νέων, θα αποκτήσει τα χαρακτηριστικά του επιστημονικού προλεταριάτου.

Υπάρχουν επίσης δυο νέα στοιχεία που προωθούνται το τελευταίο διάστημα. Το πρώτο είναι η πρόβλεψη για μετακίνηση προσωπικού ανάμεσα σε διαφορετικές υγειονομικές μονάδες για να καλυφθούν ανάγκες που δημιουργούνται από την έλλειψη προσωπικού επειδή δε γίνονται προσλήψεις. Το δεύτερο στοιχείο είναι η θεσμοθέτηση ώστε ένα μέρος των δαπανών για τις εφημερίες των νοσοκομείων να συσχετίζεται ανάλογα με τα έσοδα από την πώληση υπηρεσιών υγείας στην «ολοήμερη» λειτουργία. Αυτό αποτελεί προμήνυμα της γενικευμένης εφαρμογής του μέτρου αυτού το επόμενο διάστημα. Καθιερώνεται η εξάρτηση ενός μέρους -μεγαλύτερου ή μικρότερου, ανάλογα με τον κλάδο και την ειδικότητα- του εισοδήματος των εργαζομένων από την εξασφάλιση πελατείας-ασθενών. Από τα αποτελέσματα της επιχειρηματικής δράσης δε θα εξαρτάται μόνο ένα μέρος του εισοδήματος, αλλά θα αποτελεί και κριτήριο διατήρησης ή όχι της εργασιακής θέσης ή και ολόκληρου τμήματος του νοσοκομείου, αφού με αυτό το κριτήριο θα αποφασίζεται αν είναι οικονομικά «βιώσιμο». Το ενιαίο μισθολόγιο που διαμορφώνει η κυβέρνηση θα αποτυπώνει αφενός τη μείωση των αποδοχών και αφετέρου τη σύνδεσή τους με τη λεγόμενη αύξηση της παραγωγικότητας.

Η στρατηγική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων δεν ανατρέπει μόνο τις συνθήκες ζωής ορισμένων μικροαστικών στρωμάτων, όπως αυτοαπασχολούμενοι γιατροί, φαρμακοποιοί, αλλά πριν απ’ όλα υποβαθμίζει το μισθό και άλλους όρους εργασίας για τους μισθωτούς γιατρούς του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, το μεγάλο μέρος των νέων επιστημόνων. Ετσι για μεγάλο τμήμα των νέων επιστημόνων, που η προοπτική τους δεν είναι να γίνουν επιχειρηματίες στον τομέα της υγείας ή να υπηρετήσουν αυτό το σύστημα από τη θέση ενός ανώτερου μεσαίου στρώματος, αντικειμενικά διαμορφώνεται κοινό συμφέρον με τους άλλους μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους βιοπαλαιστές να διεκδικήσουν ένα αποκλειστικά δημόσιο, δωρεάν σύστημα παροχών υγείας, ως κρατικοί υπάλληλοι με μισθούς και συνθήκες ζωής που αναταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες και μπορούν να εξασφαλιστούν με ριζική ανατροπή των σχέσεων παραγωγής, με τη λαϊκή οικονομία.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΣΕΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Η σύμπτωση των αστικών κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑ.Ο.Σ., προέρχεται από μια γενική αποδοχή της στρατηγικής του κεφαλαίου για ενίσχυση της επιχειρηματικότητας - εμπορευματοποίησης στον τομέα της υγείας, όπως σε γενική κατεύθυνση εκφράζεται και από την ΕΕ.

Αλλωστε σημαντικό μέρος των αναδιαρθρώσεων που προωθεί σήμερα η κυβέρνηση προετοιμάστηκε και από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της ΝΔ, π.χ. η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης, η μεταφορά των δαπανών από το κράτος στα ασφαλιστικά ταμεία, η σταδιακή μείωση των παροχών, η ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών των νοσοκομείων, η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων ενός μέρους υγειονομικών κλπ. Γι’ αυτό η βασική κριτική, ανάλογα ποιος είναι στην αντιπολίτευση, γίνεται σε ζητήματα που σχετίζονται με την ικανότητα, την αποτελεσματικότητα, το σχεδιασμό, την αποφασιστικότητα να προχωρήσουν πιο γρήγορα και σε βάθος τα αντιλαϊκά μέτρα για την υγεία-πρόνοια. Κάνουν αναφορά στο δημόσιο σύστημα υγείας, αλλά με τα χαρακτηριστικά του εμπορευματοποιημένου συστήματος. Η αναφορά τους στις δωρεάν παροχές παραπέμπει στην πληρωμή μέσω των ασφαλιστικών ταμείων.

Ιδιαίτερο ρόλο παίζει ο ΛΑ.Ο.Σ., ο οποίος αξιοποιεί τα επιχειρήματα του ΠΑΣΟΚ αλλά και της ΝΔ περί σπατάλης για να τα συνδέσει με την ύπαρξη των μεταναστών στη χώρα.

Ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν ανεβάσει την κριτική τους απέναντι στην κυβέρνηση, όμως αυτό έχει μόνο προπαγανδιστική αξία για τη διατήρηση κάποιων ισορροπιών στο εσωτερικό τους. Προβάλλουν την αναβάθμιση του δημόσιου συστήματος υγείας ως απάντηση στον ιδιωτικό τομέα, τον οποίο δεν αμφισβητούν. Παραμένουν στη θέση για δωρεάν υγεία, την οποία εννοούν με τη διατήρηση των εισφορών των εργαζομένων στα ασφαλιστικά ταμεία και πληρωμή μέσα από αυτά των παρεχόμενων υπηρεσιών. Προβάλλουν την πληρωμή αυτής της επιχειρηματικής δράσης από τα ασφαλιστικά ταμεία, αναγορεύοντάς την σε δωρεάν παροχή υπηρεσιών. Ουσιαστικά δηλαδή αφήνουν «παράθυρο» στην επιχειρηματική λειτουργία των νοσοκομείων και διαφωνούν στον τρόπο και τις προϋποθέσεις που θα εφαρμοστεί. Αντίστοιχα για το εισιτήριο των 5 ευρώ αντιδρούν για την πληρωμή του μόνο στα επείγοντα περιστατικά στις εφημερίες.

Οι θέσεις τους αντανακλούν τη γενικότερη μεσοβέζικη συμβιβαστική πολιτική τους, ότι μπορεί να συνυπάρχει ο δημόσιος με τον ιδιωτικό τομέα στην υγεία στα πλαίσια του εκμεταλλευτικού συστήματος. Αυτό εκφράζει η θέση τους για ισχυρό δημόσιο τομέα, χωρίς να βάζει θέμα για κατάργηση των επιχειρηματικών ομίλων, των μονοπωλίων στο χώρο της υγείας.

Υπάρχει μια ορισμένη πείρα από τις πρόσφατες κινητοποιήσεις των γιατρών, που η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων ήταν ελευθεροεπαγγελματίες και γιατροί του ΙΚΑ με ιδιωτικό ιατρείο, με αφορμή το νομοσχέδιο για τις «διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας». Από τους ιατρικούς συλλόγους Αθήνας και Πειραιά (ΙΣΑ,ΙΣΠ), τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο (ΠΙΣ), το σύλλογο Αθήνας - Πειραιά και την Ομοσπονδία των νοσοκομειακών γιατρών (ΕΙΝΑΠ, ΟΕΝΓΕ), το σύλλογο και την Ομοσπονδία των γιατρών του ΙΚΑ (ΣΕΥΠ - ΙΚΑ, ΠΟΣΕΥΠ - ΙΚΑ) υπήρξε κοινό αίτημα για την απόσυρση αυτού του νομοσχεδίου και να ξεκινήσει «διάλογος από μηδενική βάση». Το αίτημα της απόσυρσης του νομοσχεδίου δεν είχε καμία σχέση με αμφισβήτηση της βασικής του κατεύθυνσης που είναι η ενίσχυση της εμπορευματοποίησης - επιχειρηματικότητας του συστήματος υγείας. Μετά τις πρώτες μέρες των κινητοποιήσεων, που διατυπώθηκαν πιο συγκεκριμένα τα αιτήματα όλων αυτών των συλλόγων και ομοσπονδιών, αποδείχτηκε ότι το κύριο ζήτημα που έθεταν ήταν η διαπραγμάτευση των όρων και των προϋποθέσεων της ένταξης των γιατρών σε αυτό το εμπορευματοποιημένο σύστημα υγείας.

Ολοι αυτοί οι σύλλογοι διατύπωσαν στο κοινό πλαίσιό τους τη θέση για «αποκλειστικά δημόσια, δωρεάν, νοσοκομειακή περίθαλψη», η οποία στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί ευχή, αφού δε συνοδεύεται από την κατάργηση του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα στην υγεία, καθώς και την κατάργηση στο δημόσιο τομέα κάθε πληρωμής από τους ασθενείς και κάθε εισφοράς στον κλάδο υγείας.

Παραπέμπουν το «δημόσιο σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης» στο απροσδιόριστο μέλλον, ενώ για το παρόν διεκδικούν μερίδιο στην αγορά αυτών των υπηρεσιών, χωρίς καμία αναφορά στην κατάργηση των πληρωμών από τους ασθενείς.

Σε αυτή την κατεύθυνση πρωτοστάτησαν οι δυνάμεις της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίες έχουν είτε την πλειοψηφία είτε ισχυρή εκπροσώπηση σε αυτούς τους συλλόγους. Η παράταξη της ΝΔ στις κινητοποιήσεις άφησε «χώρο» στις δυνάμεις του οπορτουνισμού (ΑΡΣΙ - ΑΕΓ), τις οποίες αξιοποίησε για να δημιουργήσει «αγωνιστική» εικόνα στο πλαίσιο των αιτημάτων της. Στην πραγματικότητα κινείται μακριά από τις ανάγκες της πλειοψηφίας των γιατρών και των λαϊκών στρωμάτων, ενώ νομιμοποιεί τις βασικές κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής.

Οι σύλλογοι των νοσοκομειακών γιατρών (ΟΕΝΓΕ - ΕΙΝΑΠ κλπ.) υποστηρίζουν το δημόσιο σύστημα υγείας, όμως είναι υπέρ και της λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα. Ο ΙΣΑ και ο ΠΙΣ, οι οποίοι έχουν μέλη και τους γιατρούς που δραστηριοποιούνται ως ελευθεροεπαγγελματίες, ως μέτοχοι σε επιχειρηματικές υγειονομικές μονάδες, ενώ καταγγέλλουν τη δράση των επιχειρηματικών ομίλων στο χώρο της υγείας, περιορίζουν την καταγγελία τους στις εταιρίες όπου το πλειοψηφικό πακέτο δεν το έχουν γιατροί. Αντίθετα αν το 100% των μετοχών της εταιρίας ανήκει σε γιατρούς, δεν τη θεωρούν επιχείρηση!

Η παρέμβασή μας λοιπόν στην αντίδραση των παραπάνω φορέων για το πολυνομοσχέδιο που σήμερα είναι νόμος πρέπει να αποκαλύπτει ότι φορείς όπως ο ΙΣΑ δεν μπορούν να εκφράσουν με συνέπεια τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των νέων γιατρών ούτε το λαϊκό δικαίωμα για σύγχρονες δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες υγείας.

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ

Επιβεβαιώνεται και από τις εξελίξεις στον τομέα της υγείας-πρόνοιας η εκτίμησή μας ότι αυτό το σύστημα αντικειμενικά δεν μπορεί να δώσει λύσεις ή να κάνει παραχωρήσεις στα λαϊκά στρώματα, όπως έκανε σε προηγούμενη φάση του, σε άλλες συνθήκες.

Οι ίδιες οι εξελίξεις φέρνουν με πιο καθαρό τρόπο στην επικαιρότητα την αντιπαράθεση των δυο δρόμων ανάπτυξης. Το δρόμο ανάπτυξης που θα έχει ως κριτήριο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών ή το σημερινό που αντιμετωπίζει την υγεία ως εμπόρευμα. Από την έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης θα κριθεί και η κατάκτηση του συστήματος υγείας που θα υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες.

Η ιδεολογική - πολιτική παρέμβαση των κομμουνιστών αυτοτελώς και μέσα στο κίνημα πρέπει να αναδεικνύει την αναγκαιότητα, αλλά και τις κοινωνικές - πολιτικές προϋποθέσεις για να γίνει η υγεία καθολικό λαϊκό δικαίωμα. Αλληλένδετη με τη μαζική αντίδραση ενάντια στην εφαρμογή του νέου νόμου στην υγεία είναι ο προσανατολισμός της πάλης στον παραπάνω πολιτικό στόχο, αλλιώς η λαϊκή αντίδραση, ακόμα και με σκληρές μάχες, κινδυνεύει να μείνει στη μέση, να τη διαδεχτεί η απογοήτευση, να εγκλωβιστούν λαϊκές δυνάμεις σε αντιλήψεις και πρακτικές που εξανεμίζονται στα όρια της διαχείρισης του συστήματος γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στον τομέα της υγείας.

Μέσα από την καθημερινή πάλη για να μην αφαιρεθούν δικαιώματα, για να δυσκολέψουμε την εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων, αλλά και να διεκδικήσουμε την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών, πρέπει να κερδίζει έδαφος στις συνειδήσεις ευρύτερων λαϊκών μαζών η ανάγκη του άλλου δρόμου ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει πάλη για την αλλαγή της τάξης στο επίπεδο της εξουσίας, για κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, για πανεθνικό κεντρικό σχεδιασμό και λαϊκό έλεγχο. Σε αυτές τις συνθήκες δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του λαϊκού συστήματος υγείας που θα μπορεί να καλύψει τις συνεχώς διευρυνόμενες λαϊκές-κοινωνικές ανάγκες.

Η υγεία ως λαϊκό δικαίωμα προϋποθέτει την κοινωνικοποίηση βιομηχανιών στρατηγικής σημασίας, όπως η φαρμακοβιομηχανία, η βιομηχανία και εισαγωγή ιατρικών μηχανημάτων και υγειονομικού υλικού, ο κλάδος της ενέργειας κλπ. Χρειάζεται ένταξη στον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, γιατί τότε το υπερπροϊόν της ανθρώπινης εργασίας μπορεί να κατανεμηθεί και για την ανάπτυξη των υποδομών, της παραγωγής υλικών και μηχανημάτων στο χώρο της υγείας-πρόνοιας. Γιατί μόνο ο κεντρικός σχεδιασμός μπορεί να αντιμετωπίσει το σχεδιασμό εκπαίδευσης εξειδικευμένου προσωπικού όλων των κλάδων και ειδικοτήτων και την κατανομή του σύμφωνα με τις ανάγκες της πανελλαδικής ανάπτυξης του συστήματος υγείας, την ανάπτυξη της έρευνας και της παραγωγής φαρμάκων, υγειονομικού και αναλώσιμου υλικού.

Η άμεση κοινωνική παραγωγή δημιουργεί τις υλικές προϋποθέσεις να εξασφαλιστεί το αποκλειστικά δημόσιο, δωρεάν και σύγχρονο σύστημα υγείας για όλους.

Οι υπηρεσίες υγείας θα είναι δωρεάν σε όλους γιατί η ίδια η κοινωνική εργασία διέθεσε ένα μέρος από το παραγόμενο υπερπροϊόν της για τη δημιουργία τους. Βασικό χαρακτηριστικό των υπηρεσιών υγείας στο σοσιαλισμό είναι η καθολική και ισότιμη παροχή τους σε όλους, σύμφωνα με το επίπεδο ανάπτυξής τους και με κριτήριο τις ανάγκες.

Η κατάργηση της υγείας ως εμπορεύματος και του κέρδους ως συλλογικού ή ατομικού κίνητρου θέτει τις βάσεις για την πορεία εξάλειψης και των φαινομένων διαφθοράς.

Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής αφαιρεί τον τεράστιο πλούτο που παράγει η κοινωνική εργασία από την ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Αυτός ο πλούτος κοινωνικοποιείται και μπαίνει στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών. Καταργείται η εξάρτηση της παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από την ασφάλιση, τις εισφορές, το είδος της εργασίας, το ύψος του μισθού, την ηλικία κλπ. και επιπλέον βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της η αρχή ότι η υγεία αποτελεί κοινωνική ευθύνη και υποχρέωση του λαϊκού κράτους και όχι ατομική ευθύνη όπως είναι σήμερα.

Η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός, συστατικά στοιχεία της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής ανάπτυξης, είναι οι μόνες ικανές προϋποθέσεις για ορθολογική ανάπτυξη του συστήματος υγείας και μάλιστα χωρίς σπατάλες. Γιατί με βάση τις κοινωνικές ανάγκες σχεδιάζεται ποιες, πού και πώς θα αναπτυχθούν οι κρατικές μονάδες υγείας, ο αριθμός, οι κλάδοι και οι ειδικότητες που θα χρειαστούν. Είμαστε οι πρώτοι και οι πιο συνεπείς που ενδιαφερόμαστε για να μη γίνονται σπατάλες, που σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται πλήρης αξιοποίηση της τεχνολογίας και του ανθρώπινου δυναμικού. Ο καπιταλισμός δεν μπόρεσε ποτέ ούτε μπορεί να ικανοποιήσει τις λαϊκές ανάγκες, γιατί έχει το στοιχείο της άναρχης παραγωγής, αφού κριτήριο για το τι και πού θα αναπτύξει έχει το κέρδος. Π.χ. τι είναι ορθολογικό και μη σπάταλο; Η ανάπτυξη Κέντρων Υγείας στις πόλεις και στους δήμους σε όλη τη χώρα, με πλήρεις υπηρεσίες, στελέχωση και εξοπλισμό, κοντά στο τόπο κατοικίας, σπουδών, εργασίας και άθλησης, με ένταξη των σημερινών αυτοαπασχολούμενων υγειονομικών ή η σημερινή εμπορευματοποιημένη πανσπερμία πρωτοβάθμιων «σημείων» υπηρεσιών υγείας όπως τα ονομάζει η κυβέρνηση; Τι είναι ορθολογικό και μη σπάταλο; Η κρατική και συνεταιριστική παραγωγή βαμβακιού και η επεξεργασία του στην τοπική κρατική βιομηχανία, που σημαίνει δουλειά σε αγρότες και εργάτες, ώστε να εφοδιάζεται όλο το σύστημα υγείας ή αυτό που εφαρμόζει ο καπιταλισμός, η ΕΕ, που σημαίνει ξεκλήρισμα των αγροτών, ανεργία των εργατών, υψηλές τιμές και εισαγωγές στο βαμβάκι;

Η προβολή, η εκλαΐκευση του σοσιαλισμού, πριν απ’ όλα στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα, τα επιχειρήματα τι έχει να κερδίσει από αυτόν, αποτελεί πηγή έμπνευσης και ισχυροποίησης του αγώνα της, ανοίγει την προοπτική. Να αναδείξουμε τη ρεαλιστικότητα της πρότασής μας με κριτήριο την αναγκαιότητα, τις ώριμες υλικές προϋποθέσεις που έχουν δημιουργηθεί.

Οι εργαζόμενοι γνωρίζουν ότι παράγουν πλούτο, προϊόντα και υπηρεσίες που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν.

Οι νέες και οι νέοι βλέπουν ότι ενώ έχουν εξειδικευτεί, δεν αξιοποιείται η γνώση τους, αν και υπάρχουν κοινωνικές ανάγκες.

Οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία φαρμάκων γνωρίζουν ότι η παραγωγή τους φτάνει στους ασθενείς, περνώντας από τα σαράντα κύματα της κερδοφορίας βιομηχάνων, εμπόρων κλπ.

Τα λαϊκά στρώματα ακούνε ότι υπάρχει πληθωρισμός γιατρών, αλλά τα ραντεβού για εξέταση κλείνονται από μήνα και πάνω.

Να δείξουμε ότι η λύση περνάει μέσα από την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, των μονοπωλίων, του κέρδους και της ανταγωνιστικότητας. Να δείξουμε ότι σύστημα υγείας καθολικό, σύγχρονο και δωρεάν απαιτεί πάλη για τη Λαϊκή Εξουσία και Οικονομία.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Γιώργος Νάνος είναι μέλος της ΚΕΟΕ του ΚΚΕ, επικεφαλής του Τμήματος Υγείας - Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ.