(α) Η αξιολόγηση (evaluation) ως παιδαγωγική πράξη είναι μια διαδικασία μέσα στην αλυσίδα της διαπαιδαγωγητικής εργασίας του σχολείου. Είναι το μέρος κι όχι το όλο. Η ίδια δεν αποτελεί διαπαιδαγωγητική πράξη. Είναι το εργαλείο με το οποίο μετράμε το αποτέλεσμα και το χρησιμοποιούμε για την πιο πέρα προώθηση της σχολικής μας εργασίας, με την ανατροφοδότηση του περιεχομένου της. Αυτό σημαίνει ότι μετράμε το αποτέλεσμα της διδασκαλίας μας και της επιδιωκόμενης επίδρασής μας. Αυτονόητο ότι η αξιολόγηση ασκείται απάνω σε αντικείμενα για τα οποία, εκτός του ότι αναζητούμε μετρήσιμα αποτελέσματα, έχει προηγηθεί αντίστοιχη διδασκαλία. Η αξία της είναι σχετική, γιατί δεν καλύπτει το σύνολο της προσωπικότητας και στη σημερινή τουλάχιστο φάση είναι δύσκολος ο συνδυασμός των άλλων παραμέτρων που μπορούν να συμβάλουν στο σχηματισμό της εικόνας μιας προσωπικότητας. Απ' αυτή την πλευρά, η σημασία της αξιολόγησης ως εργαλείου της παιδαγωγικής πρακτικής είναι περιορισμένη και μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν στοιχείο στη διαδικασία μεταβολής της παιδαγωγικής από εμπειρική σε θεωρητική επιστήμη. Στη χώρα μας υπερεκτιμήθηκε η σημασία της, διατυμπανίστηκε η μεγάλη της αξία και τελικά η πολιτική σκοπιμότητα έδωσε το προβάδισμα σε μια άλλη αξιολόγηση.
(β) Η αξιολόγηση (evaluation) ως όργανο της εκπαιδευτικής πολιτικής του αστικού κράτους. Η αξιολόγηση μεταφέρεται από την αποτίμηση της ατομικής απόδοσης και της διδακτικής πρακτικής στο σύνολο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και με «δείκτες» (κριτήρια δηλαδή) διαμορφώνει μια συνολική πρόταση ελέγχου της σχολικής εργασίας, αναξιόπιστη βέβαια, γιατί η αξιολόγηση εφαρμόζεται επιλεκτικά και καθαρά μηχανικά με τελικό σκοπό το κόστος της εκπαίδευσης και την εκτίμηση του κέρδους που θα αποκομίσει το σύστημα. Είναι μια μεταλλαγή της ίδιας της αξιολόγησης, καθώς μεταφέρεται από το επιστημονικό επίπεδο στο θέμα της πολιτικής πρακτικής, σε βαθμό που λειτουργεί κάτω από τη βαριά σκιά των πολιτικών και κοινωνικών σκοπιμοτήτων και με δεδομένη την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας γίνεται παράγοντας κοινωνικού ελέγχου και αναπαραγωγής του συστήματος. Αυτή τη σκοπιμότητα υπηρετούν τα κριτήρια (δείκτες απόδοσης και αποτελεσματικότητας) και μ' αυτήν τη σκοπιμότητα έχουν κατασκευαστεί.
Συνεπώς η αποδοχή της αξιολόγησης ως εργαλείου εκπαιδευτικής πολιτικής μπλέκεται στην κοινωνική αντιπαράθεση και γι' αυτό, από τα ίδια τα πράγματα, αναδεικνύεται σαν ένα αντικείμενο διαπάλης ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις και τους υποστηριχτές της Ευρωπαϊκής πολιτικής.
(γ) η αξιολόγηση έχει δύο διαστάσεις: την κάθετη και την οριζόντια. Η κάθετη είναι η αξιολόγηση των διαφόρων μορφών εκπαιδευτικής δραστηριότητας στα διάφορα επικαθήμενα επίπεδα της εκπαιδευτικής ζωής. Η αξιολόγηση του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος, της εκπαιδευτικής μονάδας, του εκπαιδευτικού και του μαθητή. Κι αυτό αξιολογείται στα επίπεδα εκπαίδευσης: ΑΕΙ/ΤΕΙ (αυτό που τείνουν από σκοπιμότητες να ονομάσουν Τριτοβάθμια εκπαίδευση), Δευτεροβάθμια, Πρωτοβάθμια και Προσχολική. Η οριζόντια πάλι αξιολόγηση είναι η μορφή αποτίμησης κατά επίπεδο των μονάδων και προπαντός η συνεκτίμηση των μορφών της εκπαιδευτικής δραστηριότητας (τεχνική-επαγγελματική, επαγγελματική κατάρτιση, γενική εκπαίδευση κτλ.), γιατί η τμηματική εκτίμηση και αποτίμηση αποτελεί μια μηχανική πράξη με έντονο το νεοθετικιστικό χαρακτήρα.
(δ) Οι θέσεις μας για την αξιολόγηση καθορίζονται από πολλές παραμέτρους:
1) Είναι η αποσαφήνιση του σκοπού της αξιολόγησης
2) Τα μέσα που χρησιμοποιούνται
3) Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται
4) Ο συσχετισμός με τις υπόλοιπες παραμέτρους.
Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις ας προσπαθήσουμε να οριοθετήσουμε τις θέσεις μας γύρω από το πρόβλημα: