Εφαρμόζοντας αυτές τις κατευθύνσεις, η πολιτική της κυβέρνησης στα θέματα της αλιείας και των υδατοκαλλιεργειών δεν μπορούσε παρά να παρουσιάζει αναλογίες με την πολιτική της στους άλλους τομείς της πρωτογενούς παραγωγής, εκφράζοντας και υλοποιώντας την Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ και τις επιμέρους κατευθύνσεις της. Η πολιτική αυτή κατά το 1990-1999 υλοποιήθηκε μέσα από τα Επιχειρησιακά Προγράμματα Αλιείας και το πρόγραμμα PESCA και ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη το αντίστοιχο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας 2000-2006.
Από τα πέντε πρώτα χρόνια εφαρμογής των δύο ΕΠΑΛ μέσα από τα στοιχεία της παραγωγής δίνεται καθαρή εικόνα για τις κατευθύνσεις που επιδιώκονται και για τις επιπτώσεις και το μέλλον των 35.000 περίπου εργαζομένων στον κλάδο. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία σημειώνεται μείωση στην παραγωγή των αλιευτικών σκαφών που, μεταξύ ‘93-’99, έπεσε από 207 χιλιάδες τόνους σε 159 χιλιάδες τόνους ή ποσοστό περίπου 24%. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μείωσης αναλογεί στην παράκτια και μικρή παράκτια αλιεία, ενώ πιο σταθερή εμφανίζεται η εικόνα στη μέση αλιεία.
Καθαρά αντίστροφη παρουσιάζεται η κατάσταση στον τομέα των υδατοκαλλιεργειών. Εδώ, στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα, διαπιστώνεται γιγάντωση του τομέα και ιδιαίτερα των ιχθυοκαλλιεργειών, ο οποίος από 11,5 χιλιάδες τόννους το ‘93 εκτινάσσεται στους 40.000 τόνους το ‘99, σημειώνοντας μια αύξηση 350%. Σημαντική επίσης είναι η αύξηση του τομέα των οστρακοκαλλιεργειών όπου από 16,7 χιλιάδες τόννους το ‘93, εμφανίζεται το ‘99 με 28.000 τόννους. Αντίθετα η παραγωγή πέστροφας και γενικότερα των ειδών γλυκού νερού καθώς και η παραγωγή των λιμνοθαλασσών παρουσιάζεται σταθερή ή με μικρή αύξηση που επιδρά ελάχιστα στο σύνολο των υδατοκαλλιεργειών.
Από τα στοιχεία της κατανάλωσης προκύπτει ότι η συνολική πρωτογενής παραγωγή παρέμενε σαν σύνολο σχετικά σταθερή μεταξύ ‘93-‘99 στο επίπεδο των 240 χιλιάδων τόννων. Ταυτόχρονα από το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών προκύπτει ότι η Ελλάδα είναι χώρα ελλειμματική, με τις εισαγωγές το ίδιο διάστημα να έχουν σημειώσει αύξηση από 58 χιλιάδες τόννους σε 93 χιλιάδες τόννους, δηλαδή σε ποσοστό 60%.
Σαν ένα πρώτο συμπέρασμα προκύπτει καθαρά ότι η κυβερνητική πολιτική στον τομέα όλα αυτά τα χρόνια οδήγησε σε μείωση της παραγωγής των αλιευτικών σκαφών και σε αύξηση των προϊόντων ιχθυοκαλλιέργειας. Ακόμα, προκαλεί εντύπωση ότι παρά τα πολυδιαφημισμένα σχέδια για εξασφάλιση της αυτάρκειας σε ψάρια μέσα από την ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών, βλέπουμε ότι η αυτάρκεια της χώρας διαρκώς μειώνεται και οι εισαγωγές έχουν αυξηθεί για να καλύψουν τις ανάγκες. Παράλληλα είναι άγνωστο αν υπήρξαν μελέτες που να αποδείχνουν ότι πράγματι υπήρξαν οι επίσης πολυδιαφημισμένες ευεργετικές επιπτώσεις στα ιχθυοαποθέματα σαν αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ή αν τελικά δεν υπήρξαν τέτιες επιπτώσεις και τα μέτρα διαφημίστηκαν έτσι, για να περάσουν ευκολότερα.
Τα ειδικότερα μέτρα που η κυβέρνηση πήρε υλοποιώντας τις κατευθύνσεις της ΕΕ ήταν τα παρακάτω:
ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΑΛΙΕΙΑ
Η βασική κοινοτική και κυβερνητική επιδίωξη ήταν ο περιορισμός της αλιευτικής προσπάθειας, με πρόσχημα τη διατήρηση των αλιευτικών ιχθυοαποθεμάτων και στόχο τη μείωση της παραγωγής των αλιευτικών σκαφών, στόχος ο οποίος, όπως φάνηκε από τα στοιχεία του όγκου της παραγωγής αυτής, έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό, αν όχι πλήρως. Τα μέτρα για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν τέσσερα συνολικά Πολυετή Προγράμματα Προσανατολισμού με τα οποία επιτεύχθηκε η μείωση του αριθμού των σκαφών, ιδιαίτερα της παράκτιας αλιείας (διαλύσεις, αποσύρσεις, αλλαγή χρήσης κλπ.). Σημειώνεται ότι το 90% περίπου του αριθμού των σκαφών έχει ολικό μήκος μικρότερο των 12 μ., δηλαδή πρόκειται για σκάφη που ανήκουν στη μικρή παράκτια αλιεία και από οικονομική άποψη συνιστούν μικρές οικογενειακού χαρακτήρα εκμεταλλεύσεις. Αυτές ακριβώς οι εκμεταλλεύσεις είναι εκείνες που δέχτηκαν το ισχυρότερο χτύπημα της κυβερνητικής πολιτικής μείωσης των αλιευτικών σκαφών. Ετσι, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο συνολικός αριθμός των σκαφών μεταξύ 1992-1999 μειώθηκε από 21.751 σε 20.394, δηλαδή κατά 1.357 σκάφη ή ποσοστό 6,2%, της χωρητικότητάς τους από 162,4 χιλ. GRT σε 108 χιλ. GRT ή ποσοστό 33% και της ισχύος τους από 711 χιλ. KW σε 645 χιλ.KW ή ποσοστό 9,3%. Ομως η συνεισφορά της μειωμένης αλιευτικής προσπάθειας κατά κατηγορία σκαφών στο σύνολο του στόλου δείχνει ότι τα παράκτια σκάφη συμμετείχαν κατά 43% στη χωρητικότητα και κατά 61% στην ισχύ, συνεισφέροντας δηλαδή σε ποσοστό κοντά στο 50%.
Τα μέτρα αυτά κόστισαν το 22% του ΕΠΑΛ ‘94-‘99, που προέβλεπε δημόσια δαπάνη 239.038 χιλιάδων ευρώ και μαζί με την ιδιωτική συμμετοχή 363.448 χιλιάδες ευρώ.
Αλλα μέτρα και παρεμβάσεις ήταν το πρόγραμμα PESCA, ο επαγγελματικός επαναπροσανατολισμός των αλιέων που διακόπτουν την αλιευτική τους δραστηριότητα και η ανανέωση και ο εκσυγχρονισμός του αλιευτικού στόλου. Για τον αλιευτικό στόλο σημειώνεται ότι παρά το ότι απορρόφησε το 12% των πιστώσεων του ΕΠΑΛ ‘94-‘99, παραμένει γενικά παλαιός, αφού ποσοστό 70% περίπου του συνολικού αριθμού των σκαφών έχει ηλικία μεγαλύτερη των 15 χρονών και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής των εργαζομένων σε αυτά είναι ανεπαρκείς.
Οπως ήταν φυσικό τα μέτρα αυτά είχαν τεράστιες επιπτώσεις και συνέπειες, ιδίως στις μικρές οικογενειακού χαρακτήρα εκμεταλλεύσεις που αισθάνονται διαρκώς και μεγαλύτερη πίεση πάνω τους και παρατηρείται αυξημένη τάση εγκατάλειψης της δουλιάς και εξόδου από το επάγγελμα των ψαράδων. Ετσι εξηγείται η μαζική υποβολή αιτήσεων απόσυρσης αλιευτικών σκαφών, αντίδραση βέβαια που διευκολύνει τους απώτερους στόχους για συρρίκνωση του αλιευτικού στόλου. Ομως στον υπολογισμό των συνεπειών για τους ψαράδες, πέρα από τους παραπάνω περιορισμούς πρέπει να προστεθούν η άδικη φορολόγηση των σκαφών, οι υψηλές τιμές προμήθειας καυσίμων, καθώς και η καταχρέωση των ψαράδων, σαν αποτέλεσμα των μέτρων εκσυγχρονισμού του στόλου που συνόδευσαν τα μέτρα απόσυρσης και διάλυσης. Παράλληλα, ο εκσυγχρονισμός των αλιευτικών μέσων που έχει επιτευχθεί, έστω και με μειωμένο τον αριθμό των σκαφών, τείνει να οδηγήσει σε υπεραλίευση ορισμένων περιοχών και σε κινδύνους για τα ιχθυοαποθέματα, διαπίστωση που βρίσκεται στον αντίποδα του δήθεν επιδιωκόμενου στόχου για προστασία τους.
ΥΔΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ
Ο κλάδος της υδατοκαλλιέργειας στην ΕΕ παρουσίασε μία σταθερή και, για ορισμένα είδη, μία εντυπωσιακή αύξηση παραγωγής κατά τα τελευταία χρόνια. Για όλα τα είδη συνολικά, η ετήσια παραγωγή της υπερβαίνει τους 1,2 εκατ. τόνους. Η οικονομική αξία ανέρχεται σε περισσότερα από 2,2 δισ. ευρώ. Εξασφαλίζει περίπου 60.000 θέσεις πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων που βρίσκονται πριν και μετά από τη δραστηριότητα αυτής καθεαυτής της αλίευσης και παρουσιάζει αύξηση κατά 3% το έτος κατά τη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Κοινότητα αντιπροσωπεύει μόνο το 3% της παγκόσμιας παραγωγής υδατοκαλλιέργειας, αλλά για τα περισσότερα από τα είδη που εκτρέφονται στην επικράτειά της, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι πρώτη στον κόσμο.
Οσο αφορά τις επιχειρήσεις υδατοκαλλιέργειας, η ΕΕ κάνει λόγο για πολλές μικρομεσαίες, με τα δικά της μέτρα και σταθμά, εταιρείες καθώς επίσης και για μεγαλύτερες εταιρείες, οι οποίες μπόρεσαν να επιτύχουν ένα επίπεδο διαφοροποίησης ή μια καθετοποίηση, που τους επιτρέπει να μετριάσουν τις επιπτώσεις των διακυμάνσεων των τιμών και των καταναλωτικών συνηθειών. Πολλές επιχειρήσεις υφίστανται ανταγωνισμό (ο οποίος προέρχεται συχνά από μη κοινοτικές χώρες) και από την πίεση των επιχειρήσεων διανομής, γεγονός που τείνει να μειώσει τα περιθώρια κέρδους τους. Η ΕΕ παραδέχεται ότι οι εταιρείες αυτές χωρίς τα αναγκαία κεφάλαια, είναι μάλλον δύσκολο να χρηματοδοτήσουν τις απαιτούμενες επενδύσεις για την ανανέωση των μέσων παραγωγής τους και, με τον τρόπο αυτό, να διατηρήσουν την κερδοφορία τους. Ενώ καθορίζει σαν προβλήματά τους τις πιέσεις σε σχέση με την ασφάλεια των τροφίμων, τους αυξανόμενους περιορισμούς λόγω περιβαλλοντικών ανησυχιών, τη ρύπανση των υδάτων και τις ραγδαία μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς. Γι’ αυτό, όπως λέει, ο κλάδος της υδατοκαλλιέργειας χρειάστηκε να κάνει σημαντικές επενδύσεις οι οποίες συνεχίζονται ακόμη και σήμερα. Ετσι από τις αρχές του 1994, οι κοινοτικές παρεμβάσεις στον κλάδο της υδατοκαλλιέργειας πραγματοποιήθηκαν από το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ), το οποίο ενσωματώθηκε στο μηχανισμό των διαρθρωτικών ταμείων και μέχρι το 1999 αφιέρωσε 280 εκατ. ευρώ -το 11% του προϋπολογισμού του- στην υδατοκαλλιέργεια.
Στην Ελλάδα η κυβερνητική πολιτική στις υδατοκαλλιέργειες εκφράστηκε με ανάλογο τρόπο, όπως ακριβώς υπαγόρευε η κοινοτική πολιτική, εντελώς διαφορετικό βέβαια από αυτόν της θαλάσσιας αλιείας. Διαθέτοντας απλόχερα στον τομέα ένα ποσοστό της τάξης 36% των πιστώσεων του ΕΠΑΛ ‘94-‘99 έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξή του, που είχε σαν αποτέλεσμα την τεράστια αύξηση της δυναμικότητας, ιδιαίτερα των θαλάσσιων ιχθυοκαλλιεργητικών εκμεταλλεύσεων, ο αριθμός των οποίων σήμερα ανέρχεται σε 247 εκμεταλλεύσεις και η παραγωγή τους πλησιάζει με τα επίσημα στοιχεία τους 40.000 τόνους και ανεπίσημα 50 ή ίσως και 60.000 τόνους, έχοντας έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό.
Αξιοσημείωτη αύξηση παρουσίασαν και ορισμένοι άλλοι κλάδοι των υδατοκαλλιεργειών (οστρακοειδή περίπου 400 εκμεταλλεύσεις και παραγωγή 28.000 τόννους), ενώ μικρότερη αύξηση σημειώθηκε στις πεστροφοκαλλιέργειες.
Η αλματώδης ανάπτυξη των θαλάσσιων ιχθυοκαλλιεργειών έχει ταυτόχρονα και τις δικές της παράπλευρες συνέπειες, όπως τις οικολογικές επιπτώσεις, τη δέσμευση και κατάληψη εκατοντάδων όρμων και θαλάσσιων περιοχών στις παράκτιες ζώνες, την απαγόρευση άσκησης αλιείας σε αυτές και την άμεση ή έμμεση εκδίωξη των ψαράδων. Οχι αμελητέες είναι και οι κινήσεις στο εσωτερικό του τομέα, με γιγάντωση ενός περιορισμένου αριθμού επιχειρήσεων και ταυτόχρονη μετατροπή των υπολοίπων σε επιχειρήσεις-δορυφόρους οι οποίες στενάζουν κάτω από τον αδυσώπητο ανταγωνισμό των μεγάλων μονάδων που τις οδηγούν στη χρεοκοπία και στο κλείσιμο ή στο ξεπούλημά τους, δηλαδή είναι έντονη και εκεί η ταξική διαφοροποίηση. Για να δοθεί μια εικόνα αρκεί να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια ξεκίνησαν και συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση οι συγχωνεύσεις και εξαγορές, με αποτέλεσμα οι δύο κυρίαρχοι επιχειρηματικοί όμιλοι του κλάδου ΝΗΡΕΑΣ και ΣΕΛΟΝΤΑ το 1998 να έχουν το 45% της συνολικής εγχώριας παραγωγής γόνου και το 20% της συνολικής ποσότητας ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας. Την τελευταία δε περίοδο οι δραστηριότητες αυτών των ομίλων δεν περιορίζονται σε τομείς με άμεση ή έμμεση σχέση με τις ιχθυοκαλλιέργειες στο εσωτερικό της χώρας ή στο εξωτερικό (Βαλκανικές χώρες), αλλά επεκτείνονται και σε δραστηριότητες με εξαγορά βιομηχανιών που αφορούν γενικότερα στον κλάδο των τροφίμων (ΣΑΡΑΝΤΗΣ-γλυκά κουταλιού κλπ.).
Αλλα στοιχεία που αφορούν τον τομέα αναφέρουν την απασχόληση 3.000 περίπου ατόμων σε μόνιμη και εποχιακή απασχόληση στις θαλάσσιες ιχθυοκαλλιέργειες και έμμεσα 7.500 ακόμη άτομα (βιοτεχνίες, βιομηχανίες, υποστήριξη κλπ.).
Οπως αναφέρθηκε αρχικά, παρά τη ραγδαία ανάπτυξη της θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας η αυτάρκεια της χώρας δεν επιτεύχθηκε, αλλά αντίθετα είχαμε και αύξηση των εισαγωγών σε ψάρια για να καλυφθούν οι εγχώριες ανάγκες κατανάλωσης. Ετσι, από 58.000 τόννους περίπου εισαγωγές ψαριών το ’93, αξίας 35 δισ. δραχμές, το ‘99 φτάσαμε στους 96.000 τόννους αξίας, 78 δισ. δραχμές. Το ίδιο διάστημα οι εξαγωγές ανέρχονταν σε 26.500 τόννους το ’93, αξίας 30 περίπου δισ. δραχμές και το ‘99 ήταν 60.000 τόννοι, αξίας 66 δισ. δραχμές. Ετσι βλέπουμε ένα εμπορικό ισοζύγιο που ήταν ελλειμματικό το ‘93 κατά 5 περίπου δισ. δραχμές να φτάνει το ‘99 στα 12 δισεκατομμύρια.
Το αποτέλεσμα αυτής της παραπέρα επιδείνωσης του εμπορικού ισοζυγίου δείχνει ότι ήταν απλή προπαγάνδα ότι λεγόταν στη δεκαετία του ‘80 ότι τάχα με τις ιχθυοκαλλιέργειες το αλιευτικό εμπορικό ισοζύγιο θα βελτιωνόταν, αφού οι ανάγκες θα καλύπτονταν όχι από εισαγωγές αλλά από τα ψάρια που αυτές θα παρήγαγαν.
Παράλληλα με αυτή τη διαπίστωση, αν συγκρίνουμε το μέσο όρο των μηνιαίων αγορών για ψάρια στην οικογενειακή διατροφή των Ελλήνων καταναλωτών στο διάστημα μεταξύ ‘87-‘88 και ‘93-‘94 θα δούμε ότι αυτός παραμένει περίπου ο ίδιος. Συνεπώς, αφού οι καταναλωτές αγοράζουν τις ίδιες πάνω κάτω ποσότητες ψαριών τότε και τώρα, αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των εισαγωγών αλιευμάτων δεν οφείλεται στην αύξηση της κατανάλωσης αλιευμάτων γενικά, αλλά στο ότι μειώθηκε η παραγωγή της θαλάσσιας αλιείας. Δηλαδή η κυβερνητική πολιτική που υλοποιεί τις κατευθύνσεις της ΕΕ ουσιαστικά προκαλεί την εγκατάλειψη της εγχώριας αλιευτικής δραστηριότητας και την αντικατάσταση των ντόπιων αλιευμάτων με εισαγόμενα και βέβαια με ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας.
ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ- ΕΜΠΟΡΙΑ
Η διαρθρωτική χρηματοδοτική ενίσχυση που χορηγήθηκε σε κοινοτικό επίπεδο στην μεταποίηση και στην εμπορία προϊόντων αλιείας κατά την περίοδο 1994-99 ανήλθε σε 529,39 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιπροσωπεύει το 21,9% του προϋπολογισμού του ΧΜΠΑ. Ο προϋπολογισμός αυτός διατέθηκε για την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής και εμπορίας ή για τον εκσυγχρονισμό των υφισταμένων μονάδων. Κύρια κατεύθυνση είχε τον εκσυγχρονισμό του παλαιού εξοπλισμού και τη συμμόρφωση του κλάδου με την κοινοτική υγειονομική νομοθεσία. Προβλέπεται μελέτη αξιολόγησης για την καλύτερη εκτίμηση της πραγματικής επίπτωσης των μέτρων του ΧΜΠΑ για τη στήριξη του κλάδου της μεταποίησης.
Η διάρθρωση του κλάδου εξελίσσεται προκειμένου να αντιμετωπίσει προβλήματα που έχουν σχέση με τον εφοδιασμό πρώτων υλών και την παγκόσμια αγορά. Ομως, όπως παραδέχεται και η ίδια η ΕΕ, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξαφανίστηκαν ή απορροφήθηκαν από μεγάλες εταιρείες. Παρά τη συγκεντρωτική αυτή διαδικασία, η οποία οδηγεί τον κλάδο προς άλλες περιοχές, ακόμη και σε τρίτες χώρες, η βιομηχανία μεταποίησης αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας σε ορισμένες περιοχές της ΕΕ.
Και για την Ελλάδα ο τομέας μεταποίησης-εμπορίας είναι ο δεύτερος ευνοημένος τομέας από πλευράς χρηματοδότησης του ΕΠΑΛ ‘94-‘99, στον οποίο η κυβέρνηση διέθεσε το 36% των προβλεπομένων πιστώσεων. Ετσι, ενώ το σύνολο παραγωγής των μεταποιητικών μονάδων το ‘93 ήταν 25 χιλιάδες τόννους περίπου, μετά την υλοποίηση των μονάδων που έχουν εγκριθεί αναμένεται να φτάσει τους 45 χιλιάδες τόννους, δηλαδή σχεδόν να διπλασιαστεί μέσα σε αυτά τα χρόνια.
Από τη χρηματοδότηση αυτού του τομέα και του τομέα των θαλάσσιων ιχθυοκαλλιεργειών που έχει απορροφήσει επίσης πολύ μεγάλο μέρος του Β΄ ΚΠΣ προκύπτει ότι ο βασικός ωφελημένος της κυβερνητικής πολιτικής όλα αυτά τα χρόνια είναι το μεγάλο κεφάλαιο, οι ίδιες πάνω-κάτω ολιγάριθμες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις θαλάσσιες ιχθυοκαλλιέργειες και οι προεκτάσεις τους που είναι οι μεταποιητικές επιχειρήσεις του τομέα.