Στο Πρόγραμμά του το ΚΚΡΟ σημειώνει: «Σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού σταθερά αυξάνει η αντίσταση στο κυρίαρχο καθεστώς. Οργανώνονται και συσπειρώνονται οι λαϊκο-πατριωτικές δυνάμεις, οι δυνάμεις της κοινωνικής και εθνικής απελευθέρωσης. Το ΚΚΡΟ, πιστό στα συμφέροντα των ανθρώπων της δουλιάς, θέτει ως στόχο του την ενοποίηση του κοινωνικοταξικού και του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος σε ένα ενιαίο μαζικό κίνημα αντίστασης, δίνοντας σε αυτό συνειδητό και στοχο-προσηλωμένο χαρακτήρα. Το κόμμα αγωνίζεται για την ενότητα, την ακεραιότητα, την ανεξαρτησία της χώρας, την ευημερία και την ασφάλεια των πολιτών της, τη φυσική και ηθική υγεία του λαού, για το σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης της Ρωσίας…» και παρακάτω: «Το ΚΚΡΟ θέτει ως στόχο του την ενεργοποίηση του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα του λαού της Ρωσίας. Σε αυτόν τον αγώνα υπάρχουν πραγματικοί και δυνάμει σύμμαχοι. Είναι τα πολιτικά κόμματα του σοσιαλιστικού, του κεντρώου και του συνεπούς δημοκρατικού χώρου, τα προοδευτικά πατριωτικά κινήματα. Είναι τα συνδικάτα, οι εργατικές, αγροτικές, γυναικείες, αντιστασιακές, νεολαιίστικες, επιχειρηματικές, διαφωτιστικές, πνευματικές οργανώσεις, οι θρησκευτικές ενώσεις όλων των παραδοσιακών θρησκευτικών δογμάτων. Εμείς σεβόμαστε τις απόψεις τους και δεν τους επιβάλλουμε τις δικές μας. Αλλά στο διάλογο και στη κοινή δράση με αυτούς, θεωρούμε απαραίτητο να μην κρύβουμε την πεποίθησή μας, ότι η υπεράσπιση των εθνικο-κρατικών συμφερόντων της Ρωσίας, οργανικά διαχέεται σήμερα με τον αγώνα ενάντια στην αποικιοκρατική δουλεία, και την αντεπανάσταση, για το σοσιαλισμό και τις σοβιετικές μορφές λαϊκής εξουσίας. Είμαστε πεπεισμένοι ότι η ζωή θα επιβεβαιώσει το δίκιο μας»[20].
Στην κατεύθυνση αυτή το ΚΚΡΟ έκανε πολλές προσπάθειες να συγκροτήσει τη «Λαϊκο-πατριωτική Ενωση της Ρωσίας» (ΛΠΕΡ). Με την εμφάνιση όμως του Πούτιν στο προεδρικό αξίωμα οι γνωστότερες σύμμαχες δυνάμεις [η πλειοψηφία του Προεδρείου της ΛΠΕΡ: Α. Ρουτσκόι (Κοινωνικό-πολιτικό κίνημα «ΝΤΕΡΖΑΒΑ»), Μ. Λαψίν (Αγροτικό Κόμμα Ρωσίας), Α. Ποντμπεριόζκιν («Πνευματική κληρονομιά»)] αποχώρησαν είτε προς το κέντρο είτε ανοιχτά προς τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. Παρόλα αυτά, το ΚΚΡΟ συνεχίζει τις προσπάθειες να ανασυγκροτήσει τη ΛΠΕΡ, την ύπαρξη της οποίας συνδέει και με τους στρατηγικούς του στόχους, ιδιαίτερα στο πρώτο από τα τρία στάδια περάσματος στο σοσιαλισμό, όπως αυτά περιγράφονται στο πρόγραμμά του.
Διαφορετική τακτική ακολουθεί το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ που προς το παρόν τουλάχιστον δεν έχει συγκροτήσει κάποιες πολιτικές «δομές» συνεργασίας, αλλά συνεργάζεται στις εκλογές για την Κρατική Δούμα με άλλα μικρότερα ΚΚ, το συνδικάτο «Ζασίτα», ανένταχτους συνδικαλιστές, με στόχο την εμφάνιση στην Κρατική Δούμα «Εργατικής κοινοβουλευτικής Ομάδας» [στις τελευταίες εκλογές δεν πέτυχε το στόχο του συγκεντρώνοντας στις εκλογές της 19.12.1999 για την Κρατική Δούμα 2,22% (1.481.890 ψήφους), ενώ το ΚΚΡΟ πήρε 24,29% (16.196.024 ψήφους)]. Επίσης σε περιφερειακό επίπεδο το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ συνεργάζεται με τη Ρωσική Παλλαϊκή Ενωση (Σ. Μπαμπούριν), όπως και με ορισμένες οργανώσεις του Αγροτικού Κόμματος Ρωσίας (Π.χ. στις εκλογές της περιοχής του Σβερντλόφσκ, στις 14.4.2002 το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ κατέβηκε στις τοπικές εκλογές με το ΑΚΡ, με την ονομασία «Κομμουνιστές και Αγροτιστές των Ουραλίων» αποσπώντας 4,18% (ή 47 χιλιάδες ψήφους), ενώ στις ίδιες εκλογές το ΚΚΡΟ συγκέντρωσε ποσοστό 7,32% (83 χιλιάδες ψήφους)[21].
Στο πρόσφατο 2ο συνέδριο του ΚΕΚΡ-ΚΚΡ (10.8.2002) έγινε η εξής εκτίμηση και πρόταση: «Η αστική τάξη απέσπασε εύκολα από τα χέρια της ΛΠΕΡ τα κρατικο-πατριωτικά συνθήματα και με την ίδια ευκολία τα αμαύρωσε. Η λογική οδηγεί τους ιδεολόγους της αστικής τάξης στην εκπλήρωση αντίστοιχης κλοπής τμήματος των σοσιαλιστικών συνθημάτων. Δεν παρατηρείται τυχαία μια αναβίωση των σοσιαλδημοκρατικών και εθνικιστικών κατευθύνσεων, μια ενεργοποίηση της κοινωνικής δημαγωγίας της επίσημης προπαγάνδας.
Σε αυτές τις προσπάθειες, σε αυτή την τεχνητή ταραχή, σε αυτό το χυδαίο χαμαιλεοντισμό πρέπει να αντιπαραθέσουμε την ταξική προσέγγιση, την ενότητα δράσης των κομμουνιστών και πατριωτών, την οργάνωση των δυνάμεων που θα επιτρέψει να υλοποιήσουμε το δυναμικό της πλειοψηφίας της ρωσικής κοινωνίας, που είναι ο δρόμος του μοναδικού σοβιετικού πολιτισμού.
Απευθυνόμαστε σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, που τάσσονται υπέρ του σοσιαλισμού (μεταξύ των άλλων και όσων εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο, στο ΚΚΡΟ, στη ΛΠΕΡ, στους αγροτιστές) με το κάλεσμα να ενώσουμε τις προσπάθειές μας σε ένα μπλοκ δυνάμεων της λαϊκής αντίστασης στις προσεχείς εκλογικές εκστρατείες»[22].
Θα ανταποκριθεί σε αυτό το κάλεσμα το ΚΚΡΟ; Το πιθανότερο είναι όχι και να γιατί: Στην Εισήγηση της Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΡΟ (22.6.2002), που ασχολήθηκε με τα ζητήματα των προσεχών βουλευτικών και προεδρικών εκλογών στη Ρωσία, σημειώνονται τα εξής: «Προσπαθώντας να διευρύνουμε την επιρροή μας στις μάζες θα πρέπει να καταλαβαίνουμε πολύ καλά το πώς συμπεριφέρεται σήμερα ο Ρώσος ψηφοφόρος. Σήμερα είναι αρκετά δομημένοι και σταθεροί τα τελευταία χρόνια οι μεγάλοι εκλογικοί χώροι. Ο μεγαλύτερος χώρος είναι ο αριστερός, που καταλαμβάνει το 1/3 όσων συμμετέχουν στις εκλογές. Αυτός ο χώρος αποτελείται από τρεις ομάδες: την καθαρά κομμουνιστική (που στις εκλογές παίρνει περίπου το 25% των ψήφων) και δύο μικρότερες: τη ριζοσπαστική-κομμουνιστική και την μετριοπαθή-σοσιαλιστική (που στις εκλογές παίρνει από 3-4% των ψήφων η καθεμιά). Οι κοινωνικοπολιτικές ιδιαιτερότητες και διαφορές αυτών των ομάδων μας είναι καλά γνωστές από τις εμπειρίες των προηγούμενων εκλογών. Οι ριζοσπάστες-κομμουνιστές ψηφίζουν στις εκλογές κόμματα τύπου ΚΕΚΡ, ενώ οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές υπέρ του κόμματος των συνταξιούχων κ.ά.» και παρακάτω: «Είναι φανερό ότι για να νικήσουμε στις εκλογές πρέπει να κάνουμε ένα απότομο άλμα στην προσέλκυση προς τη μεριά μας εκπροσώπων άλλων εκλογικών χώρων και ομάδων»[23].
Ετσι το πιθανότερο είναι και στις προσεχείς εκλογές το ΚΚΡΟ θα προσπαθήσει να προσεγγίσει τους κεντρώους ψηφοφόρους, ενώ το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ θα προσπαθήσει να συσπειρώσει τις δυνάμεις που κινούνται «αριστερότερα» του ΚΚΡΟ.
Στις άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ τα ΚΚ δύσκολα προχωρούν σε πολιτικές συνεργασίες με άλλες δυνάμεις. Ετσι το παράδειγμα του ΚΚΡΟ για συγκρότηση «Λαϊκο-πατριωτικής Ενωσης» ακολούθησε στη Γεωργία το ΕΚΚ Γεωργίας, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι το μπλοκ αυτών των δυνάμεων συναντά την έντονη επίθεση του καθεστώτος Σεβαρντνάτζε, ο «φυσικός ηγέτης» αυτού του συνασπισμού, ο Ιγκορ Γκεοργκάτζε (στρατιωτικός, γιος του Παντελεμόν Γκεοργκάτζε - ηγέτη του ΕΚΚΓ) είναι εξόριστος, αφού κατηγορείται από τις αρχές της Γεωργίας για προσπάθεια δολοφονίας του Ε. Σεβαρντνάτζε.
Στις 31.8.2002 συνεδρίασε η ΚΕ του ΚΚ Ουκρανίας και αποφάσισε τη συμμετοχή του Κόμματος στην προσπάθεια απομάκρυνσης του καθεστώτος Κούτσμα. Στη σχετική απόφαση τονίζεται ότι με την πολιτική που ακολουθείται το 12% του πληθυσμού είναι άνεργο, το μέσο μεροκάματο στη χώρα είναι γύρω στο 1 δολάριο, τα επιδόματα ανεργίας είναι αστεία, εκατομμύρια εργαζόμενοι δεν παίρνουν δεδουλευμένα. Ταυτόχρονα, καταργούνται όλες οι κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων. Το καθεστώς προωθεί την είσοδο της Ουκρανίας στη «ΝΑΤΟϊκή μπότα». Προχωρά στη νοθεία των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Με βάση τα παραπάνω το ΚΚΟυ αποφάσισε να προχωρήσει σε κοινές ενέργειες με άλλες πολιτικές δυνάμεις της Ουκρανίας, «συνειδητοποιώντας ότι στο σημερινό στάδιο θα πρέπει να λυθούν γενικά δημοκρατικά καθήκοντα, η επίλυση των οποίων θα δημιουργήσει πιο ευνοϊκές συνθήκες για την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων των κομμουνιστών»[24].
Με βάση αυτήν την απόφαση το ΚΚΟυ συμμετέχει στο «επιτελείο» και στις κινητοποιήσεις των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, με τον τίτλο «Ουκρανία, ξεσηκώσου!», που ζητούν την απομάκρυνση Κούτσμα και τη διεξαγωγή πρόωρων προεδρικών και βουλευτικών εκλογών. Στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν επίσης το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ουκρανίας, το κεντροδεξιό μπλοκ «Μπιουτ», αλλά και οι δεξιές δυνάμεις της «Ουκρανίας μας» και του «Ρουχ».
Το ζήτημα των δημοκρατικών ελευθεριών είναι κυρίαρχο και στη Λετονία, που υπάρχει από το 1991 η απαγόρευση δράσης του ΚΚΛ. Το Γενάρη του 1994, ιδρύθηκε το «Σοσιαλιστικό Κόμμα Λετονίας»(ΣΚΛ) προσπαθώντας να εκφράσει στα πλαίσια της αστικής νομιμότητας όλους τους κατοίκους της χώρας που θεωρούν ότι η διέξοδος για τα προβλήματα των εργαζομένων βρίσκεται στο σοσιαλισμό. Η Ενωση Κομμουνιστών Λετονίας υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να πάρει μέρος στις εκλογές, ενώ και η δράση της έχει περιορισμένο χαρακτήρα. Το ΣΚΛ συμμετέχει στις συναντήσεις των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων της Αθήνας και στο Πρόγραμμά του δηλώνει πως στηρίζεται στον «ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό και την ταξική προσέγγιση»[25]. Από το 1999 Πρόεδρος του ΣΚΛ είναι ο Αλφρεντ Ρούμπιξ, (πρώην Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚ Λετονίας στα χρόνια του σοσιαλισμού, νωρίτερα είχε διατελέσει και δήμαρχος της πρωτεύουσας Ρίγας, ενώ μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού το 1991 φυλακίστηκε για τις απόψεις του και απελευθερώθηκε το Νοέμβρη του 1997), ενάντια στον οποίο εξακολουθεί να ισχύει απαγόρευση, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να είναι υποψήφιος στις εκλογές. Το ΣΚΛ έχει συγκροτήσει έναν ευρύτερο συνασπισμό με τίτλο «Για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε μια Ενιαία Λετονία». Τα αρχικά του συνασπισμού στα ρώσικα είναι «ΖΑΠΤΣΕΛ» και ιδρύθηκε πριν τις βουλευτικές εκλογές του 1998, αρχικά σαν προσπάθεια εκλογικής καθόδου τριών κομμάτων, που όμως άντεξε στο χρόνο. Συμμετέχουν σε αυτήν το Κόμμα της Λαϊκής Συναίνεσης (ΚΛΣ), το κόμμα «Ισότητα» και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Λετονίας (ΣΚΛ). Μεγάλη ήταν η συμβολή του Αλφρεντ Ρούμπιξ στην επιτυχή έκβαση των συνομιλιών που έκαναν τα τρία κόμματα. Στις προηγούμενες βουλευτικές (1998), ο συνασπισμός «Για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε μια Ενιαία Λετονία» είχε συγκεντρώσει το 8% των ψήφων και εξέλεξε 16 βουλευτές στους 100 που έχει το Σέιμ (λετονικό Κοινοβούλιο). Σημαντική ήταν και η επιτυχία του στις περσινές τοπικές εκλογές. Στην πρωτεύουσα Ρίγα ήρθε δεύτερο (με 21%) και κατέλαβε τη θέση του αντιδημάρχου.
Ο συνασπισμός «Για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε μια Ενιαία Λετονία» τάσσεται ενάντια στον εθνικισμό και τους διαχωρισμούς των κατοίκων της χώρας με βάση την εθνικότητά τους, που έχει οδηγήσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού να μην είναι πολίτες. Εναντιώνεται στην απομάκρυνση του κράτους από το σχεδιασμό της ανάπτυξης της οικονομίας, στις ιδιωτικοποιήσεις, στην ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ. Αντιτίθεται στους περιορισμούς στην πολιτική και κοινωνική δράση που υπάρχουν σήμερα στη Λετονία. Πρόκειται για περιορισμούς που στρέφονται όχι μόνον ενάντια στα πρώην στελέχη του ΚΚ, αλλά και ενάντια στα μέλη των Σοβιέτ Εργατικών Κολεκτίβων, των οργανώσεων των βετεράνων του αντιφασιστικού πολέμου που, αν και είναι πολίτες, δεν μπορούν να εργαστούν σε κρατικά όργανα και υπηρεσίες, να θέσουν υποψηφιότητα για βουλευτές ή ακόμα και στα τοπικά όργανα Αυτοδιοίκησης. Ταυτόχρονα, ο συνασπισμός «Για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε μια Ενιαία Λετονία» τάσσεται υπέρ της διατήρησης, ενίσχυσης και διεύρυνσης των δημόσιων συστημάτων Παιδείας (να σημειωθεί εδώ ότι ήδη η ανώτατη εκπαίδευση στη Λετονία είναι επί πληρωμή) και Υγείας. Θεωρεί ότι το κράτος πρέπει να ακολουθήσει πολιτική ενίσχυσης των ντόπιων παραγωγών, ζητά από το κράτος να ενισχύσει την αγροτική οικονομία, αγοράζοντας (προπληρώνοντας) τουλάχιστον το 30% των αγροτικών προϊόντων. Επιδιώκει την αύξηση των μισθών και συντάξεων, την επιστροφή των χρημάτων στους μικροκαταθέτες των 30 ιδιωτικών τραπεζών που χρεοκόπησαν τα τελευταία χρόνια. Δυνατότητα λειτουργίας εθνικών σχολείων για τις μειονότητες, καθιέρωση ως δεύτερης επίσημης γλώσσας της ρώσικης, στις περιοχές όπου ο «ρωσόφωνος» πληθυσμός είναι πάνω του 25%. Διασφάλιση της στρατιωτικοπολιτικής ουδετερότητας της Λετονίας. Ανάπτυξη της οικονομικής συνεργασίας με τις γειτονικές χώρες, στη βάση του αμοιβαίου οφέλους. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι τα παραπάνω βασικά στοιχεία της συμφωνίας δεν ήταν ένα μικρό επίτευγμα. Οπως δήλωσε πρόσφατα ο Ρούμπιξ, αρχικά υπήρχαν δυσκολίες, για παράδειγμα, σχετικά με τη θέση ενάντια στην ένταξη στο ΝΑΤΟ, στην πορεία όμως υπήρξε συμφωνία για το ζήτημα αυτό. Βέβαια, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά ζητήματα για τα οποία ο συνασπισμός δεν έχει κοινή θέση. Ετσι, για παράδειγμα, το ΣΚΛ τάσσεται ενάντια στην ένταξη στην ΕΕ, ενώ το «σύμμαχο» ΚΛΣ θεωρεί πως με την ένταξή της στην ΕΕ η Λετονία θα κάνει ένα βήμα αναγκαστικού «εκδημοκρατισμού», καταργώντας τις διακρίσεις που υπάρχουν για τις εθνικές μειονότητες[26].