Η διεύρυνση με δέκα νέες χώρες και η συζήτηση για το μέλλον της ΕΕ προβάλλονται σαν τα σημαντικότερα για την ελληνική προεδρία. Ωστόσο, η διεύρυνση είναι μία αντιφατική διαδικασία. Ενα σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού κεφαλαίου βλέπει στη διεύρυνση την ισχυροποίηση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Ταυτόχρονα, όμως, η ένταξη νέων χωρών δημιουργεί ανησυχία ότι ίσως δημιουργηθούν προβλήματα «συνοχής» στην ΕΕ και επίσης οξύνει τις αντιθέσεις μεταξύ των ισχυρών κρατών-μελών για τη διαμόρφωση ενιαίων οικονομικών πολιτικών (ενιαίας φορολογικής πολιτικής, απελευθέρωση ενέργειας, ΚΑΠ κ.ά).
To υπουργείο Εξωτερικών στην ιστοσελίδα του για την ελληνική προεδρία σημειώνει: «Πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι προς διεύρυνση χώρες και η καλύτερη δυνατή ένταξή τους σε ένα περιβάλλον, έτσι, ώστε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να μην υποστεί κραδασμούς και να εξακολουθήσει σε μεγαλύτερη πλέον κλίμακα τη δυναμική πορεία που έχει χαράξει». Και σε άλλο σημείο: «Η ελληνική Προεδρία θα βρεθεί αντιμέτωπη και με το δύσκολο έργο να προετοιμάσει την Ενωση και τις νέες χώρες-μέλη για μια νέα πορεία, με πολλά και άγνωστα προβλήματα, επιπτώσεις, προοπτικές. Το τί Ευρώπη θα προκύψει από τη διεύρυνση είναι ένα ερώτημα που κανείς δε γνωρίζει την απάντησή του».
Στις 19 Νοέμβρη 2002 συζητήθηκε στο ευρωκοινοβούλιο η διεύρυνση. Παρά τη γενική εκτίμηση ότι η διεύρυνση θα οριστικοποιηθεί στη Σύνοδο Κορυφής της Κοπεγχάγης (12-13 Δεκέμβρη 2002), υπήρχαν ανησυχίες «για οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της διεύρυνσης». Ομως, χαρακτήρισε τη συντριπτική πλειοψηφία το γεγονός της διεύρυνσης, σαν το πλέον σημαντικό και κυριάρχησε ο αντικομμουνισμός. Παραθέτουμε τις κυριότερες και πιο χαρακτηριστικές τοποθετήσεις: Ο Δανός Πρωθυπουργός και προεδρεύων στο Συμβούλιο Anders FOGH RASMUSSEN «υπενθύμισε ότι η πτώση του τείχους του αίσχους υπήρξε απόρροια της βούλησης για αλλαγή των λαών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι οδήγησαν στην κατάρρευση της «κτηνώδους και απάνθρωπης κομμουνιστικής δικτατορίας», για να συνεχίσει με την εκτίμηση ότι «οι διαπραγματεύσεις που συνεχίζονται με τις δέκα πρώτες χώρες είναι «ανοικτές και δίκαιες» και ότι «είναι πεπεισμένος ότι οι δέκα αυτές χώρες θα μπορέσουν να περατώσουν τις διαπραγματεύσεις ένταξης «εφ’ όσον επιδείξουν πολιτική βούληση»[4]. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ROMANO PRODI δήλωσε ότι «η διεύρυνση αποτελεί το αριστοτέχνημά μας»[5].
Για ενημέρωση των αναγνωστών παραθέτουμε επιπρόσθετα, τις χαρακτηριστικές τοποθετήσεις των επικεφαλής των πολιτικών ομάδων του ευρωκοινοβουλίου. Από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα του Hanw-Gert POETTERING (ΕΛΚ/ΕΔ) «η διεύρυνση σημαίνει ότι οι βαρβαρότητες του κομμουνισμού και του εθνικοσοσιαλισμού δε θα ξαναϋπάρξουν σε αυτή την ήπειρο. Η διεύρυνση αντικατοπτρίζει επίσης τα αιτήματα και τους αγώνες της Ουγγρικής επανάστασης του 1956, της άνοιξης της Πράγας του 1968, καθώς και του κινήματος της αλληλεγγύης στην Πολωνία στη δεκαετία του ‘80». Από το ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα του Enrique BARON CRESPO (ΕΣΚ) ότι «υπάρχουν ακόμα πολλά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν. Στο μέλλον η Ευρώπη θα εκτείνεται από τον Ατλαντικό μέχρι τα Βαλκάνια και από τον Αρκτικό κύκλο μέχρι την Κύπρο. Η διεύρυνση θα θέσει τέρμα σε ιστορικές αντιθέσεις και διχασμούς, θα πρέπει όμως να καταβληθούν ακόμα έντονες προσπάθειες για να δοθούν πειστικές απαντήσεις στους φόβους και στις αγωνίες των πολιτών των υποψηφίων χωρών». Από τους φιλελεύθερους του Graham WATSON «ότι πρόκειται για μία «πρόβα τζενεράλε» για το μελλοντικό ευρωπαϊκό κοινοβούλιο» και «εξέφρασε την αντίθεσή του στα σχόλια του Ζισκάρ Ντ΄ Εστέν για την Τουρκία, λέγοντας ότι η Ευρώπη σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να θεωρείται ένας «χριστιανικός όμιλος». Από την Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά του Francis WURTZ (ΕΕΑ/ΒΠΑ) ότι «η ΕΕ δε θα πρέπει να δημιουργήσει μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων, όπου οι νέες χώρες μέλη θα τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης». Από την ομάδα των πράσινων του Daniel COHN-BENDIT (ΠΡΣ/ΕΕΣ) εξέφρασε «τις αμφιβολίες του σχετικά με το κατά πόσο οι υφιστάμενες χώρες μέλη, καθώς και οι κοινοτικοί θεσμοί και όργανα έχουν τη βούληση αλλά και τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις που συνεπάγεται η διεύρυνση». Από την ομάδα «Ενωση για την Ευρώπη των εθνών» του Charles PASQUA (ΕΕΕ) ότι «οι χώρες της Κ.Α Ευρώπης κατάφεραν με τις δικές τους δυνάμεις να απελευθερωθούν από τα δεσμά του κομμουνισμού, χωρίς να έχουν καμία βοήθεια από μία ιδιαίτερα προσεκτική και διστακτική ΕΕ. Αυτή η νέα ελευθερία δε θα πρέπει να θυσιαστεί στο βωμό μιας τεχνοκρατικής και γραφειοκρατικής Ενωσης που παραβλέπει ότι στην πραγματικότητα η Ευρώπη αποτελείται από χώρες έθνη και λαούς». Από τους ανεξάρτητους (Ομάδα Ευρώπη της Δημοκρατίας και της Διαφοράς) του Jens-Peter BONDE (ΕΔΔ) επεσήμανε «τη διαφορετική μεταχείριση που υπάρχει (εννοεί στις νέες χώρες), ιδίως όσον αφορά τις αγροτικές επιδοτήσεις, διερωτώμενος γιατί δεν έχει ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, επισημαίνοντας, ότι το 2013 οι αγρότες των νέων χωρών μελών θα αποτελούν το 53% του κοινοτικού αγροτικού πληθυσμού, θα λαμβάνουν όμως μόλις το 11% των κοινοτικών επιδοτήσεων»[6].
Στη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας θα δοθούν τα συμπεράσματα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης από το Ζισκάρ Ντ’ Εστέν όπου θα περιλαμβάνεται και το ευρωπαϊκό σύνταγμα, στα πλαίσια προετοιμασίας της νέας Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Θα περιγράφεται το μέλλον της Ευρώπης το οποίο προπαγανδίζει η ελληνική κυβέρνηση σαν κάτι καινούργιο και ελπιδοφόρο. Ομως, αυτό που διαγράφεται θα είναι αντιδραστικότερο, πιο αποκρουστικό και επικίνδυνο για κατακτημένα δικαιώματα και ελευθερίες των λαών.
Η λογική του σχεδίου είναι να ενισχυθεί η ΕΕ με μηχανισμούς εξουσίας που θα διαμορφώνουν και θα επιβάλλουν ενιαία οικονομική πολιτική. Για τις μορφές των αναζητούμενων μηχανισμών, αλλά και τη σχέση εθνο-κρατικού/κοινοτικού κέντρου άσκησης της οικονομικής πολιτικής, αναπτύσσεται διαπάλη εντός της ΕΕ. Η διαπάλη αυτή σχετίζεται με τα ιδιαίτερα συμφέροντα των πιο ισχυρών κρατών-μελών της ΕΕ, με την άσκηση ελέγχου και ηγεμονικής επιρροής στα υπάρχοντα κοινοτικά όργανα, τις συμμαχίες που διαμορφώνουν μέσα σε αυτά με τα πιο αδύναμα κράτη-μέλη.
Η παρακολούθηση των ενδοκοινοτικών ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων από το κόμμα μας έχει αξία, για να αξιοποιούνται αυτές σε όφελος του εργατικού κινήματος στη χώρα μας, και γενικότερα για να βαθαίνουν οι ρωγμές του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου.
Με αυτό το πολιτικό σκεπτικό συνδέουμε την πάγια πολιτική μας θέση για αποδέσμευση από την ΕΕ, με την αντίθεσή μας για τη συγκρότηση νέων θεσμών «συνοχής» του ιμπεριαλιστικού κοινοτικού κέντρου (όπως είναι η λειτουργία ευρωπαϊκών κομμάτων, «Σύνταγμα» κλπ.) και την επέκταση των υπαρχόντων σε άλλα κράτη της Ευρώπης, μέσω της διαδικασίας ένταξής τους (διεύρυνση).
Η υπογραφή της Συνθήκης προσχώρησης των νέων μελών λέγεται ότι θα γίνει στις 16 Απριλίου του 2003 στην Πνύκα, με μία φιέστα αποπροσανατολισμού, ωστόσο θα σηματοδοτήσει νέα δεινά σε νέους λαούς από την εκμετάλλευση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, την ισχυροποίηση της ντόπιας αστικής τάξης και την εντεινόμενη καπιταλιστικοποίηση των χωρών τους, στο σημερινό δυσμενές για τους λαούς συσχετισμό δύναμης. Οι συνέπειες για τους λαούς των περισσοτέρων υπό ένταξη χωρών θα είναι πιο επώδυνες, αφού οι οικονομίες των περισσότερων θα αντιμετωπίζουν τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό από δυσμενέστερη θέση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους εργαζόμενους.
Αλλωστε η καπιταλιστική παλινδρόμηση στις περισσότερες από αυτές έφερε μεγάλη καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να βαθαίνει σε βάρος τους η ανισομετρία στο κοινοτικό ιμπεριαλιστικό σύστημα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο σχετικά πιο αδύναμος κρατικός μηχανισμός στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες θα αξιοποιήσει τους κοινοτικούς μηχανισμούς για να ξεριζώσει κάθε κατάλοιπο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που εκφράζεται ως εργατική κατάκτηση, δικαίωμα, συμμετοχή.
Η ελληνική προεδρία θα επιδιώξει επίσης να προετοιμάσει την ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, μέσω προωθημένων συμφωνιών με την ΕΕ, για να ενισχύσει το ρόλο της ηγέτιδας δύναμης στα Βαλκάνια. Επιδίωξη που περιγράφει το Υπουργείο Εξωτερικών στην ιστοσελίδα του[7]: «Η ενίσχυση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, μέσω προωθημένων Συμφωνιών με την ΕΕ, θα αποτελέσει επιδίωξη της ελληνικής προεδρίας».
Ακόμα, η επίσημη υπογραφή της διεύρυνσης κατά την ελληνική προεδρία θα βρει την Κύπρο ουσιαστικά διχοτομημένη σε δύο κράτη, με τις αποφάσεις και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ στα σκουπίδια, πληρώνοντας έτσι το τίμημα της ένταξής της στην ΕΕ. Ταυτόχρονα ενισχύεται η θέση της Τουρκίας ενόψει του ρόλου που έχει να παίξει στον πόλεμο του Ιράκ.
Το ΚΚΕ συνεπές στην εκτίμησή του για την ιμπεριαλιστική φύση της ΕΕ, από την αρχή αντιτάχτηκε στη διεύρυνση της ΕΕ[8], μη εξαιρουμένης και της Κύπρου. Από πολύ νωρίς μάλιστα εκτίμησε ότι θα χρησιμοποιούσαν την ενταξιακή διαδικασία σαν πρόσχημα, για μια λύση σε βάρος της ενιαίας και ανεξάρτητης κρατικής υπόστασης της Κύπρου. Ηδη, τα αποτελέσματα τα ζούμε με το σχέδιο Ανάν. Η ΚΕ του ΚΚΕ, σε ανακοίνωσή της[9] τονίζει ότι οι λύσεις είναι «υπαγορευμένες από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τις ηγέτιδες δυνάμεις της ΕΕ, που οδηγούν σε μια θεσμική πλέον αναγνώριση της διχοτόμησης και αποδοχής των τετελεσμένων της εισβολής και κατοχής. Θεωρεί το σχέδιο απαράδεκτο, επικίνδυνο, μη βιώσιμο. Πρόκειται για σχέδιο-παγίδα για τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, για τα συμφέροντα των λαών Ελλάδας και Τουρκίας, για την ευρύτερη περιοχή. Το σχέδιο αυτό δεν οδηγεί σε δίκαιη και βιώσιμη λύση το κυπριακό ζήτημα».
Με την ένταξη νέων κρατών-μελών στην ΕΕ θα βαθύνει η ανισομετρία στο εσωτερικό της ευρωενωσιακής αγοράς. Η διαδικασία ένταξής τους δε σημαίνει ότι θα κλείσει επί της ουσίας τις ενδοκοινοτικές αντιθέσεις που αποτυπώνονται και στη συζήτηση για την προτεραιότητα μεταξύ διεύρυνσης-εμβάθυνσης. Το βέβαιο είναι ότι θα υπάρχουν εξελίξεις στο πως διαμορφώνονται πυρήνες και τροχιές ασθενέστερων δορυφορικών εξαρτήσεων.