Τα νέα δεδομένα
Ηδη με την καταγραφή των εξελίξεων του α΄ εξαμήνου του 2002, είχαν αναιρεθεί οι προβλέψεις που είχαν γίνει στο τέλος του 2001. Η ετήσια προβολή τους οδήγησε σε αναθεώρηση των προβλέψεων προς τα κάτω.
Το ΔΝΤ τις αναθεώρησε στην Εξαμηνιαία Εκθεσή του. Για την ευρωζώνη εκτιμά 0,5% ανάπτυξη του ΑΕΠ για το 2002 και 2,3% το 2003. Ιδιαίτερα έντονες εκδηλώνονται οι ανησυχίες για τη Γερμανία (εκτίμηση του ΔΝΤ για 0,5% ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2002). Ορισμένοι αναλυτές, όπως του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, φοβούνται για τη Γερμανία κρίση εκτεταμένη όπως της Ιαπωνίας.
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη πρόβλεψη, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου ακαθάριστου προϊόντος θα είναι 2,8% το 2002 (έναντι 2,2% το 2001) και 3,7% το 2003[1]. Ορισμένα Κέντρα Διεθνών Οικονομικών Μελετών δίνουν χαμηλότερες εκτιμήσεις.
Η Εξαμηνιαία Εκθεση του διεθνούς οίκου αξιολόγησης FITCH δίνει για το 2002 ρυθμό παγκόσμιου ΑΕΠ 1,5% (ύφεση όπως το 2001), για το 2003 2,5%. Εκτιμά ότι η παγκόσμια οικονομία είναι σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη στη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου το 1990-1991 (όταν η Γερμανία και η Ιαπωνία αναπτύσσονταν με ταχύτερους ρυθμούς).
Ο όγκος του διεθνούς εμπορίου σε αγαθά και υπηρεσίες εκτιμάται ότι θα αυξηθεί με βραδύ ρυθμό, περί το 2% (έναντι της κατά 0,1% συρρίκνωσής του το 2001, ενώ η συρρίκνωση του όγκου του εμπορίου αγαθών ήταν 0,6%).
Η ουσία πέρα από τα νούμερα είναι ότι η μεταβολή του παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος είναι στα επίπεδα του 2001, δηλαδή επίπεδο παγκόσμιας περιστολής (ή ύφεσης), ενώ είχαν προβλέψει μεγαλύτερη αύξηση. Συγκεκριμένα:
i) Δεν επαληθεύτηκαν οι προβλέψεις για την ΕΕ-15 και Ευρωζώνη (στη Γερμανία εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη χρηματιστηριακή πτώση της τελευταίας 40ετίας). Στην Ευρωζώνη η μεταποίηση βρέθηκε σε ύφεση.
ii) Αβέβαιη παρουσιάζεται η ανάκαμψη για τις ΗΠΑ, αν και έχει μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης ΑΕΠ (εκτίμηση για 2,2% το 2002) από την Ευρωζώνη. Ωστόσο, γίνονται ανακοινώσεις για νέα μείωση πωλήσεων και κερδών, π.χ. General Electrik, αλυσίδα Wel Mart. Συνεχίζεται ο μεγάλος αριθμός απολύσεων (στην περίοδο Μαΐου 2001 - Απριλίου 2002 έγιναν 1.780.000 απολύσεις - στοιχεία του Economic Policy Institute της Ουάσιγκτον). Αυξήθηκε το ποσοστό του πληθυσμού (11,7%) που ζει κάτω από το όριο φτώχειας, αν και εξακολουθεί να είναι κάτω εκείνου (15%) της δεκαετίας του 1980, και αφορά κυρίως Αφροαμερικανούς και ισπανόφωνους Αμερικανούς. Το μέσο ετήσιο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε το 2001/2002 κατά 2,2% (σε απόλυτα μεγέθη 42.228 δολ. έναντι 43.162).
Οικονομικοί αναλυτές αναδεικνύουν αντιφατικά στοιχεία με βάση τα οποία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ένα βέβαιο πέρασμα σε φάση ανόδου για την οικονομία των ΗΠΑ:
- Ο Στήβεν Ρόουτς[2], αναδεικνύει:
- Τη μεγάλη απόκλιση τιμών των κατοικιών και ενοικίων (3πλάσια αύξηση τιμών από αύξηση ενοικίου στην 5ετία 1997-2002), που συνεπάγεται μεγάλη κερδοσκοπία.
- Τις αποπληθωριστικές τάσεις (τάση πτώσης των τιμών των εμπορευμάτων λόγω μη πώλησής τους και όχι λόγω αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας).
- Την εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου το β΄ εξάμηνο του 2002, κατά το οποίο οι ΗΠΑ εισήγαγαν το 1/3 όσων αγαθών παρήγαγαν, πολύ πάνω του λόγου 20% που είχαν κατά την ανάκαμψη στις αρχές του 1990.
- Τη συνεχή αύξηση του μεριδίου εισαγωγών των ΗΠΑ από χώρες όπως Κίνα, Ιαπωνία, οι οποίες έχουν κατάσταση αποπληθωρισμού.
- Ο Π. Σάμουελσον θεωρεί ότι ανεξαρτήτως πολέμου υπάρχουν πιθανότητες 30% για ένα «double dip» (κατά προσέγγιση, διπλή ύφεση).
- Στην Τριμηνιαία Εκθεση του ΙΟΒΕ καταγράφονται επίσης τα αντιφατικά στοιχεία εξέλιξης των οικονομικών δεικτών με βάση τα οποία τεκμηριώνεται ή όχι η ανάκαμψη (π.χ. υποχώρηση του δείκτη εμπιστοσύνης καταναλωτών και πτώση του βιομηχανικού δείκτη, ενώ αύξηση των παραγγελιών κεφαλαιουχικών αγαθών).
iii) Η Ιαπωνία παραμένει σε φάση περιστολής (μείωση κατά 0,5% του ΑΕΠ το 2002). Επί μια τετραετία συνεχίζεται η απαξίωση των εμπορευμάτων, το χρέος της γενικής κυβέρνησης ανέρχεται περίπου στο 145% του ΑΕΠ, ενώ τα ονομαστικά βραχυπρόθεσμα επιτόκια είναι σχεδόν μηδενικά. Δηλαδή η κρίση σ’ αυτήν είναι βαθιά και παρατεταμένη.
iv) Αρκετές από τις λεγόμενες αναπτυσσόμενες (δηλαδή με προϋποθέσεις για μεγαλύτερη επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων) οικονομίες, οι οποίες είναι πιο άμεσα συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ, βρέθηκαν σε βαθιά οικονομική κρίση. Για το σύνολο των οικονομιών της Λατινικής Αμερικής αναμένεται συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 6% το 2002. Ειδικότερα, εκτιμάται συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 16% το 2002 στην Αργεντινή, συρρίκνωση κατά 11% στην Ουρουγουάη, κατά 6% στη Βενεζουέλα ενώ τα νομίσματά τους έχασαν πάνω από το 50% της αξίας τους.
Και η Τουρκία ανήκει στις αναπτυσσόμενες που βρέθηκαν σε κρίση (συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 7,4% το 2001, ανέκαμψε κατά το 2002 κυρίως λόγω ανόδου των εξαγωγών της μετά την υποτίμηση της τουρκικής λίρας το 2001, ενώ συνεχίσθηκε η πτωτική τάση για την ιδιωτική κατανάλωση και την επενδυτική ζήτηση)[3]. Η κρίση στην Τουρκία όξυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις (1 εκατομμύριο απολύσεις, κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων).
ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
1. Φοβούνται το βάθος και τη γενίκευση της οικονομικής κρίσης σε διαστάσεις που επιδρούν ώστε να μην μπορεί η αστική πολιτική να διαχειριστεί τις συνέπειες και επομένως τον κίνδυνο να εκδηλωθεί πολιτική κρίση.
Οι ανησυχίες επικεντρώνονται στην περίπτωση εκδήλωσης απόλυτου συγχρονισμού της κρίσης μεταξύ των 3 κέντρων (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνίας) που θα εκφράζει βαθύτερη κρίση. Τότε θα τείνουν να εκμηδενιστούν οι δυνατότητες διοχέτευσης των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων μεταξύ των αγορών των τριών κέντρων.
Ενδεικτικό στοιχείο της υπερσυσσώρευσης των κεφαλαίων είναι η μακρόχρονη τάση πτώσης του μέσου ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ. Κατά τη δεκαετία του 1990, οι πλούσιες χώρες με 1 δισ. κατοίκους είχαν μέση ετήσια αύξηση ΑΕΠ 2%. Την ίδια περίοδο, για 25 αναπτυσσόμενες με 3 δισ. κατοίκους η μέση ετήσια αύξηση ΑΕΠ είναι 5% (σ’ αυτές περιλαμβάνονται και η Κίνα, Ινδία, Μεξικό, Ινδονησία, Ταϋλάνδη, Βιετνάμ, Χιλή, Ουγγαρία). Ενώ 100 χώρες με 2 δισ. κατοίκους (οι μισές στην Αφρική) είχαν μέση ετήσια μείωση του ΑΕΠ κατά 1%[4].
Η πτωτική εξέλιξη των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) είναι στοιχείο χαρακτηριστικό της συγχρονισμένης κρίσης υπερσυσσώρευσης, επομένως του περιορισμού των εξαγομένων κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις μεταξύ των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2001 οι εκροές κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις στις χώρες του ΟΟΣΑ έπεσαν κάτω από το επίπεδο του 1998 (1998à 666,7 δισ. δολάρια, 1999à 926,6 δισ. δολάρια, 2000à 1.285,6 δισ. δολ., 2001 (εκτίμηση)à 593,1 δισ. δολ). Ανάλογη είναι η εικόνα και για τις εισροές (1998à 522,6 δισ. δολ., 1999à 775,6 δισ. δολ., 2000à 1.274,0 δισ. δολ., 2001 (εκτίμηση)à 565,8 δισ. δολ.. Πηγή: ΟΟΣΑ).
Εάν παρατηρήσουμε τις παγκόσμιες εισροές κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις για μία και πλέον δεκαετία, θα διαπιστώσουμε την τάση να απορροφώνται σχεδόν κατά τα 2/3 τους από τις αναπτυγμένες χώρες (με κατώτερο 57% για το 1996 και 1997 και ανώτερο 79% για το 2000, πέφτοντας στο 70% το 2001) και το ήμισυ και πλέον αυτών να απορροφάται από την ΕΕ. Το ποσοστό απορρόφησης των παγκόσμιων ΑΞΕ από την ΕΕ κυμαίνεται περίπου μεταξύ 30-40% (με 38% για το 1998, 43% το 1999, 49% το 2000, 30% το 2001. Πηγή UNCTAD).
Τα στοιχεία (UNCTAD) για το 9μηνο 2002 δίνουν τις παγκόσμιες ΑΞΕ να μειώνονται κατά 27%, φθάνοντας στα 534 δισ. δολ. Η μεγαλύτερη μείωση στις εισροές είναι εκείνων προς τις ΗΠΑ, ύψους 44 δισ. δολ. (έναντι 124 δισ. δολ. το 2001). Μεγάλη πτώση παρουσιάζουν οι εισροές και προς Βρετανία, ανερχόμενες σε 12 δισ. δολ. (έναντι 54 δισ. δολ. το 2001). Οι μεγαλύτερες εισροές είναι προς Κίνα 50 δισ. δολ., προς Γαλλία 45 δισ. δολ., προς Γερμανία 45 δισ. δολ. Για 3ο συνεχόμενο έτος καθοδικές (μείωση 27%) είναι οι εισροές στη Λατινική Αμερική ύψους 62 δισ. δολ. Στα ασιατικά κράτη επίσης παρατηρείται πτωτική τάση (κατά 12%), συνολικό ύψος 90 δισ. δολ.
2. Υπάρχουν νέες καπιταλιστικές αγορές που παρουσιάζουν σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, σε φάση που μπορούν να απορροφήσουν μεγαλύτερες εισαγωγές κεφαλαίων, αλλά η γενικότερη πολιτική κατάσταση σ’ αυτές και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί τις καθιστούν συγκρατημένες.
Η αγορά της Κίνας
Η πιο χαρακτηριστική είναι η αγορά της Κίνας, την οποία αστικές αναλύσεις την χαρακτηρίζουν ως μεταβαίνουσα προς την καπιταλιστική αγορά. Αγορά ασύλληπτων μεγεθών (με πληθυσμό 1,3 δισ.) για την καπιταλιστική Δύση. Το μερίδιο της απορρόφησης παγκοσμίων ΑΞΕ από τη Κίνα διπλασιάσθηκε εξ αιτίας της απόλυτης αύξησης των εισροών ΑΞΕ (49,3 δισ. δολ. το 2001 σύμφωνα με κρατικά στοιχεία Κίνας, και εκτίμηση UNCTAD ότι θα φθάνουν τα 50 δισ. δολ.) σε αυτήν και εξ αιτίας της συνολικής μείωσης των παγκοσμίων ΑΞΕ. Η αγορά της Κίνας είναι πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ για εμπορεύματα στρατηγικής σημασίας (ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών κλπ.) Τον περασμένο Οκτώβριο υπογράφηκαν εμπορικές συμφωνίες για αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα στους τομείς τηλεπικοινωνιών, πετρελαίου, μηχανολογίας, ποτοποιΐας. Το ύψος των σινο-αμερικανικών συναλλαγών 80 δισ. δολ. Στα τέλη του 2001 οι αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα υπολογίζονται 35 δισ. δολ. Στην Ασιατική αγορά η Κίνα αποτελεί δυνάμει ανταγωνιστική απειλή για την Ιαπωνία (το 40% των εξαγωγών της Ιαπωνίας κατευθύνεται προς τις άλλες ασιατικές οικονομίες)[5] και εμμέσως για την επιρροή των ΗΠΑ στην Νοτιο-Ανατολική Ασία. Οι εξαγωγές της Κίνας έχουν ήδη αυξηθεί και το εμπορικό ισοζύγιό της είναι πλεονασματικό.
Ετσι και αλλιώς, ανεξαρτήτως του πως καταμερίζεται η παραγωγή της Κίνας στο πληθυσμό της (χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ), η Κίνα αποτελεί την 6η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στον πλανήτη μετά τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, τη Γερμανία, τη Βρετανία και τη Γαλλία (στοιχεία UNCTAD).
Γενικότερα, η διαδικασία επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων και η συμμετοχή της Κίνας στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία, μέσω του ΠΟΕ, είναι διαδικασία με κινδύνους εκρηκτικής όξυνσης των αντιθέσεων, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο διεθνή συσχετισμό. Ηδη καταγράφεται ανεργία 120 εκατομμυρίων και προβλέπεται αύξηση της ανεργίας κατά 40%, λόγω όξυνσης του ανταγωνισμού εντός ΠΟΕ και της προοπτικής μαζικότερου περιορισμού των απασχολουμένων στην αγροτική παραγωγή.
Το άνοιγμα της Κίνας προς τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής προσελκύει την εισροή ξένων κεφαλαίων, και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, παρ’ όλη τη σχετική τους επιφύλαξη για την πορεία των πολιτικών εξελίξεων[6].
Η Ρωσία
Μετά τις μεγάλες καταστροφές στη βιομηχανική και αγροτική παραγωγή της Ρωσίας, σαν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παλινδρόμησης, η καπιταλιστική αναπαραγωγή της πέρασε σε φάση αναζωογόνησης από το 2000 (με ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ κατά 9% το 2000 και 5% το 2001 και 2002), χωρίς να έχει προσεγγίσει το επίπεδο των αρχών της δεκαετίας του 1980. Παρά την καπιταλιστικοποίηση, την ύπαρξη φτηνού εργατικού δυναμικού, πρώτων υλών και πηγών ενέργειας, τις εμπορικές σχέσεις της με άλλες οικονομίες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ) είναι ακόμη ιδιαίτερα χαμηλές οι ΑΞΕ στη Ρωσία[7].
Από την πλευρά της αστικής διερεύνησης των δυνατοτήτων προώθησης άμεσων ξένων επενδύσεων στη Ρωσία, έχουν καταγραφεί παράγοντες ανασταλτικοί όπως είναι η ακόμη ισχυρή δυνατότητα των εργατών στις επιχειρήσεις να παρεμποδίσουν την εφαρμογή αποφάσεων της διεύθυνσης όπως είναι οι απολύσεις[8].
Προς διερεύνηση είναι η νέα θέση της Ρωσίας στον οικονομικό χώρο της Ευρασίας, σε σχέση και με τη θέση άλλων δυνάμεων, όπως της Κίνας, με τον προσεταιρισμό πετρελαιοπαραγωγών κρατών όπως το Ιράν και το Ιράκ, την καπιταλιστική ανάπτυξη χωρών όπως η Ινδία, τις πιθανές ανακατατάξεις στις συμμαχίες κρατών της ευρύτερης πετρελαιοπαραγωγού περιοχής με τις ΗΠΑ και την ΕΕ.
Η Ρωσία και η Κίνα επιδιώκουν να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή, η καθεμιά επιδιώκει να οικοδομήσει ή να σταθεροποιήσει τις δικές της συμμαχίες, π.χ. Ρωσία - Ιράν, Ρωσία - Ιράκ.
Αλλωστε καπιταλιστικά αναπτυσσόμενη αγορά (πολυπληθής για τα μέτρα της Ευρώπης) είναι και αυτή της Μέσης Ανατολής κλπ. (Ιράν, Τουρκία), αγορά που εμπλέκεται με τον άμεσο έλεγχο πηγών ενέργειας (πετρέλαια), με διόδους πετρελαίου - φυσικού αερίου από Καύκασο προς Μεσόγειο/Ευρώπη.
Στην Τουρκία η κατάσταση είναι περίπλοκη. Αν και έχει δυνάμει μεγάλη αγορά εργατικού δυναμικού (όχι όμως συνολικά ανεβασμένο επίπεδο ειδίκευσης) και δυνατότητες έργων ενεργειακής και μεταφορικής διασύνδεσης Ευρώπης - Ασίας, προβληματίζει η καθυστέρηση στη συγκρότηση σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους.
Οι οικονομίες της Βαλτικής, της Κεντρικής Ευρώπης, των Βαλκανίων
Γενικά βρίσκονται σε φάση αναζωογόνησης, με αυξητικούς ρυθμούς εξέλιξης του ΑΕΠ κατά το 2001-2002. Οι περισσότερες από αυτές τις οικονομίες είναι σχετικά μικρών μεγεθών. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών επιδιώκει να ενσωματώσει στην επιρροή της η ΕΕ μέσω της ένταξής τους σ’ αυτήν. Ειδικότερα η Γερμανία έχει στενότερες οικονομικές σχέσεις με κράτη όπως η Πολωνία, η Τσεχία, η Κροατία. Οπως ήδη σημειώθηκε, η προσέλκυση ΑΞΕ σε μερικές από αυτές είναι αναλογικά πολύ σημαντικότερη εκείνων στη Ρωσία. Η Ελλάδα είναι μεταξύ των κρατών με σημαντικές επενδύσεις σε βαλκανικά κράτη.
3. Ενισχύεται ο ανταγωνισμός μεταξύ ΕΕ-ΗΠΑ.
Η ΕΕ, κυρίως η Γερμανία και η Γαλλία, αποκτούν μια δυναμική απογαλακτισμού από τη στενή σχέση/εξάρτηση που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά με το Σχέδιο Μάρσαλ και τα ευρωδολάρια (μεγάλες επενδύσεις των ΗΠΑ στην Ευρώπη, ευρω/εξαγωγές στις ΗΠΑ). Επιδιώκουν να προωθήσουν μέσω της ΕΕ οικονομικές συμφωνίες (για εξαγωγή εμπορευμάτων και κεφαλαίων) με τις αγορές της Κίνας, Ρωσίας, Μέσης Ανατολής, Καραϊβικής.
Η Γαλλία (μέσω της Elf Akoitain) και η Ιταλία (Ens/Agip) έχουν επενδύσει στο Ιράν περί τα 3 δισ. δολ.
Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν ενεργειακές επενδύσεις στο Ιράκ και έρχονται σε αντίθεση με τη προοπτική ελέγχου της πετρελαιαγοράς του από τις ΗΠΑ.
Η πολιτική της ΕΕ ενισχύει την επενδυτική της δραστηριότητα στη Μεσογειακή ζώνη. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, μέσω νέου μηχανισμού για τις επενδύσεις και την εταιρική σχέση Ευρώπης - Μεσογείου (FEMIP) θα χορηγήσει κεφάλαια 8-10 δισ. ευρώ έως το 2006 στις μεσογειακές χώρες-εταίρους της ΕΕ, ενώ από το 1974 είχε χορηγήσει στις μεσογειακές χώρες μακροπρόθεσμα δάνεια συνολικού ύψους 12,6 ευρώ[9].
4. Ενισχύεται η τάση στρατιωτικοποίησης της οικονομίας.
Εδώ και ένα χρόνο, έχουν εκφρασθεί ανοικτά απόψεις ηγετικής μερίδας των ΗΠΑ ότι μέσω του πολέμου ενισχύεται δυναμικό τμήμα της βιομηχανίας και ξεπερνιέται η κρίση. Ορισμένες εκτιμήσεις δίνουν 10% αύξηση στα κέρδη της στρατιωτικής βιομηχανίας των ΗΠΑ από 11/9/2001[10].
Εχουν δει πολλές φορές τη δημοσιότητα πληροφορίες για έρευνα, σχεδιασμό παραγωγής μιας νέας γενιάς όπλων από τις ΗΠΑ, κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών για τα βιολογικά και χημικά όπλα[11].
Η συζήτηση για το «κόστος του πολέμου» (διάφορες μελέτες δίνουν να εκτιμάται μεταξύ 100 και 200 δισ. δολ., ενώ εκείνο της «Καταιγίδας της Ερήμου» έχει εκτιμηθεί σε 80 δισ. δολ.) δεν είναι παρά η επιβεβαίωση του πως ο πόλεμος και η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας δίνει διέξοδο στην κρίση υπερπαραγωγής[12].
Και η Γαλλία έχει ταχθεί υπέρ της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών.
Αναλυτές και Ινστιτούτα, που αναδεικνύουν τις αντιθέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, ήδη υπογραμμίζουν ότι οι ΗΠΑ θέλουν τον έλεγχο των αποθεμάτων του ΙΡΑΚ, πριν σταθεροποιηθούν άλλες συμμαχίες.
Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν και την περιοχή του Καυκάσου.
Αποκαλύπτεται, δηλαδή, από τις αστικές πηγές ότι αποτελούν ιδεολογήματα κατάλληλα μόνο για μαζικό αποπροσανατολισμό οι απόψεις ότι αιτία της κρίσης είναι η άνοδος της τιμής του πετρελαίου ή πέρσι το πλήγμα στους δίδυμους πύργους.
ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ
Στην αναζήτηση μέτρων ελέγχου της κρίσης αδύνατος κρίκος εμφανίζεται η ΕΕ γιατί το κοινό νόμισμα, ΕΥΡΩ, ως μέσο συγκόλλησης μη κοινών, ανισόμετρων αγορών, κινδυνεύει από τη χαλάρωση των στοιχείων που εξασφαλίζουν την κοινή νομισματική πολιτική[13]. Αντιστρόφως, η προσήλωση στην κοινή νομισματική πολιτική (Σύμφωνο Σταθερότητας)[14] περιορίζει τη δυνατότητα της εκτεταμένης κρατικής επενδυτικής παρέμβασης.
ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΝΙΑΙΑΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΝΤΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΕΕ
Η ΕΕ βρίσκεται μπροστά στο στόχο της διεύρυνσής της, με το χρονοδιάγραμμα ένταξης 10 νέων κρατών-μελών, σε συνθήκες που η κρίση έχει κτυπήσει την πόρτα ισχυρών οικονομιών της, όπως της Γερμανίας. Ετσι, βρίσκεται σε δυσκολία να προστατεύει τη λειτουργία του ευρώ, ως κοινού νομίσματος, σε συνθήκες απελευθέρωσης των αγορών μεταξύ ανισόμετρων οικονομιών και ταυτόχρονα να ακολουθήσουν κράτη-μέλη της πιο χαλαρή δημοσιονομική (αύξηση ελλειμμάτων) και νομισματική πολιτική (μείωση επιτοκίων), ώστε οι κρατικές δαπάνες να αποτελέσουν σημαντικό μοχλό ανάκαμψης.
Η διεύρυνση της ΕΕ αποτελεί μια αντιφατική διαδικασία. Από τη μια, η διεύρυνση συνιστά πεδίο ισχυροποίησης του κοινοτικού ιμπεριαλισμού, των θέσεών του στις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, κυρίως στην αξιοποίηση αυτών των θέσεων για τη διείσδυση και τον έλεγχο της αγοράς στη Ρωσία, στην Παραευξείνια και Καυκάσια ζώνη. Από την άλλη, η ένταξη νέων κρατών-μελών στην ΕΕ οξύνει τα προβλήματα «συνοχής», τις αντιθέσεις μεταξύ των ισχυρών κρατών της Ενωσης για τη διαμόρφωση ενιαίων οικονομικών πολιτικών (π.χ. ενιαίας φορολογικής πολιτικής, για την πορεία απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας, για την αναγκαιότητα ύπαρξης ή όχι ενιαίας αγροτικής πολιτικής, για το πως χρηματοδοτούνται τα κοινοτικά ταμεία και άλλα).
Ηδη έχουν καταγραφεί σοβαρές αντιθέσεις, οι οποίες αναστέλλουν τη διαμόρφωση ενιαίων εξειδικευμένων πλευρών της οικονομικής πολιτικής. Συγκεκριμένα:
- Η Ελβετία, ως μέλος του Ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου, δε δέχεται την κατάργηση του τραπεζικού απόρρητου. Αντιδρά η Βρετανία (μιλώντας για επιβολή κυρώσεων), ενώ Λουξεμβούργο, Αυστρία δε θέλουν να έρθουν σε σύγκρουση με την Ελβετία.
Επίσης, η Ελβετία τάσσεται κατά της φορολόγησης των καταθέσεων.
- Η Γαλλία δε δέχεται να συρρικνώσει τουλάχιστον κατά 0,5% ετησίως το δημοσιονομικό έλλειμμα ξεκινώντας από το 2003.
Κρατά την απελευθέρωση ενέργειας στο 30% (ελάχιστη υποχρέωση), ενώ προσφάτως κέρδισε μια νέα παράταση στην πορεία απελευθέρωσης.
- Η Ελλάδα διεκδικεί σταδιακή, 10χρονου ορίζοντα, εναρμόνισή της με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης καυσίμων.
- Η Γερμανία αντιδρά στους νέους κανόνες εξαγορών/συγχωνεύσεων.
- Μόλις 7 κράτη-μέλη (Σουηδία, Δανία, Φιλανδία, Βρετανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ισπανία) έχουν εφαρμόσει κατά 98,5% τις οδηγίες της Κομισιόν για την ενιαία εσωτερική αγορά. Αντιθέτως Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία απέχουν πολύ. Εχει χαρακτηριστεί προκλητική η στάση της Γαλλίας στην απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας.
- Οι εισφορές στα κοινοτικά ταμεία, ιδιαίτερα σε σχέση με τη διαμόρφωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και την ένταξη νέων κρατών είναι ευρύ πεδίο αντιθέσεων.
Ολες αυτές οι «δυσκολίες»- αντιφάσεις στη λειτουργία της ΕΕ οδηγούν τμήμα των οικονομικών και πολιτικών εκπροσώπων του ευρωκοινοτικού ιμπεριαλιστικού κέντρου να αναζητούν τη διέξοδο στην ενίσχυση των μηχανισμών λήψης απόφασης και άσκησης ενιαίων κοινοτικών οικονομικών πολιτικών. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το Σχέδιο «Συντάγματος» για την Ευρώπη, που επεξεργάσθηκε ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν ως πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης.
Το όλο ζήτημα βρίσκεται σε εξέλιξη. Αξίζει να σημειώσουμε ότι αστικές πολιτικές δυνάμεις από τη Γαλλία και τη Βρετανία αντιτίθενται σε μια νέα εκχώρηση αρμοδιοτήτων από το εθνο-κρατικό σε κοινοτικό κέντρο εξουσίας. (Ο Ντ’ Εστέν προβάλλει το θεσμό μονίμου προέδρου της ΕΕ, ενώ ο Ρ. Πρόντι αντιπροτείνει την αναβάθμιση της Κομισιόν σε δημοκρατική εκτελεστική εξουσία). Σε κάθε περίπτωση καθοριστική αναδεικνύεται η εξέλιξη της συμμαχίας μεταξύ Γαλλίας - Γερμανίας (ο επονομαζόμενος Γαλλογερμανικός άξονας), η οποία συχνά υφίσταται ρήγματα καθ’ όλη τη χρονική περίοδο από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και εντεύθεν.
Η ΚΕΫΝΣΙΑΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ
Η κεϋνσιανή οικονομική πολιτική ήταν η αστική πολιτική διαχείρισης όχι μιας οποιασδήποτε κρίσης, αλλά της κρίσης του μεσοπολέμου, η οποία εφαρμόστηκε σε έκταση κυρίως στις μεταπολεμικές συνθήκες της καπιταλιστικής Ευρώπης.
Σύμφωνα με την κεϋνσιανή υπόδειξη το κράτος αναλαμβάνει εκτεταμένη δραστηριότητα με σκοπό να καλύψει την πτώση των επενδύσεων του ιδιωτικού κεφαλαίου και να τονώσει τη ζήτηση (ακόμη και με άμεση ανάληψη μέρους της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης). Στόχος είναι να διευκολύνει την καπιταλιστική αναπαραγωγή.
Η πολιτική εκτεταμένων κρατικών επενδύσεων στηρίχθηκε στην προστασία τους μέσω του κρατικού μονοπωλίου (ιδιαίτερα σε στρατηγικής σημασίας επενδύσεις, όπως στην ενέργεια, στις επικοινωνίες) και με τις «ειδικές» τιμές χρήσης από τη βιομηχανία (π.χ. βιομηχανικό ρεύμα, κρατικές προμήθειες κλπ.).
Το κρατικό μονοπώλιο (το οποίο είναι πραγματική μορφή μονοπωλίου) συνδέεται με σύστημα κλειστής αγοράς (προστασίας της παραγωγής, εμπορίας του, αλλιώς δε διασφαλίζεται το μονοπώλιο) του συγκεκριμένου εμπορεύματος (π.χ. της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών).
Το κρατικό μονοπώλιο συγκυριακά αίρει την αντίθεση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, αλλά ταυτοχρόνως αναστέλλει τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό στη συγκεκριμένη αγορά (π.χ. ενέργειας) μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας. Ετσι διαμορφώνονται αντίρροπες τάσεις κατάργησής του. Η ιστορία της καπιταλιστικής εξέλιξης στα κράτη και των 5 ηπείρων επιβεβαιώνει αυτήν την κίνηση: το πέρασμα από το κρατικό μονοπώλιο στο ιδιωτικό κεφάλαιο με ανταγωνισμό (περισσότερες της μιας επιχειρήσεις) και αντιστρόφως.
Η βαθιά οικονομική κρίση και οι συνθήκες προετοιμασίας ιμπεριαλιστικού πολέμου (ή διαχείρισης των συνεπειών του) είναι το έδαφος για την εφαρμογή της κεϋνσιανής πολιτικής
Με εξαίρεση τη χιτλερική Γερμανία (και αυτή σε ορισμένους κλάδους) πουθενά δεν μπόρεσε να εφαρμοσθεί στο μεσοπόλεμο, με την έννοια του κρατικού μονοπωλίου.
Οι συνθήκες διαμορφώθηκαν μεταπολεμικά λόγω των πολύ μεγάλων καταστροφών και υιοθετήθηκε η κεϋνσιανή διαχείριση, κυρίως στην Ευρώπη, αλλά με προσαρμοσμένη μορφή και στην Ιαπωνία.
Τα κράτη, αρχικά με το Σχέδιο Μάρσαλ, ανέλαβαν την ανασυγκρότηση της παραγωγής, της καπιταλιστικής οικονομίας.
Πέραν των άμεσων κρατικών επενδύσεων, υποχρεώθηκαν να υιοθετήσουν πολιτική γενικευμένης δημόσιας στήριξης της εργατικής αναπαραγωγής (παιδεία, υγεία, πρόνοια), που αποτελούσε, για τις τότε συνθήκες, στήριξη προς το κεφάλαιο (κεφάλαιο και μισθωτή εργατική δύναμη συνιστούν όψεις της ίδιας κοινωνικής σχέσης).
Η μεγάλη κρατική ιδιοκτησία είχε διττή αποστολή, την καπιταλιστική αναπαραγωγή και την ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος, σε διεθνείς συνθήκες ενίσχυσης των δυνάμεων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ρόλο της ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος μέσω της μεγάλης κρατικής ιδιοκτησίας είναι το παράδειγμα της γαλλικής κρατικής μονοπωλιακής ενεργειακής επιχείρησης EdF. Η EdF ιδρύθηκε το 1946, και απασχολεί 162.000 εργαζόμενους. Το 1% του ετήσιου κύκλου εργασιών της EdF, που σήμερα ανέρχεται σε σχεδόν 300 εκατ. Ευρώ, διοχετεύθηκε σ’ ένα κοινωνικό ταμείο, που διαχειριζόταν το εργατικό συνδικάτο. Το προσωπικό της καταβάλλει μόλις το 1/10 της κανονικής τιμής για ηλεκτρικό ρεύμα και εισπράττει γενναιόδωρες συντάξεις[15].
Υπό ορισμένες συνθήκες, π.χ. στη Σουηδία (έμεινε εκτός πολέμου, γειτνίαση με ΕΣΣΔ) η εκτεταμένη κρατική ιδιοκτησία στήριξε γενικευμένη άνοδο της τιμής της εργατικής δύναμης (με σημαντικό τμήμα της αναπαραγωγής της μέσω των δημοσίων κοινωνικών υπηρεσιών) σε συνδυασμό με την καπιταλιστική παραγωγή (η λεγόμενη «μικτή οικονομία»). Στη συνέχεια εναρμονίσθηκε με τις διεθνείς τάσεις της απελευθέρωσης των αγορών και μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης.
Και το παράδειγμα της Σουηδίας επιβεβαιώνει ότι πολιτικές ρυθμίσεις σε εκτροπή από τους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής οδηγούν νομοτελειακά σε συνθήκες αναίρεσής τους[16].
Σημειώνουμε ότι δεν υφίστανται «καθαρές» πολιτικές «φιλελευθερισμού» ή «κρατισμού». Στην εκάστοτε επικρατούσα τάση συνυπάρχουν στοιχεία της άλλης και ο συνδυασμός των στοιχείων δίνει περισσότερες της μιας εναλλακτικές οικονομικές πολιτικές. Είναι η γνωστή συζήτηση για το «μείγμα» της οικονομικής πολιτικής. Σε στιγμές αμφισβήτησης της μιας ή άλλης τάσης αναπτύσσονται ιδεολογικο-πολιτικοί πόλοι, κόμματα υπεράσπισης πιο «καθαρών» θέσεων, π.χ. εθνικιστικά κόμματα που τάσσονται κατά της συμμετοχής στην ΕΕ, κατά της «παγκοσμιοποίησης», υπέρ της προστασίας της εγχώριας παραγωγής, ακόμη υπέρ της ανακατανομής του εισοδήματος, κλείσιμο συνόρων στους μετανάστες.
ΝΕΟΚΕΫΝΣΙΑΝΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
Οι νεοκεϋνσιανοί οικονομολόγοι της Ευρώπης ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής (και του Συμφώνου Σταθερότητας) ώστε να επιτρέπει τη διαμόρφωση πιο επεκτατικής εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής σε συνθήκες (ύφεσης). Προβάλλουν το παράδειγμα της FED των ΗΠΑ ως αποτελεσματικότερο της ΕΚΤ της ΕΕ.
Επιχειρούν να παντρέψουν τα επεκτατικά «μείγματα» οικονομικής πολιτικής (διεύρυνση των ελλειμμάτων), με την ευρωενωσιακή αγορά των μονοπωλίων. Σε αυτή τη βάση αναζητούν λύσεις.
Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Θ. Πελαγίδη[17] στην πρόσφατη υπόδειξη του James Gallebraith: Να δεχθεί η ΕΚΤ να αγοράσει ομόλογα που θα εκδώσει η ίδια η ΕΕ και στη συνέχεια να διοχετευθούν τα χρήματα στις χώρες-μέλη χωρίς οι τελευταίες να υπερβούν τη δέσμευση πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος 3% του ΑΕΠ.
Ωστόσο η ενίσχυση των κρατικών επιχορηγήσεων δεν αποτελεί αποκλειστική νεοκεϋνσιανή επιλογή.
Αρχικά η φιλελεύθερη κυβέρνηση Μπους ακολούθησε αυτό το μέτρο για τις αεροπορικές εταιρείες, ασφαλιστικές. Ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά κράτη. Και στην Ιαπωνία οι κρατικές επιχορηγήσεις στις Τράπεζες, στην ουσία αποτελούν ανάληψη μεγάλου μέρους των επισφαλών δανείων τους. Κατά τη διάρκεια 1998 και 1999, είχε αναλάβει χρέη προβληματικών Τραπεζών ύψους 76 δισ. δολ. (ή 9,5 τρισ. γιέν).
Αλλο χαρακτηριστικό των νεοκεϋνσιανών τάσεων είναι ότι υπερασπίζονται ορισμένες επανακρατικοποιήσεις (100% στο κράτος, π.χ. France Telecom). Αναζητούν «παράθυρα» στο ευρωενωσιακό εποικοδόμημα για να εισάγουν ορισμένη πολιτική διαχείρισης της κρίσης (π.χ. «υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος» που εξασφαλίζουν «ελάχιστες υπηρεσίες, σε συμφέρουσα για όλους τους πολίτες τιμή»). Βλέπουν ένα συμπληρωματικό ρόλο στο κρατικό «μονοπώλιο» που δεν αντιστρατεύεται τα συμφέροντα του ιδιωτικού τομέα.
Το ίδιο αντιφατικός είναι και ο αναδιανεμητικός στόχος της πολιτικής τους. Υποστηρίζουν κυρίως ορισμένα μέτρα τόνωσης της εγχώριας ζήτησης, αν προκύψει ανάγκη, κυρίως μέσω φοροελαφρύνσεων και επιδομάτων ανεργίας, φτώχειας κλπ., και όχι συνολική ανατροπή των αναδιαρθρώσεων στις εργασιακές σχέσεις. Και εδώ η «ευελιξία» δεν είναι αποκλειστικό νεοκεϋνσιανό προνόμιο .
Η περίοδος επιδότησης της ανεργίας στις ΗΠΑ ανέρχεται σε 5ετία. Ενώ η «Κοινωνική πλατφόρμα» των Εργατικών στη Βρετανία, για να χτίσουν νοσοκομεία και σχολεία, στηρίζεται στα «κίνητρα ιδιωτικής χρηματοδότησης» (τα RFI), τα οποία θα διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλο στο πρόγραμμα της κυβέρνησης[18].