Αν και γι’ αυτό ο αναγνώστης θα αναγκασθεί να υποστεί μερικές σελίδες μας ακόμη, ευελπιστούμε ότι, στο τέλος τους, δεν θα υπάρχει πια δυνατότητα αμφισβήτησης της τεράστιας υπεροχής των ΗΠΑ στον τομέα των ευνοϊκών κρατικών, πολιτικών και ιδεολογικών όρων ανάπτυξης απέναντι στη Ρωσία και, σε συνέχεια, στην ΕΣΣΔ.
Ας έλθουμε, όμως, τώρα, στα συγκεκριμένα στοιχεία:
Καθώς «η καλή ημέρα φαίνεται από το πρωί», τα σημάδια αυτής της υπεροχής αρχίζουν να εμφανίζονται από την εποχή που οι κατοπινές ΗΠΑ βρίσκονται στη φάση της διαμόρφωσής τους.
Κατ’ αρχήν, ας δούμε τη «γενική φυσιογνωμία» των ΗΠΑ της εποχής.
Ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε άλλο, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί (και ούτε καν να αμφισβητήσει) στα σοβαρά το ότι οι ΗΠΑ (σωστότερα, η περιοχή που, αργότερα, θα εξελιχθεί σε ΗΠΑ) ήταν το κλασικό παράδειγμα που ενέπνευσε στον Φρ. Ενγκελς την κατάταξη μιας ομάδας αποικιών στην κατηγορία εκείνη των αποικιών που αποτελούν «επέκταση της μητρόπολης στην απέναντι ακτή». Αυτό σημαίνει, πριν απ’ όλα, ότι στις βορειοαμερικανικές αποικίες του Στέμματος, το αποικιακό πρόβλημα έμπαινε με τρόπο ριζικά διαφορετικό από ό,τι, ας πούμε, στις Ινδίες. Το γεγονός ότι ο πληθυσμός των υπηκόων του Στέμματος στην Β. Αμερική αποτελούνταν κυρίως από Αγγλους, που μετανάστευσαν εκεί, ήταν ένας από τους πολλούς παράγοντες που επέτρεψαν την εγκατάσταση ενός αποικιακού καθεστώτος σχετικά ευνοϊκού. Αυτό φαίνεται από τα εξής:
α) Τη γενική θέση των Βορειοαμερικανικών αποικιών. Κατ’ αρχήν, οι τελευταίοι δημιουργούν στη Β. Αμερική ένα ολόκληρο κράτος εν κράτει, με δικά του όργανα, τα οποία, στην περίοδο 1776-1783 θα αποδειχθούν, τόσο σαν πολιτική παράδοση όσο και σα συγκεκριμένα όργανα, αποφασιστικής σημασίας. Μερικά (και, μάλιστα, τα ιστορικότερα, όπως οι πολιτειακές συνελεύσεις) υπάρχουν ακόμη. Βέβαια, μέχρι την επίτευξη της Ανεξαρτησίας, όλα αυτά τα όργανα βρίσκονται υπό την υψηλή εποπτεία του Στέμματος και του Κοινοβουλίου του Λονδίνου. Οι αποφάσεις τους δεν είναι κυρίαρχες και, στα σοβαρότερα ζητήματα, το Λονδίνο έχει τον τελευταίο (και τον αποφασιστικό) λόγο. Ωστόσο, το τελευταίο είναι μάλλον ανεκτικό και, σε όχι λίγες περιπτώσεις, η εποπτεία του παραείναι υψηλή. Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους, από τους οποίους οι σημαντικότεροι είναι:
- Η μεγάλη γεωγραφική απόσταση και η δυσχέρεια επικοινωνίας. Ο Ατλαντικός δεν είναι μικρό εμπόδιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι θεωρήθηκε (και όχι, ασφαλώς άδικα) περίπου κοσμοϊστορικό το γεγονός ότι το βρετανικό πλοίο Great Western διέσχισε την απόσταση Μπρίστολ-Νέα Υόρκη σε 15 ημέρες. Ο Great Western ήταν το πρώτο ατμόπλοιο που έκανε αυτό το ταξίδι και αυτό έγινε το 1838, όταν δηλαδή οι ανεξάρτητες ΗΠΑ είναι ήδη 55 ετών.
- Η δαιδαλώδης κατάσταση στις αποικίες και η έλλειψη σαφών συνόρων. Πράγματι, στις βορειοαμερικανικές αποικίες ο έλεγχος είναι εξαιρετικά δύσκολος, αν όχι, σε πολλές περιπτώσεις παντελώς αδύνατος. Από την μια μεριά, η έκταση είναι τεράστια. Αν και η έκταση των αποικιών δεν είναι παρά μόνο το 1/4 της έκτασης των σημερινών ΗΠΑ (2.302.020 τ. χλμ. έναντι 9.363.395) είναι παρ’ όλα αυτά, μια κολοσσιαία έκταση, σχεδόν 10πλάσια από την έκταση του σημερινού Ηνωμένου Βασιλείου[4]. Είναι φανερό ότι μόνο οι τεράστιες αποστάσεις - που με τα μέσα της εποχής, ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι ξεκάθαρα επικίνδυνο, να διασχίσει κανείς - έκαναν πολύ δύσκολο τον έλεγχο. Σε αυτό, πρέπει να προστεθεί και η αραιότητα του πληθυσμού. Η πρώτη απογραφή του νέου ανεξάρτητου κράτους (1790, δηλαδή 7 χρόνια μετά τη Συνθήκη των Παρισίων) κατέγραψε 3.929.214 κατοίκους. Αριθμός που αντιστοιχεί σε 1,70 κατοίκους ανά τ. χλμ., είναι το πολύ ίσος με τον αριθμό των κατοίκων του σημερινού νομού Αττικής και είναι, πιθανότατα, μόλις το 80% του πληθυσμού μόνο της Αγγλίας της εποχής του Ολ. Κρόμγουελ, δηλαδή 140 χρόνια νωρίτερα[5]. Επιπρόσθετος παράγων είναι η αβεβαιότητα των συνόρων, καθώς οι άποικοι στην αναζήτηση γης, αποφεύγουν ακριβώς τα πιο πυκνοκατοικημένα κέντρα και κατευθύνονται στις ανεξερεύνητες (αν και όχι ακατοίκητες, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) περιοχές. Ο περιορισμός του αποικισμού και της εδαφικής του έκτασης θα είναι ένα από τα πιο ακανθώδη προβλήματα των αποικιακών αρχών, ένας πραγματικός πονοκέφαλος γεμάτος όχι μόνο ωρολογιακές βόμβες αλλά και παιγνίδια με τη φωτιά (όπως πχ. η προσπάθεια συνδιαλλαγής με τις αμερινδικές φυλές)[6]. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σειρά των εναυσμάτων της Επανάστασης άρχισε με το πρόβλημα των συνόρων του νεοκατακτημένου Καναδά («Απόφαση των Αλλεγανίων»)[7] και ότι το τελευταίο διαφιλονικούμενο σημείο αυτού του κεφαλαίου - η γραμμή των συνόρων στο ΒΑ άκρο της πολιτείας Μαίην - έκλεισε μόλις το 1925.
- Οι πολιτικοστρατηγικές ανάγκες του Στέμματος. Το πρώτο μισό του 18ου αιώνα θα είναι μια περίοδος συνεχών αναμετρήσεων Βρετανίας-Γαλλίας για την ιδιοποίηση της Β. Αμερικής. Η αναμέτρηση υπήρξε βιαιοτάτη και η κατάληψη του Κεμπέκ (1759) και του Μόντρεαλ (1760) υπήρξε η νεκρική καμπάνα για τις γαλλικές ελπίδες. Ωστόσο, το Στέμμα χρειάζεται τους βορειοαμερικανούς αποίκους που αποτελούν ένα πολύτιμο συμμαχικό στρατό. Ετσι, ανέχεται μια αυτονομία αναντίρρητα εντυπωσιακή, αν όχι και ανησυχητική[8]. Η υπογραφή της Συνθήκης των Παρισίων (1763)[9], με την οποία το Στέμμα στερέωσε και, μάλιστα, διεύρυνε τα κεκτημένα στην Β. Αμερική, απελευθέρωσε το Λονδίνο από αυτή την εξάρτηση. Ετσι, προσπαθεί απότομα να ενισχύσει τον έλεγχό του στις βορειοαμερικανικές αποικίες.
β) Τον παράγοντα της μετανάστευσης και τις ποσοτικές και ποιοτικές πλευρές του. Φυσικά, σήμερα κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί με τα σωστά του ότι αυτό το κράτος που γνωρίσαμε με το όνομα «Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής», είναι δημιούργημα της ευρωπαϊκής μετανάστευσης. Η μετανάστευση αυτή έχει αρχίσει από πολύ παλιά.
Η αντιπαράθεση Αγγλίας και Ισπανίας (που, όπως έδειξε το περίφημο επεισόδιο της «Μεγάλης Αρμάδας», έθεσε σε σοβαρότατο κίνδυνο την Αγγλία) οδήγησε το θρόνο στη σκέψη ότι έπρεπε να καταστρέψει το οικονομικό στήριγμα της Ισπανικής ισχύος, δηλαδή τις αμερικανικές κτήσεις της Ισπανίας. Ετσι, από τις πρώτες αρχές του 17ου αιώνα, αρχίζει να προωθεί σχέδια δημιουργίας προγεφυρωμάτων στην Β. Αμερική. Ωστόσο, γρήγορα τα πράγματα θα πάρουν απροσδόκητη τροπή.
Ακριβώς στην περίοδο αυτή, εμφανίζεται στην Αγγλία, το ρεύμα του Πουριτανισμού. Οι Πουριτανοί (από τη λατινική λέξη purus = καθαρός, αγνός) είναι μια θρησκευτική αίρεση που αντιπολιτευόταν έντονα και, καμμιά φορά, βίαια την επίσημη Εκκλησία, και την απολυταρχική μοναρχία. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα είδος θρησκευτικο-πολιτικού κόμματος, που συγκέντρωνε και εξέφραζε τα πιο τολμηρά και επιθετικά στοιχεία της πρώιμης αστικής τάξης, ιδιαίτερα ένα τμήμα των βιοτεχνών και των εμποροναυτικών. Αυτό φαίνεται από τη γενικότερη στάση τους. Στην άγρια αντιπαράθεσή τους με την επίσημη Εκκλησία (η οποία, στην Αγγλία, δεν είναι πια καν η Καθολική) και με την απολυταρχική μοναρχία, κρύβεται (;) η εχθρότητά τους προς το αναχρονιστικό-αριστοκρατικό στοιχείο, που εμποδίζει την καπιταλιστική συσσώρευση ή, τουλάχιστον, την ανεμπόδιστη πορεία της. Οι Πουριτανοί ήταν γνωστοί και στόχοι σκωπτικών ή, πιθανότατα, προπαγανδιστικών σχολίων για την τσιγκουνιά τους, την πεισματική τους αποχή από τις διασκεδάσεις (καταδίκαζαν πχ. το Θέατρο και τον χορό), το μόνιμα βλοσυρό και απροσπέλαστο ύφος τους και την φανατική προσκόλληση στην εργασία. Εντύπωση (και, συχνότατα, όχι λίγες υποψίες) προκαλούσε και το πασιφανές γεγονός της συστηματικής προσπάθειας των Πουριτανών να απομονωθούν όσο μπορούσαν πιο ερμητικά από το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν. Εντύπωση επίσης είχε προκαλέσει η τάση των Πουριτανών να φορούν όμοια μεταξύ τους ρούχα, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες. Πίσω από αυτά τα παράδοξα και, εκ πρώτης όψεως, κωμικοφανή χαρακτηριστικά, κρυβόταν η αφοσίωση της πρώιμης αστικής τάξης, που αισθάνεται τη θέση της εξαιρετικά ανασφαλή, σε μια όχι απλώς πολιτική αλλά μορφή κοινωνικής διαβίωσης που ενισχύει τη συσσώρευση (εξ ού ο ασκητισμός), ακόμη και σε βάρος όλων των άλλων στοιχείων της κοινωνικής ζωής (εξ ού η καταδίκη των στοιχείων της υλικής ευμάρειας, που θεωρούνται «άχρηστη και παράκαιρη σπατάλη»). Στην εχθρική τους απομόνωση, που έχει χαρακτήρα ανοιχτά - και, όχι σπάνια, ομολογημένα - επιθετικό, εκφράζεται η ανάγκη της αστικής τάξης για «επέκταση» κάθε είδους. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται και στα κηρύγματα μερικών Πουριτανών για «επιβολή της αληθινής πίστης με το σπαθί». Ο Θρόνος δεν είχε καθόλου άδικο να ανησυχεί για την τάση ομοιόμορφης εμφάνισης των Πουριτανών: Πέρα από την πλευρά της ενίσχυσης της συσσώρευσης (αφαίρεση από την ενδυμασία κάθε πολυτελούς ή πολυδάπανου εξαρτήματος και «αυτοκατανάλωση» των υλικών), στην πραγματικότητα έχουμε προσπάθεια επιβολής ιδιαίτερης στολής, σαφεστάτης ένδειξης χωριστής πολιτικής, για να μην πούμε και στρατιωτικής, οργάνωσης[10].
Με την άνοδο στο Θρόνο της δυναστείας των Στιούαρτ (1603-1649), η επιρροή των παλαιοφρόνων στοιχείων της αριστοκρατίας στις κρατικές υποθέσεις δυναμώνει, πράγμα που βρίσκει την έκφρασή του στην ενίσχυση των καθολικών και μισοκαθολικών ρευμάτων. Βέβαια, η κατάσταση είναι τέτια που ο Θρόνος είναι αναγκασμένος να αποφεύγει τις ακρότητες, αλλά η εχθρότητά του προς τους Πουριτανούς μεγαλώνει. Τα πράγματα δεν φθάνουν ως τους εκτεταμένους διωγμούς αλλά οι πιέσεις γίνονται πολύ φανερές, όπως δείχνει το διάταγμα του Ιακώβου του Α΄, που τους απαγόρευσε την κατοχή δημοσίων θέσεων. Ετσι, στις γραμμές των Πουριτανών ωριμάζουν ρηξικέλευθες σκέψεις.
Από το 1607 ακόμη, μερικές ομάδες Πουριτανών είχαν θεωρήσει αναγκαίο να εγκαταλείψουν την Αγγλία, και να καταφύγουν στην Ολλανδία. Για διαφόρους λόγους, σκέφθηκαν να φύγουν και από εκεί. Στην προσπάθειά τους αυτή, κατόρθωσαν να πάρουν από το βασιλιά Ιάκωβο τον Α΄ την άδεια να εγκατασταθούν μόνιμα στη Β. Αμερική και συγκεκριμένα, στα εδάφη της Βιργινίας. Υστερα από περιπετειώδεις προετοιμασίες και επανειλημμένες αποτυχίες, οι άποικοι ξεκίνησαν στις 16 Σεπτέμβρη 1620 από το λιμάνι του Πλύμουθ. Υστερα από δύσκολο ταξίδι 64 ημερών (ο Great Western απέχει πολύ ακόμη) έφθασαν στις βορειοαμερικανικές ακτές και, δύο ημέρες αργότερα, αποβιβάστηκαν σε κόλπο βορειότερης ακτής, όπου αργότερα δημιουργήθηκε το λιμάνι που ονομάστηκε επίσης Πλύμουθ. Ηταν το ταξίδι των περίφημων 100 «Προσκυνητών» (Pilagrims - καθόλου τυχαία ονομασία) με το πλοίο Mayflower, ταξίδι που αρχίζει με μια συμβολική και, εν όψει των μετέπειτα γεγονότων, θα έλεγε κανείς σημαδιακή λεπτομέρεια: Με την παράβαση των βασιλικών εντολών, που έδιναν άδεια εγκατάστασης, μόνο στην Βιργινία και όχι αλλού.
Η αρχή όμως, έχει γίνει. Το 1623, ο Τζών Χουάϊτ, μαχητικός Πουριτανός κληρικός από το Ντόρτσεστερ, παρακινεί με φλογερούς λόγους τους ομοθρήσκους τους να περάσουν τον Ατλαντικό. Ο Θρόνος έχει λίγο θορυβηθεί από αυτές τις κινήσεις αλλά δεν βλέπει λόγο γιατί να μην τις υποστηρίξει. Μέσα από αυτές, και τους Πουριτανούς ξεφορτώνεται και προγεφυρώματα στην Β. Αμερική δημιουργεί.
Δεν υπάρχει σκιά αμφιβολίας ότι ένα βασικό (πιθανότατα, το βασικό) στοιχείο που συνέβαλε στη δημιουργία των ΗΠΑ ήταν η «πολιτική αντιπολίτευση». Πράγματι από τις αρχές του 17ου ακόμη αιώνα, βλέπουμε να εποικίζουν τις άγριες ερήμους όχι τόσο απόκληροι όσο σχετικά εύποροι και ευκατάστατοι άποικοι οι οποίοι δεν μπορούν να προσαρμοσθούν στις πολιτικές συνθήκες της μητρόπολης. Η ιδέα της μετανάστευσης στην Αμερική σαν αντιμετώπιση της πολιτικής, κυρίως, εξέλιξης είναι στην πραγματικότητα, πολύ βαθειά ριζωμένη. Ετσι, βλέπουμε πάνω από 20 χρόνια μετά το Mayflower και σε μια στιγμή όπου οι υποθέσεις της Αγγλικής Επανάστασης «ζορίζουν» τον Ολ. Κρόμγουελ να λέει ότι, αν η κατάσταση συνεχίσει έτσι, τότε Δε μένει τίποτε άλλο από το να μεταναστεύσουν στην Αμερική. Είναι χαρακτηριστικό το ότι με τον καιρό, η κατεύθυνση παρουσιάζει και φαινόμενα αναστροφής: Ετσι, ο λόρδος Μπάλτιμορ σχεδιάζει, γύρω στο 1630, τη δημιουργία αποικίας στην περιοχή της σημερινής πολιτείας Μαίρυλαντ, η οποία θα χρησίμευε σαν καταφύγιο για τους Καθολικούς που ο Μπάλτιμορ φοβούνταν ότι θα διώκονταν στην Αγγλία. Χαρακτηριστική είναι και η πρωτοβουλία του Ουϊλλιαμ Πεν να δημιουργήσει μια ολόκληρη αποικία (την κατοπινή Πενσυλβανία) με τον δεδηλωμένο σκοπό να την μετατρέψει σε άσυλο μεταναστών.
Αυτό, πέραν των άλλων, καθορίζει και κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: Το μέσο τύπο του ανθρώπινου υλικού εκείνης της μετανάστευσης.
«Ενα μεγάλο μέρος του αρχικού Αμερικανικού πληθυσμού δημιουργήθηκε από κύματα εξαιρετικά καταρτισμένων και πλατειά αστικοποιημένων[11] Ευρωπαίων μεταναστών. Στη Νέα Αγγλία και τις Μέσες αποικίες ήταν απόγονοι Διαμαρτυρομένων που είχαν κινδυνέψει τη ζωή τους για να αποκτήσουν και να διαβάσουν μια Αγγλική Βίβλο[12]. Πολλοί άλλοι είχαν στενές σχέσεις με τον Κρομγουελλιανό στρατό, ο οποίος, για ένα σύντομο διάστημα, εγκαθίδρυσε μια ρεπουμπλικανική Δημοκρατία στην Αγγλία του 17ου αιώνα[13]. Πέρα από τη Βίβλο, οι λογοτεχνικές τους αποσκευές περιλαμβάνουν μεγάλες δόσεις Σαίξπηρ, Μίλτον, Τζων Μπάνμαν και των Ουίγων κληρονόμων τους του 18ου αιώνα. Το ποσοστό αλφαβητισμού υπολογίζεται από όλους σαν εξαιρετικά υψηλό ακόμη και με τα σημερινά γενικά κριτήρια: Εννέα στους δέκα ενήλικους ήξεραν ανάγνωση στη Νέα Αγγλία, τρεις στους τέσσερις στην πολύ λιγότερο ανεπτυγμένη περιοχή, τη Βιργινία»[14].
Συνεχίζοντας την περιγραφή ο ιστορικός σημειώνει:
«Ο πληθυσμός στο σύνολό του τότε, είχε ένα βαθύ σεβασμό για την παιδεία, αυτό που ο Χάμιλτον απεκάλεσε «ιδιοφυΐα για τα ζητήματα της μηχανικής» και μια θρησκευτική αίσθηση σκοπών της ζωής του. Η επιστήμη και η παιδεία ήταν υψηλές δημόσιες προτεραιότητες, όπως δείχνουν τοπικά διατάγματα που επιβάλλουν εκπαίδευση σε αγόρια και κορίτσια και τη δημόσια χρηματοδότηση δραστηριοτήτων όπως η μελέτη των εκλείψεων»[15].
Παρ’ όλο που δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με πολλά από όσα λέει η Ν. Spannans στο παραπάνω έργο της, γραμμένο σε έντονα πολεμικό τόνο η περιγραφή μας φαίνεται βάσιμη, κατ’ εξοχήν. Τί σημαίνει, όμως, «βάσιμη» περιγραφή; Σημαίνει τεκμηρίωση του γεγονότος ότι στις βορειοαμερικανικές ακτές του Ατλαντικού αποβιβάστηκε, στη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα το πιο πρωτοπόρο, το πιο προωθημένο κομμάτι του πληθυσμού της Ευρώπης.
Αυτό σήμαινε το κομμάτι εκείνο που, όπως λέει η Spannans, είχε τις πιο μεγάλες τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις. Από την άλλη μεριά, το τμήμα εκείνο που ήταν το πιο αποδοτικό «ιδεολογικο-οικονομικά», αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό τον όρο; Ανθρωποι που έχουν εγκαταλείψει τις πατρίδες τους για πολιτικούς λόγους και, συνήθως, δεν έχουν πού αλλού να πάνε. Ανθρωποι που οι ίδιοι ανήκουν στις πιο πρωτοπόρες δυνάμεις του ακόμη εμβρυακού καπιταλιστικού κόσμου και συνεπώς, είναι αποφασισμένοι για όλα. Ανθρωποι, τέλος, που βρίσκουν στο Νέο Κόσμο την υλική ευμάρεια και την ελευθερία (την καπιταλιστική ελευθερία, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή ήταν η μόνη εφικτή στην εποχή της διαμόρφωσης των κατοπινών ΗΠΑ) που δεν μπορούσαν να βρουν στην απολυταρχική Ευρώπη.
Με άλλα λόγια μια «ανθρώπινη πρώτη ύλη» που είναι η πιο κατάλληλη για μια γρήγορη οικονομική ανάπτυξη.
Εδώ πρέπει να πούμε ότι η μετανάστευση αυτή, όπως είναι πολύ γνωστό, καθόλου δεν μειώθηκε με την απόκτηση της Ανεξαρτησίας. Αντίθετα, αυξήθηκε μέχρι που πήρε γιγαντιαίες διαστάσεις. Ετσι, η απογραφή του 1800 διαπιστώνει πληθυσμό 5.308.483 ατόμων, που σημαίνει 1.379.269 (+ 35,10%) περισσότερο από το 1790. Το 1810, καταγράφεται πληθυσμός 7.239.881 ατόμων, δηλαδή 1.931.398 (+ 36,38%) περισσότερο σε σχέση με το 1800 και 3.310.667 (+ 84,25%) σε σχέση με το 1790. Μέχρι το 1860, ο πληθυσμός των ΗΠΑ αυξάνεται κατά 35% περίπου ανά 10ετία. Από το 1860 ως το 1920 αυξάνεται με ρυθμό που ξεπερνά το 20% ανά 10ετία.
Οι αριθμοί αυτοί οφείλονται αποκλειστικά στη μαζική μετανάστευση, που πήρε, μάλιστα και οικογενειακό χαρακτήρα. Υπολογίζεται ότι η συνολική ευρωπαϊκή μετανάστευση στις ΗΠΑ ξεπέρασε συνολικά τα 55.000.000 μετά το 1800. Παράλληλα, η φυσική αύξηση του «εκάστοτε ιθαγενούς» πληθυσμού των ΗΠΑ ήταν πάντα σχετικά χαμηλή ακριβώς λόγω της σχετικής ευπορίας του[16]. Ισως δεν είναι τυχαία και δύο άλλα φαινόμενα:
Ι. Ο πληθυσμός των ΗΠΑ εξακολουθεί και μετά το 1918 να αυξάνεται με ρυθμό που ξεπερνά το 14% κατά δεκαετία, καθώς η μετανάστευση καταργείται με την παραδοσιακή της μορφή αλλά δεν διακόπτεται.
ΙΙ. Μέχρι το 1960, η δεκαετία της μικρότερης αύξησης φαίνεται να είναι η δεκαετία 1930-’40 (+7,2%), δηλαδή μια περίοδος σοβαρής οικονομικής κρίσης. Το θέμα του ρόλου αυτού του παράγοντος θα μας απασχολήσει και παρακάτω.
γ) Την οικονομική κατάσταση των ΗΠΑ στο ξεκίνημά τους και σε στιγμές ή περιόδους σταθμούς της εξέλιξής τους. Πριν απ’ όλα, εκείνο που κάνει εντύπωση όταν κανείς εξετάζει την κατάσταση των βορειοαμερικανικών αποικιών του Στέμματος ήταν η οικονομική τους ευμάρεια.
Τουλάχιστον 100 χρόνια πριν από την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, τα σημάδια μιας σαφούς και όλο και οξύτερης οικονομικής αντιπαράθεσης βεορειοαμερικανικών αποικιών και μητρόπολης έχουν ήδη φανεί καθαρότατα. Από τα τέλη του 17ου αιώνα διάφορα τμήματα των αποικιών έχουν ήδη άμεσες εμπορικές σχέσεις με το «εξωτερικό» δηλαδή με τρίτες, εκτός Βρετανίας χώρες. Είναι επίσης φανερή και κυρίαρχη και η εξής τάση: Οι σχέσεις αυτές είναι τόσο μεγαλύτερες όσο λιγότερο αγροτική ήταν η αποικία. Ετσι, ήταν πολύ μεγαλύτερες στη Νέα Αγγλία, παρά στη Βιργινία[17].
Το βέβαιο είναι ότι οι αποικίες γίνονται ένας σημαντικός εμπορικός και εξαγωγικός ανταγωνιστής της μητρόπολης. Αυτό, μάλιστα, γίνεται και σε βιομηχανικούς τομείς και καταλήγει και στην αγορά των ίδιων των αποικιών. Διαθέτοντας μεγάλες πηγές πρώτων υλών και ακατέργαστων προϊόντων οι άποικοι όλο και πιο πολύ στρέφονται προς την επί τόπου παραγωγή κατεργασμένων προϊόντων παρά προς τις εισαγωγές από την Βρετανία. Μόνοι φραγμοί σε αυτό είναι η έλλειψη πλεονασματικού εργατικού δυναμικού για τη βιομηχανία και τα ποιοτικά επίπεδα της παραγωγής που δεν είναι πάντα τα αναγκαία[18].
Το βέβαιο είναι ότι η οικονομική άνοδος είναι πολύ φανερή. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1775, οι βιομηχανίες επεξεργασίας μετάλλου είναι, στις βορειοαμερικανικές αποικίες, πιο πολλές από ό,τι στη Βρετανία, η οποία εισάγει από αυτές 4.000 τόνους ακατέργαστου σιδήρου το χρόνο, ποσότητα πολύ σημαντική για την εποχή.
Η εξέλιξη αυτή φαίνεται και από άλλους παράγοντες:
«Η εκπληκτική αύξηση του πληθυσμού (σ.μ. εννοεί μεταξύ 1700 και 1763) πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της σύγχρονης Ευρώπης, οφειλόταν κυρίως σε μια σημαντικά χαμηλότερη θνησιμότητα[19]. Αυτό, με τη σειρά του, οφειλόταν στον σχετικά νεαρό χαρακτήρα του πληθυσμού, στην απουσία λιμών, επιδημιών και παρόμοιων δημογραφικών κρίσεων και σε μια καλύτερη δίαιτα που γινόταν δυνατή από την υψηλή παραγωγικότητα της Αμερικανικής αγροτικής οικονομίας. Με το πέρασμα των πρώτων «εποχών πείνας», η παιδική θνησιμότητα, ιδιαίτερα των νεογέννητων, μειώθηκε δραματικά - αν και με αργότερους ρυθμούς, στο υγρό, θερμό και γεμάτο ελονοσία περιβάλλον των αποικιών του Τσέζαπηκ[20] και η μέση διάρκεια ζωής αυξήθηκε. Στο Αντοβερ της Μασσαχουσέτης, πχ. ο μέσος όρος ηλικίας θανάτου των πρώτων αρρένων αποίκων ήταν 71,8 χρόνια - δηλαδή ανώτερη από εκείνη των ανδρών στις ΗΠΑ σήμερα»[21].
Ασφαλώς, παρά τον μικρό πληθυσμό και τους τεράστιους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, η βορειαμερικανική αποικιακή κοινωνία δεν ξέφυγε από την πόλωση του πλούτου και της φτώχειας, ούτε από τη διάδοση της αθλιότητας που χαρακτηρίζουν αξεχώριστα το καπιταλιστικό σύστημα. Ωστόσο, και έτσι ακόμη δεν μπορούμε να μην συμφωνήσουμε με τον συγγραφέα, ο οποίος διαπιστώνει ότι τα φαινόμενα αυτά περιορίζονται κυρίως σε μερικές πόλεις - λιμάνια, αφορούν ένα μικρό τμήμα του πληθυσμού και δεν έγιναν ποτέ «το τρομαχτικό κακό που έγιναν στην Αγγλία», ενώ, συνολικά, η βορειοαμερικανική αποικιακή κοινωνία ήταν, ακόμη και πριν την ανεξαρτησία, «μια από τις πλουσιότερες και παραγωγικότερες του κόσμου»[22].
Οι βρετανικές αρχές αισθάνονταν ανάμικτα αισθήματα γι’ αυτό. Δεν είχαν, βέβαια, αντίρρηση να διαθέτουν μια ευημερούσα και ανθηρή αποικία, αλλά ο ενθουσιασμός τους μειωνόταν απότομα, όταν σκέπτονταν τον εμπορικό ανταγωνισμό των αποίκων. Οι αντιδράσεις τους ήταν ανάλογες: Προσπάθησαν να ανακόψουν αυτή την άνοδο ή, στην καλύτερη περίπτωση, να τη διοχετεύσουν προς κατευθύνσεις που θα εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τα συμφέροντα των μεγαλεμπόρων, των μεγαλοκατασκευαστών και των τραπεζιτών της Βρετανίας.
Η εκδήλωση αυτού του ιδιόμορφου ενδιαφέροντος άρχισε να γίνεται φανερή ήδη από το 1699. Το Βρετανικό Κοινοβούλιο ψηφίζει νόμο που απαγορεύει την εξαγωγή οποιουδήποτε εριουργικού προϊόντος (συμπεριλαμβανομένου και του ακατέργαστου μαλλιού) από αποιαδήποτε βορειοαμερικανική αποικία. Ο στόχος ήταν προφανής: Οι βρετανικές αρχές δεν είχαν αντίρρηση στην εξάπλωση της κτηνοτροφίας, όσο αυτή είχε απλώς χαρακτήρα αυτοσυντήρησης των αποικιών. Δεν είχαν όμως σκοπό να ανεχθούν οποιοδήποτε εμπορικό ανταγωνισμό.
Το 1705, οι βρετανικές αρχές παίρνουν μέτρα που θα εξαναγκάσουν τις βορειοαμερικανικές αποικίες να γίνουν προμηθευτές ειδικών εξαρτημάτων του βρετανικού στόλου. Τα μέτρα αυτά είχαν αντιφατικά αποτελέσματα: Βοήθησαν στην ανάπτυξη σημαντικών βιομηχανικών κλάδων στις εντονότερα αγροτικές νοτιότερες πολιτείες, αλλά είχαν βλαβερές επιπτώσεις στην ήδη πιο προχωρημένη βιομηχανία της Νέας Αγγλίας.
Το 1732, ξέσπασε ο «πόλεμος των καπέλων». Διαθέτοντας άφθονες και πολύ προσιτότερες πηγές πρώτων υλών (δέρματα, γούνες, κλπ.) οι άποικοι γρήγορα εξελίσσονται σε μεγάλους παραγωγούς και εξαγωγείς καπέλων, κατακλύζοντας την ίδια την αγορά της Βρετανίας και, μάλιστα, του ίδιου του Λονδίνου. Σε απάντηση των διαμαρτυριών βρετανών ανταγωνιστών, το Κοινοβούλιο ψηφίζει νόμο που επιτρέπει σε κάθε «αμερικανό» πιλοποιό να έχει μόνο δύο βοηθούς και απαγορεύει την εξαγωγή καπέλων κατασκευασμένων στις αποικίες όχι μόνο στη Βρετανία αλλά και από την μία αποικία στην άλλη. Το 1733, το ίδιο εκείνο Κοινοβούλιο επιβάλλει μεγάλη αύξηση της φορολογίας στους «αμερικανούς» εξαγωγείς μελάσσας και οινοπνευματωδών ποτών. Η απόφαση, όπως σήμερα γνωρίζουμε με πολλές λεπτομέρειες, ήταν αποτέλεσμα ισχυρών πιέσεων του «λόμπυ» των Βρετανών μεγαλοϊδιοκτητών φυτειών ζαχαροκάλαμου της Καραϊβικής, που θέλουν να ξεφορτωθούν ένα ενοχλητικό ανταγωνιστή. Στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, γίνονται επίσης πιο εμπεριστατωμένοι και απαιτητοί (απαιτητικοί) οι νόμοι νομισματικού ελέγχου, που θεωρούν το χαρτονόμισμα των συνελεύσεων των αποικιών σαν απλή υποσχετική και επιμένουν στην εξυπηρέτηση των ανταλλακτικών σχέσεων μητρόπολης-αποικιών στη βάση μεταλλικού νομίσματος ή πολύτιμων μετάλλων[23].
Για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, οι νόμοι αυτοί, παρ’ όλο που προκαλούν ευρύτατη δυσαρέσκεια, δεν καταλήγουν στην έκρηξη. Αξιοποιώντας τη μεγάλη απόσταση από το Λονδίνο, οι άποικοι τους παραβιάζουν όσο μπορούν. Από την άλλη μεριά, ένα μεγάλο μέρος των τοπικών αρχών έχει, με τον καιρό, αποκτήσει στενές παντοειδείς σχέσεις με τον τοπικό πληθυσμό, και έχει, ουσιαστικά, απορροφηθεί και αφομοιωθεί από αυτόν. Ετσι, κάνει στραβά μάτια στις παντοειδείς παραβιάσεις και, καμμιά φορά, τις ενθαρρύνει ή και τις καθοδηγεί. Από τη δική του πλευρά, και το Λονδίνο δεν είναι αδιάλλακτα αυστηρό, καθώς έχει ανάγκη τους αποίκους για τον πόλεμο με τη Γαλλία. Πολύ περισσότερο, που η άφιξη πολυάριθμου εκστρατευτικού σώματος για τον πόλεμο στον σημερινό Καναδά δημιουργεί μεγάλες ανάγκες εφοδιασμού που μόνο οι τοπικές πηγές μπορούν να εξασφαλίσουν.
Μετά το 1763 η κατάσταση αλλάζει άρδην. Το Λονδίνο δεν έχει πια ανάγκη τους αποίκους. Αντίθετα ο ανταγωνισμός των τελευταίων έχει παραγίνει απειλητικός και, εκτός αυτού, ο θρόνος επείγεται να καλύψει τα τεράστια έξοδα που στοίχισε ένας παρατεταμένος πόλεμος. Ετσι, τα περιοριστικά μέτρα πέφτουν βροχή: Διατάγματα περιορισμού της ζώνης αποικισμού, αυστηροί (και πάντα δυσμενείς) κανονισμοί για το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, απαγόρευση του λαθρεμπορίου στο οποίο επιδίδονται όλοι οι άποικοι, νόμοι επιβολής χαρτοσήμου κλπ. Ταυτόχρονα, πιο αυστηρά γίνονται και τα μέτρα επιβολής και εφαρμογής των περιοριστικών νόμων.
Ιδιαίτερα βαρύς για τους αποίκους και για τις αποικίες γενικά έγινε ο νόμος περί μεταλλουργίας, που είχε ψηφιστεί ήδη το 1750, αλλά που οι αποικιακές αρχές τον ξαναθυμήθηκαν μετά το 1763. Συντεταγμένος με μεγάλη λεπτομέρεια ο νόμος αυτός απαγόρευε ξεκάθαρα:
- Την ανέγερση βιομηχανικών εγκαταστάσεων για την παραγωγή εργαλείων, φθάνοντας ως το σημείο να απαγορεύει ως και την παραγωγή καρφιών[24], και
- Την παραγωγή ειδικών κραμάτων, των «ειδικών χαλύβων» της εποχής.
Ο στόχος ήταν φανερός: Η μεταλλουργία των αποικιών έπρεπε να συντηρηθεί, αλλά μόνο στον βαθμό που θα γινόταν προμηθευτής (με όρους προτιμησιακούς και, καθόλου σπάνια, αναγκαστικούς) της βρετανικής σε συγκεκριμένα ημικατεργασμένα προϊόντα ή πρώτες ύλες.
Η κατάληξη όλων αυτών είναι γνωστή. Η Επανάσταση του 1776-1783, που κατέληξε στη δημιουργία των σημερινών ΗΠΑ.
Από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ, η Επανάσταση εκείνη, ιδιαίτερα με την τελική της νίκη, έκανε το εξής: Κληρονομώντας από το παρελθόν μερικά πολιτικοθεωρητικά και ιδεολογικά στοιχεία, ιδιαίτερα ευνοϊκά για την οικονομική ανάπτυξη, τα ανέπτυξε παραπέρα και τους έδοσε ακόμη πληρέστερη μορφή και, προ πάντων, εφαρμογή.
Τί δημιούργησε, αλήθεια, εκείνη η Επανάσταση; Δημιούργησε ακριβώς μια δειγματική περίπτωση in vivo παρατήρησης του φαινομένου «πολιτικο-ιδεολογικά πλαίσια της οικονομικής ανάπτυξης».
Αλλά ας έλθουμε στα συγκεκριμένα στοιχεία:
Η Επανάσταση του 1776-1783 δημιούργησε, κατ’ αρχήν, ένα νέο εθνικό κράτος. Η ίδια η εμπειρία επιβεβαιώνει τη λενινιστική παρατήρηση ότι ο κανόνας της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι το εθνικό κράτος. Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν εγγυάται, την ανάπτυξη. Πώς αυτή έγινε δυνατή στις ΗΠΑ;
Πολλοί τονίζουν σήμερα τον πρωτοπόρο χαρακτήρα της κοινωνίας των ΗΠΑ και των θεσμών τους. Εδώ, έχουμε ένα παράδειγμα της τόσο επιβλαβούς τάσης προς τις πρωθύστερες αναλύσεις, που αναφέρουμε παραπάνω. Αφήνοντάς το κατά μέρος, τί παρατηρούμε;
Παρατηρούμε ότι στη θέση των παλαιών βορειοαμερικανικών αποικιών του Στέμματος δημιουργείται ένα νέο κράτος που δεν ενοχλείται καθόλου να διακηρύσσει τον πρωτοπόρο και ιστορικό χαρακτήρα του.
Σήμερα, ξέρουμε τον πνευματώδη χαρακτηρισμό του Κ. Μαρξ: «Οι ΗΠΑ είναι «μια αστική Δημοκρατία όπου κυριαρχούν οι αλητήριοι».
Ωστόσο, συχνά ξεχνάμε ότι αυτός ακριβώς ο χαρακτήρας ήταν αυτός που έκανε πρωτοπόρα τη βορειοαμερικανική Συμπολιτεία. Οι διακηρύξεις δεν ήταν ένας κυνικός ελιγμός εξαπάτησης (αν και, πολύ συχνά, χρησιμοποιήθηκαν και έτσι) αλλά η απλή διαπίστωση της ιστορικής και επιστημονικής αλήθειας: Στις συνθήκες του τέλους του 18ου αιώνα και πολύ αργότερα, οι ΗΠΑ ήταν πράγματι μια πρωτοπόρα κοινωνία[25]. Αυτό φαίνεται από πολλά στοιχεία που πρέπει, βέβαια, να τα βλέπουμε με τα μάτια της εποχής τους και όχι της δικής μας: Ρεπουμπλικανική μορφή του κράτους, πλατειά πολιτικά δικαιώματα για τον λευκό και άρρενα πληθυσμό, μια σειρά πρωτοφανή κοινωνικά δικαιώματα κλπ.
Αλλωστε αυτό εξηγεί και τον τεράστιο διεθνή ρόλο που έπαιξε η Επανάσταση αυτή. Στη Γαλλία, πχ. λίγα χρόνια αργότερα, τα πιο πρωτοπόρα μυαλά της αστικής τάξης (πχ. ο ,. Ροβεσπιέρος) ούτε καν κρύβουν το ρόλο της έμπνευσης που παίζει γι’ αυτούς το αμερικανικό παράδειγμα. Η επαναστατική Εθνοσυνέλευση του Σεπτέμβρη του 1793 ονομάστηκε Convention (= όρος που, στην ελληνική, μεταφράστηκε «Συμβατική») κατά μίμησιν αμερικανικού παραδείγματος[26].
Με άλλα λόγια η Επανάσταση και ο ιστορικός της ρόλος στερέωσαν ακόμη περισσότερο τα ιδεολογικά και θεσμικά θεμέλια της βορειοαμερικανικής κοινωνίας. Τα έκαναν δηλαδή, ακόμη πιο πρόσφορα σαν πλαίσια οικονομικής ανάπτυξης.
Αυτό φάνηκε πολύ καθαρά στην πορεία εξέλιξης πολλών φαινομένων. Ιδιαίτερα εκείνων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της χώρας.
Είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι μια από τις πρώτιστες θέσεις ανάμεσα στα χαρακτηριστικά αυτά δεν παίζει ένα που ήδη αναφέραμε: Η μετανάστευση.
Πράγματι, όπως λέμε και αλλού, με την ανεξαρτησία η μετανάστευση παίρνει νέες και γιγαντιαίες διαστάσεις. Αυτό δεν μπορούσε παρά να διευρύνει πολύ τη σφαίρα άντλησης της μετανάστευσης, αλλάζοντας βαθειά και την εθνική καταγωγή και την κοινωνική προέλευση των μεταναστών.
Πριν προχωρήσουμε, πρέπει να πούμε ότι το φαινόμενο της «μη-αγγλικής μετανάστευσης» στην Β. Αμερική δεν είναι καινούργιο. Ηδη από το 1620-1621, οι Ολλανδοί έχουν καταλάβει τις εκβολές του ποταμού Χάντσον και έχουν δημιουργήσει την αποικία του Νέου Αμστερνταμ. Πρόκειται για μια πόλη με λαμπρό μέλλον - είναι η σημερινή Νέα Υόρκη[27]. Εκείνο που είναι σήμερα λιγότερο γνωστό είναι ότι παρόμοια προσπάθεια έκαναν και οι Σουηδοί. Πράγματι, το 1638, ο δραστήριος και πολυπράγμων Καγκελάριος Αξελ Οξενστιέρνα, επίτροπος ενηλικίωσης της βασίλισσας Χριστίνας, είχε προωθήσει παρόμοια σχέδια αποικισμού. Με δική του άμεση καθοδήγηση, δημιουργήθηκε στις όχθες του ποταμού Ντελαγουαίαρ η «πόλη» Κριστίνα (σημερινή Γουϊλμινγκτον). Λίγο αργότερα (1643) και λίγο βορειότερα, κτίσθηκε η «πόλη» Γκότεμπεργκ, προφανώς από το όνομα της γνωστής νοτιοσουηδικής πόλης. Οι καταυλισμοί αυτοί δεν μπόρεσαν να προκόψουν και το 1655 καταλήφθηκαν από τους Ολλανδούς.
Ηδη, από την περίοδο 1700-1763, ο Jones βλέπει μια διπλή τάση:
α) Την όλο και πιο μεγάλη εδραίωση στις βορειοαμερικανικές αποικίες της άμεσα αγγλικής επιρροής.
«Αγγλικοί θεσμοί, αγγλικές ιδέες, η αγγλική γλώσσα, οι άνθρωποι αγγλικής καταγωγής βρίσκονταν παντού σε άνοδο. Οι αγγλικοί τύποι ακόμη παρείχαν το πρότυπο στο δίκαιο και στην παιδεία»[28].
β) Την όλο και πιο μεγάλη διεύρυνση της μη-αγγλικής μετανάστευσης. Φυσικά εδώ απαιτείται μια διευκρίνιση. Ο Jones με τον όρο «μη-αγγλική» εννοεί, όπως λέει και ο ίδιος, και εκείνη τη μετανάστευση που προέρχεται από την Ιρλανδία και τη Σκωτία. Καθώς και αυτή δύσκολα μπορούμε να μην τη θεωρήσουμε αγγλική, πρέπει να πούμε ότι, μέχρι το 1776, η πολύ μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού των αποικιών προερχόταν από τα εδάφη που βρίσκονταν κάτω από την άμεση εξουσία του Στέμματος.
Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι αυξάνεται ο πληθυσμός Γερμανικής, Ολλανδικής και Γαλλικής (κυρίως Ουγενοττικής) καθώς και Εβραϊκής προέλευσης[29]. Η πιο φιλόξενη και, συνεπώς, «παρδαλή» από αυτή την άποψη αποικία φαίνεται να ήταν η Πενσυλβανία. Εκεί, το ποσοστό των «ξένων» μεταναστών ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Σύμφωνα με τον Β. Φραγκλίνο, οι Γερμανοί αποτελούσαν το 1766 το 1/3 του πληθυσμού της αποικίας[30].
Οταν γιορτάστηκαν τα 200 χρόνια της Επανάστασης (1976) στον τύπο της Φινλανδίας γράφτηκαν πολλά για έναν από τους υπογράφοντες τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ο οποίος έπαιξε και κάποιο γενικότερο ρόλο. Ηταν μετανάστης Φινλανδικής καταγωγής.
Με την κατάκτηση της Ανεξαρτησίας, η μετανάστευση γιγαντώνεται. Με τα στοιχεία που έχουμε ως τώρα εξετάσει, δεν είναι δύσκολο να συμπεράνουμε ότι οι άποικοι του 1783 γρήγορα πνίγονται μέσα στο ρεύμα των εκατομμυρίων που αποβιβάζονται ασταμάτητα στα λιμάνια του Ατλαντικού και που αποτελούν όλο και πιο πολύ «κάθε καρυδιάς καρύδι» (γιγαντιαίες διαστάσεις παίρνει πχ. η μετανάστευση από την Ιταλία, την Ανατολική Ευρώπη, τη Ρωσία, κλπ.).
Δεν αλλάζει όμως, μόνο η εθνική σύνθεση των μεταναστών. Αλλάζει και η κοινωνική τους σύνθεση[31].Ενώ οι άποικοι πριν το 1776 είναι γενικά ευκατάστατοι (σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να μιλήσει κανείς ακόμη και για εκατομμυριούχους), μετά το 1783 μεγαλώνει απότομα το στοιχείο το φτωχό, αν όχι το τελείως εξαθλιωμένο. Πολλοί μετανάστες φθάνουν στα λιμάνια των ΗΠΑ μισοπεθαμένοι (ή και τελείως πεθαμένοι) από την πείνα - ένα χαρακτηριστικό, αλλά καθόλου αποκλειστικό, τέτιο παράδειγμα, οι Ιρλανδοί μετανάστες της περιόδου 1840-1860. Μεγαλώνει επίσης απότομα το χαμηλής εκπαίδευσης στοιχείο. Ακόμη περισσότερο μεγαλώνει το φυγόδικο (τώρα, για ποινικούς λόγους) ή ακόμη και το ξεκάθαρα εγκληματικό στοιχείο.
Τέτια φαινόμενα δεν είναι εντελώς καινούργια. Πριν ακόμη το 1776, έχουν φανεί τα πρώτα σημάδια του. Οι Βρετανοί χρησιμοποιούν σε ευρεία έκταση το μέτρο της αναγκαστικής μετανάστευσης στη Β. Αμερική σαν μέσο «ειρήνευσης» της Σκωτίας και της Ιρλανδίας[32]. Εκτός αυτού, ευνοούν την μετανάστευση φτωχών οικογενειών για να ανακουφίσουν κάπως την κατάσταση στη Βρετανία. Το 1717, το Κοινοβούλιο ψήφισε νέα διάταξη στον Ποινικό Κώδικα, που καθιέρωνε την ποινή της εξορίας, ανοίγοντας, έτσι, το νόμιμο δρόμο της αναγκαστικής μεταφοράς καταδικασμένων εγκληματιών στη Β. Αμερική. Ο M. A. Jones υπολογίζει τον αριθμό των καταδίκων που μεταφέρθηκαν στη Β. Αμερική στη διάρκεια του 18ου αιώνα, σε «τουλάχιστον 30.000», κυρίως στη Βιργινία και το Μαίρυλαντ[33].
Μένει, τώρα, να δούμε πώς η κοινωνία των ΗΠΑ κατόρθωσε να απορροφήσει αυτό το γιγαντιαίο κύμα, το οποίο, κανονικά (αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει εδώ αυτή την έκφραση) θα έπρεπε να την έχει καταστρέψει από τα θεμέλια.
Πριν προχωρήσουμε, υπογραμμίζουμε ότι αυτή η ιστορία συνολικά είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα αλληλοσύνδεσης και αλληλεπίδρασης της οικονομικής και της ιδεολογικής ζωής της κοινωνίας.
Ο μετά το 1783 μετανάστης στις ΗΠΑ είναι ο άνθρωπος που ζητά καταφύγιο και σωτηρία συχνά από την πολιτική καταδίωξη, αλλά το πιο συχνά από την πείνα. Πρέπει να επιζήσει οπωσδήποτε και, γι’ αυτό, είναι αποφασισμένος για όλα. Τί βρίσκει στις ΗΠΑ; Κατ’ αρχήν, βρίσκει γη, πράγμα που του επιτρέπει, σε πολλές περιπτώσεις, να κρατηθεί στη ζωή και να μην μεταβεί σε ένα κόσμο που, ενώ όλοι λένε πως είναι καλύτερος, κανείς Δε φαίνεται να πηγαίνει εκεί εθελοντικά. Από την άλλη πλευρά, πολλοί ξαναβρίσκουν εδώ τις περιουσίες που η διαδικασία ανάπτυξης του καπιταλισμού τους είχε στερήσει στην Ευρώπη. Από μια Τρίτη πλευρά, βρίσκουν ένα πολιτικό σύστημα πρωτοπόρο για την εποχή του και μια σειρά πολιτικά δικαιώματα που στη χώρα τους και δεν υπάρχουν και θα αργήσουν πολύ να καθιερωθούν[34].
Τί πρέπει λοιπόν, να κάνει; Να δημιουργήσει προβλήματα, με τον επιπρόσθετο κίνδυνο να του δείξουν την πόρτα; Ή πρέπει, αντίθετα, να προσαρμοστεί να γίνει σαν τους άλλους, να μην «ξεχωρίζει»;
Η απάντηση στο ερώτημα έχει μεγάλη σημασία. Το γεγονός ότι δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική για το δεύτερο σκέλος εξηγεί πολλά πράγματα καίριας σημασίας για τις ΗΠΑ.
Συγκεκριμένα εξηγεί:
α) Πώς αυτό το γιγαντιαίο κύμα αφομοιώθηκε από ένα στοιχείο αφανιστικά μικρότερο σε μέγεθος.
β) Πώς η κυρίαρχη τάξη δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να επιβάλλει την κυριαρχία της. Εξηγεί, πχ. τον ασφυκτικό κομφορμισμό που βασιλεύει στην κοινωνία των ΗΠΑ, κομφορμισμό που παίρνει καταθλιπτικές διαστάσεις στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ακόμη το 1835, ο Αλ. Τόκεβιλ διαπιστώνει ότι δεν γνωρίζει καμμιά άλλη χώρα όπου να υπάρχει «ανεξαρτησία γνώμης» λιγότερη από τις ΗΠΑ. Ετσι, εξηγείται, πχ. πώς μια από τις σκανδαλωδέστερες λεπτομέρειες της πολιτικής ζωής των ΗΠΑ, συγκεκριμένα: Η εκλογή του Προέδρου από δύο ανεξάρτητα σώματα, το λαό και ένα ειδικό σώμα εκλεκτόρων, που δεν είναι καν υποχρεωμένα να ψηφίσουν το ίδιο, ισχύει από το 1787 αλλά είναι άγνωστη τόσο στο εξωτερικό όσο και, πιθανότατα, στις ίδιες τις ΗΠΑ[35].
Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι το πράγμα δεν είναι και προς θάνατον και ούτε καν πρωτοφανές: Στο κάτω-κάτω είναι πολύ γνωστό ότι η αστική τάξη και η αστική κοινωνία γενικώς αποδέχονται μεν την πλατειά αστική δημοκρατία (την «αμερικανική δημοκρατία», που τόσο έντονα υπογραμμίζει ο Λένιν) αλλά μόνο εφόσον δεν αποτελεί ενόχληση και, πολύ περισσότερο, εμπόδιο. Γιατί δηλαδή οι ΗΠΑ να αποτελούσαν εξαίρεση;
Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το ότι η κατάσταση αυτή πραγμάτων και πνευμάτων αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του πολιτικο-ιδεολογικού πλαισίου οικονομικής ανάπτυξης και αύξησης της οικονομικής αποδοτικότητας. Η αστική τάξη των ΗΠΑ βρίσκεται κυριολεκτικά με ένα δώρο του Ουρανού στο χέρι: Από τη μια μεριά, ένα πολιτικο-ιδεολογικό και κρατικό καθεστώς πολύ στερεά εδραιωμένο και, από την άλλη, ένα εργατικό δυναμικό έτοιμο (και , προ πάντων, πρόθυμο) για εργασία που εμφανίζεται κατά κύματα και πάντα σε ηλικία εργασίας, διευρύνοντας, συνεχώς τόσο τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας όσο και την εσωτερική αγορά της[36].
Η αξία αυτού του κεφαλαίου θα φανεί στην πρώτη σοβαρή δοκιμασία της Συμπολιτείας, στον Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865) που θα προέλθει από μια βαθύτατη κρίση και θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση της Επανάστασης του 1776-1783.
Οι ΗΠΑ υπήρξαν ίσως το κλασικότερο παράδειγμα επαλήθευσης του ρητού: «Ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο αγριότερος από όλους». Η χώρα διασπάστηκε σε δύο κομμάτια, ακόμη και γεωγραφικά, που έπεσαν το ένα με ασυγκράτητη λύσσα ενάντια στο άλλο. Οι νεκροί ήταν αναρίθμητοι (τουλάχιστον 650.000, ίσως και 1.000.000, σε σύνολο πληθυσμού 31.000.000) και ξεπερνούσαν το σύνολο των απωλειών των ΗΠΑ σε δύο παγκοσμίους πολέμους. Οι ανάπηροι ήταν ατέλειωτες λεγεώνες που ποτέ δεν υπολογίστηκαν. Οι απώλειες πολλαπλασιάστηκαν από το γεγονός ότι, στον πόλεμο, χρησιμοποιήθηκαν νέα όπλα, που προκάλεσαν πολλές ζημιές. Μεγάλες περιοχές και πολλά και σπουδαία αστικά κέντρα καταστράφηκαν καθώς η τακτική της «καμμένης γης» με στόχο την ολοκληρωτική εξόντωση του αντιπάλου εφαρμόστηκε ευρύτατα.
Και, όμως, όταν τελείωσε ο πόλεμος, η αποστράτευση του μεγάλου στρατού του Βορρά (σε μια χώρα, σημειώνουμε, που ουδέποτε είχε τακτικό στρατό) δεν προκάλεσε κανένα πρόβλημα, καθώς δεν ήταν τίποτε άλλο από επιστροφή απόντων σε μια οικονομία ήδη ανθηρής κατάστασης. Στον Νότο όπου οι καταστροφές είναι πολύ μεγαλύτερες και όπου κυριαρχεί το στοιχείο του «αναχρονιστικού καπιταλισμού», ξεσπούν λιμοί, που κάνουν την αναστήλωση πιο δύσκολη[37]. Ωστόσο, καθώς η συρροή μεταναστών από την Ευρώπη συνεχίζεται και η οικονομική άνοδος γίνεται όλο και πιο μεγάλη και γρήγορη, η χώρα κλείνει τις πληγές του πολέμου χωρίς ιδιαίτερα μεγάλα εμπόδια.