Η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από το βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης, την όξυνση των ανταγωνισμών μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και την ένταση της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού, ο οποίος με την πρόφαση της καταπολέμησης της τρομοκρατίας στρέφεται ενάντια σε όλους τους λαούς και τα κινήματά τους που αντιστέκονται στην ιμπεριαλιστική νέα τάξη.
Βασικά στοιχεία της νέας κατάστασης είναι η παραβίαση των θεμελιακών ελευθεριών και δικαιωμάτων, η κλιμάκωση των στρατιωτικών επεμβάσεων και η απειλή για χρήση πυρηνικών όπλων, η ένταση του αντικομμουνισμού. Αξίζει να σημειώσουμε πως μόνο στην Ευρώπη η χρήση του ονόματος «Κομμουνιστικό Κόμμα» εξακολουθεί να είναι απαγορευμένη, στην Ουγγαρία, την Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής, βρίσκεται υπό διωγμό στην Τουρκία ενώ απόπειρες στην ίδια κατεύθυνση σημειώθηκαν πρόσφατα στη Ρωσία και τη Σλοβακία. Ολοι οι λαοί και τα κινήματά τους απειλούνται από την επιβολή της παγκόσμιας κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, και από την ενεργοποίηση του Ευρωστρατού και του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ. Ολόκληρη η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, που απειλεί την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Η ένταση αυτή της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας δε περιορίζεται μονάχα στις διεθνείς σχέσεις και το στρατιωτικό τομέα, αλλά αγκαλιάζει όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Στρέφεται ενάντια στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργατών. Επηρεάζει τα πολιτικά συστήματα, τον πολιτισμό, τον ελεύθερο χρόνο, με ακόμα πιο αντιδραστικά πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.
Η τρέχουσα κρίση θα δυναμώσει και θα βαθύνει στην πορεία. Περιέχει μια δυναμική που θα μπορούσε να ριζοσπαστικοποιήσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Ωστόσο, για να εκφραστεί αυτό πολιτικά απαιτείται κάτι περισσότερο από την οργάνωση αγώνων γύρω από τα διάφορα προβλήματα. Είναι επιτακτικό παράλληλα να αναπτύσσεται η πολιτική ταξική συνείδηση. Αυτό το θέμα αποτελεί ένα από τα πιο κεντρικά θέματα για το κομμουνιστικό κίνημα.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση στα λαϊκά κινήματα, και στο «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» οξύνεται. Οι κυρίαρχες τάξεις και οι υποστηρικτές τους, ιδιαίτερα η σοσιαλδημοκρατία, προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν και να ενσωματώσουν τη δυσαρέσκεια και τους αγώνες, να τους εκτονώσουν σε μια φτηνή και θολή διαμαρτυρία δίχως περιεχόμενο και στόχους.
Δύο διακριτές γραμμές γίνονται όλο και πιο φανερές μέσα σε αυτούς τους αγώνες και διαδικασίες. Μία που τείνει να ενισχύσει τα αντικαπιταλιστικά στοιχεία, και που θεωρεί ότι η διέξοδος από την καπιταλιστική βαρβαρότητα και εκμετάλλευση βρίσκεται στην ανάπτυξη της αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής πάλης, στην κατεύθυνση προς το σοσιαλισμό, και η άλλη που απλώς θέλει να αντιμετωπιστούν και να στρογγυλευτούν οι πιο ακραίες επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης στο πλαίσιο αυτού του κοινωνικού συστήματος.
Η δεύτερη γραμμή προωθείται ανοικτά από τη σοσιαλδημοκρατία και είναι πιο φανερή στα διάφορα «Φόρουμ» παρά στους ίδιους τους αγώνες. Προσπαθεί να αντικαταστήσει το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα με τη λεγόμενη «κοινωνία των πολιτών» ή με ΜΚΟ, μάλιστα ορισμένες από αυτές είναι υπό την επιρροή διαφόρων κέντρων του ιμπεριαλισμού. Είναι ενδεικτικός ο τρόπος που ο ιμπεριαλισμός «έστησε» και χρησιμοποίησε τέτιες οργανώσεις με στόχο να ελέγξει και να διαμορφώσει το πολιτικό σύστημα στις χώρες των Βαλκανίων στο πλαίσιο του «Συμφώνου Σταθερότητας», όπως χαρακτηριστικές είναι και οι αναφορές στα ντοκουμέντα του ΝΑΤΟ για το ρόλο της «κοινωνίας των πολιτών» σε όλες τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Αυτή η προσπάθεια ήταν επίσης ορατή σε κάποιες ιδέες που εκφράστηκαν στο Πόρτο Αλέγκρε, προσβλέποντας με αυτή τη διαδικασία τη δημιουργία ενός «νέου» «κοινωνικού εταίρου» που θα συνδιαλέγεται με τους θεσμούς του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου. Μερικά από τα βασικά στοιχεία αυτής της ιδεολογικής αντιπαράθεσης:
Η εναλλακτική λύση
Υπάρχει σημαντική προσπάθεια να αντικατασταθούν οι αναφορές στον ιμπεριαλισμό και στο ιμπεριαλιστικό σύστημα με αναφορές στην «παγκοσμιοποίηση» και τον «νεοφιλελευθερισμό» βασισμένες σε μια αταξική θεώρηση, όπως και αναφορές στο μονοπώλιο και την ηγεμονία των ΗΠΑ με ένα τρόπο που δεν αναγνωρίζει την ευθύνη και το ρόλο των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και διεθνικών οργανισμών.
Αυτές οι απόπειρες συμπεριλαμβάνουν επίσης την αποδοχή μιας σειράς θέσεων και «διεκδικήσεων» οι οποίες στην πραγματικότητα προβάλλουν την ιδέα ενός πιο «ανθρώπινου πρόσωπου» για αυτό το απάνθρωπο εκμεταλλευτικό σύστημα. Αναζητούν μια «εναλλακτική λύση» μέσα στα όριά του.
Στην καλύτερη περίπτωση παρουσιάζουν την ουτοπική ιδέα της αναδιανομής πλούτου δίχως να διαταραχθεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η εξουσία των μονοπωλίων, που συνιστούν, ιδιαίτερα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, τα κεντρικά ζητήματα της πάλης των τάξεων.
Στην Ευρώπη, μια θετική συμβολή από δυνάμεις που συμμετέχουν στο «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» είναι πιθανή υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι δυνάμεις θα συγκρούονται ή έστω θα αμφισβητούν το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τις πολιτικές τους, οι οποίες αποτελούν τον κινητήρα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην ήπειρό μας. Απόψεις που προβάλλουν αρκετές δυνάμεις και που περιορίζουν τον αντίπαλο αποκλειστικά στο ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και τον ΠΟΕ, αφήνοντας απέξω την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, όχι μόνο είναι ακίνδυνες για το σύστημα, αλλά στην πράξη συνιστούν στήριξη του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου στον ανταγωνισμό του ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ και υποταγή των λαϊκών κινημάτων στα ιδιαίτερα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.
Η συστηματική κριτική των διαφόρων μορφών διαχείρισης που προτείνονται ως δήθεν εναλλακτικές προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, της ανεργίας ακόμα και του πολέμου, λ.χ. απόψεις δανεισμένες από την περίοδο των Κεϊνσιανών ρυθμίσεων, είναι απαραίτητη προκειμένου να προβάλλουμε τη ρεαλιστική προοπτική και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού στις σύγχρονες συνθήκες.
Κοινωνικά κινήματα, κόμματα και το ζήτημα της εξουσίας
Δυναμώνουν οι απόπειρες να αποκλειστούν κόμματα και ιδιαίτερα ΚΚ από ορισμένες συναντήσεις και κινητοποιήσεις, όπως και να τεθούν όροι στους κομμουνιστές να αμβλύνουν τον αγώνα τους ενάντια στον καπιταλισμό.
Υπάρχουν όμως και βαθύτερες αιτίες για το γεγονός πως ορισμένες δυνάμεις προωθούν την αντιπαράθεση του «κοινωνικού» στο «πολιτικό». Η ιδέα δεν είναι καινούργια. Εκφράστηκε από αστούς διανοούμενους κατά τις κρίσεις του 1973-‘74 και 1978-‘79. Αποσκοπεί στη συσκότιση του ζητήματος της εξουσίας και της ταξικής της φύσης, όπως και του ζητήματος της πολιτικής πάλης. Αθωώνει τις κυβερνήσεις και τη σοσιαλδημοκρατία από τις ευθύνες τους. Αμφισβητεί την αξία της ταξικής πάλης. Προσπαθεί να αντικαταστήσει την ιδέα των τάξεων και του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης ως το υποκείμενο της κοινωνικής εξέλιξης με την ιδέα της «κοινωνίας των πολιτών». Στοχεύει απευθείας στην μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και αναπαράγει ένα καλοστημένο αντικομμουνισμό, που ορισμένες φορές είναι ανοικτός και σχεδιασμένος. Ιδιαίτερο ρόλο εδώ παίζει η ATTAC, που σπονσοράρεται από τη Monde Diplomatique και τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας και έχει μια ιδιαίτερα επεξεργασμένη και ευέλικτη τακτική με στόχο το χτύπημα του κομμουνιστικού κινήματος και των ΚΚ. Να σημειώσουμε ότι στη Ρώσικη Ομοσπονδία το παράρτημα της ΑΤΤΑC πρωτοστάτησε στη δημιουργία του λεγόμενου «Κόμματος Εργασίας», και παίζει ρόλο στις προσπάθειες χτυπήματος των ΚΚ στη Ρωσία[3]. Προσπαθεί να υπονομεύσει την πολιτική συμμαχιών των ΚΚ.
Παράλληλα εξελίσσονται προσπάθειες να ολοκληρωθεί η ενσωμάτωση δυνάμεων που συμμετέχουν σ’ αυτό με την ομογενοποίησή του και τον μετασχηματισμό του σε ένα πολιτικό-ιδεολογικό ρεύμα.
Ετσι, ορισμένες δυνάμεις, και κόμματα, βλέπουν σε αυτό το «κίνημα» τη γέννηση ενός «νέου κοινωνικού υποκειμένου» για την αλλαγή της κοινωνίας και προβάλουν την αντιδραστική ιδέα ενός «νέου πολιτικού υποκειμένου» που -κατά τη γνώμη τους- πρέπει να οικοδομηθεί βασιζόμενο σε αυτό το «κίνημα». Γι’ αυτό προσπαθούν να σπρώξουν ιδιαίτερα τις διαδικασίες του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ προς την δημιουργία κάθετων δομών και στην πολιτική ομογενοποίηση, αποκλείοντας, εκβιάζοντας και περιορίζοντας παράλληλα ριζοσπαστικές δυνάμεις που συμμετέχουν. Ετσι το Πρώτο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ συγκλήθηκε στο όνομα της αντίθεσης-αντίστασης στο νεοφιλελευθερισμό στο παγκόσμιο οικονομικό φόρουμ. Το δεύτερο (2002) στο όνομα της διατύπωσης εναλλακτικών λύσεων και ενώ το τρίτο που έχουμε μπροστά μας το (2003) θα έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με ορισμένες δυνάμεις, πολιτικές στρατηγικές του «κινήματος». Ειδικά στην Ευρώπη μια σειρά δυνάμεις και κόμματα συνδέουν αυτό το «νέο πολιτικό υποκείμενο» με το -προωθούμενο από τις ίδιες δυνάμεις- «ευρωπαϊκό αριστερό κόμμα».[4]
Είναι ενδεικτική η πορεία τμημάτων του οικολογικού κινήματος της δεκαετίας του ‘80 σε ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, που μέσα από παρόμοιες διεργασίες (βλέπε φιλολογία για «νέα κινήματα» -τώρα χρησιμοποιείται ευρέως ο όρος «νέες συλλογικότητες», «όχι στα κόμματα», αναζήτηση «εναλλακτικών λύσεων» στα πλαίσια του συστήματος) διαμορφώθηκαν στα περίφημα «πράσινα κόμματα» τα οποία γρήγορα μετατράπηκαν σε συμμάχους της σοσιαλδημοκρατίας και στυλοβάτες του συστήματος. Είναι γνωστό και το αποτέλεσμα που είχε για το οικολογικό κίνημα αυτή η πορεία: το οδήγησε σε εκφυλισμό και αποσύνθεση.
Είναι δυνατό σήμερα στο έδαφος των αυξανόμενων και περίπλοκων αντιθέσεων που πυροδοτεί ο ιμπεριαλισμός, να συσπειρωθούν ευρύτερα τμήματα των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων, λαοί και κινήματα, στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Το κυριότερο: η βασική αντίθεση του καπιταλισμού μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας οξύνεται όλο και περισσότερο. Η τάση της ταξικής πάλης κατευθύνεται όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση της λύσης αυτής της αντίθεσης. Ο πρωτοπόρος, καθοδηγητικός ρόλος της εργατικής τάξης και του κινήματός της, των κομμάτων της εργατικής τάξης, ο ταξικός προσανατολισμός του εργατικού κινήματος αποτελούν προϋποθέσεις για την οικοδόμηση βιώσιμων συμμαχιών σε αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.
Η σχέση εθνικού και διεθνικού
Δίνουμε μεγάλη σημασία στη διεθνοποίηση της πάλης και στη μαζική συμμετοχή και στήριξη των κινητοποιήσεων ενάντια στην καπιταλιστική διεθνοποίηση, ή «παγκοσμιοποίηση» όπως καλείται συνήθως, όπως στη Γένοβα και τις Συνόδους της ΕΕ, στο Γκέτεμποργκ, στη Βαρκελώνη, στη Σεβίλλη, στην Κοπεγχάγη, αύριο στη Θεσσαλονίκη, όπως προετοιμάζεται από τη «Δράση-Θεσσαλονίκη 2003». Το Κόμμα μας συμμετείχε ενεργά και στήριξε τη συμμετοχή οργανώσεων του λαϊκού κινήματος σε όλα τα κορυφαία γεγονότα και διαδηλώσεις, και θα συνεχίσει να το πράττει.
Από την άλλη θεωρούμε επικίνδυνη και βαθύτατα αποπροσανατολιστική την άποψη ότι ο αγώνας σε εθνικό επίπεδο έχει ξεπεραστεί ή είναι αδιέξοδος. Αντίθετα, σήμερα ο αγώνας στην κάθε μία ξεχωριστή χώρα αποκτά ευρύτερη σημασία και περιεχόμενο, όπως και η ανάγκη του διεθνούς συντονισμού. Η πάλη στο εθνικό επίπεδο διαπλέκεται πιο έντονα με τον αγώνα σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Αλλαγές στο συσχετισμό δύναμης σε αυτή ή εκείνη τη χώρα επιδρούν πιο άμεσα στο συσχετισμό και τους αγώνες σε άλλες χώρες. Ωστόσο, στον καπιταλιστικό κόσμο εξακολουθεί, και μάλιστα εντείνεται, η δράση του νόμου της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των χωρών και είναι φυσικό να υπάρχουν διαφορές στα επίπεδα ανάπτυξης της ταξικής πάλης.
Η ουσία παραμένει ότι η διεθνοποίηση της πάλης δε μπορεί να φέρει αποτελέσματα παρά μόνο αν υπάρχει σε εθνικό επίπεδο ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα με ταξικό προσανατολισμό, ένα ισχυρό ΚΚ με σωστή πολιτική συμμαχιών που προσανατολίζεται στην επίλυση του ζητήματος της εξουσίας και την απόσπαση της χώρας του από το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Οι προοπτικές
Το λεγόμενο «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» έχει ήδη ένα παρελθόν, και καταγράφει ένα δύσκολο παρόν στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου και εκδηλώθηκε.
Το μέλλον του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση της διαπάλης στο εσωτερικό του. Αν και κατά πόσο θα δυναμώσουν τα δημοκρατικά, αντιιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά στοιχεία στο εσωτερικό του, σε ποιο βαθμό θα απελευθερωθούν δυνάμεις και θα τροφοδοτήσουν το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Κρίσιμο ζήτημα θα είναι η ανάπτυξη και ισχυροποίηση του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.
Από την άλλη, η συστηματική διαφώτιση και το ιδεολογικό μέτωπο πρέπει να οξυνθεί ώστε η δυσαρέσκεια και οι αγώνες ενάντια στις διεθνείς οργανώσεις του καπιταλισμού να είναι σωστά προσανατολισμένες και αποτελεσματικές.
Η διακριτή παρουσία και παρέμβαση, η συνεργασία και ο συντονισμός των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων αποτελούν προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την αποτελεσματική συσπείρωση, συγκέντρωση και προσανατολισμό ευρύτερων αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων.