Από το τέλος της δεκαετίας του ’80, τα εκπαιδευτικά συστήματα των βιομηχανικών χωρών υπόκεινται σε συνεχή κανονιοβολισμό από κριτικές και μεταρρυθμίσεις: αποκεντρώσεις, αλλαγές κανονισμών, αυξάνουσα αυτονομία σχολικών ιδρυμάτων, ελάφρυνση και απορύθμιση των προγραμμάτων, «προσέγγιση μέσω ικανοτήτων», ελάττωση του αριθμού ωρών των μαθημάτων για τους μαθητές, συνεργασίες με τον κόσμο των επιχειρήσεων, μαζική εισβολή των τεχνολογιών πληροφόρησης και επικοινωνίας, προώθηση της ιδιωτικής -με πληρωμή- εκπαίδευσης. Εδώ, δεν πρόκειται για προσωπικές παραξενιές μερικών υπουργών ή για ένα τυχαίο γεγονός. Η ομοιότητα των πολιτικών εκπαίδευσης που ασκούνται στο γενικευμένο σύνολο του καπιταλιστικού κόσμου, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την ύπαρξη κοινών, ισχυρών ερεισμάτων που προωθούν αυτές τις πολιτικές.
Η θέση που υποστηρίζεται εδώ είναι ότι αυτές οι αλλαγές προέρχονται από τη σε βάθος προσπάθεια προσαρμογής του Σχολείου στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό που γίνεται τώρα είναι το πέρασμα από την εποχή της «μαζικοποίησης» της εκπαίδευσης, στην εποχή της «εμπορευματοποίησής» της, της τριπλής της εμπορευματοποίησης θα ’πρεπε να πούμε. Πράγματι, το σχολικό σύστημα -η πιο επιβλητική δημόσια υπηρεσία που υπήρξε ποτέ- καλείται να υπηρετήσει καλύτερα και περισσότερο τον οικονομικό ανταγωνισμό και τούτο με τρεις τρόπους: μορφώνοντας πιο «προσαρμοσμένα» τον εργαζόμενο, διαπαιδαγωγώντας και ερεθίζοντας τον καταναλωτή και, τέλος, ανοίγοντας τον εαυτό του στην κατάκτηση της αγοράς.
Αυτή η νέα προσαρμογή μεταξύ του Σχολείου και της οικονομίας πραγματοποιείται τόσο στο επίπεδο των περιεχομένων που διδάσκονται, όσο και σε αυτά των μεθόδων (παιδαγωγικές πρακτικές και διαχείριση) και των δομών. «Με την προσαρμογή τους στους χαρακτήρες της επιχείρησης του έτους 2000, τα εκπαιδευτικά και μορφωτικά συστήματα θα μπορέσουν να συνεισφέρουν στην ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης»1, λένε οι πραγματογνώμονες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΚΟΜΙΣΙΟΝ).
Η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης σημαδεύει ένα νέο ιστορικό σταθμό σε μια πορεία που εκτείνεται περισσότερο από ένα αιώνα: το προοδευτικό γλίστρημα του Σχολείου από την ιδεολογικο-πολιτική σφαίρα προς την οικονομική σφαίρα: από το «εποικοδόμημα» στη «βάση» μπορούμε να πούμε στη μαρξιστική διάλεκτο.
Το πρωτοβάθμιο Σχολείο του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε, πρώτα, σαν ένας χώρος κοινωνικοποίησης. Ο τεμαχισμός και η υποβάθμιση της χειρονακτικής εργασίας, αποτελέσματα της βιομηχανοποίησης, είχαν σιγά-σιγά διαλύσει το σύστημα μάστορα-μαθητευόμενου που κληρονομήθηκε από το μεσαίωνα. Ομως, αυτό το σύστημα δεν είχε μόνο μια καθαρά επαγγελματική λειτουργία. Ο νέος μάθαινε εκεί πολύ περισσότερα από ένα επάγγελμα: Μορφωνόταν, επίσης, και γινόταν πειθαρχημένος, εκπαιδευμένος σε γνώσεις αναγκαίες στην καθημερινή και στην κοινωνική ζωή. Στην ύπαιθρο, αυτή η κοινωνικοποίηση του παιδιού πραγματοποιούταν στην οικογένεια. Εκεί, επίσης, η αστικοποίηση και η διάσπαση του μοντέλου των παραδοσιακών οικογενειών ήρθαν και συνέτριψαν την παράδοση αιώνων. Οταν, το 1841, ο βασιλιάς των Βέλγων Λεοπόλδος ο 1ος υπερασπίστηκε την αρχή της δημόσιας εκπαίδευσης επέμενε, πριν απ’ όλα, στην ιδέα ότι αφορούσε ένα «πρόβλημα κοινωνικής τάξης»[1].
Με την άνοδο του οργανωμένου εργατικού κινήματος και την απειλητική πίεση που αυτό άσκησε στην εδραιωμένη τάξη, οι άρχουσες τάξεις προσδιόριζαν σιγά-σιγά στο Πρωτοβάθμιο Σχολείο του λαού μια δεύτερη ιδεολογική αποστολή: Να εξασφαλίσει την κοινωνία με ένα ελάχιστο όριο πολιτικής συνοχής. Στη Γαλλία ο Jules Ferry (Ζυλ Φερρύ) ίδρυσε το «λαϊκό σχολείο» την επομένη της Κομμούνας του Παρισιού εξηγώντας: «Αποδίδουμε στο κράτος το μοναδικό ρόλο που μπορεί να ’χει, ως προς την εκπαίδευση και τη μόρφωση. Ασχολείται με αυτά για να διατηρεί μια κάποια ηθική του Κράτους, μερικές θεωρίες του Κράτους που είναι ουσιαστικές στη διατήρησή του»[2]. Μεταξύ αυτών των θεωριών εικονιζόταν σε καλή θέση ο πατριωτισμός και οι εκατόμβες του Μεγάλου Πολέμου τεκμηριώνουν μπρος στην Ιστορία τη δολοφονική αποτελεσματικότητα που είχε η δημόσια εκπαίδευση σαν ιδεολογικό σύστημα του Κράτους.
Απέναντι από αυτό το πρωτοβάθμιο Σχολείο προορισμένο για τα παιδιά του λαού, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση του 19ου αιώνα έπαιζε έναν παράλληλο ρόλο για τα παιδιά των κυρίαρχων τάξεων. Οφειλε να τα κληροδοτήσει με γνώσεις που θα τους επέτρεπαν να κατέχουν διευθύνουσες θέσεις στην αστική κοινωνία. Νομιμοποιούσε την εξουσία και συνεισέφερε στον εξοπλισμό της. Αλλά, από την αρχή του 20ού αιώνα, οι πρόοδοι των βιομηχανικών τεχνολογιών, η αύξηση των δημοσίων υπηρεσιών και η ανάπτυξη των εμπορικών θέσεων απασχόλησης γέννησαν τη ζήτηση μιας περισσότερο καταρτισμένης εργασίας. Εάν για την πλειοψηφία των εργαζομένων, μια βασική κοινωνικοποίηση εξακολουθούσε να είναι αρκετή, μερικοί όφειλαν ωστόσο να κατέχουν μια υψηλή επαγγελματική κατάρτιση. Μια επιστροφή στην παραδοσιακή μαθήτευση δε θα αρκούσε. Το εκπαιδευτικό σύστημα ανοίχτηκε από τότε και στο εξής στα «μοντέρνα» τμήματα, τα τεχνικά και τα επαγγελματικά. Αρχισαν ν’ αναθέτουν στο εκπαιδευτικό σύστημα έναν οικονομικό ρόλο. Εκ των πραγμάτων το Σχολείο έγινε, επίσης, μια μηχανή επιλογής. Τα αποτελέσματα στο τέλος των πρωτοβάθμιων σπουδών καθόριζαν, όντως σε μεγάλο βαθμό, ποιο από τα παιδιά του λαού θα είχε το προνόμιο να συνεχίσει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση τις σπουδές του. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύχθηκε μια αξιοκρατική φιλολογία που παρουσίαζε την εκπαίδευση σαν ένα μέσο κοινωνικής προαγωγής για τους «πιο προικισμένους» ή τους «πιο άξιους».