Πριν την οποιαδήποτε κριτική μας στον τρόπο που συμβάλλει η τηλεόραση στη διαμόρφωση της συνείδησης της νεολαίας οφείλουμε να κάνουμε ξανά μια απαραίτητη διευκρίνιση: το πρόβλημα δεν είναι το μέσο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται, από ποιον ελέγχεται και τι σκοπούς εξυπηρετεί. Οποιαδήποτε άποψη που φορτώνει «όλα τα κακά του κόσμου» σε αυτές καθ’ εαυτές τις νέες τεχνολογίες και που επικαλείται μια αναβίωση του κινήματος των λουδιτών, δε μας βρίσκει καθόλου σύμφωνους. Πρόκειται μάλιστα για απόψεις που εκφράζουν χαμηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης και που προωθούνται και προβάλλονται ποικιλοτρόπως, αφού δεν αφήνουν τον κόσμο να δει την πηγή του προβλήματος, αλλά μόνο το φαινόμενο κι αυτό με στρεβλό τρόπο.
Γιατί στον τίτλο μας υποστηρίζουμε ότι η τηλεόραση αποτελεί έναν ιδιότυπο τρόπο εθισμού;
Ας δούμε μερικά από τα συμπτώματα τα οποία καταγράφονται κατά την παρακολούθηση της:
α) Ενώ μεγάλο μέρος από αυτούς που παρακολουθούν τηλεόραση δηλώνουν δυσαρεστημένοι από αυτά που παρακολουθούν (40% των ενηλίκων και 70% των εφήβων), εν τούτοις εξακολουθούν και βλέπουν τηλεόραση.
β) Τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα τα οποία έγινα την ώρα της παρακολούθησης της τηλεόρασης έδειξαν χαμηλότερη πνευματική διέγερση κατά την τηλεθέαση από αυτή που καταγραφόταν σε άλλες δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα το διάβασμα.
γ) Ενώ η αίσθηση της χαλαρότητας που υπάρχει κατά τη διάρκεια της τηλεθέασης τερματίζεται με το κλείσιμο του δέκτη, τα αισθήματα μειωμένης πνευματικής διέγερσης συνεχίζονται.
δ) Καταγράφεται ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό, βάση του οποίου το άνοιγμα του τηλεοπτικού δέκτη συνδέεται με το αίσθημα της χαλάρωσης, ενώ το κλείσιμο του δέκτη σημαίνει επαναφορά του άγχους και της δυσφορίας[12].
Τα συμπτώματα αυτά φαίνεται να μοιάζουν με τα συμπτώματα εξάρτησης που παρουσιάζονται όταν το υποκείμενο λαμβάνει εξαρτησιογόνες ουσίες. Αυτά τα συμπτώματα εκδηλώνονται με τον πλέον βίαιο τρόπο και στα παιδιά και μάλλον δε χρειάζεται κανένας να είναι ειδικός προκειμένου να καταλάβει τη ζημιά που υφίσταται ο παιδικός και νεανικός εγκέφαλος, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο βιολογικής φύσης αφού η πολύωρη παρακολούθηση διαμορφώνει μια στάση ζωής κι ένα συνειδησιακό εγκλωβισμό. Δημιουργείται συχνά η ψευδαίσθηση ότι με την παρακολούθηση των τηλεοπτικών προγραμμάτων «αποσπάσαι από τη δυσάρεστη πραγματικότητα που βιώνεις, μεταφέρεσαι σε έναν άλλο κόσμο που σου αδειάζει το μυαλό από τις έγνοιες που σε βασανίζουν διαρκώς». Αντίθετα, «το να σκέφτεσαι συνεχώς τα προβλήματα, να αναζητάς τις αιτίες τους, να επιδιώκεις μιαν αγωνιστική στάση για την αντιμετώπισή τους, απλώς θα σου εντείνει τα άγχη σου»… Αυτό είναι το μήνυμα που τελικά περνά υποσυνείδητα. Τώρα, αν σκεφτούμε ότι τα Ελληνόπουλα ηλικίας 4-15 ετών βλέπουν τηλεόραση κατά μέσο όρο δυόμισι ώρες την ημέρα[13], δηλαδή κάποια από αυτά ξεπερνούσαν τις τρεις ώρες παρακολούθησης, πιθανώς και τις τέσσερις, είναι ευνόητο τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Οι επιπτώσεις σε κάποιες περιπτώσεις είναι εντυπωσιακές και συνδέονται όχι μόνο με τη διάρκεια παρακολούθησης αλλά και με το περιεχόμενο των όσων βλέπει το παιδί[14]. Καταγράφουμε μερικές ενδιαφέρουσες επιστημονικές διαπιστώσεις που δείχνουν είτε άμεσα είτε έμμεσα τον τρόπο χειραγώγησης της νεολαίας και τον τρόπο διαμόρφωσης της συνείδησής της:
Μεγάλο ρόλο στα παιδικά κι εφηβικά προγράμματα (κινούμενα σχέδια, ταινίες κλπ.) παίζει η βία.
Σύμφωνα με κάποια στοιχεία[15] ένας Αμερικανός έφηβος στα 18 του χρόνια έχει παρακολουθήσει στην τηλεόραση 200.000 πράξεις βίας, εκ των οποίων οι 40.000 είναι φόνοι. Σε διάστημα 18 ωρών οι δημοσιογράφοι του περιοδικού «TV Guide» μέτρησαν 1.846 πράξεις βίας στα προγράμματα ενός δείγματος που αποτελούσαν δέκα σταθμοί. Σύμφωνα με άλλη έρευνα που διήρκησε 17 χρόνια και που παρακολουθήθηκαν 700 παιδιά από την ηλικία των 6 ετών ως την ενηλικίωση, διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά που ξόδευαν πάνω από 3 ώρες την ημέρα παρακολουθώντας τηλεόραση στην ηλικία των 14 ετών ήταν 4 φορές πιο πιθανό να έχουν δράσει επιθετικά ως την ηλικία των 22 ετών, σε σχέση με εκείνα τα παιδιά που έβλεπαν λιγότερο από 1 ώρα τηλεόραση[16].
Μια άλλη μελέτη υποστηρίζει ότι «από 1,4 σκηνές βίας ανά λεπτό το 1996 στην ελληνική τηλεόραση, φτάσαμε σε 3-4 σκηνές βίας ανά λεπτό το 1999. Συγχρόνως, αν συγκρίνει κάποιος ταινίες του παρελθόντος με σύγχρονες, θα διαπιστώσει χωρίς πολλή έρευνα ότι οι περισσότερες σκηνές βίας των παλαιότερων παραγωγών σήμερα φαίνονται φυσιολογικές ή «αφελείς» ως προς την απεικόνιση της βίας. Αν συγκρίνουμε τις ταινίες, παρατηρούμε ότι στο «Batman» του 1966 δεν υπάρχει θάνατος, ενώ στην επανέκδοση του 1989 καταγράφονται 41 θάνατοι. Στο «Robocop 1» του 1987 καταγράφονται 32 θάνατοι και στο «Robocop 2» του 1991, 81 θάνατοι. Στο «Rabbo 1» υπάρχουν 62 θάνατοι και στο «Rabbo 3» καταμετρούνται 106 θάνατοι και 245 σκηνές βίας»[17].
Πώς άραγε εξηγείται η αύξηση των σκηνών βίας στις ταινίες, τις οποίες παρακολουθούν σε μεγάλο βαθμό νεολαίοι, αλλά ακόμα και σε ταινίες που απευθύνονται καθαρά σε παιδιά και νέους όπως «ο άρχοντας των δαχτυλιδιών»; Ταινίες που προβάλλονται και στον κινηματογράφο και στις τηλεοράσεις; Αν δούμε την επεκτατική πολιτική του ιμπεριαλισμού, που τα τελευταία χρόνια παίρνει νέες διαστάσεις με τη διεξαγωγή περιφερειακών πολέμων, θα πάρουμε μια πειστική απάντηση που δεν είναι απλώς πειστική γιατί είναι αληθοφανής, αλλά γιατί στηρίζεται στην ίδια την αλήθεια. Οι ΗΠΑ, η ΕΕ και οι μηχανισμοί στρατιωτικής επιβολής της θέλησής τους (ΝΑΤΟ και ευρωστρατός) πρέπει ανά πάσα στιγμή, όταν θεωρηθεί αναγκαίο, να παρεμβαίνουν στρατιωτικά με μισθοφορικούς στρατούς και να ελέγχουν τις πολιτικές εξελίξεις κατά το δοκούν. Αυτό όμως απαιτεί όχι μόνο τη «σωστή» εκπαίδευση των μισθοφόρων, αλλά και το ολοκληρωτικό «δόσιμό» τους σε ψυχολογικό και ιδεολογικό επίπεδο. Απαιτεί στρατιώτες που θα είναι εθισμένοι στην ιδέα να σκοτώσουν και να σκοτωθούν, να χρησιμοποιήσουν βία χωρίς διάκριση σε αντίπαλους στρατιώτες, σε αιχμαλώτους, σε τραυματίες, σε παιδιά και άμαχα τμήματα του πληθυσμού. Για το ότι αυτό πράγματι συμβαίνει και δεν υποθέτουμε ότι απλώς θα συμβεί, αρκεί να στρέψουμε τα βλέμματά μας στην κατοχή του Ιράκ, όπου τα παραδείγματα αφθονούν (βασανιστήρια στους Ιρακινούς κρατούμενους, εκτελέσεις παιδιών και τραυματιών εν ψυχρώ κλπ.).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση των ταινιών τύπου «Rabbo» υποστηρίζουμε ότι δεν πρόκειται για κατασκευάσματα που επιδιώκουν μόνο να «κόψουν εισιτήρια» για την αποκόμιση κερδών, αλλά ότι πιθανόν -για να μην πούμε σίγουρα- πρόκειται για κατασκευάσματα κατά παραγγελία (ας θυμηθούμε το σωτήρα Σταλόνε που έσωζε τους «άμοιρους» Αφγανούς από τη σοβιετική «δικτατορία»).
Το μήνυμα της βίας είναι μόνο μια πλευρά που μπορεί κανείς να σημειώσει στον τρόπο με τον οποίο χειραγωγείται η νεανική συνείδηση μέσω της τηλεόρασης. Μια άλλη πλευρά έχει να κάνει με τη διαμόρφωση των «καταναλωτικών προτύπων»: «σύμφωνα με πανεθνική έρευνα του συγκεκριμένου φύλλου (σ.σ. εννοεί την εφημερίδα Die Zeit), οι έφηβοι ηλικίας 12-18 ετών γνωρίζουν ήδη 130 μάρκες ρούχων, 100 τίτλους περιοδικών, 93 είδη γλυκών και σνακς, καθώς και 80 και πλέον διαφορετικά αναψυκτικά και χυμούς»[18]. Σε μεγάλο βαθμό μια τέτοια αντίληψη -του να γνωρίζω δηλαδή τις φίρμες μιας μεγάλης γκάμας προϊόντων- την καλλιεργεί η τηλεόραση. Ο στόχος είναι διττός: από τη μια η νεολαία πρέπει κι αυτή να συμβάλλει μέσω της κατανάλωσης στα κέρδη των μονοπωλίων, από την άλλη η νεολαία, και ως νεολαία, και ως αυριανή βάρδια της εργατικής τάξης, θα πρέπει να περιορίζει τη σκέψη της στο πώς θα καταναλώσει (όχι πώς θα ζήσει καλύτερα) και στο τι θα καταναλώσει, προκειμένου το προϊόν που καταναλώνει να το χρησιμοποιήσει ως μέσο κοινωνικής προβολής (αυτό το τελευταίο έχει ολέθριες επιπτώσεις, αφού συχνά συγκροτούνται εφηβικές συμμορίες που ως στόχο έχουν την κλοπή κινητών τηλεφώνων, παπουτσιών και άλλων ειδών. Οι συμμορίες αυτές έχουν πλέον διάδοση όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στα καθ’ ημάς). Βέβαια θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα μονοπώλια καλούνται να λύσουν μιαν (άλυτη) αντίφαση μέσα από αυτή τη διαδικασία. Στη μια πλευρά του αντιφατικού δίπολου βρίσκεται η επιθυμία των μονοπωλίων για εκτεταμένη κατανάλωση που συνεχώς πρέπει να διευρύνεται και από την άλλη η συνεχής επιδίωξή τους να πέφτει η τιμή της εργατικής δύναμης. Ακόμα, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα πρότυπα που δημιουργούνται δεν αντιστοιχούν σε ανύπαρκτες ανάγκες αλλά σε απολύτως υπαρκτές, μόνο που αυτές εκφράζονται με στρεβλό τρόπο.
Ξεχωριστή θέση στην ιδεολογική παρέμβαση της τηλεόρασης στη νεολαία κατέχουν τα λεγόμενα τηλεπαιχνίδια που τα τελευταία χρόνια, αφού εισήχθησαν από πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (Ολλανδία, Γαλλία, Αμερική κ.α.), υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από όλα τα μεγάλα ελληνικά ιδιωτικά κανάλια σε διάφορες μορφές και παραλλαγές. Καταγράφουμε μερικές από αυτές: Μπιγκ Μπράδερ, Φάρμα, Μπαρ, Γκιμ Σόου, Σερβάιβορ, Σούπερ Αϊντολ, Φέιμ Στόρι και πάει λέγοντας…[19]. Οπως και οι άλλες μορφές χειραγώγησης δεν πρόκειται για μορφές που απευθύνονται αποκλειστικά στη νεολαία, αλλά εκτιμάμε ότι στοχεύουν κυρίως σε αυτή γιατί διεξάγονται με συμμετοχή ανθρώπων που στην πλειονότητά τους είναι νέοι, χρησιμοποιούν «νεανικό» ύφος και το κοινό τους αποτελείται από παιδικές, εφηβικές και νεανικές ηλικίες. Παρά τις επιμέρους μορφολογικές διαφοροποιήσεις τους, αυτές οι εκπομπές διέπονται από ορισμένα στοιχεία στα οποία βρίσκεται και η ουσία της ύπαρξής τους (των εκπομπών). Απαριθμούμε αυτά τα στοιχεία που διέπονται από έντονο ιδεολογικό φορτίο:
α) Δημιουργείται μια επίφαση δημοκρατίας μέσω της συμμετοχής των τηλεθεατών που πραγματοποιείται από τα τηλεφωνικά μηνύματα προς το κανάλι. Με τη διαδικασία αυτή οι τηλεθεατές αποφασίζουν (ή υποτίθεται ότι αποφασίζουν) για τη συμμετοχή εκείνου ή του άλλου παίκτη. Δε θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι σύμφωνα με τη δήλωση του Γ. Παπανδρέου η συμμετοχή αυτή είναι ένα παράδειγμα της συμμετοχικής δημοκρατίας. Ετσι, η νεολαία εμπεδώνει τον όρο της δημοκρατίας μακριά από το ταξικό της περιεχόμενο. Βέβαια, αυτό συνέβαινε έτσι κι αλλιώς, αλλά τουλάχιστον η έννοια της δημοκρατίας δεν ήταν απομακρυσμένη από την έννοια της πολιτικής.
β) Η νεολαία, επιπλέον, διαπαιδαγωγείται στην κατάδοση και μάλιστα μπροστά στο πανελλήνιο. Ο κάθε παίκτης δικαιούται να «κριτικάρει» τους συμπαίκτες του μπροστά σε μια κάμερα. Ασφαλώς, δεν πρόκειται για κριτική αλλά για αλληλοκαρφώματα και ένα είδος χαφιεδισμού. Στη σημερινή εποχή που κάθε μέσο αξιοποιείται από τον ιμπεριαλισμό για την καταγραφή των πολιτικών πεποιθήσεων, το φακέλωμα, την τρομοκράτηση, αυτού του είδους οι εκπομπές συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Η συνείδηση των νέων ανθρώπων προετοιμάζεται για να δεχτεί κάθε μορφή φακελώματος ως μια φυσική πραγματικότητα.
γ) Η κατάδοση όμως πάει μαζί με την παρακολούθηση. Είναι γνωστό ότι η καταγραφή των πολιτικών φρονημάτων δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική αν δεν είναι αποτελεσματική η παρακολούθηση. Οι «αθώες» κάμερες που έχουν τοποθετηθεί παντού για τη ρύθμιση υποτίθεται της κυκλοφορίας, κάνουν πραγματικότητα το «Μεγάλο Αδελφό». Αυτό όμως δε φτάνει. Η νεολαία πρέπει να μπει για τα καλά στο πνεύμα. Ετσι, στα τηλεπαιχνίδια περίπου 24 ώρες το εικοσιτετράωρο οι παίκτες παρακολουθούνται. Και αυτό επίσης αντιμετωπίζεται ως μια φυσική πραγματικότητα. Οταν ο νέος θα μπει στην παραγωγή με τις κάμερες να τον παρακολουθούν για να διαπιστώνεται η παραγωγικότητά του ή για το αν είναι «ανατρεπτικό στοιχείο», θα έχει ίσως τρωθεί η συνείδησή του κι ένα τμήμα της νεολαίας θα μένει απαθές μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση. Τουλάχιστον, αυτή είναι η επιδίωξη. Πρέπει σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε ενδιαφέρουσες αναλογίες με τα εφαρμοζόμενα ή επικείμενα συστήματα αξιολόγησης στην εκπαίδευση. Οπως ακριβώς ο παίκτης του τηλεπαιχνιδιού αξιολογείται από τους καθηγητές (;) του, όπως παρακολουθείται κι ελέγχεται αδιαλείπτως με τρόπο καταπιεστικό, όπως όλα μπαίνουν σε διαδικασία μέτρησης, έτσι επιχειρείται να εφαρμοστεί ένα παρόμοιο μοντέλο και στην εκπαίδευση σε όλες της τις βαθμίδες. Με αδιάκοπη «αξιολόγηση», με μέτρηση των πάντων, με συνεχή έλεγχο. Δεν ξέρουμε αν οι εμπνευστές των τηλεπαιχνιδιών είχαν κάτι τέτοιο στο μυαλό τους, το θέμα είναι ότι αντικειμενικά υπάρχει αυτή η αντιστοιχία και θεωρητικά διευκολύνει την αποδοχή της «αξιολόγησης» σε σχολεία και πανεπιστήμια. Δε θα πρέπει επιπλέον να ξεχάσουμε ότι οι κάμερες παρακολούθησης κάνουν όλο και συχνότερα την εμφάνισή τους τόσο σε ιδιωτικά όσο και σε δημόσια σχολεία.
δ) Επίσης, μαθαίνει ο νέος πώς «χαράζοντας στρατηγικές», όπως λένε σε αυτά τα τηλεπαιχνίδια, να πατάει επί πτωμάτων προκειμένου να είναι ο νικητής του παιχνιδιού: το «ο θάνατός σου η ζωή μου» γίνεται κεντρικό δόγμα. Στο πλαίσιο χάραξης αυτής της «στρατηγικής» νομιμοποιείσαι να παριστάνεις το φίλο με τους υπόλοιπους, να υποκρίνεσαι και να υποσκάπτεις με τον πιο έξυπνο τρόπο τη θέση του άλλου. Ηθικοί ενδοιασμοί δεν πρέπει να υπάρχουν, αφού ο στόχος είναι ένα όχι ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό. Πρέπει όμως να φροντίζεις η «στρατηγική σου» να είναι αόρατη, διότι αλλιώς εκτίθεσαι και γίνεσαι αντιπαθής. Το ροκάνισμα του συνανθρώπου νομιμοποιείται εφόσον είναι διακριτικό…
ε) Το εύκολο και γρήγορο κέρδος είναι ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα που διοχετεύεται στη νεολαία. Η συνταγή είναι πάνω-κάτω η εξής: Συμμετέχεις σε ένα τηλεπαιχνίδι. Εγκλείεσαι για ένα χρονικό διάστημα σε ένα σπίτι. Υπόκεισαι σε διάφορες δοκιμασίες και δυσκολίες. Αν όμως φτάσεις στο τέλος και κερδίσεις, τότε ανοίγουν οι πύλες του ουρανού: οι δισκογραφικές εταιρίες, η τηλεόραση, ο κόσμος της «σόου μπιζ» σε περιμένουν. Και αυτό συνεπάγεται δόξα και χρήμα. Μάλιστα, δεν είναι και απαραίτητο να κερδίσεις. Για όλους υπάρχει χώρος. Ακόμα και οι χαμένοι μπορούν να κάνουν μια σπουδαία πορεία στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Κι όλα αυτά μόνο με λίγους μήνες ταλαιπωρίας. Αν πάλι το παιχνίδι δε σχετίζεται με τις καλλιτεχνικές ανησυχίες των συμμετεχόντων, μπορείς να κερδίσεις 50.000 ευρώ. Δε χρειάζονται πολύχρονες σπουδές, διάβασμα, μόρφωση, καλλιέργεια. Αρκεί να έχεις ένα ταλέντο, να είσαι χαριτωμένος ή και όμορφος. Δε μας ενδιαφέρει τι συμβαίνει στην αγορά εργασίας. Αν υπάρχουν δικαιώματα, αν υπάρχει ανεργία και γιατί υπάρχει, με τι συνθήκες δουλεύει ο εργαζόμενος. Αυτό που έχει σημασία είναι να αρπάξεις την ευκαιρία από τα μαλλιά. Η εργασία δεν είναι δικαίωμα, είναι ευκαιρία, επομένως η εύρεσή της ανάγεται σε ατομική ευθύνη. Εν τέλει πρόκειται για μηνύματα πλήρως εναρμονισμένα με τη λογική των ατομικών ευκαιριών που συχνά-πυκνά προβάλλεται στο καπιταλιστικό σύστημα: η εργασία ή η μόρφωση, για παράδειγμα, δεν είναι δικαίωμα. Η πρόσβαση σε αυτά εξαρτάται από τη δυνατότητα υφαρπαγής των παρεχόμενων ευκαιριών.