Λίγο πριν από τις μάχες του Δεκέμβρη 1944 πραγματοποιήθηκε συνάντηση των καπεταναίων του ΕΛΑΣ στη Λαμία. Για πολλούς μελετητές η τοποθέτησή του στη σύσκεψη αποτέλεσε το σημείο της αντίστροφης μέτρησης για το τελικό αποτέλεσμα των όσων διαδραματίστηκαν στη συνέχεια.
Ωστόσο, τίποτε δε στοιχειοθετεί την επιχειρηματολογία περί ρήξης με τη στρατηγική του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Εκεί που εστιαζόταν η κριτική του Αρη, ήταν οι επιδιώξεις των Εγγλέζων και η μορφή της πάλης. Ο Αρης Βελουχιώτης επέλεξε την ένοπλη πάλη και καταδίκασε τη «Συμφωνία της Βάρκιζας». Και έχει δικαιωθεί ως προς αυτά. Ομως δεν εξέφραζε άλλη στρατηγική αντίληψη από εκείνη που εκφραζόταν από πλευράς ΚΚΕ και ΕΑΜ. Το ΚΚΕ τασσόταν υπέρ της ομαλής δημοκρατικής μετάβασης με το σχηματισμό αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης που θα προχωρούσε στη διενέργεια εκλογών, για να αποφασίσει ο λαός.
Σύμφωνα με την έκθεση του Μπάμπη Κλάρα στο Ζαχαριάδη, μετά τις μάχες του Δεκέμβρη, «ο Αρης πιστεύει ότι με μια σωστή γραμμή και μια ικανή ηγεσία, θα μπορούσε να νικήσει ο λαός. Σε αυτό αντιτάσσεται τελευταίο, ένα επιχείρημα: Κι αν για μια στιγμή, τις πρώτες μέρες νικούσε ο λαός, οι Αγγλοι θα έκαναν πάλι απόβαση και θα τον συνέτριβαν. Δεν είναι όμως έτσι. Γιατί αν τις πρώτες μέρες νικούσε ο λαός και ολοκλήρωνε αμέσως τη νίκη του με την άμεση εγκαθίδρυση μιας πανδημοκρατικής κυβέρνησης, τα πράγματα θα έπαιρναν άλλη μορφή, και από εσωτερική και από διεθνή άποψη»[15].
Ομως προκύπτει το ερώτημα: Ποια ήταν η σωστή γραμμή; Ο Αρης πουθενά δε διατυπώνει κάποια διαφορετική εναλλακτική πρόταση στρατηγικής από του ΚΚΕ, πέρα από τη θέση του για συνέχιση του ένοπλου αγώνα.
Στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τα 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών, 9 Μάη 1945», αναφέρεται σχετικά με το ζήτημα της στρατηγικής και το θέμα της εξουσίας: «Το ΚΚΕ έδωσε στον αγώνα χιλιάδες από τα καλύτερα παιδιά του. Δημιούργησε πρότυπα στάσης ζωής μέσα από ένα μαζικό ηρωισμό, που κλόνισε το αστικό πολιτικό σύστημα και οδήγησε τα αστικά κόμματα σε απομαζικοποίηση και ανυποληψία (…) Ηταν αναγκαίο να μελετηθεί η τακτική του αντιπάλου (Εγγλέζων και των εγχώριων αστικών δυνάμεων) και να προσαρμοστεί ανάλογα η στρατηγική του ΚΚΕ. Εφόσον ο ταξικός αντίπαλος προετοιμαζόταν για την «επόμενη μέρα του πολέμου», για τις μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις, έπρεπε να κάνει το ίδιο από τη δική του σκοπιά και ο λαϊκός παράγοντας (...). Ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και ενδιάμεση πολιτική εξουσία μεταξύ της αστικής και της επαναστατικής εργατικής εξουσίας. Η ικανότητα του ΚΚ να επιβεβαιώνει τον αυτοτελή ιδεολογικοπολιτικό και οργανωτικό ρόλο του εκφράζεται με την επιστημονική θεμελίωση της στρατηγικής του, κατά συνέπεια με την αντικειμενική ανάλυση του καπιταλισμού, με την ορθή ανάλυση της διάταξης των ταξικών δυνάμεων, την τακτική του ταξικού αντίπαλου. Συνδέεται, τελικά, με την ανάπτυξη της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού»[16].
Στο πλαίσιο της ίδιας αντίληψης, που παραγνώριζε την αντίθεση αστική τάξη - εργατική τάξη κινούνταν και η πολιτική αντίληψη του Αρη. Οι εκτιμήσεις του αναφορικά με την ανάγκη οργάνωσης και διεξαγωγής ένοπλου αγώνα δεν συγκροτούν από μόνες τους επαναστατική πολιτική. Γιατί η ένοπλη πάλη δεν αποτελεί σκοπό, αλλά μέσον προς την επίτευξη του στόχου.
Το γεγονός ήταν πως το ΚΚΕ υπέταξε την πάλη για την πολιτική εξουσία «στις εθνικοαπελευθερωτικές επιδιώξεις και τότε που οι συνθήκες επέβαλαν, ιδίως μετά το 1943, να θέσει το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας ως αποτέλεσμα της αντιστασιακής πάλης και έπαθλο του ένοπλου αγώνα. Ετσι, οδηγήθηκε στην υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Εγγλέζικο στρατηγείο της Μ. Ανατολής (5 Ιουλίου 1943) και αργότερα στις συμφωνίες του Λιβάνου (20 Μαΐου 1944) και της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944), για να διατηρήσει και να διευρύνει την «εθνική ενότητα». Και δε διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας πορείας που θα είχε μεγάλες πιθανότητες να οδηγήσει στη νίκη»[17].
Το Φλεβάρη-Μάρτη του 1945 ο Αρης ήρθε σε επαφή με στελέχη του ΚΚΕ, προκειμένου να προωθήσει τις απόψεις του. Σε συνάντηση με αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στα Τρίκαλα του προτάθηκε να γυρίσει μαζί της στην Αθήνα, ώστε να αναλάβει επικεφαλής στην υπό ίδρυση «Συνομοσπονδία Εθνικών Αγωνιστών». Ο Αρης αρνήθηκε.
Στη διάρκεια μετάβασής του στη Ρούμελη «πήρε την απόφαση να παραβιάσει την κομματική πειθαρχία και μαζί με τον Τάκη Φίτσο παρουσιάσθηκε ξαφνικά μέσα σε ένα κομματικό αχτίφ και κατήγγειλε ανοιχτά την πολιτική της ηγεσίας», προτείνοντας τη δημιουργία ενός «Μετώπου Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ), που θα πάλευε για την Εθνική ανεξαρτησία και Ελευθερία και για τη Δημοκρατία». Αξίζει να σημειωθεί, πως το ΜΕΑ δεν αποτελούσε απλά μια αφηρημένη πρόταση: συνοδευόταν από σχετική Διακήρυξη καθώς και Προγραμματικές Θέσεις, ενώ απευθυνόταν σε ΕΑΜίτες και μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος (τους οποίους και στρατολογούσε)[18]. Ούτε στις θέσεις του ΜΕΑ εκφράζεται άλλη αντίληψη σε σχέση με αυτή της στρατηγικής του ΚΚΕ.
Στις 2 Μάρτη ο Αρης έγραψε και πάλι στην ηγεσία του ΚΚΕ επαναλαμβάνοντας τις διαφωνίες του και προειδοποιώντας πως «ξαναρχίζει την ένοπλη δράση». Ο Σιάντος, αφού του υπογράμμισε την ανάγκη προσανατολισμού του Κόμματος προς τη μαζική πολιτική δράση, του απάντησε ότι με τον ένοπλο αγώνα του τη δεδομένη στιγμή θα έβλαπτε. Του πρότεινε να πάει στην Αθήνα, ενώ στην περίπτωση που δε συμφωνούσε, του σύστησε να μείνει κρυμμένος.
Υπό την επίδραση αντιφάσεων στη πολιτική συμμαχιών του διεθνούς και εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος, καθώς και της διαμορφούμενης κατάστασης στο εσωτερικό, η ηγεσία του ΚΚΕ προσανατολιζόταν προς την ανάπτυξη της μαζικής πολιτικής δουλειάς. Ταυτόχρονα καλούσε τον Αρη να μεταβεί στην Αθήνα και να μείνει «σαν εφεδρεία», παύοντας κάθε «εμφάνιση και δράση μέχρις ότου δούμε την εξέλιξη της κατάστασης».
Η ηγεσία του κόμματος, επιδιώκοντας την επαναπροσέγγιση με το Βελουχιώτη, έστειλε τον Αρίστο Βασιλειάδη να τον συναντήσει με σκοπό να βρεθεί διέξοδος από την παρούσα κατάσταση. Μετά από αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις (στις οποίες πήραν μέρος και άλλα στελέχη της Αντίστασης και του Κόμματος) «ο Αρης δέχτηκε να συγκρατήσει την ανάπτυξη της δράσης του με την προϋπόθεση ότι θα γίνει συνάντηση με αντιπροσωπία της καθοδήγησης». Στη συνάντηση αυτή, που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Μαρτίου, επιτεύχθηκε «συμφωνία να αναστείλει ο Αρης κάθε εκδήλωση, ως που να αποφασίσει το ΠΓ να δεχτεί την αρχική του πρόταση να φύγει στο εξωτερικό»[19].
Εντούτοις, μια βδομάδα μόλις μετά (στις 24 Μάρτη), ο Βελουχιώτης απηύθυνε επιστολή «προς όλα τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ» στην οποία επαναλάμβανε για άλλη μια φορά τις απόψεις και τις διαφωνίες του. Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (5-10 Απρίλη) καταδίκασε τη στάση του, αναφέροντας πως «ο Κλάρας, αφού μια φορά πρόδωσε και αποκήρυξε το ΚΚΕ γιατί λύγισε μπροστά στην τρομοκρατία του Μανιαδάκη, ξαναζήτησε στον καιρό του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα να ξαναγοράσει με το αίμα του την προδοσία του εκείνη που αναγνώρισε και καταδίκασε. Το ΚΚΕ του έδωσε τη δυνατότητα αυτή. Σήμερα όμως σε μια δύσκολη και κρίσιμη στιγμή, από δειλία και φόβο, παρά τις υποσχέσεις και τη συμφωνία που στα λόγια έδειξε, απειθαρχεί πάλι, ξαναπροδίνει το ΚΚΕ με την τυχοδιωκτική και ύποπτη στάση του που μονάχα τον εχθρό ωφελεί. Στο ΚΚΕ δεν έχει θέση κανένας, οσοδήποτε ψηλά και αν στέκει και οσοδήποτε μεγάλος και αν είναι, όταν οι πράξεις του δεν συμβιβάζονται με το κοινό συμφέρον και όταν παραβιάζεται η δημοκρατική εσωκομματική πειθαρχία»[20].
Ανάλογη ήταν η τοποθέτηση του Ν. Ζαχαριάδη κατά την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ το 1950, όπου ανάμεσα σε άλλα είχε πει για τον Αρη: «Ηταν ένας μικροαστός τυχοδιώκτης… Και έπειτα είχε αξιώσεις ηγέτη και καθοδηγητή. Το Κόμμα και όταν σήκωσε δική του μπαντιέρα, του έδωσε τη δυνατότητα και τον βοήθησε να σκεφτεί και να διορθώσει το στραβοπάτημά του. Δεν το έκανε όμως αυτό και πήγε και έφαγε το κεφάλι του»[21]. Η απόφαση της διαγραφής δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» στις 16 Ιούνη 1945 (ημέρα του θανάτου του Αρη).
Η χρονική στιγμή και ο τρόπος με τον οποίο γνωστοποιήθηκε στον Αρη η διαγραφή και η αποκήρυξή του από το Κόμμα αποτελεί επίσης πεδίο αντιπαραθέσεων. Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο Βελουχιώτης έμαθε την εν λόγω απόφαση από το «Ριζοσπάστη» την ημέρα της αυτοκτονίας του (αναπαράγοντας και ενισχύοντας είτε άμεσα είτε εμμέσως πλην σαφώς τον ισχυρισμό ότι ήταν το ΚΚΕ που οδήγησε τον Αρη στο συγκεκριμένο τέλος)[22]. Αυτό βέβαια θα ήταν αδύνατον, αφού, όπως προαναφέραμε, η απόφαση δημοσιεύτηκε την ημέρα του θανάτου του Βελουχιώτη. Αυτό που όντως είχε προηγηθεί ήταν μια καταγγελία της δράσης του Αρη μετά τη «Συμφωνία της Βάρκιζας», η οποία και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 12ης Ιούνη του 1945 του «Ριζοσπάστη». Σε αυτό αναφερόταν σχετικά πως «η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, αφού συζήτησε πάνω σε εκθέσεις που ήρθαν από διάφορες κομματικές οργανώσεις, αποφάσισε να καταγγείλει ανοιχτά την ύποπτη και τυχοδιωκτική δράση του Αρη Βελουχιώτη… Ο Βελουχιώτης και ύστερα από τη σύναψη της συμφωνίας της Βάρκιζας συνέχισε τη δράση του. Η δράση αυτή που μονάχα την αντίδραση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει γιατί της έδινε όπλα για να κτυπά το ΚΚΕ, να παραβιάζει τη συμφωνία της Βάρκιζας και να δικαιολογεί τα εγκλήματά της, δεν επιτρέπει καμιά καθυστέρηση για την ανοιχτή καταγγελία του Αρη Βελουχιώτη»[23].
Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, ο τελευταίος ενημερώθηκε έπειτα από συζήτηση με στέλεχος του ΚΚΕ για το σχετικό περιεχόμενο εσωκομματικού γράμματος που κυκλοφόρησε στις οργανώσεις του κόμματος μετά την 11η Ολομέλεια[24]. Αλλοτε στο εσωκομματικό αυτό κείμενο, και άλλοτε σε δημοσίευση του Ριζοσπάστη στις 12 Ιούνη αποδίδεται και το γνωστό «ούτε ψωμί, ούτε νερό στο δηλωσία - μιζέρια Αρη». Τέτοια ρήση στο «Ριζοσπάστη» δεν υπήρξε ποτέ, ενώ το κείμενο που κυκλοφόρησε στις οργανώσεις δε σώζεται σήμερα, οπότε και καθίσταται αδύνατη η διασταύρωσή του.
Κατά τη διάρκεια του Απρίλη η Περιφερειακή Επιτροπή Κόνιτσας του ΚΚΕ βρισκόταν σε επαφή με τον Αρη. Στην επιστολή του Γραμματέα της ΠΕ στις 17.4.1945 αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Αγαπητέ μας σύντροφε Αρη… προχωρήσατε και σε ενέργειες τέτοιες που όχι μόνον ζημιώνουν αλλά απομακρύνουν κάθε διάθεση που ίσως ήταν έτοιμη να σας βοηθήσει. Συν/στή Αρη. Βάλατε χέρι και στα πυρομαχικά μας, που γι’ αυτό είμαι άμεσα υπεύθυνος και φέρω ακεραίαν την ευθύνην απέναντι στο κόμμα μας… Δεν μπορώ να καταλάβω σ. Αρη πως πήρες τέτοια τολμηρή και καθαρώς αντικομματική απόφαση, μήπως έχεις σκοπό να πολεμήσεις αντί τους Μπουραντάδες τους συντρόφους σου;… Το κάτω-κάτω δεν είμεθα ανδρείκελα καθενός και πρέπει να σεβαστείς τους συν. που πολεμούν πιστά πλάι σου… Πιστεύω και περιμένω να μην επαναληφθεί και ακόμη να επιστραφούν ό,τι πάρθηκαν… Πάντως όπως πάει η κατάστασις σε όλη την χώρα γρήγορα θα πάρουμε το κλαρί. Γι’ αυτό μην απομακρύνετε τις διαθέσεις των παλικαριών με τις τέτοιες ενέργειές σας… Γεια χαρά σε όλα τα παλικάρια και… το πολύ θάρρος και οι τολμηρές και χωρίς ερώτηση αποφάσεις βλάπτουν θανάσιμα το Κόμμα μας»[25].
Στην επικοινωνία αυτή διακρίνουμε το φιλικό και συντροφικό κλίμα στο οποίο αυτή διεξάγεται. Μέχρι και την τελευταία στιγμή οι σύντροφοι του Αρη προσπαθούν να τον παροτρύνουν να συγκρατήσει τις δραστηριότητές του, που γίνονται χωρίς συνεννόηση ή και σε αντίθεση με τις αποφάσεις του κόμματος.
Στις 29 Μάη επέστρεψε στην Αθήνα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης ο Ζαχαριάδης, αναπτερώνοντας το ηθικό του ΕΑΜικού κόσμου γενικότερα αλλά και του Αρη ειδικότερα, ο οποίος επεδίωξε συνάντηση μαζί του προκειμένου να του εκθέσει τις απόψεις του. Από την έλευση του Ζαχαριάδη μέχρι και το θάνατο του Βελουχιώτη μεσολάβησαν περίπου δύο εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό ο Αρης βρισκόταν καθ’ οδόν προς την Αθήνα.
Η κάθοδός του όμως δεν ήταν χωρίς εμπόδια: την ομάδα του καταδίωκε εκείνη την περίοδο το 118 Τάγμα Εθνοφυλακής. Στις 15 Ιουνίου περικυκλωμένος από τις κυβερνητικές δυνάμεις αποκλείστηκε μαζί με την ομάδα του στη χαράδρα του Φάγγου κοντά στην Αρτα. Συνειδητοποιώντας πως δεν υπήρχε διέξοδος διαφυγής, πήρε την απόφαση να αυτοκτονήσει.
Η «τελική πράξη του δράματος» ολοκληρώθηκε με μια χαρακτηριστική πράξη βαρβαρότητας: τα κεφάλια των Αρη και Τζαβέλα κόπηκαν και κρεμάστηκαν σε δημόσια θέα σε φανοστάτη της πλατείας των Τρικάλων.
Το ζήτημα του Αρη Βελουχιώτη, δίχως περαιτέρω εξέλιξη, ξανάνοιξε στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1957, όπου σημειώθηκε συγκεκριμένα πως «το Κόμμα πρέπει να εξετάσει και να δώσει συγκεκριμένη απάντηση για τον Αρη, Σιάντο, Ζεύγο, Καραγιώργη, Πλουμπίδη κ.ά. και να τους αποκαταστήσει»[26].