Στις συνθήκες αυτές, που πλατιές λαϊκές δυνάμεις έδειχναν σαφή αγωνιστική υποχώρηση, παρότι ο δίκαιος αγώνας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ συνέχιζε να συγκινεί πολύ περισσότερες μάζες από εκείνες που εξέφραζαν τα εκλογικά ποσοστά της ΕΔΑ και παρά τον ηρωικό αγώνα των παράνομων κομματικών οργανώσεων, έξω από τις φυλακές και τις εξορίες και μέσα σε αυτές, η επεξεργασία της πολιτικής του ΚΚΕ, σε άμεση συνάρτηση με την προσπάθεια να εντοπιστούν οι αιτίες της αρνητικής για το λαό κατάληξης του ΕΑΜικού κινήματος και της ήττας του ΔΣΕ, γινόταν μέσα σε μεγάλες δυσκολίες. Αλλά γινόταν και μέσα σε οπορτουνιστικές πιέσεις, που ασκούνταν από κομματικά στελέχη και από συνεργαζόμενους με το ΚΚΕ.
Η σύγκρουση οξύνθηκε, κυρίως στις κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα, αμέσως μετά τη δημιουργία της ΕΔΑ (1 Αυγούστου 1951), τόσο για τα ζητήματα της γενικότερης και της εκλογικής της τακτικής, όσο και με αφορμή την «υπόθεση των ασυρμάτων», που κατά την ανακάλυψή τους σκοτώθηκε στην κρύπτη τους ο Νίκος Βαβούδης, ενώ στη συνέχεια ο Νίκος Μπελογιάννης και 28 ακόμη κομμουνιστές παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της κατασκοπείας. Τότε, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ενεργοποιήθηκε ο σχετικός Μεταξικός νόμος 375/1936.
Στο επίκεντρο της εσωκομματικής διαπάλης τέθηκε το ψεύτικο δίλημμα «νόμιμη ή παράνομη δράση», που αποτελούσε ευθεία βολή κατά της ύπαρξης παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ. Στις «Συμπληγάδες» αυτού του διλήμματος ενεπλάκη και η μη υποψηφιότητα του Νίκου Μπελογιάννη στα ψηφοδέλτια της ΕΔΑ για τις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951. Η διελκυστίνδα «παράνομο ΚΚΕ ή νόμιμη ΕΔΑ» θα γίνει -από τότε και για μερικά χρόνια ακόμη- βασικό στοιχείο ενός οπορτουνιστικού προβληματισμού, ο οποίος κυριάρχησε τελικά και στο ΚΚΕ.
Στη συγκεκριμένη διαπάλη παρενέβαιναν αστικοί μηχανισμοί και κυβερνητικά επιτελεία, αξιοποιώντας την για δικούς τους λόγους. Ισως δεν πρέπει να θεωρηθεί συμπτωματικό ότι ο στρατάρχης Παπάγος, αμέσως μετά την εκλογή του στην πρωθυπουργία, πραγματοποίησε συνάντηση με τον πρόεδρο της ΕΔΑ Γιάννη Πασαλίδη, την ίδια ημέρα (25 Νοεμβρίου 1952) που η κρατική Ασφάλεια ανακοίνωνε σε συνέντευξη Τύπου τη σύλληψη του παράνομου Νίκου Πλουμπίδη. Αυτό δεν σήμαινε βεβαίως ότι η στάση του κυβερνητικού «Ελληνικού Συναγερμού» απέναντι στην ΕΔΑ ήταν ευνοϊκή. Το αντίθετο. Οι διώξεις συνεχίστηκαν, παράλληλα και με ορισμένες εκτελέσεις κομμουνιστών μέχρι και το 1955. Σήμαινε όμως ότι η αστική τάξη επέσειε την απειλή διάλυσης της ΕΔΑ περισσότερο ως φόβητρο για παραπέρα υποχωρήσεις, παρά γιατί είχε σκοπό να την πραγματοποιήσει. Εξάλλου αντιλαμβανόταν προφανώς ότι κι αν το επιχειρούσε, δε θα ήταν δυνατό να αποτρέψει τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα, στον οποίο θα εκφραζόταν και το ΚΚΕ άμεσα ή έμμεσα.
Γράφτηκε σχετικά με τη συνάντηση Παπάγου - Πασαλίδη: «Δίνει ο Παπάγος στον Πασαλίδη την υπόσχεση, ότι θα μελετά με προσοχή τις απόψεις της ΕΔΑ και, στο τέλος της συνομιλίας, φωτογραφίζεται μαζί του («Αυγή» και άλλες εφημερίδες, 26 Νοεμβρίου 1952)»2.
Ταυτόχρονα με τις πιέσεις, πρέπει να παρατηρήσουμε και μια ακόμη πλευρά, που δεν έχει αναδειχθεί και ερευνηθεί επαρκώς: Την προσπάθεια υπονόμευσης των οργανώσεων του ΚΚΕ από εξωελληνικούς παράγοντες, σε συνεργασία με εγχώριες δυνάμεις. Είναι γνωστά τα τηλεγραφήματα του Νίκου Μπελογιάννη και του Νίκου Πλουμπίδη προς το ΠΓ, στα οποία καταγγέλλονταν κινήσεις της Γιουγκοσλαβικής Πρεσβείας στην Αθήνα, με στόχο τη δημιουργία ενός «εθνικού ΚΚΕ». Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιούνταν και το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ βρισκόταν έξω από την Ελλάδα. Ηταν στα χρόνια που η Γιουγκοσλαβία του Τίτο προσανατόλιζε την εξωτερική πολιτική της στη γραμμή που ονομάστηκε «άξονας Αθήνας - Βελιγραδίου - Αγκυρας»3.
Ως την 6η Ολομέλεια του 1956 η ΚΕ του ΚΚΕ και άλλα κομματικά Σώματα (Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, 10-14 Οκτωβρίου 1950) τάσσονταν σαφώς και κατηγορηματικά υπέρ της δημιουργίας γερών παράνομων κομματικών οργανώσεων, ενώ κατάγγελλαν και τις υπονομευτικές προσπάθειες κατά του ΚΚΕ. Για παράδειγμα, η 7η Ολομέλεια της ΚΕ (14-18 Μαΐου 1950) αποφάσισε:
«Η οργάνωση και η καθοδήγηση των αγώνων του Λαού […] απαιτεί να κάνουμε γρήγορα και στέρεα την αναδιοργάνωση του Κόμματος […] Την πιο πάνω πείρα πρέπει να την χρησιμοποιήσουμε θετικά τώρα που ανασυγκροτούμε την παράνομη οργάνωσή μας.
ΙII. Αποστολή της παράνομης κομματικής οργάνωσης σήμερα είναι να εξασφαλίζει κάτω απ’ τις πιο δύσκολες συνθήκες, γερή σύνδεση του Κόμματος με την εργατική τάξη και τ’ άλλα λαϊκά στρώματα. Να διαφωτίζει και να κινητοποιεί τις μάζες πάνω στη γραμμή του Κόμματος για να την κάνει πράξη. Πρέπει να εξασφαλίζουμε αφοσιωμένους ως το θάνατο αγωνιστές, προπάντων στους βασικούς κρίκους της κομματικής διάρθρωσης, με γνώσεις και πείρα παράνομης δουλειάς. Να εξασφαλίσουμε γερό παράνομο μηχανισμό. Μπολσεβίκικη επαγρύπνηση και αυστηρή τήρηση των συνωμοτικών κανόνων. Σωστό συνδυασμό της παράνομης με τη νόμιμη οργάνωση και δουλειά. Πρέπει να γίνει αυστηρός διαχωρισμός, αλλά και σωστός συντονισμός της παράνομης με τη νόμιμη οργάνωση και δουλειά. Απαραίτητη είναι η υποταγή της νόμιμης οργάνωσης και δουλειάς στην παράνομη οργάνωση»4.
Αυτή η οργανωτική πολιτική τηρήθηκε μέχρι και το 1955. Η 5η Ολομέλεια της ΚΕ (26-28 Δεκεμβρίου 1955) υπογράμμισε:
«Οι κομμουνιστές και οι οπαδοί του ΚΚΕ πραγματοποιώντας τη γραμμή αυτή του κόμματος δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάνε ότι όσο πιο γερές και μαζικές είναι οι οργανώσεις του ΚΚΕ τόσο πιο γόνιμα θα ’ναι τ’ αποτελέσματα της δουλειάς των μελών και οπαδών του κόμματος»5.
Παράλληλα, αν και με πολλές αντιφάσεις, στα χρόνια 1950-1955 υπήρχε ορισμένο πολιτικό μέτωπο κατά συνεργαζόμενων σοσιαλδημοκρατικών και «κεντρώων» δυνάμεων.
Το 1955-1956 η εσωκομματική διαπάλη κορυφώθηκε και εκφράστηκε με την πραγματοποίηση της 6ης ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ (11-12 Μαρτίου 1956). Εναν περίπου μήνα πριν είχε διεξαχθεί το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (14-25 Φεβρουαρίου 1956), οι αποφάσεις του οποίου σήμαναν τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή του ΚΚΣΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Η 6η Ολομέλεια, στην οποία καθαιρέθηκε η ηγεσία του ΚΚΕ και η 7η Ολομέλεια (18-24 Φεβρουαρίου 1957), που διέγραψε τον Νίκο Ζαχαριάδη από μέλος του Κόμματος, όχι μόνο δε διόρθωσαν τα προβλήματα που είχε η στρατηγική του ΚΚΕ, αλλά και ευθυγράμμισαν την πολιτική του με τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή του 20ού Συνεδρίου.
Οι αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου ενίσχυσαν τις οπορτουνιστικές δυνάμεις και στην ΕΔΑ, που είδαν στην πολιτική του ΚΚΣΕ τη δικαίωση των απόψεών τους.
Σε αυτό το πλαίσιο άρχισαν να κυριαρχούν και οι απόψεις που ερμήνευαν με λαθεμένο τρόπο την αποχή από τις βουλευτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946. Θεωρούσαν ότι με την τακτική που ακολούθησε το ΚΚΕ και το ΕΑΜ χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία για το λαϊκό κίνημα, ενώ, κατά την ίδια εκτίμηση, εξαιτίας του ένοπλου αγώνα υπήρξαν και ανυπολόγιστες συνέπειες που μπορούσε να τις είχε αποφύγει αν ακολουθούσε το νόμιμο κοινοβουλευτικό δρόμο. Τέτοιες αντιλήψεις ενίσχυσαν λεγκαλιστικές (διά της νόμιμης ή κοινοβουλευτικής οδού) αυταπάτες.
Το γεγονός ότι το ΚΚΕ δεν είχε μπορέσει να βγάλει σωστά και ολοκληρωμένα συμπεράσματα από την πείρα της ταξικής πάλης κατά τη δεκαετία του 1940, παρά τις σημαντικές αλλά δίχως αποτέλεσμα προσπάθειες που έκανε στα χρόνια 1949-1953, είχε αφήσει κενό στη διαμόρφωση της στρατηγικής του, το οποίο κάλυπταν «ποικίλες» άλλες εκδοχές. Στο έδαφός τους κατακεραυνώθηκε ως σεχταριστικό και το σύνθημα «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος», που το ΚΚΕ πρόβαλε στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952, αρνούμενο να συρθεί στους συνδυασμούς του Πλαστήρα. Ο ίδιος ο Πλαστήρας, πέρα από τους απαράδεκτους όρους που είχε θέσει για να δεχθεί στα ψηφοδέλτια της ΕΠΕΚ «μερικούς υποψήφιους της ΕΔΑ», εξεβίαζε επιπλέον την ΕΔΑ, ότι θα μείνει εκτός Βουλής, ενώ ήταν αυτός και το κόμμα του, η ΕΠΕΚ, που ψήφισε το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, μαζί με τον «Ελληνικό Συναγερμό» του Αλέξ. Παπάγου.
Οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες κέρδισαν ακόμη περισσότερο έδαφος μετά τις βουλευτικές εκλογές της 11ης Μαΐου 1958, που τα αποτελέσματά τους έφεραν την ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ποσοστό 24,42% και 79 βουλευτές. Διέφυγε από τις συγκεκριμένες αναλύσεις ο συγκυριακός χαρακτήρας αυτού του μεγάλου ποσοστού, που εκτός των άλλων δεν αντιστοιχούσε στο επίπεδο της εργατικής και λαϊκής πάλης. Εξάλλου, οι λαθεμένες αναλύσεις του ΚΚΣΕ για τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων ενίσχυαν τις αυταπάτες και οδήγησαν σε αποφάσεις όπως η παρακάτω του 8ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (Μάιος 1961, αλλά ανακοινώθηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, για λόγους κάλυψης):
«Οι σημερινές συνθήκες, μέσα στις οποίες παλεύουν οι κομμουνιστές, επιτρέπουν τις πιο αισιόδοξες προοπτικές»6.
Και στο πρόγραμμα που ψήφισε το 8ο Συνέδριο:
«Ο ιμπεριαλισμός, από την άλλη μεριά, εξασθενίζει αδιάκοπα και αποσυντίθεται»7.
Παράλληλα βάραινε στη διαμόρφωση της γραμμής του Κόμματος η πολιτική αντιμετώπιση των «παρεκτροπών» από τη λεγόμενη ομαλή λειτουργία της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, εννοώντας κυρίως ορισμένες μορφές έκφρασης της αστικής πολιτικής (αντικομμουνισμός, εκτοπίσεις, παρακολούθηση και άσκηση τρομοκρατίας κατά των αγωνιστών κ.ά.).
Στο παραπάνω πλαίσιο εκφράζονταν δύο αντιλήψεις.
Η μία αποδεχόταν τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά προγραμματικά και πρακτικά αποσπούσε την άμεση πολιτική πάλη από την ανάλογη προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα.
Η δεύτερη αντίληψη, που ας σημειωθεί ότι είχε γεννηθεί πριν από το 1956, επί της ουσίας αναθεωρούσε και θεωρητικά τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, δίχως να το εκφράζει πάντα καθαρά και ανοιχτά.
Οι δύο αντιλήψεις ήταν σύμφωνες με τις αποφάσεις της 6ης (1956) και της 7ης Ολομέλειας (1957).
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κατά τη χρονική περίοδο από την 6η ευρεία Ολομέλεια της ΚΕ και μέχρι το 1965, μόνο φαινομενικά εξισορροπήθηκε η εσωκομματική διαπάλη, κυρίως μετά την καθαίρεση του Μάρκου Βαφειάδη από το ΠΓ για φραξιονισμό και την απαλλαγή του από κάθε κομματική δουλειά στην ΚΕ8. Από την 8η Ολομέλεια της ΚΕ (1958) και κυρίως μετά, φαίνονταν πιο καθαρά οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των ηγετικών στελεχών που είχαν συμμετάσχει στην 6η Ολομέλεια.