ΤΟ «ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ» ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ 1950-1967


του Μάκη Μαΐλη

«Σήμερα, κλειδί για την ολόπλευρη ισχυροποίηση του Κόμματος είναι η πρόοδος της κομματικής οικοδόμησης, παίρνοντας υπόψη ότι έχει διευρυνθεί η επιρροή του Κόμματος, άρα υπάρχει έδαφος για ανάπτυξη των γραμμών του με ταχύτερους ρυθμούς την επόμενη περίοδο. Προϋποθέτει σχεδιασμένη και σταθερή, ακούραστη δουλειά για την οικοδόμηση εκτεταμένου, όσο γίνεται, δικτύου Κομματικών και ΚΝίτικων Οργανώσεις Βάσεις στα εργοστάσια, στις επιχειρήσεις, στους τόπους δουλειάς, σε όλους του κλάδους και συνεχή ανάπτυξή τους. Είναι προϋπόθεση για να βελτιωθεί και να γίνει πιο δυνατή και αποτελεσματική η κομματική οικοδόμηση και επίδραση στα λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, στις γυναίκες, στις νέες ηλικίες, στη νεολαία γενικότερα. Να γίνει συνείδηση και τρόπος δουλειάς η ενότητα επαναστατικής θεωρίας - επαναστατικής πράξη…»1.

Αν τα παραπάνω είναι ζωτικής σημασίας θέματα σχετικά με την τρέχουσα και τη μελλοντική πορεία του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, αβίαστα πρέπει καθένας να υποστηρίξει ότι ίδιου βάρους ήταν ως καθήκοντα και στις δεκαετίες που κύλησαν από την ίδρυση του ΚΚΕ.

Δεν αντιμετωπίστηκαν πάντα με αυτόν τον τρόπο, ιδιαίτερα την περίοδο 1958-1967, μία ολόκληρη δεκαετία απουσίας Κομματικών Οργανώσεων του ΚΚΕ από την ταξική πάλη που διεξαγόταν, με όσα συνεπαγόταν αυτό για το ίδιο το Κόμμα και για την εργατική τάξη.

Ωστόσο η εξέταση του παραπάνω προβλήματος πρέπει να αρχίσει πολύ νωρίτερα από το 1958, συγκεκριμένα από το τέλος του ένοπλου αγώνα 1946-1949 και ενώ ξεκινούσε η δεκαετία του 1950. Αυτή είναι η αφετηρία του λεγόμενου «κομματικού οργανωτικοπολιτικού προβλήματος».

Ως «κομματικό οργανωτικοπολιτικό πρόβλημα» καθιερώθηκε να αποκαλείται η πορεία που ακολούθησε η κομματική οικοδόμηση και ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε από τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ, με σχετικές αποφάσεις, στα χρόνια 1950-1967.

Αυτή την περίοδο η πορεία του «κομματικού οργανωτικοπολιτικού προβλήματος» σημαδεύεται από τα ακόλουθα:

Την πάλη για γερές παράνομες κομματικές οργανώσεις, σε αντιπαράθεση με τις πιέσεις για την ακύρωσή τους και την ανάπτυξη οργανώσεων της ΕΔΑ.

Την κατάργηση των κομματικών οργανώσεων και την υποκατάστασή τους από οργανώσεις της ΕΔΑ.

Την απόφαση της ΚΕ για την επέκταση των λεγόμενων «κομματικών στηριγμάτων», που είχαν υποκαταστήσει την ύπαρξη των ΚΟΒ και των καθοδηγητικών οργάνων τους.

Την απόφαση για δημιουργία οργανώσεων του ΚΚΕ (11η Ολομέλεια της ΚΕ, 27-30 Ιουνίου 1967), που ταυτόχρονα θα συνυπήρχαν με οργανώσεις της ΕΔΑ.

Την έντονη φραξιονιστική δράση που ανέπτυσσε η δεξιά αναθεωρητική ομάδα στο καθοδηγητικό όργανο του ΚΚΕ και στην ΕΔΑ, στη δεκαετία του 1960 και τη σύγκρουση για το «κομματικό οργανωτικό πρόβλημα», που λύθηκε τελικά με τη διάσπαση του ΚΚΕ στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ (Βουδαπέστη, 5-15 Φεβρουαρίου 1968).

ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1950 - 1967

Η πορεία του «κομματικού οργανωτικοπολιτικού προβλήματος» εξελίχθηκε στις ιδιαίτερα σκληρές, αν και με διακυμάνσεις, συνθήκες που επέβαλε το αστικό κράτος, «το κράτος των νικητών» και οι κυβερνήσεις του, σε βάρος του ΚΚΕ και του εργατικού και λαϊκού κινήματος, πριν και αμέσως μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).

Η διαμόρφωση τέτοιων συνθηκών, ως επιλογή της αστικής τάξης, για να σταθεροποιήσει και αναπτύξει την καπιταλιστική ανασυγκρότηση, με την ταυτόχρονη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, έφερε έντονο το βάρος της απειλής που δέχθηκε η εξουσία της κατά τη δεκαετία του 1940 και της ένοπλης αντιπαράθεσης με τις κομμουνιστικές – ΕΑΜικές και εργατικές - λαϊκές δυνάμεις.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 η καπιταλιστική ανάπτυξη προχωρούσε με γρήγορους ρυθμούς. Ως στοιχείο της ανοδικής καπιταλιστικής πορείας πρέπει να σημειωθεί και ότι στο ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό πεδίο βρίσκονταν εκείνα τα χρόνια σε αυξητική πορεία τα μεσαία στρώματα της πόλης, γεγονός που μεγάλωνε τις δυνατότητες της πλουτοκρατίας να πραγματοποιεί και να διευρύνει τις συμμαχίες της για τη στήριξη της κυριαρχίας της. Την αύξηση των μικροαστικών στρωμάτων είχαν τροφοδοτήσει μεταξύ άλλων ο μαυραγοριτισμός στην Κατοχή, κάθε λογής «αμερικανικές βοήθειες», καθώς και η διεύρυνση της δημοσιοϋπαλληλίας.

Βασική κρατική πολιτική εκείνη την περίοδο αποτέλεσε η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους «εθνικόφρονες» και στους «αντεθνικώς δρώντες», που η αστική τάξη και τα κόμματά της επιχείρησαν να την εμπεδώσουν δια πυρός και σιδήρου, με σκοπό να διαμορφώσουν ένα συσχετισμό δυνάμεων συντριπτικά υπέρ των αστικών κομμάτων.

Η παραπάνω επιλογή εξέφραζε ταυτόχρονα και τα αστικά αντανακλαστικά ενός αντιπερισπασμού στην «εθνοπροδοσία», με την οποία το ΕΑΜ είχε στιγματίσει μεγάλο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου την περίοδο της Κατοχής και στη συνέχεια.

Ο χαρακτηρισμός «κράτος της εθνικοφροσύνης», παρότι δημιουργούσε σύγχυση ως προς το ταξικό περιεχόμενο του αστικού κράτους, έδειχνε την εξής αλήθεια: Οτι για την άρχουσα τάξη αποτελούσε μονόδρομο η λήψη σε αυτή τη βάση ακραίων τρομοκρατικών μέτρων, αλλά και η στελέχωση των κρατικών μηχανισμών κατά κύριο λόγο με στελέχη των λεγόμενων «δεξιών» κομμάτων και των «δωσιλογικών» δυνάμεων της Κατοχής, παράλληλα με την κατηγορία ακόμη και δυνάμεων του «κεντρώου» χώρου ως «συνοδοιπόρων του κομμουνισμού».

Η πολιτική επιλογή του διαχωρισμού σε «εθνικόφρονες και μη», συμβάδιζε με τον πιο χυδαίο αντικομμουνισμό, καθώς και με την επίκληση του «από Βορράν κινδύνου», σύνθημα που αντέστρεφε βεβαίως την πραγματικότητα, αφού ήταν ο ιμπεριαλισμός εκείνος που απειλούσε τη νέα εξουσία στις βαλκανικές χώρες, εκδηλώνοντας πολύμορφα την επιθετική πολιτική του.

Η συκοφαντία «του ξενοκίνητου ΕΑΜοβούλγαρου» και η θεωρία του «σιδηρού παραπετάσματος», όπως χαρακτήριζε ο ιμπεριαλισμός τη Σοβιετική Ενωση και τις χώρες της λαϊκής εξουσίας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, πήγαιναν μαζί, στο πλαίσιο της έντονης Αμερικανικής παρουσίας που η εγχώρια αστική τάξη χρειαζόταν τη στενή συνεργασία της για να προχωρήσει η κρατική και οικονομική ανασυγκρότηση.

Δίπλα και μαζί με τις επίσημες κρατικές διωκτικές αρχές δρούσαν οι λεγόμενες παρακρατικές οργανώσεις που καθοδηγούνταν από την κρατική Ασφάλεια και τη Χωροφυλακή, καθώς και από το Στρατό και την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ). Η δράση τους λειτουργούσε ακόμη πιο τρομοκρατικά στους κατοίκους της υπαίθρου, ιδιαίτερα σε πολλούς από τους ψηφοφόρους της ΕΔΑ, από τους οποίους αρκετοί μετατοπίστηκαν σε μία πορεία στα κόμματα του «Κέντρου», με την ελπίδα να χαλαρώσει το αυταρχικό πλαίσιο.

Από την πλευρά του λαϊκού κινήματος είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε μόνο η ηρωική στάση χιλιάδων κομμουνιστών και κομμουνιστριών, που έδωσαν και τη ζωή τους, ενώ άλλοι έμειναν επί χρόνια στις φυλακές αλύγιστοι, προτιμώντας αυτές τις συνέπειες και όχι την υπογραφή δήλωσης που αποκήρυσσε το ΚΚΕ «και τις παραφυάδες του». Υπήρχαν παράλληλα και οι «δηλώσεις μετανοίας», που οι διωκτικές αρχές και ειδικοί μηχανισμοί απέσπασαν από εξόριστους και φυλακισμένους με τη χρήση κάθε είδους απειλών και βασανισμών, καθώς και τα ευρύτατα καθιερωμένα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, απαραίτητα σε σειρά περιπτώσεων ακόμη και για τη θέση καθαρίστριας. Αυτά, ιδίως τα τελευταία, σφράγισαν περισσότερα από 20 μετεμφυλιακά χρόνια, αφού στην πράξη οι διάφορες διακρίσεις συνεχίστηκαν και όταν η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου κατάργησε (1964) τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Το «φακέλωμα» έγινε βασικό κατασταλτικό μέσο, ενώ, σε συνδυασμό με την αυξημένη ανεργία, λειτούργησε ως μόνιμος εφιάλτης πάνω από τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

ΟΞΥΝΣΗ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΣΩΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ

Στις συνθήκες αυτές, που πλατιές λαϊκές δυνάμεις έδειχναν σαφή αγωνιστική υποχώρηση, παρότι ο δίκαιος αγώνας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ συνέχιζε να συγκινεί πολύ περισσότερες μάζες από εκείνες που εξέφραζαν τα εκλογικά ποσοστά της ΕΔΑ και παρά τον ηρωικό αγώνα των παράνομων κομματικών οργανώσεων, έξω από τις φυλακές και τις εξορίες και μέσα σε αυτές, η επεξεργασία της πολιτικής του ΚΚΕ, σε άμεση συνάρτηση με την προσπάθεια να εντοπιστούν οι αιτίες της αρνητικής για το λαό κατάληξης του ΕΑΜικού κινήματος και της ήττας του ΔΣΕ, γινόταν μέσα σε μεγάλες δυσκολίες. Αλλά γινόταν και μέσα σε οπορτουνιστικές πιέσεις, που ασκούνταν από κομματικά στελέχη και από συνεργαζόμενους με το ΚΚΕ.

Η σύγκρουση οξύνθηκε, κυρίως στις κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα, αμέσως μετά τη δημιουργία της ΕΔΑ (1 Αυγούστου 1951), τόσο για τα ζητήματα της γενικότερης και της εκλογικής της τακτικής, όσο και με αφορμή την «υπόθεση των ασυρμάτων», που κατά την ανακάλυψή τους σκοτώθηκε στην κρύπτη τους ο Νίκος Βαβούδης, ενώ στη συνέχεια ο Νίκος Μπελογιάννης και 28 ακόμη κομμουνιστές παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της κατασκοπείας. Τότε, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ενεργοποιήθηκε ο σχετικός Μεταξικός νόμος 375/1936.

Στο επίκεντρο της εσωκομματικής διαπάλης τέθηκε το ψεύτικο δίλημμα «νόμιμη ή παράνομη δράση», που αποτελούσε ευθεία βολή κατά της ύπαρξης παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ. Στις «Συμπληγάδες» αυτού του διλήμματος ενεπλάκη και η μη υποψηφιότητα του Νίκου Μπελογιάννη στα ψηφοδέλτια της ΕΔΑ για τις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951. Η διελκυστίνδα «παράνομο ΚΚΕ ή νόμιμη ΕΔΑ» θα γίνει -από τότε και για μερικά χρόνια ακόμη- βασικό στοιχείο ενός οπορτουνιστικού προβληματισμού, ο οποίος κυριάρχησε τελικά και στο ΚΚΕ.

Στη συγκεκριμένη διαπάλη παρενέβαιναν αστικοί μηχανισμοί και κυβερνητικά επιτελεία, αξιοποιώντας την για δικούς τους λόγους. Ισως δεν πρέπει να θεωρηθεί συμπτωματικό ότι ο στρατάρχης Παπάγος, αμέσως μετά την εκλογή του στην πρωθυπουργία, πραγματοποίησε συνάντηση με τον πρόεδρο της ΕΔΑ Γιάννη Πασαλίδη, την ίδια ημέρα (25 Νοεμβρίου 1952) που η κρατική Ασφάλεια ανακοίνωνε σε συνέντευξη Τύπου τη σύλληψη του παράνομου Νίκου Πλουμπίδη. Αυτό δεν σήμαινε βεβαίως ότι η στάση του κυβερνητικού «Ελληνικού Συναγερμού» απέναντι στην ΕΔΑ ήταν ευνοϊκή. Το αντίθετο. Οι διώξεις συνεχίστηκαν, παράλληλα και με ορισμένες εκτελέσεις κομμουνιστών μέχρι και το 1955. Σήμαινε όμως ότι η αστική τάξη επέσειε την απειλή διάλυσης της ΕΔΑ περισσότερο ως φόβητρο για παραπέρα υποχωρήσεις, παρά γιατί είχε σκοπό να την πραγματοποιήσει. Εξάλλου αντιλαμβανόταν προφανώς ότι κι αν το επιχειρούσε, δε θα ήταν δυνατό να αποτρέψει τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα, στον οποίο θα εκφραζόταν και το ΚΚΕ άμεσα ή έμμεσα.

Γράφτηκε σχετικά με τη συνάντηση Παπάγου - Πασαλίδη: «Δίνει ο Παπάγος στον Πασαλίδη την υπόσχεση, ότι θα μελετά με προσοχή τις απόψεις της ΕΔΑ και, στο τέλος της συνομιλίας, φωτογραφίζεται μαζί του («Αυγή» και άλλες εφημερίδες, 26 Νοεμβρίου 1952)»2.

Ταυτόχρονα με τις πιέσεις, πρέπει να παρατηρήσουμε και μια ακόμη πλευρά, που δεν έχει αναδειχθεί και ερευνηθεί επαρκώς: Την προσπάθεια υπονόμευσης των οργανώσεων του ΚΚΕ από εξωελληνικούς παράγοντες, σε συνεργασία με εγχώριες δυνάμεις. Είναι γνωστά τα τηλεγραφήματα του Νίκου Μπελογιάννη και του Νίκου Πλουμπίδη προς το ΠΓ, στα οποία καταγγέλλονταν κινήσεις της Γιουγκοσλαβικής Πρεσβείας στην Αθήνα, με στόχο τη δημιουργία ενός «εθνικού ΚΚΕ». Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιούνταν και το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ βρισκόταν έξω από την Ελλάδα. Ηταν στα χρόνια που η Γιουγκοσλαβία του Τίτο προσανατόλιζε την εξωτερική πολιτική της στη γραμμή που ονομάστηκε «άξονας Αθήνας - Βελιγραδίου - Αγκυρας»3.

Ως την 6η Ολομέλεια του 1956 η ΚΕ του ΚΚΕ και άλλα κομματικά Σώματα (Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, 10-14 Οκτωβρίου 1950) τάσσονταν σαφώς και κατηγορηματικά υπέρ της δημιουργίας γερών παράνομων κομματικών οργανώσεων, ενώ κατάγγελλαν και τις υπονομευτικές προσπάθειες κατά του ΚΚΕ. Για παράδειγμα, η 7η Ολομέλεια της ΚΕ (14-18 Μαΐου 1950) αποφάσισε:

«Η οργάνωση και η καθοδήγηση των αγώνων του Λαού […] απαιτεί να κάνουμε γρήγορα και στέρεα την αναδιοργάνωση του Κόμματος […] Την πιο πάνω πείρα πρέπει να την χρησιμοποιήσουμε θετικά τώρα που ανασυγκροτούμε την παράνομη οργάνωσή μας.

ΙII. Αποστολή της παράνομης κομματικής οργάνωσης σήμερα είναι να εξασφαλίζει κάτω απ’ τις πιο δύσκολες συνθήκες, γερή σύνδεση του Κόμματος με την εργατική τάξη και τ’ άλλα λαϊκά στρώματα. Να διαφωτίζει και να κινητοποιεί τις μάζες πάνω στη γραμμή του Κόμματος για να την κάνει πράξη. Πρέπει να εξασφαλίζουμε αφοσιωμένους ως το θάνατο αγωνιστές, προπάντων στους βασικούς κρίκους της κομματικής διάρθρωσης, με γνώσεις και πείρα παράνομης δουλειάς. Να εξασφαλίσουμε γερό παράνομο μηχανισμό. Μπολσεβίκικη επαγρύπνηση και αυστηρή τήρηση των συνωμοτικών κανόνων. Σωστό συνδυασμό της παράνομης με τη νόμιμη οργάνωση και δουλειά. Πρέπει να γίνει αυστηρός διαχωρισμός, αλλά και σωστός συντονισμός της παράνομης με τη νόμιμη οργάνωση και δουλειά. Απαραίτητη είναι η υποταγή της νόμιμης οργάνωσης και δουλειάς στην παράνομη οργάνωση»4.

Αυτή η οργανωτική πολιτική τηρήθηκε μέχρι και το 1955. Η 5η Ολομέλεια της ΚΕ (26-28 Δεκεμβρίου 1955) υπογράμμισε:

«Οι κομμουνιστές και οι οπαδοί του ΚΚΕ πραγματοποιώντας τη γραμμή αυτή του κόμματος δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάνε ότι όσο πιο γερές και μαζικές είναι οι οργανώσεις του ΚΚΕ τόσο πιο γόνιμα θα ’ναι τ’ αποτελέσματα της δουλειάς των μελών και οπαδών του κόμματος»5.

Παράλληλα, αν και με πολλές αντιφάσεις, στα χρόνια 1950-1955 υπήρχε ορισμένο πολιτικό μέτωπο κατά συνεργαζόμενων σοσιαλδημοκρατικών και «κεντρώων» δυνάμεων.

Το 1955-1956 η εσωκομματική διαπάλη κορυφώθηκε και εκφράστηκε με την πραγματοποίηση της 6ης ευρείας Ολομέλειας της ΚΕ (11-12 Μαρτίου 1956). Εναν περίπου μήνα πριν είχε διεξαχθεί το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (14-25 Φεβρουαρίου 1956), οι αποφάσεις του οποίου σήμαναν τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή του ΚΚΣΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Η 6η Ολομέλεια, στην οποία καθαιρέθηκε η ηγεσία του ΚΚΕ και η 7η Ολομέλεια (18-24 Φεβρουαρίου 1957), που διέγραψε τον Νίκο Ζαχαριάδη από μέλος του Κόμματος, όχι μόνο δε διόρθωσαν τα προβλήματα που είχε η στρατηγική του ΚΚΕ, αλλά και ευθυγράμμισαν την πολιτική του με τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή του 20ού Συνεδρίου.

Οι αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου ενίσχυσαν τις οπορτουνιστικές δυνάμεις και στην ΕΔΑ, που είδαν στην πολιτική του ΚΚΣΕ τη δικαίωση των απόψεών τους.

Σε αυτό το πλαίσιο άρχισαν να κυριαρχούν και οι απόψεις που ερμήνευαν με λαθεμένο τρόπο την αποχή από τις βουλευτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946. Θεωρούσαν ότι με την τακτική που ακολούθησε το ΚΚΕ και το ΕΑΜ χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία για το λαϊκό κίνημα, ενώ, κατά την ίδια εκτίμηση, εξαιτίας του ένοπλου αγώνα υπήρξαν και ανυπολόγιστες συνέπειες που μπορούσε να τις είχε αποφύγει αν ακολουθούσε το νόμιμο κοινοβουλευτικό δρόμο. Τέτοιες αντιλήψεις ενίσχυσαν λεγκαλιστικές (διά της νόμιμης ή κοινοβουλευτικής οδού) αυταπάτες.

Το γεγονός ότι το ΚΚΕ δεν είχε μπορέσει να βγάλει σωστά και ολοκληρωμένα συμπεράσματα από την πείρα της ταξικής πάλης κατά τη δεκαετία του 1940, παρά τις σημαντικές αλλά δίχως αποτέλεσμα προσπάθειες που έκανε στα χρόνια 1949-1953, είχε αφήσει κενό στη διαμόρφωση της στρατηγικής του, το οποίο κάλυπταν «ποικίλες» άλλες εκδοχές. Στο έδαφός τους κατακεραυνώθηκε ως σεχταριστικό και το σύνθημα «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος», που το ΚΚΕ πρόβαλε στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952, αρνούμενο να συρθεί στους συνδυασμούς του Πλαστήρα. Ο ίδιος ο Πλαστήρας, πέρα από τους απαράδεκτους όρους που είχε θέσει για να δεχθεί στα ψηφοδέλτια της ΕΠΕΚ «μερικούς υποψήφιους της ΕΔΑ», εξεβίαζε επιπλέον την ΕΔΑ, ότι θα μείνει εκτός Βουλής, ενώ ήταν αυτός και το κόμμα του, η ΕΠΕΚ, που ψήφισε το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, μαζί με τον «Ελληνικό Συναγερμό» του Αλέξ. Παπάγου.

Οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες κέρδισαν ακόμη περισσότερο έδαφος μετά τις βουλευτικές εκλογές της 11ης Μαΐου 1958, που τα αποτελέσματά τους έφεραν την ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ποσοστό 24,42% και 79 βουλευτές. Διέφυγε από τις συγκεκριμένες αναλύσεις ο συγκυριακός χαρακτήρας αυτού του μεγάλου ποσοστού, που εκτός των άλλων δεν αντιστοιχούσε στο επίπεδο της εργατικής και λαϊκής πάλης. Εξάλλου, οι λαθεμένες αναλύσεις του ΚΚΣΕ για τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων ενίσχυαν τις αυταπάτες και οδήγησαν σε αποφάσεις όπως η παρακάτω του 8ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (Μάιος 1961, αλλά ανακοινώθηκε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, για λόγους κάλυψης):

«Οι σημερινές συνθήκες, μέσα στις οποίες παλεύουν οι κομμουνιστές, επιτρέπουν τις πιο αισιόδοξες προοπτικές»6.

Και στο πρόγραμμα που ψήφισε το 8ο Συνέδριο:

«Ο ιμπεριαλισμός, από την άλλη μεριά, εξασθενίζει αδιάκοπα και αποσυντίθεται»7.

Παράλληλα βάραινε στη διαμόρφωση της γραμμής του Κόμματος η πολιτική αντιμετώπιση των «παρεκτροπών» από τη λεγόμενη ομαλή λειτουργία της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, εννοώντας κυρίως ορισμένες μορφές έκφρασης της αστικής πολιτικής (αντικομμουνισμός, εκτοπίσεις, παρακολούθηση και άσκηση τρομοκρατίας κατά των αγωνιστών κ.ά.).

Στο παραπάνω πλαίσιο εκφράζονταν δύο αντιλήψεις.

Η μία αποδεχόταν τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά προγραμματικά και πρακτικά αποσπούσε την άμεση πολιτική πάλη από την ανάλογη προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα.

Η δεύτερη αντίληψη, που ας σημειωθεί ότι είχε γεννηθεί πριν από το 1956, επί της ουσίας αναθεωρούσε και θεωρητικά τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, δίχως να το εκφράζει πάντα καθαρά και ανοιχτά.

Οι δύο αντιλήψεις ήταν σύμφωνες με τις αποφάσεις της 6ης (1956) και της 7ης Ολομέλειας (1957).

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κατά τη χρονική περίοδο από την 6η ευρεία Ολομέλεια της ΚΕ και μέχρι το 1965, μόνο φαινομενικά εξισορροπήθηκε η εσωκομματική διαπάλη, κυρίως μετά την καθαίρεση του Μάρκου Βαφειάδη από το ΠΓ για φραξιονισμό και την απαλλαγή του από κάθε κομματική δουλειά στην ΚΕ8. Από την 8η Ολομέλεια της ΚΕ (1958) και κυρίως μετά, φαίνονταν πιο καθαρά οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των ηγετικών στελεχών που είχαν συμμετάσχει στην 6η Ολομέλεια.

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΑΚΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ 8ηςΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ (1958)

Οσο διαρκούσαν οι συζητήσεις, πριν από το 1958, για την οργανωτική πολιτική του ΚΚΕ, από μία σειρά στελέχη του ΚΚΕ και της ΕΔΑ (Νίκος Ακριτίδης, Ηλίας Ηλιού κ.ά.) υποστηριζόταν η θέση ότι η ΕΔΑ εκπλήρωνε το ρόλο του ΚΚΕ, αφού το πρόγραμμά της ταυτιζόταν με την άμεση επιδίωξη που είχε τότε το ΚΚΕ, την «εθνική δημοκρατική αλλαγή».

Παράλληλα εκφράστηκε και η άποψη να δημιουργηθεί άλλο κόμμα με τον ιδεολογικό χαρακτήρα του ΚΚΕ, που δε θα ονομαζόταν Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτή η θέση υποτίθεται ότι θα έλυνε και το πρόβλημα της νόμιμης δράσης του Κόμματος.

Η προηγούμενη άποψη διατυπώθηκε προς την ΚΕ του ΚΚΕ, το Νοέμβριο του 1956, με την Εκθεση των Λ. Τζεφρώνη - Α. Βελή. Η Εκθεση υποστήριζε ανάμεσα σε άλλα:

«[…] μέχρι τώρα, το μαζικό κίνημα εξελίχθηκε βασικά από τα κανάλια της νόμιμης δουλειάς […] Και ακόμα προς τη νόμιμη δουλειά τραβάει και σήμερα το ρεύμα και οι διαθέσεις του δικού μας κόσμου καθώς και των μαζών. […]

6. Ολα τα παραπάνω βάζουν μπροστά μας το ζήτημα, να αναθεωρήσουμε το δρόμο που ακολουθούσαμε μέχρι τώρα για τη νομιμοποίηση του κόμματος.[…]

7. Προτείνουμε […] την ίδρυση ενός νόμιμου μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος…

[…] Με την ίδρυσή του, το ΚΚΕ θα πρέπει να αναγγείλει την αναστολή της λειτουργίας των παράνομων οργανώσεών του και να καλέσει τους κομμουνιστές να ενταχθούν στο νέο Κόμμα. Ετσι θα έχουμε πετύχει τη νομιμότητα σ’ ένα πρώτο στάδιο [...]»9.

Η πρόταση αυτή, καθώς και η πρόταση του Ηλιού, απορρίφθηκαν από τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ, ενώ καταδικάστηκε και μία τρίτη άποψη που υποστήριζε την ανάγκη διάλυσης των κομματικών οργανώσεων στην Ελλάδα και την ένταξη των κομμουνιστών σε όποιο άλλο κόμμα επιθυμούσαν.

Παρ’ όλα αυτά οι σχετικές συζητήσεις δεν απομακρύνονταν από τη βάση που έβαζε σε προτεραιότητα τη δουλειά στην ΕΔΑ, δίνοντας στη δράση του ΚΚΕ έναν υποβοηθητικό ρόλο. Και ενώ αρχικά ο προβληματισμός έκλινε στην κατεύθυνση της διάλυσης των οργανώσεων που θεωρούνταν διαβρωμένες από τον ταξικό εχθρό και στη δημιουργία νέων, αυτός γρήγορα εγκαταλείφθηκε. Και έτσι ο παράγοντας «των διαβρωμένων κομματικών οργανώσεων» έγινε στοιχείο, μάλλον προσχηματικό, του προβληματισμού που κατέληξε στην απόφαση της 8ης Ολομέλειας για τη διάλυση των κομματικών οργανώσεων. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι υπήρχαν δυνατότητες, που αυξάνονταν όσο περνούσαν τα χρόνια και χαλάρωναν τα ακραία κατασταλτικά μέτρα, για να δημιουργηθούν ισχυρές παράνομες κομματικές οργανώσεις, καθήκον δύσκολο βεβαίως, αλλά και δυνατό και πρώτα απ’ όλα αναγκαίο.

Τελικά η 8η Ολομέλεια της ΚΕ πήρε την εξής απόφαση, που αποτέλεσε θεμελιακό λάθος δεξιού οπορτουνιστικού χαρακτήρα:

«Ολοι οι κομμουνιστές και οι συμπαθούντες πρέπει να μπούνε στην ΕΔΑ για να δουλέψουν μέσα στις γραμμές της, για να τη μετατρέψουν σε μαζικό κόμμα, ικανό να οργανώσει τις δυνάμεις και να καθοδηγήσει τον αγώνα της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των άλλων εργαζομένων στρωμάτων. Δεν πρέπει να επιδιώξουνε να οργανωθούνε οι κομμουνιστές ιδιαίτερα μέσα στην ΕΔΑ…»10.

Με την παραπάνω απόφαση ακυρωνόταν κάθε στοιχείο αυτοτελούς ύπαρξης και δράσης του ΚΚΕ. Επισφραγιζόταν η πλήρης υποκατάστασή του από την ΕΔΑ, ένα μη επαναστατικό κόμμα.

Υπέρ της διάλυσης των Κομματικών Οργανώσεων και της ένταξης των κομμουνιστών στην ΕΔΑ είχε ταχθεί σαφώς και η ηγεσία του ΚΚΣΕ μετά το 20ό Συνέδριο. Η υιοθέτηση και από το ΚΚΕ του λεγόμενου «κοινοβουλευτικού δρόμου προς το σοσιαλισμό» συμβάδιζε με την οργανωτική προσαρμογή στις νόμιμες συνθήκες. Η άποψη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης για τη σχέση του ΚΚΕ με την ΕΔΑ εκφράστηκε το 1957 ως εξής:

«Το πρόγραμμα άμεσων αιτημάτων του ΚΚΕ που δουλεύτηκε από το ΚΚΕ στην 6η και 7η ολομέλεια της ΚΕ αναδημοσιεύτηκε στο όργανο της ΕΔΑ - στην εφημερίδα «Αυγή» και κυκλοφορεί νόμιμα στην Ελλάδα. Αυτό το πρόγραμμα με μερικές αλλαγές θα μπορούσε να γίνει και πρόγραμμα της ΕΔΑ.

[…] 1. Παρά την οργανωτική της αδυναμία, η ΕΔΑ έχει συμπάθειες ανάμεσα στους εργαζόμενους της Ελλάδας. Αν στο επικείμενο συνέδριο της ΕΔΑ γινόταν η επεξεργασία του πολιτικού προγράμματος στο πνεύμα περίπου της Προγραμματικής διακήρυξης της 7ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, θα μπορούσε να συνενωθούν γύρω σ’ αυτό το πρόγραμμα ακόμα πιο πλατιές μάζες.

Παράλληλα με την εκλαΐκευση του τέτοιου προγράμματος έχει πρωταρχική σημασία η οργανωτική στερέωση της ΕΔΑ, η δημιουργία κομματικών της οργανώσεων παντού και ιδιαίτερα στο χωριό.

Για συμμετοχή σ’ αυτή τη δουλειά μέσα στα πλαίσια της ΕΔΑ πρέπει να τραβηχτεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός κομμουνιστών και συμπαθούντων»11.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γνώμη του ΚΚΣΕ βάρυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό στη λήψη της παραπάνω απόφασης από την 8η Ολομέλεια. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν απαλλάσσεται η 8η Ολομέλεια από τη δική της ιστορική ευθύνη για τη διάλυση των κομματικών οργανώσεων.

Από την άλλη, δεν μπορεί ασφαλώς να παραγνωρίσει κανείς και το ρόλο της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης.

Η απόφαση της 8ης Ολομέλειας εγκρίθηκε και από το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Ο χαρακτηρισμός της από το 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1973), ως λάθος θεμελιακής σημασίας, απέδιδε με ακρίβεια τα αρνητικά της αποτελέσματα.

Στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν σημαντικά γεγονότα που ανέδειχναν ακόμη περισσότερο την ανάγκη αναθεώρησης της απόφασης και οικοδόμησης ισχυρών παράνομων κομματικών οργανώσεων (εκλογές βίας και νοθείας του 1961, δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, αύξηση του οπορτουνιστικού ρεύματος για την πάση θυσία συνεργασία της ΕΔΑ με το «Κέντρο», όξυνση των αντιθέσεων στο αστικό πολιτικό σύστημα). Παραγνωρίστηκαν και η οργανωτική πολιτική του Κόμματος συνέχιζε να κινείται στη ρότα των αποφάσεων της 8ης Ολομέλειας του 1958.

Η 8η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ 1965 ΚΑΙ Η 10η ΤΟΥ 1966

Η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του 1965 συνήλθε ένα χρόνο μετά τις βουλευτικές εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964, στις οποίες η «Ενωση Κέντρου» είχε αναδειχθεί πρώτο κόμμα με 52,72%, σχηματίζοντας αυτοδύναμη κυβέρνηση με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η 8η Ολομέλεια συζήτησε και πάλι «το κομματικό οργανωτικό πρόβλημα». Εκτίμησε ως ορθή την απόφαση του 1958:

«1. Η λύση που έδωσε στο κομματικό οργανωτικό πρόβλημα η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του 1958 και το 8ο Συνέδριο του Κόμματος ήταν σωστή. Αυτή δικαιώθηκε από τη ζωή. Χάρη στη θέση αυτή το Κόμμα μπόρεσε να βγει από τα πολύ στενά σεχταριστικά πλαίσια που το είχε καταδικάσει η πολιτική της προηγούμενης ηγεσίας του Κόμματος, να σπάσει την ουσιαστική απομόνωση της καθοδήγησης από τα μέλη και στελέχη του ίδιου του Κόμματος»12.

Ταυτόχρονα υπογράμμισε ότι η νέα κατάσταση, που διαμορφώθηκε, επέβαλε την ενίσχυση της αυτόνομης παρουσίας του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Επισημαίνοντας την περιορισμένη έκταση και την υποτυπώδη λειτουργία των κομματικών στηριγμάτων, έβαζε ως στόχο:

«…να προσαρμόσουμε τη θέση μας […] που θα επισπεύσει και θα επιβάλει τελικά την ντε γιούρε ή ντεφάκτο, νόμιμη ή μισονόμιμη ύπαρξη και λειτουργία οργανώσεων του ΚΚΕ και ολόκληρου του Κόμματος»13.

Η τοποθέτηση αυτή ήρθε σε μία στιγμή που είχε διαψευστεί και η παραμικρή ελπίδα σχετικά με τις προθέσεις της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου να νομιμοποιήσει το ΚΚΕ και να εφαρμόσει διαφορετική πολιτική από εκείνη της ΕΡΕ στο θέμα του επαναπατρισμού των πολιτικών προσφύγων. Ηδη ο Γ. Παπανδρέου τόνιζε ότι ουδέποτε είχε δεσμευτεί για τα παραπάνω μέτρα, ενώ δεν είχε συγκατατεθεί ούτε στην απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων. Οι καταδικασμένοι κομμουνιστές με το νόμο 375 «περί κατασκοπείας» παρέμεναν έγκλειστοι στις φυλακές.

Υπήρχαν τότε στην ηγεσία του ΚΚΕ αυταπάτες, ότι η νομιμοποίηση του ΚΚΕ βρισκόταν στις προθέσεις της «Ενωσης Κέντρου»;

Η ΕΔΑ, σε συμφωνία με το ΚΚΕ, δεν κατέβασε υποψήφιους βουλευτές σε 24 εκλογικές περιφέρειες14 στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964, με σκοπό να διευκολύνει τη νίκη της «Ενωσης Κέντρου» επί της ΕΡΕ, γεγονός που αποδείχνει την ύπαρξη αυταπατών. Φαίνεται ότι αναμενόταν διαφορετική στάση από την πλευρά της λεγόμενης «αριστερής» μερίδας του «Κέντρου» (Τσιριμώκος, Πολυχρονίδης κ.ά.), σε ό,τι αφορούσε το θέμα «νομιμοποίηση του ΚΚΕ»15. Φαίνεται ότι η ηγεσία του ΚΚΕ υπολόγιζε στην πίεση, που περίμενε να ασκήσει η λαϊκή απαίτηση και η θετική στάση μερίδας του «κεντρώου» χώρου, ώστε, υπό προϋποθέσεις, να υποχρεώσει την ηγεσία της «Ενωσης Κέντρου» και πρωταρχικά το Γ. Παπανδρέου να προχωρήσουν στην απόφαση νομιμοποίησης του ΚΚΕ. Εξάλλου αυτή η επιδίωξη εντασσόταν στη γενικότερη πολιτική γραμμή του Κόμματός μας, τη γραμμή της σύμπραξης «των δημοκρατικών δυνάμεων», που, όπως υποστήριζαν οι επίσημες αποφάσεις του, μπορούσε να πραγματοποιηθεί, υπερνικώντας την άρνηση της ηγεσίας του «Κέντρου» και την εμμονή της στο σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης, καθώς και στο «διμέτωπο αγώνα», δηλαδή και κατά της ΕΡΕ και κατά της ΕΔΑ, που ακολουθούσε η «Ενωση Κέντρου» και ως αξιωματική αντιπολίτευση και ως κυβέρνηση.

Ομως κάτι τέτοιο δεν έγινε, ούτε βεβαίως οι «αριστερές» δυνάμεις του «Κέντρου» πίεσαν την ηγεσία τους στην κατεύθυνση της νομιμοποίησης του ΚΚΕ. Παρ’ όλα αυτά η 10η Ολομέλεια της ΚΕ, αν και αντιλαμβανόταν τη διαμορφωμένη κατάσταση, προχώρησε σε σπασμωδικά μέτρα.

Αποφάσισε:

«α) Τα κομματικά στηρίγματα, οι κομματικές ομάδες δηλαδή, να επεκταθούν και στις άλλες πόλεις, στις συνοικίες των μεγάλων πόλεων, σε βασικά εργοστάσια, σ’ όλους τους βασικούς τομείς και κρίκους της δουλειάς του Κόμματος. Τα μέλη των κομματικών ομάδων, όπως και τώρα, θα είναι ταυτόχρονα και μέλη της ΕΔΑ…»16.

Είναι φανερές οι αντιφάσεις που περιέχονται στην απόφαση της 8ης Ολομέλειας.

Αφού «η απόφαση του 1958 είχε δικαιωθεί από τη ζωή», βγάζοντας το Κόμμα από τα σεχταριστικά πλαίσια, γιατί έπρεπε να αναθεωρηθεί, πολύ περισσότερο που από το 1964 ήσαν καλύτερες οι συνθήκες δράσης; Ακόμη: Η Ολομέλεια διαπίστωνε ότι τα κομματικά στηρίγματα είχαν περιορισμένη έκταση και υποτυπώδη λειτουργία και ταυτόχρονα διαπίστωνε ότι έσπασε η απομόνωση της καθοδήγησης από τα μέλη και τα στελέχη του Κόμματος.

Το κυριότερο όμως είναι ότι η 8η Ολομέλεια του 1965 συνέχιζε να διαμορφώνει την οργανωτική πολιτική του Κόμματος με βάση το ευνοϊκό ή μη των πολιτικών συνθηκών και όχι με κριτήριο την ανάγκη να υπάρχουν κομματικές οργανώσεις παντού, πρώτα απ’ όλα στους τόπους δουλειάς, καθοδηγητές και οργανωτές της εργατικής τάξης. Και δεν προχώρησε σε αποφάσεις που επέβαλλαν οι ανάγκες της ταξικής πάλης, όπως: Να έρθει η ίδια η καθοδήγηση του Κόμματος στην Ελλάδα. Να οργανώσει το άνοιγμα γραφείων του Κόμματος. Να καλέσει τους κομμουνιστές σε γενική μαχητική κινητοποίηση. Να εκδώσει το «Ριζοσπάστη».

Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι τα προηγούμενα ήταν απλά εγχειρήματα. Θα δέχονταν ασφαλώς το μένος της αστικής τάξης και του αμερικανικού παράγοντα, ενώ θα συνοδεύονταν και από την κινδυνολογία ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δίνει στον ΙΔΕΑ αφορμή να επιβάλει τα στρατοκρατικά του σχέδια. Και τίποτα δεν αποκλείει επίσης τη σοβαρή πιθανότητα, να προκαλούνταν στην ΕΔΑ ισχυρές αναταράξεις, ακόμη και διάσπαση, καθώς και πολιτική αναδίπλωση τμήματος των μικροαστικών στρωμάτων που έβλεπαν την ΕΔΑ με συμπάθεια.

Θα ήταν όμως μεγάλο το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο όφελος για την πορεία του επαναστατικού κινήματος. Αυτό έπρεπε να υπολογιστεί πρώτα απ’ όλα. Εξάλλου εκείνα τα χρόνια και η καθοδήγηση του Κόμματος εκτιμούσε ως ανάγκη να διαδοθεί η μαρξιστική θεωρία, ως αντίβαρο στην αστική ιδεολογία.

Αλλά και η απόφαση που πήρε δεν εφαρμόστηκε με συνέπεια, εξαιτίας και εσωκομματικών αντιδράσεων, αφού πάρθηκε σε σύγκρουση με απόψεις που προαναφέρθηκαν και που εξακολουθούσαν να αναπτύσσονται, για τη μετεξέλιξη της ΕΔΑ σε μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα. Τα στελέχη που τις υποστήριζαν αντιτάχθηκαν στην επέκταση των κομματικών στηριγμάτων, ενώ διαφωνούσαν για την ύπαρξη της δυνατότητας και της ανάγκης να επιβάλει το ΚΚΕ τη νομιμοποίησή του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η 10η Ολομέλεια της ΚΕ (25 Δεκεμβρίου 1966 έως 24 Ιανουαρίου 1967) διαπίστωσε:

«[…] Δύο μέλη του ΠΓ, […] καθώς και δύο τακτικά και ένα αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ […] δεν πάλαιψαν ικανοποιητικά για την εφαρμογή της στη ζωή»17.

Στη 10η Ολομέλεια η διαπάλη εκδηλώθηκε με οξύτατο τρόπο. Ηταν από τότε φανερό ότι η εσωκομματική σύγκρουση οδηγούνταν σε οριστική ρήξη. Η ομάδα που ηγούνταν ο Μ. Παρτσαλίδης και άλλα δύο μέλη του ΠΓ, οι Π. Δημητρίου και Ζ. Ζωγράφος, είχε αποκρυσταλλωθεί και δρούσε υπονομευτικά.

Ωστόσο η 10η Ολομέλεια συνέχισε στο δρόμο των προηγούμενων αποφάσεων. Από τη μία πλευρά υπεραμύνθηκε της ανάγκης «να δυναμώσει η ενότητα και συσπείρωση όλων των κομμουνιστών με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική διδασκαλία»18 και από την άλλη εκτίμησε ότι οι αποφάσεις της 8ης Ολομέλειας του 1965 για το κομματικό οργανωτικοπολιτικό πρόβλημα ήταν σωστές. Ακόμη, ότι η Ολομέλεια είχε ασκήσει θετική επίδραση στην ανάπτυξη της δουλειάς της ΕΔΑ, τη στιγμή που ακριβώς εκείνο το διάστημα η φραξιονιστική δραστηριότητα και στην ΕΔΑ -πιο ανοικτά στην ΕΔΑ- για τη διάλυση του ΚΚΕ είχε πάρει ανοιχτές διαστάσεις.

Οι αναθεωρητές - φραξιονιστές υποστήριξαν στη 10η Ολομέλεια ότι η απόφαση του 1965 ερχόταν σε αντίθεση με εκείνη του 1958 για τη διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΕ. Αν και η απόφαση του 1965 δεν αντιμετώπιζε το θέμα των κομματικών οργανώσεων, από την πλευρά τους οι της αναθεωρητικής ομάδας είχαν δίκιο. Απλώς αξιοποιούσαν τις αντιφάσεις της άλλης πλευράς, προκειμένου να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία τους, που η αφετηρία της βρισκόταν στο γεγονός ότι επέλεγαν την ΕΔΑ αντί του ΚΚΕ ή, αν τα πράγματα εξελίσσονταν ευνοϊκά για εκείνους, ένα ΚΚΕ που σε τίποτα δε θα διέφερε από την ΕΔΑ, οπότε και θα μπορούσε να διαχυθεί στο εσωτερικό της. Εξάλλου τι το διαφορετικό από αυτά σήμαινε η μάχη που κυριολεκτικά έδωσαν για να επιβάλουν την άποψη της «μετεξέλιξης» της ΕΔΑ σε μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα;

Στη 10η Ολομέλεια ήταν φανερό ότι η πλειοψηφία του ΠΓ και της ΚΕ είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί τα προβλήματα που δημιουργούσε η απουσία του Κόμματος από την Ελλάδα. Ωστόσο φαίνεται ότι την ίδια στιγμή δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει και την ανάγκη απεγκλωβισμού του ΚΚΕ από την ΕΔΑ ή τουλάχιστον την ανάγκη να μπει σε άλλη βάση η σχέση ΚΚΕ - ΕΔΑ, τέτοια που να μην ακυρώνει την οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚΕ. Η με κάθε θυσία, ακόμη και αρχών, νόμιμη δράση υπερτερούσε και αυτή τη φορά. Η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας ήρθε να λύσει το «γόρδιο δεσμό», αφού τότε τέθηκε και η ΕΔΑ εκτός νόμου. Ετσι, ο συνδυασμός της παράνομης με τη νόμιμη δράση, με τρόπο που η δεύτερη να υπηρετεί την πρώτη, δηλαδή την πάλη του ΚΚΕ, ένα καίριο καθήκον για κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα που τότε ακυρώθηκε, μπήκε σε ενέργεια στις νέες συνθήκες που διαμόρφωσε η στρατιωτική δικτατορία. Αλλά και τότε η σχέση ΚΚΕ - ΕΔΑ, που συνεχιζόταν, περιέπλεξε πάλι το πρόβλημα.

Η 11η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ (1967)

Δύο μήνες μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας συνήλθε η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (27 έως 30 Ιουνίου 1967).

Και μόνο το γεγονός ότι η Ολομέλεια πραγματοποιήθηκε με τόση χρονική απόσταση από την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, δείχνει ότι υπήρχε τουλάχιστον σοβαρό πρόβλημα δυσλειτουργίας του καθοδηγητικού οργάνου.

Η 11η Ολομέλεια δεν κατέγραψε αντικειμενικά την εσωκομματική διαπάλη στην ΚΕ και στο ΠΓ, που είχε εκδηλωθεί με οξύτητα στην προηγούμενη 10η Ολομέλεια. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε με έντονο τρόπο στις ομιλίες μελών της ΚΕ, που υπογράμμιζαν ότι η εισήγηση του ΠΓ ήρθε στην Ολομέλεια σαν να μην είχε προϋπάρξει τίποτα σχετικό με καταστατικές παραβιάσεις μελών του ΠΓ και της ΚΕ.

Ωστόσο η 11η Ολομέλεια πήρε μία πολύ σημαντική απόφαση. Συγκεκριμένα:

«8. Η Ολομέλεια θεωρεί ότι άμεσο και πρωταρχικό καθήκον του Κόμματός μας είναι η αυτοτελής οργάνωση των κομμουνιστών σε οργανώσεις του ΚΚΕ»19.

Η διαμορφωμένη στο καθοδηγητικό όργανο του ΚΚΕ αναθεωρητική ομάδα δεν μπορούσε να αντιταχθεί στη λήψη αυτής της απόφασης, από τη στιγμή που η ΕΔΑ βρισκόταν ήδη εκτός νόμου. Φάνηκε όμως ότι πραγματοποίησε έναν ελιγμό. Γιατί, παρά την παραπάνω απόφαση της 11ης Ολομέλειας, η κατάσταση στο καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος, καθώς και μία ακόμα απόφαση που πήρε η 11η Ολομέλεια σχετικά με την ΕΔΑ, σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την υλοποίηση του καθήκοντος να οικοδομηθούν οργανώσεις του ΚΚΕ. Αυτό το γεγονός επιβεβαιώθηκε πολύ γρήγορα.

Η απόφαση της 11ης Ολομέλειας ανέφερε για την ΕΔΑ:

«Η Ολομέλεια θεωρεί ότι ταυτόχρονα με την ανασυγκρότηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ το ΚΚΕ πρέπει να βοηθήσει στην αναδιοργάνωση της ΕΔΑ…»20.

Πέρασαν μόνο λίγοι μήνες και το ΠΓ της ΚΕ έκανε τις εξής διαπιστώσεις στην απόφασή του της 9ης Σεπτεμβρίου 1967:

«Το ΠΓ της ΚΕ […]

1) Διαπιστώνει ανάπτυξη των οργανώσεων της ΕΔΑ Δυτικής Ευρώπης (…) Παράλληλα σημειώνει ότι δεν προχώρησε η δουλειά για τη δημιουργία οργανώσεων του ΚΚΕ […] Ολη η δουλειά έγινε μέσω των οργανώσεων της ΕΔΑ»21.

Γίνεται φανερό, όσον αφορά το κομματικό οργανωτικοπολιτικό πρόβλημα, ότι αυτό δεν μπορούσε παρά να λυθεί μόνο με τη σύγκρουση με τον οπορτουνισμό και τη διάσπαση του ΚΚΕ. Ετσι κι αλλιώς είχαν διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό δύο κόμματα μέσα στο ΚΚΕ. Στη 12η ευρεία Ολομέλεια, το 1968, τα πράγματα μπορούσαν τελικά να εξελιχθούν μόνο όπως -και σωστά- εξελίχθηκαν.

Η αρνητική εμπειρία από τη διάλυση των κομματικών οργανώσεων, σε συνδυασμό με την πάλη για την οικοδόμησή τους στην πορεία, ενσωματώθηκε στο κομματικό οπλοστάσιο που ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά χιλιάδων μελών, στελεχών και οπαδών του ΚΚΕ κατά την αντεπανάσταση του 1989-1991. Αποτέλεσε μία από τις αιτίες που το ΚΚΕ μπόρεσε να σταθεί όρθιο και να αντιμετωπίσει το διεθνή και εσωτερικό οπορτουνισμό, μη επιτρέποντας τη διάχυση του Κόμματος στο «Συνασπισμό».

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι μετέπειτα επεξεργασίες και αποφάσεις του Κόμματός μας έχουν συνδέσει άμεσα την κομματική οικοδόμηση με τη σταθερή του προσήλωση στον πρωτοποριακό ρόλο και στην ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, σε συνδυασμό με την τακτική δημιουργίας της κοινωνικοπολιτικής αντιιμπεριαλιστικής συμμαχίας (ΑΑΔΜ), που μπορεί κάτω από προϋποθέσεις να οδηγήσει στην κατάκτηση της σοσιαλιστικής εξουσίας.

ΣHMEIΩΣEIΣ:

.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Μάκης Μαΐλης είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου και του Τμήματος Ιστορίας.

1. Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 18ο Συνέδριο, σελ. 72.

2. Σπ. Λιναρδάτου: «Από τον εμφύλιο στη Χούντα», τ. Β΄, εκδ. «Παπαζήση» σελ. 22.

3. Τελικά στις 9 Αυγούστου 1954 οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας, της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας υπέγραψαν εικοσαετή στρατιωτική συμφωνία ανάμεσα στις τρεις χώρες. Με αυτήν η Γιουγκοσλαβία συνδεόταν έμμεσα με το ΝΑΤΟ.

4. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 7ος, σελ. 37-38.

5. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 7ος, σελ. 430.

6. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 9ος, σελ. 37.

7. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 9ος, σελ. 41.

8. Ο Μάρκος Βαφειάδης είχε αποκατασταθεί ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής από την 6η Ολομέλεια (1956). Στην 7η Ολομέλεια (1957) εκλέχτηκε στο ΠΓ. Στην επόμενη 8η Ολομέλεια (1958) του επιβλήθηκαν οι παραπάνω ποινές. Στην 9η (1959) αποκλείστηκε και από τις συνεδριάσεις της ΚΕ. Το 8ο Συνέδριο (1961) επικύρωσε απόφαση της 15ης Ολομέλειας (1961), που καθαίρεσε τον Μάρκο Βαφειάδη από μέλος της ΚΕ και τον διέγραψε από το Κόμμα.

8. Ο Μάρκος Βαφειάδης είχε αποκατασταθεί ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής από την 6η Ολομέλεια (1956). Στην 7η Ολομέλεια (1957) εκλέχτηκε στο ΠΓ. Στην επόμενη 8η Ολομέλεια (1958) του επιβλήθηκαν οι παραπάνω ποινές. Στην 9η (1959) αποκλείστηκε και από τις συνεδριάσεις της ΚΕ. Το 8ο Συνέδριο (1961) επικύρωσε απόφαση της 15ης Ολομέλειας (1961), που καθαίρεσε τον Μάρκο Βαφειάδη από μέλος της ΚΕ και τον διέγραψε από το Κόμμα.

10. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 8ος, σελ. 261

11. Αρχείο ΚΚΕ, Εγγραφο 151398. Δεν είναι προσδιορισμένη η ακριβής ημερομηνία.

12. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 9ος, σελ. 504.

13. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 9ος, σελ. 505.

14. Ανάλογη επίμονη πρόταση είχε γίνει από την ηγεσία της ΕΔΑ προς το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ και στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963, η οποία είχε απορριφθεί.

15. Εκείνα τα χρόνια, ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ’50, δηλαδή τότε που ήταν νωπά τα γεγονότα της ένοπλης πάλης, ένα τμήμα της αστικής τάξης τασσόταν υπέρ της νομιμοποίησης του ΚΚΕ, ακολουθώντας διαφοροποιημένη τακτική αντιμετώπισής του από το άλλο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου, το οποίο επέμενε στην εκτός νόμου θέση του ΚΚΕ. Η διαφοροποίηση δεν εκφραζόταν μεταξύ της λεγόμενης «Δεξιάς» και των «Φιλελεύθερων». Ετεμνε και τις δύο πολιτικές παρατάξεις. Υπήρχαν παράγοντες της «Δεξιάς» που υποστήριζαν τη νομιμοποίηση (π.χ. Σπ. Μαρκεζίνης) και του «Κέντρου» (π.χ. Γ. Παπανδρέου) που ήσαν αντίθετοι. Και αντιστρόφως. Η αντίληψη όσων τάσσονταν υπέρ της νομιμοποίησης (π.χ. εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ) ξεκινούσε από την πεποίθηση ότι το νόμιμο ΚΚΕ μπορούσε να ελέγχεται καλύτερα, απ’ ότι το παράνομο. Κρίνοντας εκ των αποτελεσμάτων μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η τακτική που τασσόταν υπέρ της παρανομίας του ΚΚΕ, ίσως ήταν μακροπρόθεσμα πιο αποτελεσματική για τα αστικά συμφέροντα, πιο διορατική.

16. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 9ος, σελ. 507.

17. Αρχείο ΚΚΕ, Η 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 691.

18. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 9ος, σελ.749.

19. Αρχείο ΚΚΕ, Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 455.

20. Αρχείο ΚΚΕ, Η 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 456.

21. Αρχείο ΚΚΕ, Εγγραφο 157931, χρονολογία 9.9.1967