ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΣ, ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ*


του Μίκαελ Οπερσκάλσκι

H ανάπτυξη του ρεβιζιονισμού αποτελούσε ανέκαθεν το πέρασμα για την υπονομευτική στρατηγική του ιμπεριαλισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ρεβιζιονισμός και η ιμπεριαλιστική υπονόμευση αλληλοεξαρτώνται κατά κάποιο τρόπο. Ο ρεβιζιονισμός και αντίστοιχα οι εκπρόσωποί του πάντα έπαιζαν διαφορετικό ρόλο, ανάλογα με την ιστορική περίσταση.

Πάντα υπήρχαν ρεβιζιονιστικές θέσεις που προσποιούνταν, καθαρά υποκειμενικά, ότι ήθελαν να προωθήσουν την ανάπτυξη του σοσιαλισμού, αντικειμενικά όμως δούλευαν προς όφελος των επιτελείων του ιμπεριαλισμού. Και φυσικά πάντα υπήρχαν και ρεβιζιονιστικές θέσεις, οι οποίες στόχευαν άμεσα και εσκεμμένα στο να συντρίψουν το σοσιαλισμό και τα θεμέλιά του και να τον αντικαταστήσουν με ένα «δημοκρατικό σοσιαλισμό», με ένα «Τρίτο Δρόμο» ή με ένα «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» με ή χωρίς «περεστρόικα» και «γκλάσνοστ». Συνεπώς το φάσμα είναι ευρύτατο και οι μεταβάσεις από τη μία στην άλλη μορφή του ρεβιζιονισμού δεν είναι ξεκάθαρες.

Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τους εκπροσώπους τους: Υπάρχουν «κριτικοί κομμουνιστές» και άλλοι, που αργότερα εκδηλώνονται ανοιχτά ως σοσιαλδημοκράτες και υπάρχουν και «κριτικοί», οι οποίοι δε διαπιστώνουν ποτέ ή διαπιστώνουν πολύ αργά ότι η δραστηριότητά τους ωφελεί τις ιμπεριαλιστικές στρατηγικές και ότι χρησιμοποιούνται με αυτό τον τρόπο.

Αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που υιοθετούν επιφανειακά ρεβιζιονιστικές και ρεφορμιστικές θέσεις, στην πραγματικότητα όμως συνεργάζονται συνειδητά με ιμπεριαλιστικές ειδικές και μυστικές υπηρεσίες και με εντολή αυτών των υπηρεσιών να διαλύσουν το σοσιαλισμό από τα μέσα.

Από την άλλη υπάρχουν κι άλλοι, οι οποίοι ξεκίνησαν ως «κριτικοί κομμουνιστές» και κατέληξαν προδότες στην υπηρεσία της CIA, της BND, της ισραηλίτικης MOSSAD ή της αγγλικής MI6.

Συνεπώς κι εδώ οι μεταβάσεις δεν είναι ξεκάθαρες και αντίστοιχα η ανάλυση του ρόλου του ρεβιζιονισμού και των εκπροσώπων του, στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών στρατηγικών υπονόμευσης, καθιστά απαραίτητη μια διαφοροποιημένη αξιολόγηση, χωρίς να θέλουμε και να μπορούμε να αναιρέσουμε την αρχική μας τοποθέτηση, ότι η ανάπτυξη του ρεβιζιονισμού στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ) και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες ήταν απαραίτητη για την επιτυχία της υπονομευτικής στρατηγικής του ιμπεριαλισμού.

Ετσι η πάλη ενάντια στο ρεβιζιονισμό και τον οπορτουνισμό -οποιαδήποτε απόχρωση κι αν έχει- αποτελεί για τους κομμουνιστές και το κόμμα τους το σημαντικό εργαλείο στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Ας παραθέσουμε λοιπόν σ’ αυτό το σημείο ένα απόσπασμα από το Λένιν: «Οι πιο επικίνδυνοι από αυτή την άποψη είναι οι άνθρωποι που δε θέλουν να καταλάβουν ότι η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι μια κενή και ψευδής φράση αν δε συνδέεται αδιάρρηκτα με την πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό»1.

Α. ΤΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΥΠΟ ΤΟΝ ΟΡΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ

Ξεφυλλίζοντας το «Μικρό πολιτικό λεξικό» θα βρούμε κάτω από τη λέξη «Diversion» (σ.μ. υπονόμευση) την ακόλουθη αρκετά μικρή εξήγηση: «Κάθε είδος παράνομη και επιβλαβής δραστηριότητα από τους πράκτορες ιμπεριαλιστικών κρατών ή διεφθαρμένων στοιχείων στο εσωτερικό μιας χώρας, η οποία έχει σκοπό, να βλάψει και να προκαλέσει την πτώση της υπάρχουσας σοσιαλιστικής ή προοδευτικής δημοκρατικής κρατικής και κοινωνικής οργάνωσης»2.

Επομένως μπορούμε συνοπτικά να συμπεράνουμε τα εξής:

α) Στην περίπτωση ιμπεριαλιστικής υπονόμευσης έχουμε να κάνουμε με ένα ολόκληρο οπλοστάσιο διαφορετικών στρατηγικών και ενεργειών για τη συντριβή του σοσιαλισμού. Μέσα σε αυτό το οπλοστάσιο οι ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες διαδραματίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο.

β) Είναι αναπόσπαστο μέρος της «παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής στρατηγικής».

γ) Με βάση δύο παραδείγματα -τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας το 1968 καθώς και τη ΓΛΔ- θα αναδείξω τις γραμμές που συνδέουν την παγκόσμια ιμπεριαλιστική στρατηγική με το ρεβιζιονισμό, τη υπονόμευση και την αντεπανάσταση.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ

Ακόμη και πολλοί αστοί ιστορικοί περιγράφουν σήμερα την εξέλιξη της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής στρατηγικής ενάντια στον κρατικό οργανωμένο σοσιαλισμό ουσιαστικά σε δύο φάσεις (ακόμα κι αν δε χρησιμοποιούν μαρξιστικό-λενινιστικό λεξιλόγιο!): Τη φάση του επιθετικού «Roll-Back», δηλαδή την επιθετική έως και στρατιωτική - αντεπαναστατική συντριβή ή τουλάχιστον την αναχαίτιση (containment) του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, καθώς και του αναπτυσσόμενου σοσιαλισμού που υφίσταται στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη νίκη επί του γερμανικού ναζιστικού φασισμού το 1945, τη φάση «της αλλαγής μέσω της προσέγγισης», δηλαδή την αντεπαναστατική υπονόμευση του σοσιαλισμού από τα μέσα, «της αθόρυβης αντεπανάστασης». Αναγνωρίζουν επίσης ότι αυτή η ιμπεριαλιστική στρατηγική της υπονόμευσης δεν είχε μόνο στόχο τον κρατικά οργανωμένο σοσιαλισμό, αλλά και σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές οργανώσεις, κόμματα και κινήματα στη Δυτική Ευρώπη. Σ’ αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να αναφέρουμε εν συντομία ανάλογα γεγονότα στην Ελλάδα, την Ιταλία ή τη Γαλλία.3

Η νίκη του αντιχιτλερικού συνασπισμού επί του γερμανικού ναζιστικού φασισμού μετά το 1945 οδήγησε σε σαφή άνοδο των αριστερών και κομμουνιστικών δυνάμεων στη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη, σε δημοκρατικές και αργότερα σοσιαλιστικές εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο, στις οποίες τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν η ηγετική κοινωνική δύναμη. Σε αρκετές από αυτές τις χώρες οι εξελίξεις κατέληξαν ακόμα και σε διαδικασία οργανωτικής ένωσης των κομμουνιστικών κομμάτων με επαναστατικές σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις σε μαρξιστική-λενινιστική βάση.

Η Σοβιετική Ενωση, η οποία όχι μόνο είχε τα περισσότερα θύματα στην πάλη ενάντια στο γερμανικό φασισμό, αλλά και είχε διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο, είχε τεράστιο κύρος διεθνώς. Ο Γενικός Γραμματέας των Σοβιετικών κομμουνιστών, ο σύντροφος Ι. Β. Στάλιν, είχε γίνει δημοφιλής ακόμη και στις ΗΠΑ. Ακόμη και μέσα στο αστικό στρατόπεδο τον αποκαλούσαν με σεβασμό «Uncle Joe» (θείο Τζο). Και μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, στην πιο πυκνοκατοικημένη χώρα της γης, στην Κίνα, επικράτησε η λαϊκή επανάσταση με την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος. Εκτός από την Ινδία αναπτύχθηκαν επίσης σε άλλες χώρες ευρύτεροι μαζικοί αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Μετά την ήττα του γερμανικού φασισμού και των δυνάμεων του Αξονα, φάνηκε ότι η πρόοδος της κοινωνικής εξέλιξης σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορούσε πια να σταματήσει...

Αυτό αντανακλά με ακρίβεια την κατάσταση και το κλίμα, μέσα στο οποίο ο ιμπεριαλισμός -κάτω από την ηγεσία της μεγαλύτερης δύναμής του, των Ηνωμένων Πολιτειών της Βόρειας Αμερικής- ανέπτυξε την αντίληψή του για τη συντριβή ή τουλάχιστον την «αναχαίτιση» (containment) του σοσιαλισμού.

Στην περίοδο αμέσως μετά τη νίκη του αντιχιτλερικού συνασπισμού, το 1945, το στοιχείο του επιθετικού «Roll-Back» κυριαρχούσε στην αντισοσιαλιστική στρατηγική, η οποία περιλάμβανε ακόμη και στρατιωτικές επιλογές.

Ο Αμερικανός James Burnham διατύπωσε αυτή την έννοια απερίφραστα: «Δεν ήμασταν μέχρι τώρα πρόθυμοι να παραδεχτούμε ότι μπορεί να υπάρξει μόνο ένας στόχος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: Η καταστροφή της δύναμης του κομμουνισμού»4.

Ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ J.F. Dulles, στηριζόμενος στο μονοπώλιο των πυρηνικών όπλων που τότε ακόμα κατείχαν οι ΗΠΑ, διευκρίνισε το 1952 τη στρατηγική έννοια αυτού του «Roll-Back»: «Πρέπει να διαλύσουμε τη Σοβιετική Ενωση από τα μέσα. [...] Πρέπει να κάνουμε τη δομή των πολυάριθμων φυλών, που έχουν ενοποιηθεί στη Σοβιετική Ενωση, να σπάσει. Αυτό όμως προϋποθέτει να εγκαταλείψουμε την πολιτική της αναχαίτισης του σοσιαλισμού και να προχωρήσουμε ενεργά για να προκαλέσουμε πτώση στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ενωσης...»5.

Μέρος αυτής της αντίληψης ήταν και το σχέδιο να αφήσουν το σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ να καεί σε μια τεράστια πυρηνική κόλαση. Αμέσως μετά τις τελευταίες στρατιωτικές μάχες ενάντια στη ναζιστική βαρβαρότητα, οι ΗΠΑ από το Σεπτέμβριο έως το Νοέμβριο του 1945 πρόσθεσαν στο πολιτικό - στρατιωτικό τους οπλοστάσιο το δόγμα του «πρώτου πυρηνικού πλήγματος», δηλαδή την αιφνιδιαστική πυρηνική επίθεση ενάντια στη Σοβιετική Ενωση.

Ηδη στο πρώτο σχέδιο επιλέχτηκαν 20 σοβιετικές πόλεις για πυρηνική εξόντωση. Αυτό προετοιμάστηκε με τα υπομνήματα JCS 1496/2 («Βάση για τη διατύπωση μιας αμερικανικής στρατιωτικής πολιτικής») και JCS 1518 («Στρατηγική αντίληψη και σχέδιο για τη δράση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων»), τα οποία εγκρίθηκαν από την «Επιτροπή των Ενωμένων Αρχηγών Επιτελείου των ΗΠΑ»(!) στις 18 Σεπτεμβρίου και 9 Οκτωβρίου 1945 αντίστοιχα6.

Στην Οδηγία του «Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας» αριθ. 20/1 της 18ης Αυγούστου 1948 αναφέρεται ως επίσημη στρατηγική αυτό που είχαν σχεδιάσει, επεξεργαστεί και αναπτύξει από πριν, η δυνατότητα δηλαδή να χρησιμοποιηθεί το πυρηνικό δυναμικό είτε για την αιφνιδιαστική στρατιωτική εξόντωση της ΕΣΣΔ (το απροετοίμαστο «πρώτο πλήγμα») είτε για το στραγγαλισμό της μέσω εκβιασμών και συγκεκριμένης πολεμικής προετοιμασίας: «Οι προσπάθειές μας στοχεύουν στο να δεχτεί η Μόσχα το σχέδιο μας. Με άλλα λόγια: Στόχος μας είναι η πτώση της σοβιετικής εξουσίας. Από αυτή την άποψη θα μπορούσαμε να πούμε ότι στόχοι σαν αυτούς δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς πόλεμο. Επομένως αναγνωρίζουμε με αυτό τον τρόπο, ότι ο τελικός στόχος μας σχετικά με τη Σοβιετική Ενωση είναι ο πόλεμος και η πτώση της σοβιετικής εξουσίας»7.

Η γλώσσα και η στρατηγική αυτή είναι κυνική και απάνθρωπη. Αλλωστε έτσι πρέπει να είναι. Σύμφωνα με μια μυστική έκθεση ασφάλειας του 1951 αποδίδεται στην περιβόητη βορειοαμερικανική μυστική υπηρεσία CIA που υπήρχε ήδη από το 1947 η ακόλουθη αρχή: «Είναι ξεκάθαρο ότι αντιμετωπίζουμε έναν αδιάλλακτο εχθρό, του οποίου ο δεδηλωμένος στόχος είναι η παγκόσμια κυριαρχία [...]. Σε ένα τέτοιο παιχνίδι δεν υπάρχουν κανόνες. Τα μέχρι σήμερα πρότυπα της ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν ισχύουν πια. Πρέπει να μάθουμε να υπονομεύουμε, να σαμποτάρουμε και να καταστρέφουμε τους εχθρούς μας και μάλιστα με μεθόδους, οι οποίες είναι εξυπνότερες, πιο εξελιγμένες και αποτελεσματικές από αυτές που χρησιμοποιούνται εναντίον μας»8.

ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΑΣΗ ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΣΧΕΔΙΑΣΤΕΙ Η ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑ

Αποδεικνύεται ότι σε αυτή την πολύ πρόωρη φάση μετά το 1945 η επιθετική στρατηγική («Roll-Back») καθώς και οι στρατιωτικές επιλογές ήταν κυρίαρχες στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αντίληψη για τη συντριβή του σοσιαλισμού. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν υπήρξαν σχέδια και ενέργειες που στόχευαν να υπονομεύσουν και να χτυπήσουν από τα μέσα τον κρατικά οργανωμένο σοσιαλισμό, τα κυβερνητικά κομμουνιστικά κόμματα στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά και τις σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές δυνάμεις στη Δύση.

Το ότι οι μέχρι τώρα στρατηγικές αντιλήψεις που παραθέσαμε δεν ήταν μακριά από την πραγματικότητα, αλλά αποτελούσαν σχέδια συγκεκριμένων ενεργειών, αποδεικνύεται κι από άλλο ένα υπόμνημα (αρ. 68) του 1950 του «Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας» των ΗΠΑ, το οποίο προτείνει στον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Τρούμαν την εφαρμογή μιας ολόκληρης δέσμης μέτρων. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την αύξηση του εξοπλισμού, την οργάνωση -ακόμη και στρατιωτική- των αντεπαναστατικών κινημάτων στην Ανατολική Ευρώπη, τις στοχευμένες δολιοφθορές και διεισδύσεις, την υποστήριξη αντιφρονούντων «κάθε απόχρωσης», την καθιέρωση του λεγόμενου «σχεδίου Μάρσαλ», μέχρι και την οργανωμένη προπαγάνδα, καθώς και τη δημιουργία «οργανώσεων ιδεολογικού μετώπου».

Τα προτεινόμενα (και εφαρμοζόμενα τότε) μέτρα είχαν στόχο όχι μόνο τη Σοβιετική Ενωση και την Ανατολική Ευρώπη, αλλά και τα προοδευτικά, σοσιαλιστικά ή κομμουνιστικά κινήματα και τάσεις στη Δυτική Ευρώπη: «Το NSC 68 απαίτησε σαφή επέκταση των επιχειρήσεων της CIA στη Δυτική Ευρώπη, για τη διεξαγωγή του μυστικού πολιτικού πολέμου, ενός πολέμου ενάντια στα σοσιαλιστικά οικονομικά προγράμματα, ενάντια σε δυτικά κομμουνιστικά κόμματα, ενάντια σε αριστερούς σοσιαλδημοκράτες, ενάντια στην ουδετερότητα, ενάντια στον αφοπλισμό, ενάντια στη μείωση των εντάσεων, ενάντια στις ειρηνικές προσπάθειες, οι οποίες είχαν προταθεί τότε από τη Σοβιετική Ενωση...»9

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ «ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΑΝΑΜΕΙΞΗΣ» ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΗ

Διάφορες εξελίξεις οδήγησαν στην αργή αλλαγή της παγκόσμιας στρατηγικής του ιμπεριαλισμού, η οποία έγινε πιο ελαστική με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει η «πολιτική της ειρηνικής ανάμειξης» ως γενική έννοια, που βέβαια ποτέ δεν απέκλεισε και την επιθετική στρατιωτική τακτική. Η Σοβιετική Ενωση κατάφερε να σπάσει το αμερικανικό μονοπώλιο των ατομικών όπλων. Με τη νίκη της σοσιαλιστικής λαϊκής επανάστασης στην Κίνα δημιουργήθηκε ένα ισχυρό προγεφύρωμα του σοσιαλισμού στην Ασία. Στην Κορέα και το Βιετνάμ οι ιμπεριαλιστές έμελλε να υποστούν σημαντικές ήττες. Το 1959 με την καθοδήγηση του Φιντέλ Κάστρο η επανάσταση στην Κούβα επικράτησε του υποτελούς στις ΗΠΑ καθεστώτος Μπατίστα. Η αποτυχία της απόπειρας πραξικοπήματος τον Ιούνιο του 1953 στη ΓΛΔ, η συντριβή της φασιστικής αντεπανάστασης στην Ουγγαρία το 1956, όπως και η εξασφάλιση των κρατικών συνόρων της ΓΛΔ στις 13 Αυγούστου 1961, έκαναν τον προσανατολισμό των ιμπεριαλιστών σε προσπάθειες άμεσης ανατροπής να μοιάζει ουτοπικός. Ετσι ο πρώην Αμερικανός γερουσιαστής W. Fullbright αναγκάστηκε τελικά το 1965 να παραδεχτεί ανοιχτά την αποτυχία της «στρατηγικής Roll-Back»: «Η απελευθερωτική πολιτική που ακολουθήσαμε τη δεκαετία του 1950 απέτυχε, γιατί επιδίωξε το στόχο της βίαιης απομάκρυνσης του Σιδηρούν Παραπετάσματος. Αυτή η πολιτική δεν έλαβε επίσης υπόψη της το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μία πυρηνική εποχή»10.

Επίσης την εποχή εκείνη υπήρξε ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο έκανε τους ιμπεριαλιστές να ξανασκεφτούν τη στρατηγική τους: Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Με το πρόσχημα της «αποσταλινοποίησης», το συνέδριο των Σοβιετικών κομμουνιστών πήρε σημαντικές αποφάσεις και χάραξε κατευθύνσεις, οι οποίες έχουν δραματικές συνέπειες για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και αποτέλεσαν την αφετηρία για τη διάβρωση και τη σχεδιασμένη διαστρέβλωση των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού.

Η θεωρία της ταξικής συμφιλίωσης, η οποία υιοθετήθηκε στο 20ό Συνέδριο, αναπτύχθηκε γρήγορα, αν και σταδιακά και με αντιφάσεις, σε βασική αρχή της εξωτερικής πολιτικής των σοβιετικών, στην εκτίμηση του ρόλου του ιμπεριαλισμού και την υποτίμηση της επικινδυνότητας του. Η έννοια «ειρηνική συνύπαρξη, που δε χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε, απέκτησε κεντρική θέση στο λεξιλόγιο των κομμουνιστικών κομμάτων. Η έννοια αυτή αναφέρθηκε από το Λένιν σαν μία μορφή που έπαιρνε η ταξική πάλη μεταξύ του σοσιαλισμού και του ιμπεριαλισμού, η οποία όμως πάντα περιείχε το στόχο της ολοκληρωτικής απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από την κυριαρχία του ιμπεριαλισμού. Το 20ό Συνέδριο αποτέλεσε τη βάση για αυτή τη «διαστρέβλωση».

Πολλές από τις θέσεις, οι οποίες αναπτύχθηκαν από το 20ό Συνέδριο, καθώς και τα επόμενα χρόνια από το ΚΚΣΕ και το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, δεν ήταν καινούργιες στην ουσία τους. Σύντομα οι θέσεις αυτές προσδέθηκαν στο άρμα του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» και η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε αντικειμενικά ολέθρια οπισθοχώρηση στην αναγκαία διαρκή και επιτακτική αντιπαράθεση των κομμουνιστών, των φορέων του επιστημονικού σοσιαλισμού, με όλες τις μορφές της οπορτουνιστικής και ρεφορμιστικής σκέψης. Αυτή η οπισθοχώρηση αποτέλεσε την πύλη για όλες τις μορφές της ιμπεριαλιστικής υπονόμευσης που αναπτύχθηκαν μετά το 1956. Ενας από τους Αμερικανούς ιθύνοντες της ιδεολογικής υπονόμευσης, ο Ζ. Μπρεζίνσκι, έντυσε αυτή τη στρατηγική με καθαρά λόγια: «Η ιδεολογική υπονόμευση είναι […] το βασικό μέσο της πολιτικής αλλαγής στις κομμουνιστικές κοινωνίες»11.

Β. Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ («ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ»)

Στους ιμπεριαλιστές έγινε καθαρό ότι «χρειάζονταν πιο εκλεπτυσμένα όπλα στον πόλεμο κατά του ολοκληρωτισμού και ειδικά κατά αυτού που μας προξενεί τη μεγαλύτερη ανησυχία, δηλαδή κατά του μαρξισμού»12. Εδώ λοιπόν προκύπτει ο αντικειμενικός ρόλος του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» (σοσιαλδημοκρατία). Ο πρόεδρος του SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας) Βίλυ Μπραντ άρπαξε την ευκαιρία: «Πρέπει να ψάξουμε τρόπους, οι οποίοι ξεπερνάνε και διεισδύουν στους σημερινούς συνασπισμούς. Χρειαζόμαστε όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία επαφής και ουσιαστική επικοινωνία […] μία τέτοια αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε μετάλλαξη της άλλης πλευράς»13. Ο Guenter Nenning, ο τότε γραμματέας της «Σοσιαλιστικής Διεθνούς» επικεντρώθηκε στο εξής σημείο: «Ο κομμουνισμός έχει μέλλον. Το μέλλον του ονομάζεται σοσιαλδημοκρατία»14.

Μπορούμε σε αυτό το σημείο να συνοψίσουμε τα εξής:

1. Η επιθετική «στρατηγική Roll-Back» και η στρατηγική αντίληψη της «πολιτικής της ειρηνικής επέμβασης» δεν υπήρξαν ποτέ αντιτιθέμενα στοιχεία, αλλά αντίθετα διαλεκτικά συνδεδεμένα στοιχεία, βέβαια, πάντα ανάλογα με τα ιστορικά δεδομένα. Η «πολιτική της ειρηνικής επέμβασης» άρχισε να γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της συνολικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής εναντίον του σοσιαλιστικού στρατοπέδου στις αρχές ή τα μέσα της δεκαετίας του 1950.

2. Η ενιαία αυτή στρατηγική συνίσταται στα εξής:

- Επιθετική πολιτική εξοπλισμών με στόχο την οικονομική αποδυνάμωση και την πίεση απέναντι στην κοινότητα σοσιαλιστικών κρατών και ειδικά στην ΕΣΣΔ, ενώ το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης (συμπεριλαμβανομένου και του «πρώτου πυρηνικού χτυπήματος») ήταν πάντα ανοιχτό.

- Μαζική προπαγάνδα με στόχο να επηρεαστεί ιδεολογικά ο πληθυσμός των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

- Υποστήριξη των «παρεκκλίσεων του κομμουνισμού» και των λεγόμενων «μεταρρυθμιστικών κινήσεων», δηλαδή υποστήριξη ειδικά των τάσεων για διάσπαση και εξαφάνιση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

- Αξιοποίηση και ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας («δημοκρατικός σοσιαλισμός») σαν εναλλακτική επιλογή απέναντι στο Μαρξισμό-Λενινισμό και ως οργανωτική μορφή απέναντι σε αυτή των κομμουνιστικών κομμάτων που βρίσκονταν στην εξουσία.

- Οικοδόμηση δικτύων υπονόμευσης και πρακτόρευσης με στόχο την αποδυνάμωση και τη συντριβή των διαφόρων αμυντικών μηχανισμών των σοσιαλιστικών χωρών και των κυβερνώντων κομμουνιστικών κομμάτων.

- Διάσπαση της ενότητας της σοσιαλιστικής κοινότητας κρατών μέσω της ευέλικτης πολιτικής, οικονομικής, ιδεολογικής, πολιτιστικής κλπ. παρέμβασης σε κάθε σοσιαλιστική χώρα ξεχωριστά. Με αυτό τον τρόπο επιδιωκόταν η ανάπτυξη του φαινόμενου-ντόμινο, η κατάληξη του οποίου θα ήταν η καταστροφή του κέντρου, δηλαδή της Σοβιετικής Ενωσης.

- Οργάνωση οικονομικών εξαρτήσεων για την άσκηση επιρροής στην ανάπτυξη κάθε μιας σοσιαλιστικής χώρας ξεχωριστά.

Ο «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ» ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ

Λόγω των ευνοϊκών για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα εξελίξεων μετά τη νίκη κατά του γερμανικού ναζιστικού φασισμού το 1945, η αστική τάξη και οι μυστικές και ειδικές υπηρεσίες ενίσχυσαν τους εκπροσώπους και τις οργανώσεις της σοσιαλδημοκρατίας ή του λεγόμενου «τρίτου δρόμου» για να αναχαιτίσουν αυτή την κοινωνική εξέλιξη, να την επηρεάσουν ή και να τη διαλύσουν.

Στο υπόμνημα (NSC 68, 1950) της «Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας» των ΗΠΑ αναλύονται οι αυξανόμενες προκλήσεις της ΕΣΣΔ κατά τα επιτελεία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, οι εθνικο-δημοκρατικές και σοσιαλιστικές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη, η ενδυνάμωση των αριστερών και κομμουνιστικών δυνάμεων και δίνονται συμβουλές για την αντιμετώπιση και την αναχαίτισή τους. Οι υποδείξεις που έγιναν στον πρόεδρο των ΗΠΑ, προέβλεπαν μία ολόκληρη δέσμη μέτρων, μεταξύ των οποίων το μαζικό εξοπλισμό, τη στρατιωτική - αντεπαναστατική δράση στην Ανατολική Ευρώπη, το στοχευόμενο σαμποτάζ και την υπονόμευση, τη σύνταξη του «σχεδίου Μάρσαλ», την οργανωμένη προπαγάνδα ενός λεγόμενου «τρίτου δρόμου».

Παράδειγμα αυτών των σχεδίων αποτελεί η εμφάνιση του περιοδικού «Ο τρίτος δρόμος, περιοδικό του μοντέρνου σοσιαλισμού» το Μάιο του 1959 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανίας (ΟΔΓ). Παρόλο που ιδεολογικά και πολιτικά προσανατολιζόταν στον «ανθρώπινο», «δημοκρατικό» σοσιαλισμό, στον υποτιθέμενο «τρίτο δρόμο», συγκλίνοντας με τα σχέδια που αναφέρθηκαν παραπάνω υπήρχαν διαφορές σε σχέση με τη συντακτική ομάδα και το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Οι περισσότεροι συγγραφείς ήταν πρώην κομμουνιστές, οι οποίοι αποκόπηκαν από τα κόμματά τους [το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (ΣΚΓ) ή το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (ΚΚΓ)] ως οπαδοί του «τρίτου δρόμου». Ο υπεύθυνος για την έκδοση αυτού του περιοδικού ήταν ο Χάιντς Λίπμαν, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας (FDJ), ο οποίος έφυγε στη Δύση με τα 300.000 μάρκα της οργάνωσής του. Με αυτή τη σύνθεση της συγγραφικής ομάδας γινόταν καθαρό σε ποιους κυρίως απευθυνόταν το περιοδικό: Στα μέλη και στελέχη του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΕΣΚΓ), καθώς και του ΚΚΓ, το οποίο είχε απαγορευτεί στην ΟΔΓ από το 1956. Ο «τρίτος δρόμος» έπρεπε να δράσει διαλυτικά και στα δύο κόμματα. Το περιοδικό από την αρχή χρηματοδοτούνταν και ελεγχόταν από το «Ομοσπονδιακό Ταμείο για την Προστασία του Συντάγματος».

Παράδειγμα 1ο: Τσεχοσλοβακία, 1968

Σε ποιο βαθμό οι οπαδοί του λεγόμενου «Τρίτου Δρόμου» ή του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» μετατράπηκαν σε όργανα της ιμπεριαλιστικής υπονόμευσης και της αντεπανάστασης, φαίνεται σε μια ακόμα περίπτωση: Στα γεγονότα του 1968 στην Τσεχοσλοβακία και το υπόβαθρό τους που γενικά είναι γνωστά ως η «Ανοιξη της Πράγας».

Οπως αποδεικνύεται από τα παραδείγματα που έχουν παρουσιαστεί μέχρι τώρα, ο αντικειμενικά αντεπαναστατικός ρόλος του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» συνδέεται στενά με την ιμπεριαλιστική στρατηγική της «εξαφάνισης του κομμουνισμού». Ανάμεσα στα παραδείγματα που αναφέραμε και στα γεγονότα στην Τσεχοσλοβακία του 1968 μεσολαβούν περίπου 20 χρόνια, στα οποία τροποποιήθηκε η ιμπεριαλιστική στρατηγική15.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η Τσεχοσλοβακία έπαιξε το ρόλο της δοκιμής αυτής της «στρατηγικής της ειρηνικής ανάμειξης». Στη χώρα αυτή, για μεγάλο χρονικό διάστημα, διάφοροι παράγοντες είχαν συνενωθεί σε ένα «εκρηκτικό μίγμα» :

1. Το «Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας» (ΚΚΤ) ήταν ένα από τα κομμουνιστικά κόμματα της Ανατολικής Ευρώπης που υιοθέτησε με μεγάλη συνέπεια τις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. «Ετσι ήδη από τον Ιούλιο του 1960 η πανεθνική συνδιάσκεψη του ΚΚΤ ανακοίνωνε τη νίκη του σοσιαλισμού στην Τσεχοσλοβακία και την σταδιακή μετάβαση στον κομμουνισμό. Αυτή η λανθασμένη εξίσωση της νίκης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής με τη νίκη του σοσιαλισμού γενικά […] είχε σαν συνέπεια το Κόμμα στην πράξη να μην παίρνει σοβαρά υπόψη του το καθήκον της ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης και την ακόλουθη μεγέθυνση του χάσματος μεταξύ της σοσιαλιστικής κοινωνικής οργάνωσης και της συνείδησης του λαού. Δεν τηρούνταν οι κανόνες της εσωκομματικής ζωής. Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 κατάργησαν την ιδιότητα του δόκιμου μέλους, ενώ ακόμα πιο πριν είχε καταργηθεί η ετήσια κομματική σχολή που ήταν απαραίτητη για την εκπαίδευση των κομματικών μελών. Το ΚΚΤ αφέθηκε στην ψευδαίσθηση της αυθόρμητης ανάπτυξης της πολιτικής συνείδησης των μαζών στη βάση των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής και παραιτήθηκε από την ανάγκη επεξεργασίας μίας στρατηγικής αντίληψης και μίας αντίστοιχης τακτικής για την κοινωνική εξέλιξη στην Τσεχοσλοβακία»16.

«Η αποδυνάμωση της πολιτικής και ιδεολογικής δουλειάς συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην άμβλυνση του αγώνα ενάντια στις αστικές και μικροαστικές τάσεις και την ιδεολογική υπονόμευση. Το γεγονός αυτό είχε σημαντική επίδραση στην χαλάρωση των σχέσεων του Κόμματος με τις πλατιές μάζες των εργαζομένων.

Τα λάθη και οι ανεπάρκειες είχαν τόσο σοβαρές συνέπειες λόγω της μεγάλης σημασίας που είχαν για τη σοσιαλιστική δομή της κοινωνίας μας οι απόψεις πολυάριθμων μικροαστικών στρωμάτων στα χωριά, καθώς και στον αστικό πληθυσμό. Αυτά τα στρώματα διαμόρφωσαν ένα ευδιάκριτο πολιτικό ρεύμα με μεγάλες παραδόσεις, ισχυρή οργάνωση και έντονες μικροαστικές, εθνικοσοσιαλιστικές, μαζαρικιστικές17 και σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογίες του, που ήταν βαθιά ριζωμένες και είχαν διεισδύσει και σε μέρος της εργατικής τάξης. […] Ολα αυτά διαμόρφωσαν ένα έφορο υπέδαφος για την εισχώρηση και ενίσχυση οπορτουνιστικών και ρεφορμιστικών τάσεων. […]

Αυτά τα γεγονότα αξιοποιήθηκαν από τις δεξιές και ρεφορμιστικές δυνάμεις. Αυτές οι δυνάμεις συγκρότησαν ένα σταδιακά ανερχόμενο ρεύμα, το οποίο υποστηριζόταν από μικροαστικά στοιχεία και τους εκπροσώπους της ηττημένης αστικής τάξης πριν ακόμα από το 8ο Συνέδριο του Κόμματος. Αυτά τα στοιχεία διείσδυσαν και στο Κόμμα, κυρίως στον ιδεολογικό τομέα και στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. […]

Η εσωτερική επίθεση των δεξιών δυνάμεων συνδέεται στενά με τα αντικομουνιστικά κέντρα του εξωτερικού. Η μακροχρόνια δράση τους και οι μέθοδοι της ιδεολογικής υπονόμευσης και των διαφορετικών δραστηριοτήτων ψυχολογικού περιεχομένου στόχευαν προσηλωμένα στη σταδιακή διάβρωση των βασικών αξιών του σοσιαλισμού στην Τσεχοσλοβακία, καθώς και στην ενδυνάμωση της επιρροής του ρεφορμισμού στο εσωτερικό του κομματικού οργανισμού. Αυτά τα κέντρα εφάρμοσαν ενιαία τακτική απέναντι στην Τσεχοσλοβακία, αξιοποιώντας την εσωτερική της αποδυνάμωση που οφειλόταν στην αύξηση των κρισιακών φαινόμενων στο εσωτερικό του κόμματος. […]

Το Κόμμα δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένο και εξοπλισμένο για να αντιμετωπίσει αυτή τη συγκεντρωμένη, καλά οργανωμένη, συνδυασμένη και κατευθυνόμενη επίθεση των ρεφορμιστικών και δεξιών οπορτουνιστικών δυνάμεων του εσωτερικού και του εξωτερικού. Υποτιμήθηκε ο κίνδυνος διείσδυσης του δεξιού οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού. Αποκαλύφθηκε η ακατάλληλη άμυνα και χαλαρότητα στον τομέα της ιδεολογικής δουλειάς. Στα λόγια εφιστούσαν συχνά την προσοχή στον κίνδυνο μίας ιδεολογικής υπονόμευσης, αλλά δεν ακολουθούσε κανένα συγκεκριμένο πρακτικό βήμα. Η διαπαιδαγώγηση των κομματικών μελών και των υπόλοιπων εργαζομένων στο πνεύμα του μαρξισμού-λενινισμού αποδυναμώθηκε. Το Κόμμα σταδιακά αφοπλίστηκε ιδεολογικά. Η ιδεολογική δουλειά στο Κόμμα παραμελήθηκε και υπέφερε από την προσπάθεια επιφανειακής φορμαλιστικής ιδεολογικής προσέγγισης των κομματικών μελών. Πολλά ιδρύματα της χώρας μάλιστα, όπως το Ινστιτούτο Ιστορίας του ΚΚΤ, η Ανώτατη Κομματική Σχολή και το Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών, ήταν ήδη πριν από το 1968 φορείς πολλών ρεβιζιονιστικών απόψεων. […] Γύρω από τον πυρήνα της φράξιας των δεξιών ρεβιζιονιστικών δυνάμεων στο Κόμμα συσπειρώθηκε ένα αντιπολιτευτικό ρεύμα, το οποίο διείσδυε σταδιακά σε όλο και περισσότερες οργανώσεις και πέτυχε με αυτό τον τρόπο τη διαμόρφωση μιας ξεχωριστής πολιτικής πλατφόρμας και οργανωτικής δομής. Οι δεξιοί σιγά-σιγά κατακτούσαν σημαντικές θέσεις σε όλους τους τομείς, είτε με δικούς τους ανθρώπους είτε μέσω ανθρώπων που τους ακολούθησαν για διαφορετικούς λόγους ή που απλώς επωφελήθηκαν από αυτούς. […]

Τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΤ είχαν σταματήσει στην πράξη να καθοδηγούν το Κόμμα και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, κι έτσι η κατεύθυνση των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα καθορίζονταν όλο και περισσότερο από τους δεξιούς και όχι από την ηγεσία του Κόμματος»18.

2. Σε σύγκριση με άλλες σοσιαλιστικές χώρες, οι εν δυνάμει αντεπαναστατικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που είχαν απομείνει στην Τσεχοσλοβακία μετά τη νίκη της λαϊκής επανάστασης το 1948 ήταν ισχυρότερες και ζητούσαν εκδίκηση. Ετσι, για παράδειγμα, η συντριπτική πλειοψηφία της ηττημένης αστικής τάξης παρέμενε στη χώρα. Ο Βασίλ Μπιλάκ, ο πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σλοβακίας είχε εκτιμήσει τότε τις εν δυνάμει αντεπαναστατικές εφεδρείες ως εξής: «1,7 εκατομμύρια μέλη των υπόλοιπων κομμάτων (σ.σ. στην ουσία μικροαστικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις) […], από αυτά ένα μεγάλο μέρος που δεν ήταν τότε (σ.σ. αναφέρεται στη λαϊκή επανάσταση του 1948) σύμφωνο με την πολιτική του ΚΚΤ και αντιστεκόταν ενεργά, δεν «εξανεμίστηκε» από την κοινωνία […] και τα μέλη της αστικής τάξης, της οποίας η ιδιοκτησία εθνικοποιήθηκε […] δε συμβιβάστηκαν ποτέ με την ύπαρξη του σοσιαλισμού…»19.

3. Τα οικονομικά προβλήματα, που μεταξύ άλλων προέρχονταν από το μη ρεαλιστικό οικονομικό προσανατολισμό του Κόμματος σχετικά με την οικοδόμηση του κομμουνισμού και από την έλλειψη σωστής οικονομικής αντίληψης στο Κόμμα, δημιούργησαν δυσαρέσκεια σε κάποια τμήματα του πληθυσμού.

Οι δεξιές οπορτουνιστικές δυνάμεις, οι οποίες το 1968 κατέληξαν να ελέγχουν το ΚΚΤ, προσανατολίστηκαν στους πολιτικούς στόχους τους, επί της ουσίας στο ήδη γνωστό θεωρητικό μοντέλο του «δημοκρατικού σοσιαλισμού».

Τελικά το Μάιο του 1968 η επιρροή της αντεπανάστασης πήρε τέτοιες διαστάσεις με αποτέλεσμα, όπως ανακοίνωσε με μεγάλη χαρά η «Νέα εφημερίδα της Ζυρίχης», η λέξη κομμουνισμός να είναι «εντελώς ανάρμοστη», σε βαθμό που κανένας δε θα τολμούσε να την αρθρώσει δημόσια. Ταυτόχρονα δυνάμωσε η δραστηριότητα των ιμπεριαλιστικών μυστικών υπηρεσιών για την υποστήριξη των φίλων τους στη χώρα. Οικοδομήθηκαν δίκτυα επικοινωνίας, μυστικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, καθώς επίσης και αποθήκες όπλων. Αναπτύχθηκε σταδιακά, αλλά εξαιρετικά γρήγορα ένα κλίμα, στο οποίο κάθε στιγμή θα μπορούσε να ξεσπάσει αντεπαναστατική εξέγερση. Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες η ΕΣΣΔ και οι υπόλοιπες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας αποφάσισαν να βοηθήσουν στις 21 Αυγούστου του 1968 εκείνους τους συντρόφους, οι οποίοι προσπαθούσαν να αντισταθούν στις αντεπαναστατικές εξελίξεις και στην απειλή της αντεπαναστατικής εξέγερσης. Η στρατιωτική επέμβαση εμπόδισε την κλιμάκωση των γεγονότων, η οποία ήταν πλέον σχεδόν αδύνατο να τεθεί υπό έλεγχο. Με αυτό τον τρόπο αποτράπηκε αρχικά η αντεπανάσταση στην Τσεχοσλοβακία.

Παρ’ όλα αυτά, όπως απέδειξαν οι εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία τη δεκαετία του 1980, φάνηκε ότι η διαδικασία αυτή απλώς διακόπηκε. Παρά το γεγονός ότι οι αντεπαναστατικές δυνάμεις περιορίστηκαν με στρατιωτικά μέσα, πολλές από τις αιτίες, ειδικά ο ρεφορμισμός στο εσωτερικό του ΚΚΤ, καταπολεμήθηκαν μόνο επιφανειακά και όχι στη ρίζα τους, η οποία βρίσκεται στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Το δηλητήριο του ρεφορμισμού παρέλυσε σε τέτοιο βαθμό σημαντικά τμήματα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος-ειδικά του ΚΚΣΕ- που δεν πρέπει οι σύντροφοι στην Τσεχοσλοβακία να επωμιστούν εξ ολοκλήρου την ευθύνη για αυτή την κατάσταση.

Παράδειγμα 2ο: Η ΓΛΔ από την αρχή στο στόχαστρο

Σύμφωνα με την παγκόσμια ιμπεριαλιστική στρατηγική, χρησιμοποιήθηκαν στην αρχή όλες οι μέθοδοι για να εξοντωθεί η ΓΛΔ στο αρχικό στάδιο της οικοδόμησής της. Σε αυτή την υπόθεση εξέχοντα ρόλο έπαιξε ο ιμπεριαλισμός της ΟΔΓ - πάντα σε στενή συνεργασία με τους μέντορές του από την Ουάσιγκτον.

Ο ιμπεριαλισμός της ΟΔΓ δεν εξέφρασε απλώς επίσημα την επιδίωξη της ανατροπής της ΓΛΔ, αλλά πρόσδωσε και υπουργικό αξίωμα με την ίδρυση του «Υπουργείου για Θέματα όλων των Γερμανών». Το επίπεδο του υπουργείου, στο οποίο διαπλέκονταν πολλά νήματα που όλα κατέληγαν στη ΓΛΔ, αναδεικνύει το βάρος που έδωσε ο δυτικογερμανικός ιμπεριαλισμός στο συγκεκριμένο στόχο.

Μπορούμε να θυμηθούμε γεγονότα από τη νεότερη Ιστορία, όπως τον πόλεμο της CIA ενάντια στη Νικαράγουα των Σαντινίστας ή το διαρκή πόλεμο ενάντια στη σοσιαλιστική Κούβα. Από την ιστορική προσέγγιση αυτής της δραστηριότητας μπορούν να κατανοηθούν τα σαμποτάζ αλλά και οι τρομοκρατικές ενέργειες, τις οποίες διεξήγαγαν οι ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες, μέσω των βασικών αλλά και των μυστικών οργανώσεών τους, εναντίον της νεαρής ακόμα ΓΛΔ, με φανερό στόχο την ανατροπή του πρώτου εργατοαγροτικού κράτους στη γερμανική Ιστορία, όταν αυτό βρισκόταν ακόμα στην παιδική του ηλικία. «Η υπονόμευση από πλευράς ΟΔΓ, καθώς και το σαμποτάζ εστιάστηκαν αρχικά, από το 1949 έως το 1955, εναντίον της κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας και του οικονομικού σχεδιασμού και στη συνέχεια επικεντρώθηκαν, ειδικά το 1958, στον πόλεμο εναντίον της σοσιαλιστικής αναδιάρθρωσης της αγροτικής οικονομίας στην ΓΛΔ»20.

Για το καμουφλάρισμα και την οργάνωση τέτοιων ενεργειών δημιουργήθηκαν διάφορες ομάδες και οργανώσεις, οι οποίες ήταν σε στενή επαφή με τις ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες, κυρίως με την BND (σ.μ Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών της ΟΔΓ) και τη CIA. Το λεγόμενο «Γραφείο Ανατολικών Υποθέσεων του ΣΚΓ» έπαιξε έναν ιδιαίτερο ρόλο. Η δε σύστασή του απέδειξε απλά το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας ως όπλο του ιμπεριαλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό, αλλά ταυτόχρονα αποκάλυψε με ζωντανό τρόπο ότι η μετάβαση από την ιδεολογική υπονόμευση στην προπαγάνδα, την κατασκοπία και το σαμποτάζ είναι κατά κανόνα ρευστή.

Οι προσωπικές απογοητεύσεις και οι ρεβιζιονιστικές αντιλήψεις έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαδικασία στρατολόγησης πρακτόρων, όπως και στην αξιοποίηση από τις μυστικές υπηρεσίες μελών του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΕΣΚΓ) ή των διαμορφούμενων εσωκομματικών τάσεων και ομάδων. Να δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα:

1. Οι πράκτορες της CIA Gertrud Liebing και Erika Lokenvitz δραστηριοποιούνταν αμφότερες για χρόνια στο μηχανισμό της ΚΕ του ΕΣΚΓ. Κατάφεραν μέσα σε διάστημα 10 χρόνων να οικοδομήσουν για τους εντολοδόχους τους ένα δίκτυο πρακτόρων στο Langley, για την οικοδόμηση του οποίου και οι δύο στηρίχθηκαν κυρίως στη στρατολόγηση «μελών του ΕΣΚΓ που κρατούσαν κριτική στάση»21.

2. Ο ρόλος της ομάδας γύρω από τον Wolfgang Harich, η οποία διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μέσα και γύρω από τον εκδοτικό οίκο «Εκδόσεις - Ανόρθωση».

Γ. Η ΧΥΔΑΙΑ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ22

Αναπόσπαστο κομμάτι της ιμπεριαλιστικής υπονόμευσης εναντίον της ΓΛΔ ήταν -όπως είναι αυτονόητο- και η χυδαία και επιμελής δραστηριότητα των μυστικών υπηρεσιών. Σε αυτό το θέμα μπορούν να μελετηθούν οι ακόλουθοι τομείς:

α) Δραστηριοποίηση πρακτόρων:

Ποσοτική: Με στόχο την απόκτηση πληροφοριών από όλη την επικράτεια της ΓΛΔ, ειδικά από τα στρατιωτικά και οικονομικά κέντρα.

Ποιοτική: Τοποθέτηση πρακτόρων σε όλους τους κοινωνικούς τομείς της ΓΛΔ, όπου αυτό ήταν εφικτό, με ιδιαίτερη έμφαση στην κατάκτηση ενδιάμεσων και ανώτερων στελεχικών θέσεων σε διάφορες υπηρεσίες.

Διαρκής: Σχετικά με δραστηριότητα υψηλού επιπέδου, η οποία απαιτούσε γρήγορη και ακριβή μετάδοση πληροφοριών από τους πράκτορες. Σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύτηκε στις 25 Σεπτεμβρίου του 2007 στην «Ημερήσια Εφημερίδα» (Tageszeitung) ένα αρκετά διαφωτιστικό άρθρο με τίτλο: «Η ΒΝD είχε 10.000 πράκτορες στη ΓΛΔ». Σημαντικό μέρος αυτών των πρακτόρων δραστηριοποιούνταν στον τομέα της ιδεολογικοπολιτικής υπονόμευσης.

β) Ιδιαίτερα αυτός ο τομέας δραστηριότητας των μυστικών υπηρεσιών προϋπέθετε τη σταθερή ανάμειξη των αγγελιοφόρων και των πρακτόρων που μετέδιδαν πληροφορίες μέσω ασυρμάτων.

γ) Ο «εξασφαλισμένος» από τις μυστικές υπηρεσίες οικονομικός πόλεμος υποδιαιρείται σε περιόδους με σαφείς προτεραιότητες, που είναι οι ακόλουθες:

- Αρχές μέχρι τέλη της δεκαετίας του 1950: Εμπόδιση ή επιδείνωση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ ΓΛΔ και ΟΔΓ.

- Τέλη 1950 μέχρι αρχές 1960: Εγινε προσπάθεια να επηρεαστούν οι εξωτερικές οικονομικές σχέσεις της Ανατολικής Γερμανίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκύψουν σχέσεις εξάρτησης. Με αυτό τον τρόπο η Ανατολική Γερμανία θα γινόταν ευάλωτη στις πιέσεις.

- Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 οι επιχειρήσεις (σ.σ. των μυστικών υπηρεσιών) επικεντρώθηκαν στο να δυσκολέψουν ή και να εμποδίσουν τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ της ΓΛΔ και των καπιταλιστικών χωρών συνολικά. Ιδιαίτερη αξία δινόταν στο να διαταραχτεί η ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων μεταξύ της ΓΛΔ και των νεοσυσταθέντων εθνικών κρατών του Τρίτου Κόσμου.

- Στη δεκαετία του 1980 το κέντρο βάρους των ενεργειών μετατοπίστηκε ξανά στη δημιουργία οικονομικών σχέσεων εξάρτησης. Ως συνέπεια αυτού, τη χρονική αυτή περίοδο εμφανίζεται η παροχή ευέλικτων δανείων από ιμπεριαλιστικά κράτη προς την Ανατολική Γερμανία.

δ) Σαμποτάζ και αντιπερισπασμός.

Στα προηγούμενα κεφάλαια έχω ήδη παραθέσει λεπτομερώς κάποια στοιχεία σχετικά με αυτό το σημείο. Με την εξασφάλιση των συνόρων της Ανατολικής Γερμανίας, στις 13 Αυγούστου 1961, η υλοποίηση αυτού του προγράμματος έγινε αρκετά περίπλοκη και γι’ αυτό οι δυνατότητές τους περιορίστηκαν δραστικά.

ε) Προσέλκυση ειδικών και συναλλαγή με εχθρούς του κράτους. Στις δεκαετίες 1940 και 1950 στρατολογήθηκαν κυρίως ειδικοί οικονομολόγοι και τεχνικοί για να αποδυναμώσουν την οικονομική εξέλιξη της ΓΛΔ. Από το 1961 οι στοχευμένες ενέργειες επεκτάθηκαν σε όλους τους κοινωνικούς τομείς, παρόλο που είχαν αποδυναμωθεί με την εξασφάλιση των συνόρων.

στ) Προβοκάτσιες και επιθετικές ενέργειες στα σύνορα της ΓΛΔ.

Η ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΤΟ 1953

Ολες οι ενέργειες του ιμπεριαλισμού ενάντια στη ΓΛΔ που αναφέρθηκαν κορυφώθηκαν στις 17 Ιουνίου του 1953 στo πλαίσιο του «Roll - Back», της κυρίαρχης παραλλαγής της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, στην προσπάθεια να σταματήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα μέσω πραξικοπήματος και να προσαρτηθεί η ΓΛΔ άμεσα από την ιμπεριαλιστική ΟΔΓ.

Εξέχοντα ρόλο σε αυτό έπαιξε το «Ερευνητικό Συμβούλιο για τα ζητήματα της επανένωσης» στις 24 Μαρτίου 1952, το οποίο στηρίχτηκε σε πρωτοβουλία του Καγκελάριου της ΟΓΔ, Κόνραντ Αντενάουερ και του υπουργείου του «Για το ζήτημα της Ενιαίας Γερμανίας». Η αποστολή του ήταν να προετοιμάσει τη σχεδιασμένη προσάρτηση της ΓΛΔ και να συντονίζει τις αντίστοιχες δράσεις. Η «ημέρα Χ» για την κατάκτηση της ΓΛΔ καθορίστηκε και ανακοινώθηκε δημόσια. Ο τότε υπουργός για το ζήτημα της ενοποιημένης Γερμανίας, Κάιζερ (CDU) γνωστοποίησε ότι: «Η “ημέρα Χ” έρχεται γρηγορότερα από ό,τι ήλπιζαν οι σκεπτικιστές, βρίσκεται στη σφαίρα του δυνατού»23. Και το περιοδικό «Der Spiegel» θριαμβολογούσε: «Το γενικό σχέδιο για τη διοικητική ανάληψη της εξουσίας (σ.σ. στη ΓΛΔ) είναι σχεδόν έτοιμο. Αυτό που υπολείπεται -σύμφωνα με επισήμανση του γενικού Συμφώνου του Καγκελάριου Αντενάουερ- είναι μόνο η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί»24. Ηξεραν για τι πράγμα μιλούσαν, καθώς η αντεπανάσταση προετοιμαζόταν επιμελώς επί χρόνια...

«Αρχικά δυνάμωσε ο ψυχολογικός πόλεμος, σε βάθος περίπου ενός χρόνου. Ειδικά η οργάνωση Γκέλεν (εννοείται η BND) υποδαύλιζε την υστερία του εμφυλίου πολέμου. Την ίδια αποστολή εκπλήρωσαν ο RIAS και άλλοι ραδιοφωνικοί σταθμοί. Διεύρυναν τη “Στρατηγική των αποτελεσματικών ανατρεπτικών δραστηριοτήτων” και την “Τεχνική της ανοιχτής συνομωσίας”. […]

Αμέσως πριν τη διεξαγωγή της απόπειρας ένοπλης εξέγερσης, στις 13 Ιουνίου του 1953, ο Πρωθυπουργός της ΟΔΓ, Σρέντερ, δήλωσε επιδεικτικά: “Γερμανία είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Ολες οι υπόλοιπες περιοχές είναι αποσπασμένα και παρακρατημένα εδάφη, τα οποία πρέπει να επαναπροσαρτηθούν” [...]

Η ψυχολογική προετοιμασία της εξέγερσης συνοδεύτηκε από αυξανόμενη διείσδυση αντεπαναστατικών στοιχείων στη ΓΛΔ. Ταυτόχρονα οι προβοκάτσιες στα σύνορα έπρεπε να οξύνουν τη διεθνή ένταση και να εξεγείρουν τον πληθυσμό της ΓΛΔ. Το 1952 έγιναν επαναλαμβανόμενες ένοπλες προβοκάτσιες και πολυάριθμες παραβιάσεις συνόρων στα σύνορα μεταξύ ΓΛΔ και ΟΔΓ. Αυτό συντονίστηκε με πράκτορες, αντιπερισπασμό και σαμποτάζ. Από το δυτικό Βερολίνο γίνονταν επιθέσεις από τρομοκρατικές ομάδες ενάντια στα σύνορα του κράτους της ΓΛΔ. [...]

Ηδη το Μάιο του 1952 το ανώτατο δικαστήριο της ΓΛΔ καταδίκασε 22 πράκτορες ιμπεριαλιστικών μυστικών υπηρεσιών για σαμποτάζ και πράξεις βίας. [...]

Τα διεθνή δημοσιεύματα πληροφορούσαν ότι μόνο τις χρονιές 1953-1954 συνελήφθησαν στη ΓΛΔ περισσότεροι από 400 πράκτορες της οργάνωσης Γκέλεν, ενώ περισσότεροι από 100 ανταποκρίθηκαν στην έκκληση να σπάσουν τους δεσμούς με τους εντολείς τους και να ταχθούν οικειοθελώς στα όργανα ασφαλείας της ΓΛΔ»25.

Σε άλλα ντοκουμέντα (όχι μόνο) του ΕΣΚΓ αλλά και σε πολυάριθμες ιστορικές πραγματείες και αναλύσεις περιγράφεται και αναλύεται λεπτομερώς το υπόβαθρο της απόπειρας αντεπαναστατικού πραξικοπήματος τον Ιούνιο του 1953. Βέβαια δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να τις προσεγγίσουμε. Οι αναφορές μας πάνω απ’ όλα αφορούσαν τη διαφώτιση και την ιστορική ταξινόμηση των εξελίξεων αυτής της χρονιάς στο φόντο της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, που είναι και το θέμα του άρθρου μου.

«ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΑΝΑΜΕΙΞΗΣ» ΣΤΗ ΓΛΔ

Η αποτυχία της απόπειρας αντεπαναστατικού πραξικοπήματος στις 17 Ιουνίου του 1953, αλλά πάνω απ’ όλα η εξασφάλιση των συνόρων της ΓΛΔ στις 13 Αυγούστου του 1961, συντέλεσαν στη μετατόπιση του βάρους της γενικής στρατηγικής του ιμπεριαλισμού όσον αφορά στην ΓΛΔ. Προπαντός έγινε κατανοητό στην Ουάσιγκτον ότι μια ανοιχτά στρατιωτική αντεπαναστατική λύση ήταν και στη ΓΛΔ μη ρεαλιστική και επίσης ότι δεν εξυπηρετούσε πλέον τους διάφορους κανόνες της συλλογικής στρατηγικής του αγώνα ενάντια στην κοινότητα των σοσιαλιστικών κρατών, ιδιαίτερα της Σοβιετικής Ενωσης.

Στις 2 Ιανουαρίου του 1978 το εβδομαδιαίο περιοδικό «Der Spiegel» ξεκίνησε τη δημοσίευση του «Μανιφέστου» μίας δήθεν νεοσυσταθείσας παράνομης οργάνωσης στη ΓΛΔ, με το όνομα «Ενωση Δημοκρατικών Κομμουνιστών της Γερμανίας» (BDKD): «Ουσιαστικά, τα αιτήματα της προκήρυξής της συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τις θέσεις των Ευρωκομουνιστών. Το κείμενο που βασιζόταν στις δικές τους θέσεις απαιτούσε την εισαγωγή ενός πολυκομματικού συστήματος, όπως επίσης και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, ελευθερία απόψεων και ελευθερία του τύπου στην ΓΛΔ. Επίσης, στρέφονταν ενάντια στη δικτατορία του προλεταριάτου και το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και ζητούσαν ένα παγκόσμιο δρόμο για το σοσιαλισμό, ανεξάρτητο από αυτόν της Μόσχας…»26 (σ.σ. δε θυμίζει αυτό και τις θέσεις του Wolfgang Harichs στα μέσα της δεκαετίας του 1950;!). Το ίδιο το περιοδικό «Der Spiegel», σε αναδρομική εξέταση το 1996, αμφισβητεί την ύπαρξη της ΒDKD στη ΓΛΔ από το 1978 και έπειτα κι επιδίδεται στην πιο άγρια σπέκουλα, πάντα με γνωστό ύφος του περιοδικού. Το είδος, ο τρόπος της δημοσίευσης και το πώς χρησιμοποιήθηκε, αφήνουν το περιθώριο να υποθέσει κανείς την ύπαρξη ενός υπόβαθρου μυστικών υπηρεσιών. Είτε αυτό μπορεί να αποδειχτεί είτε όχι, το ζήτημα είναι ότι αυτή η σειρά άρθρων είχε ξεκάθαρο στόχο να δημιουργήσει ιδεολογική ανασφάλεια στις γραμμές του ΕΣΚΓ και να προωθήσει την ιδεολογική και πολιτική ζύμωση του «δημοκρατικού σοσιαλισμού», ιδιαίτερα σε στελέχη του Κόμματος που ανήκαν στη διανόηση. Η ανάπτυξη του ρεβιζιονισμού στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα από το 20ό Συνέδριο «άνοιξε» τις κατάλληλες «πόρτες», προκάλεσε ζημιά και έθεσε υπό αμφισβήτηση τις θεμελιώδεις θέσεις του μαρξισμού-λενινισμού.

Το επόμενο χτύπημα προς αυτή την κατεύθυνση πραγματοποιήθηκε το 1987, με τη δημοσίευση των κοινών ντοκουμέντων των ΣΚΓ/ΕΣΚΓ με τίτλο: «Η διαπάλη των ιδεολογιών και η κοινή ασφάλεια». Οπωσδήποτε πλέον οι προϋποθέσεις για την έκβαση της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού ήταν πράγματι πιο ευνοϊκές: Το 1985 ο Γκορμπατσόφ έγινε ΓΓ του ΚΚΣΕ και γρήγορα έγινε ξεκάθαρο ότι κάτω από τα συνθήματα «Περεστρόικα - Μεταρρύθμιση» και «Διαφάνεια» ήθελε να επισπεύσει την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του ρεβιζιονισμού, μέχρι να μεταβληθεί εξ ολοκλήρου σε ανοιχτή αντεπανάσταση και να αφανίσει τη σοβιετική εξουσία. Επιπλέον υπήρχαν δυνάμεις στον ιδεολογικό μηχανισμό του ΕΣΚΓ, καθώς επίσης και σε μια σειρά από πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα της ΓΛΔ, οι οποίες ήταν πρόθυμες να εκτελέσουν τα συνθήματα της Μόσχας.

Ενώ στο εσωτερικό του ΕΣΚΓ οι οπαδοί της περεστρόικα και της γκλάσνοστ στη ΓΛΔ συγκροτούνταν κι οργανώνονταν, οι δομές της εκκλησίας στη ΓΛΔ αποτέλεσαν σημείο συγκέντρωσης ατόμων, μικρών ομάδων, καθώς και πυρήνων διαφόρων οργανώσεων, οι οποίες δεν αρνούνταν ανοιχτά το σοσιαλισμό, ωστόσο έκλιναν προς τη σοσιαλδημοκρατία που προσανατολιζόταν η ΟΔΓ και το ΣΚΓ.

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΚΛΕΙΝΕΙ, ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ

Καθώς προετοιμαζόταν το ξέσπασμα των εσωτερικών αντιθέσεων στο επίπεδο της ηγεσίας του ΕΣΚΓ, το 1988 -1989 αυξήθηκαν και συνδέθηκαν μεταξύ τους οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης που βρίσκονταν εκτός του ΕΣΚΓ. Πολλές από αυτές είχαν εγκαταλείψει με διάφορους τρόπους το σοσιαλισμό, τουλάχιστον ανεπίσημα. Στο μεταξύ δεν προκαλεί καμιά έκπληξη το γεγονός ότι προσεγγίζονταν όλο και πιο συχνά από ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες.

Ενώ από τον Οκτώβριο του 1989 η αντεπανάσταση γινόταν όλο και πιο επιθετική στους δρόμους της ΓΛΔ, οργανωνόταν και συνδεόταν με διαφορετικούς κύκλους και ομάδες και η επέμβαση της ιμπεριαλιστικής ΟΔΓ οξυνόταν, η ηγεσία του ΕΣΚΓ βρέθηκε ουσιαστικά με την πλάτη στον τοίχο: Χωρίς κανένα σχέδιο για να αντιμετωπίσει οργανωμένα τις εξελίξεις που γίνονταν όλο και πιο απειλητικές ή τουλάχιστον να κινητοποιήσει τους κομμουνιστές και το Κόμμα, δέσμια ρεβιζιονιστικών απόψεων και θέσεων που είχαν αναπτυχθεί τις προηγούμενες δεκαετίες σταδιακά και αντιφατικά, αντιμέτωπη με αυξανόμενες οικονομικές δυσκολίες, ευάλωτη στους πιθανούς εκβιασμούς των ιμπεριαλιστών λόγω του υψηλού εξωτερικού χρέους, παρακολουθώντας τις όλο και πιο επικίνδυνες εξελίξεις, αλλά κυρίως εγκαταλελειμμένη αρχικά από ένα παλιό φίλο και σύμμαχο, την γκορμπατσοφική Σοβιετική Ενωση κι έπειτα παραδομένη στον ιμπεριαλισμό.

Αυτός ο «φίλος» δε μαχαίρωσε απλά πισώπλατα τη ΓΛΔ. Τα τελευταία χρόνια συσσωρεύτηκαν οι ενδείξεις και αναφορές στη δομή των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών της ΚαΓκεΜπε, η οποία είχε την αποστολή να συμβάλει στο να επιβληθεί η «περεστρόικα» και η «γκλάσνοστ» όχι μόνο στη ΓΛΔ, αλλά και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες, ακόμη και ενάντια στις ηγεσίες των κομμάτων.

Με βάση τα παραπάνω στη ΓΛΔ υπήρχε συντονισμός μα και υποστήριξη «γκορμπατσοφικών» μέσα στο ΕΣΚΓ27. Επιπλέον υπάρχουν ενδείξεις για το ότι υπήρξε ακόμα και άμεση συνεργασία με ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες, κυρίως με τη CIA. Ετσι η περίφημη επιχείρηση της CIA «Ρόζενχολτς», κατά την οποία οι «καυτοί» φάκελοι της MfS (Στάζι) στάλθηκαν στο Langley, ήταν τέκνο αυτής της στενής συνεργασίας.

Σ’ αυτές τις συνθήκες οξύνθηκε η κατάσταση στο εσωτερικό του ΕΣΚΓ. Οδήγησε στο εσωκομματικό πραξικόπημα των «γκορμπατσοφικών της ΓΛΔ» και στη σταδιακή μετάλλαξη του ΕΣΚΓ σε ΚΟΔΗΣΟ (Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού).

Μετά από λίγους μήνες η ιμπεριαλιστική ΟΔΓ πέτυχε οριστικά την επίτευξη της ανατρεπτικής της στρατηγικής, καθώς κι αυτό που ποθούσε τόσο καιρό: Την καταστροφή του σοσιαλισμού στη ΓΛΔ και την προσάρτηση του πρώτου γερμανικού κράτους των εργατών και των αγροτών.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Πιστεύω να κατάφερα με το δοκίμιό μου να αναδείξω τη σχέση μεταξύ του ρεβιζιονισμού, της ιμπεριαλιστικής υπονόμευσης και της αντεπανάστασης. Αρχικά η εξάπλωση του ρεβιζιονισμού στα ΚΚ που βρίσκονταν στην εξουσία, καθώς επίσης και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, δημιούργησε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη νικηφόρα αντεπανάσταση, ιδιαίτερα στην ΕΣΣΔ, αλλά και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης. Αντίστροφα αυτό σημαίνει ότι η επιτυχημένη ανασυγκρότηση του άλλοτε ισχυρού κομμουνιστικού κινήματος μπορεί να επιτευχθεί μόνο με σταθερό και συνεπή αγώνα ενάντια στο ρεβιζιονισμό.

Γι’ αυτό και σήμερα, στις σημερινές συνθήκες της ιμπεριαλιστικής νέας τάξης πραγμάτων, με στήριγμα τις εμπειρίες από την αντεπανάσταση (τις οποίες έχω επισημάνει σε δυο παραδείγματα), έχει αξία να εξετάσουμε την επίκαιρη σχέση μεταξύ του ρεβιζιονισμού, της ιμπεριαλιστικής υπονόμευσης, της αντεπανάστασης και της νέας τάξης. Παράδειγμα γι’ αυτό μπορεί να αποτελέσει κι ο πλήρης εκφυλισμός του λεγόμενου «Ιρακινού Κομμουνιστικού Κόμματος», το οποίο μεταλλάχτηκε από ένα κλασικό ρεβιζιονιστικό κόμμα σε μαριονέτα του ιμπεριαλισμού των αμερικάνικων στρατευμάτων κατοχής στο Ιράκ. Αυτή η ανοιχτή προδοσία και η συνεργασία με τον ιμπεριαλιστικό εχθρό έχει προκαλέσει στο επαναστατικό και κομμουνιστικό κίνημα (όχι μόνο) στην εγγύς Ανατολή εκτενή κι ανυπολόγιστη ζημιά. Ο μόνιμος αγώνας ενάντια στο ρεβιζιονισμό, σε όλες του τις εκφάνσεις, δεν είναι μόνο η απαραίτητη υπεράσπιση της επαναστατικής, μαρξιστικής-λενινιστικής ταυτότητας των κομμουνιστών. Είναι και το κλειδί που θα ανοίξει, σαν μια ισχυρή δύναμη, την πύλη για το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος.

ΣHMEIΩΣEΙΣ:


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Γραπτή εισήγηση του Μίκαελ Οπερσκάλσκι στο διήμερο θεωρητικό συμπόσιο της ΚΟΜΕΠ που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 2007, με θέμα: «Ζητήματα της έρευνας σχετικά με τις αιτίες της νίκης της αντεπανάστασης και καπιταλιστικής παλινόρθωσης με επίκεντρο την ΕΣΣΔ».

** Ο Μίκαελ Οπερσκάλσκι είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του γερμανικού μαρξιστικού-λενινιστικού περιοδικού «Offen-siv» (περιοδικό για την ειρήνη και το σοσιαλισμό).

1. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», τ. 26, σελ. 431.

2. «Kleines Politisches Wörterbuch», Dietz Verlag, Berlin (DDR), 1973, S. 174.

3. Βλ. επίσης: Neuberger - Opperskalski: «CIA in West-Europa», Lamuv-Verlag, 1982.

4. James Burnham: «Die Strategie des Kalten Krieges», Stuttgart, 1950, S. 53.

5. Στο «Archiv der Gegenwart», Bonn/Wien/Zόrich, 1955, S. 5542.

6. Βλ. επίσης: N.N. Jakovlev: «CIA contra UdSSR», Berlin (DDR), 1985, S.22 ff.

7. Βλ. επίσης: N.N. Jakovlev: «CIA contra UdSSR», Berlin (DDR), 1985, S. 180 ff.

8. Nair - Opperskalski: «CIA: Club der Mörder», Göttingen, 1988, S.15.

9. Πρόλογος του Philip Agee, πρώην μέλους της CIA, στο Opperskalski - Neuberger: «CIA in Westeuropa», Bornheim, 1982, S.17ff.

10. W. Fulbright: «Bridges, East and West», Congressional Recort, 6.1.1965, S.229.

11. «Demokratischer Sozialismus in Aktion», MSB Spartakus, 1977.

12. Μ. Loichot: «La reforme pancapitaliste», Paris 1966, S. 34.

13. Willy Brand: «Koexistenz - Zwang zum Wagnis», Stuttgart 1963, S.83.

14. G. Nenning: «Sozialdemokratie», Wien/Frankfurt 1963, S. 197.

15. Βλ. στο βιβλίο της Sahra Wagenknecht: «Antisozialistische Strategien im Zeitalter der Systemauseinandersetzung. Zwei Taktiken im Kampf gegen die sozialistische Welt», Bonn 1995.

16. Fojtik, Hartmann, Schmid, Frankfurt (BRD) 1978, S. 41.

17. Σ.μ.: Ο όρος προκύπτει από το Μάζαρικ Θωμά Γκάριγκ. Διετέλεσε Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακικής Δημοκρατίας διάφορα χρονικά διαστήματα, από το 1918 έως το 1934. Μαζί με τον Ε. Μπένες ήταν οι κύριοι εκπρόσωποι της φιλελευθερο-αστικής ομάδας Χραντ, ηγετικού πυρήνα των κυρίαρχων τάξεων της καπιταλιστικής Τσεχοσλοβακίας από το 1918 έως το 1938. Στάθηκε εχθρικός απέναντι στην Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, στην εξωτερική πολιτική υποστήριξε τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ακολούθησε αντισοβιετική γραμμή.

18. Fojtik, Hartmann, Schmid: «Lehren aus der krisenhaften Entwicklung in der Partei und Gesellschaft nach dem XIII. Parteitag der Kommunistischen Partei der Tschechoslowakei», Frankfurt (BRD) 1978, S. 114 ff.

19. Παραπομπή από «Rote Blätter», Organ des MSB Spartakus (BRD), «Angriffsziel Sozialismus», Teil 2, Nr. 5/77.

20. Charisius - Mader: «Nicht länger Geheim», Berlin (DDR), 1980, S. 318ff.

21. Βλ. εκτενώς Borgmann - Staadt: «Deckname Markus, Spionage im ZK», Berlin, 1988.

22. Οι περιγραφόμενες σε αυτό το κεφάλαιο ενέργειες μπορούν να παρουσιαστούν σε μεγαλύτερη έκταση και ανάλυση. Βλ. μεταξύ άλλων: Charisius - Mader, «Nicht länger Geheim», Berlin (DDR), 1980.

23. Bulletin des Presse - und Informationsamtes der Bundesregierung», 26. Juni 1952, S. 1002.

24. «Der Spiegel», Nr. 28, 1952.

25. Charisius - Mader: «Nicht länger Geheim», Berlin (DDR), 1980, S. 527ff.

26. «Der Spiegel», Νο 38/1996.

26. «Der Spiegel», Νο 38/1996.