Στους ιμπεριαλιστές έγινε καθαρό ότι «χρειάζονταν πιο εκλεπτυσμένα όπλα στον πόλεμο κατά του ολοκληρωτισμού και ειδικά κατά αυτού που μας προξενεί τη μεγαλύτερη ανησυχία, δηλαδή κατά του μαρξισμού»12. Εδώ λοιπόν προκύπτει ο αντικειμενικός ρόλος του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» (σοσιαλδημοκρατία). Ο πρόεδρος του SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας) Βίλυ Μπραντ άρπαξε την ευκαιρία: «Πρέπει να ψάξουμε τρόπους, οι οποίοι ξεπερνάνε και διεισδύουν στους σημερινούς συνασπισμούς. Χρειαζόμαστε όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία επαφής και ουσιαστική επικοινωνία […] μία τέτοια αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε μετάλλαξη της άλλης πλευράς»13. Ο Guenter Nenning, ο τότε γραμματέας της «Σοσιαλιστικής Διεθνούς» επικεντρώθηκε στο εξής σημείο: «Ο κομμουνισμός έχει μέλλον. Το μέλλον του ονομάζεται σοσιαλδημοκρατία»14.
Μπορούμε σε αυτό το σημείο να συνοψίσουμε τα εξής:
1. Η επιθετική «στρατηγική Roll-Back» και η στρατηγική αντίληψη της «πολιτικής της ειρηνικής επέμβασης» δεν υπήρξαν ποτέ αντιτιθέμενα στοιχεία, αλλά αντίθετα διαλεκτικά συνδεδεμένα στοιχεία, βέβαια, πάντα ανάλογα με τα ιστορικά δεδομένα. Η «πολιτική της ειρηνικής επέμβασης» άρχισε να γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της συνολικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής εναντίον του σοσιαλιστικού στρατοπέδου στις αρχές ή τα μέσα της δεκαετίας του 1950.
2. Η ενιαία αυτή στρατηγική συνίσταται στα εξής:
- Επιθετική πολιτική εξοπλισμών με στόχο την οικονομική αποδυνάμωση και την πίεση απέναντι στην κοινότητα σοσιαλιστικών κρατών και ειδικά στην ΕΣΣΔ, ενώ το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης (συμπεριλαμβανομένου και του «πρώτου πυρηνικού χτυπήματος») ήταν πάντα ανοιχτό.
- Μαζική προπαγάνδα με στόχο να επηρεαστεί ιδεολογικά ο πληθυσμός των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.
- Υποστήριξη των «παρεκκλίσεων του κομμουνισμού» και των λεγόμενων «μεταρρυθμιστικών κινήσεων», δηλαδή υποστήριξη ειδικά των τάσεων για διάσπαση και εξαφάνιση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.
- Αξιοποίηση και ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας («δημοκρατικός σοσιαλισμός») σαν εναλλακτική επιλογή απέναντι στο Μαρξισμό-Λενινισμό και ως οργανωτική μορφή απέναντι σε αυτή των κομμουνιστικών κομμάτων που βρίσκονταν στην εξουσία.
- Οικοδόμηση δικτύων υπονόμευσης και πρακτόρευσης με στόχο την αποδυνάμωση και τη συντριβή των διαφόρων αμυντικών μηχανισμών των σοσιαλιστικών χωρών και των κυβερνώντων κομμουνιστικών κομμάτων.
- Διάσπαση της ενότητας της σοσιαλιστικής κοινότητας κρατών μέσω της ευέλικτης πολιτικής, οικονομικής, ιδεολογικής, πολιτιστικής κλπ. παρέμβασης σε κάθε σοσιαλιστική χώρα ξεχωριστά. Με αυτό τον τρόπο επιδιωκόταν η ανάπτυξη του φαινόμενου-ντόμινο, η κατάληξη του οποίου θα ήταν η καταστροφή του κέντρου, δηλαδή της Σοβιετικής Ενωσης.
- Οργάνωση οικονομικών εξαρτήσεων για την άσκηση επιρροής στην ανάπτυξη κάθε μιας σοσιαλιστικής χώρας ξεχωριστά.
Ο «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ» ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ
Λόγω των ευνοϊκών για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα εξελίξεων μετά τη νίκη κατά του γερμανικού ναζιστικού φασισμού το 1945, η αστική τάξη και οι μυστικές και ειδικές υπηρεσίες ενίσχυσαν τους εκπροσώπους και τις οργανώσεις της σοσιαλδημοκρατίας ή του λεγόμενου «τρίτου δρόμου» για να αναχαιτίσουν αυτή την κοινωνική εξέλιξη, να την επηρεάσουν ή και να τη διαλύσουν.
Στο υπόμνημα (NSC 68, 1950) της «Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας» των ΗΠΑ αναλύονται οι αυξανόμενες προκλήσεις της ΕΣΣΔ κατά τα επιτελεία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, οι εθνικο-δημοκρατικές και σοσιαλιστικές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη, η ενδυνάμωση των αριστερών και κομμουνιστικών δυνάμεων και δίνονται συμβουλές για την αντιμετώπιση και την αναχαίτισή τους. Οι υποδείξεις που έγιναν στον πρόεδρο των ΗΠΑ, προέβλεπαν μία ολόκληρη δέσμη μέτρων, μεταξύ των οποίων το μαζικό εξοπλισμό, τη στρατιωτική - αντεπαναστατική δράση στην Ανατολική Ευρώπη, το στοχευόμενο σαμποτάζ και την υπονόμευση, τη σύνταξη του «σχεδίου Μάρσαλ», την οργανωμένη προπαγάνδα ενός λεγόμενου «τρίτου δρόμου».
Παράδειγμα αυτών των σχεδίων αποτελεί η εμφάνιση του περιοδικού «Ο τρίτος δρόμος, περιοδικό του μοντέρνου σοσιαλισμού» το Μάιο του 1959 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανίας (ΟΔΓ). Παρόλο που ιδεολογικά και πολιτικά προσανατολιζόταν στον «ανθρώπινο», «δημοκρατικό» σοσιαλισμό, στον υποτιθέμενο «τρίτο δρόμο», συγκλίνοντας με τα σχέδια που αναφέρθηκαν παραπάνω υπήρχαν διαφορές σε σχέση με τη συντακτική ομάδα και το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Οι περισσότεροι συγγραφείς ήταν πρώην κομμουνιστές, οι οποίοι αποκόπηκαν από τα κόμματά τους [το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (ΣΚΓ) ή το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (ΚΚΓ)] ως οπαδοί του «τρίτου δρόμου». Ο υπεύθυνος για την έκδοση αυτού του περιοδικού ήταν ο Χάιντς Λίπμαν, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας (FDJ), ο οποίος έφυγε στη Δύση με τα 300.000 μάρκα της οργάνωσής του. Με αυτή τη σύνθεση της συγγραφικής ομάδας γινόταν καθαρό σε ποιους κυρίως απευθυνόταν το περιοδικό: Στα μέλη και στελέχη του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΕΣΚΓ), καθώς και του ΚΚΓ, το οποίο είχε απαγορευτεί στην ΟΔΓ από το 1956. Ο «τρίτος δρόμος» έπρεπε να δράσει διαλυτικά και στα δύο κόμματα. Το περιοδικό από την αρχή χρηματοδοτούνταν και ελεγχόταν από το «Ομοσπονδιακό Ταμείο για την Προστασία του Συντάγματος».
Παράδειγμα 1ο: Τσεχοσλοβακία, 1968
Σε ποιο βαθμό οι οπαδοί του λεγόμενου «Τρίτου Δρόμου» ή του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» μετατράπηκαν σε όργανα της ιμπεριαλιστικής υπονόμευσης και της αντεπανάστασης, φαίνεται σε μια ακόμα περίπτωση: Στα γεγονότα του 1968 στην Τσεχοσλοβακία και το υπόβαθρό τους που γενικά είναι γνωστά ως η «Ανοιξη της Πράγας».
Οπως αποδεικνύεται από τα παραδείγματα που έχουν παρουσιαστεί μέχρι τώρα, ο αντικειμενικά αντεπαναστατικός ρόλος του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» συνδέεται στενά με την ιμπεριαλιστική στρατηγική της «εξαφάνισης του κομμουνισμού». Ανάμεσα στα παραδείγματα που αναφέραμε και στα γεγονότα στην Τσεχοσλοβακία του 1968 μεσολαβούν περίπου 20 χρόνια, στα οποία τροποποιήθηκε η ιμπεριαλιστική στρατηγική15.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η Τσεχοσλοβακία έπαιξε το ρόλο της δοκιμής αυτής της «στρατηγικής της ειρηνικής ανάμειξης». Στη χώρα αυτή, για μεγάλο χρονικό διάστημα, διάφοροι παράγοντες είχαν συνενωθεί σε ένα «εκρηκτικό μίγμα» :
1. Το «Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας» (ΚΚΤ) ήταν ένα από τα κομμουνιστικά κόμματα της Ανατολικής Ευρώπης που υιοθέτησε με μεγάλη συνέπεια τις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. «Ετσι ήδη από τον Ιούλιο του 1960 η πανεθνική συνδιάσκεψη του ΚΚΤ ανακοίνωνε τη νίκη του σοσιαλισμού στην Τσεχοσλοβακία και την σταδιακή μετάβαση στον κομμουνισμό. Αυτή η λανθασμένη εξίσωση της νίκης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής με τη νίκη του σοσιαλισμού γενικά […] είχε σαν συνέπεια το Κόμμα στην πράξη να μην παίρνει σοβαρά υπόψη του το καθήκον της ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης και την ακόλουθη μεγέθυνση του χάσματος μεταξύ της σοσιαλιστικής κοινωνικής οργάνωσης και της συνείδησης του λαού. Δεν τηρούνταν οι κανόνες της εσωκομματικής ζωής. Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 κατάργησαν την ιδιότητα του δόκιμου μέλους, ενώ ακόμα πιο πριν είχε καταργηθεί η ετήσια κομματική σχολή που ήταν απαραίτητη για την εκπαίδευση των κομματικών μελών. Το ΚΚΤ αφέθηκε στην ψευδαίσθηση της αυθόρμητης ανάπτυξης της πολιτικής συνείδησης των μαζών στη βάση των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής και παραιτήθηκε από την ανάγκη επεξεργασίας μίας στρατηγικής αντίληψης και μίας αντίστοιχης τακτικής για την κοινωνική εξέλιξη στην Τσεχοσλοβακία»16.
«Η αποδυνάμωση της πολιτικής και ιδεολογικής δουλειάς συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην άμβλυνση του αγώνα ενάντια στις αστικές και μικροαστικές τάσεις και την ιδεολογική υπονόμευση. Το γεγονός αυτό είχε σημαντική επίδραση στην χαλάρωση των σχέσεων του Κόμματος με τις πλατιές μάζες των εργαζομένων.
Τα λάθη και οι ανεπάρκειες είχαν τόσο σοβαρές συνέπειες λόγω της μεγάλης σημασίας που είχαν για τη σοσιαλιστική δομή της κοινωνίας μας οι απόψεις πολυάριθμων μικροαστικών στρωμάτων στα χωριά, καθώς και στον αστικό πληθυσμό. Αυτά τα στρώματα διαμόρφωσαν ένα ευδιάκριτο πολιτικό ρεύμα με μεγάλες παραδόσεις, ισχυρή οργάνωση και έντονες μικροαστικές, εθνικοσοσιαλιστικές, μαζαρικιστικές17 και σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογίες του, που ήταν βαθιά ριζωμένες και είχαν διεισδύσει και σε μέρος της εργατικής τάξης. […] Ολα αυτά διαμόρφωσαν ένα έφορο υπέδαφος για την εισχώρηση και ενίσχυση οπορτουνιστικών και ρεφορμιστικών τάσεων. […]
Αυτά τα γεγονότα αξιοποιήθηκαν από τις δεξιές και ρεφορμιστικές δυνάμεις. Αυτές οι δυνάμεις συγκρότησαν ένα σταδιακά ανερχόμενο ρεύμα, το οποίο υποστηριζόταν από μικροαστικά στοιχεία και τους εκπροσώπους της ηττημένης αστικής τάξης πριν ακόμα από το 8ο Συνέδριο του Κόμματος. Αυτά τα στοιχεία διείσδυσαν και στο Κόμμα, κυρίως στον ιδεολογικό τομέα και στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. […]
Η εσωτερική επίθεση των δεξιών δυνάμεων συνδέεται στενά με τα αντικομουνιστικά κέντρα του εξωτερικού. Η μακροχρόνια δράση τους και οι μέθοδοι της ιδεολογικής υπονόμευσης και των διαφορετικών δραστηριοτήτων ψυχολογικού περιεχομένου στόχευαν προσηλωμένα στη σταδιακή διάβρωση των βασικών αξιών του σοσιαλισμού στην Τσεχοσλοβακία, καθώς και στην ενδυνάμωση της επιρροής του ρεφορμισμού στο εσωτερικό του κομματικού οργανισμού. Αυτά τα κέντρα εφάρμοσαν ενιαία τακτική απέναντι στην Τσεχοσλοβακία, αξιοποιώντας την εσωτερική της αποδυνάμωση που οφειλόταν στην αύξηση των κρισιακών φαινόμενων στο εσωτερικό του κόμματος. […]
Το Κόμμα δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένο και εξοπλισμένο για να αντιμετωπίσει αυτή τη συγκεντρωμένη, καλά οργανωμένη, συνδυασμένη και κατευθυνόμενη επίθεση των ρεφορμιστικών και δεξιών οπορτουνιστικών δυνάμεων του εσωτερικού και του εξωτερικού. Υποτιμήθηκε ο κίνδυνος διείσδυσης του δεξιού οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού. Αποκαλύφθηκε η ακατάλληλη άμυνα και χαλαρότητα στον τομέα της ιδεολογικής δουλειάς. Στα λόγια εφιστούσαν συχνά την προσοχή στον κίνδυνο μίας ιδεολογικής υπονόμευσης, αλλά δεν ακολουθούσε κανένα συγκεκριμένο πρακτικό βήμα. Η διαπαιδαγώγηση των κομματικών μελών και των υπόλοιπων εργαζομένων στο πνεύμα του μαρξισμού-λενινισμού αποδυναμώθηκε. Το Κόμμα σταδιακά αφοπλίστηκε ιδεολογικά. Η ιδεολογική δουλειά στο Κόμμα παραμελήθηκε και υπέφερε από την προσπάθεια επιφανειακής φορμαλιστικής ιδεολογικής προσέγγισης των κομματικών μελών. Πολλά ιδρύματα της χώρας μάλιστα, όπως το Ινστιτούτο Ιστορίας του ΚΚΤ, η Ανώτατη Κομματική Σχολή και το Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών, ήταν ήδη πριν από το 1968 φορείς πολλών ρεβιζιονιστικών απόψεων. […] Γύρω από τον πυρήνα της φράξιας των δεξιών ρεβιζιονιστικών δυνάμεων στο Κόμμα συσπειρώθηκε ένα αντιπολιτευτικό ρεύμα, το οποίο διείσδυε σταδιακά σε όλο και περισσότερες οργανώσεις και πέτυχε με αυτό τον τρόπο τη διαμόρφωση μιας ξεχωριστής πολιτικής πλατφόρμας και οργανωτικής δομής. Οι δεξιοί σιγά-σιγά κατακτούσαν σημαντικές θέσεις σε όλους τους τομείς, είτε με δικούς τους ανθρώπους είτε μέσω ανθρώπων που τους ακολούθησαν για διαφορετικούς λόγους ή που απλώς επωφελήθηκαν από αυτούς. […]
Τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΤ είχαν σταματήσει στην πράξη να καθοδηγούν το Κόμμα και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, κι έτσι η κατεύθυνση των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα καθορίζονταν όλο και περισσότερο από τους δεξιούς και όχι από την ηγεσία του Κόμματος»18.
2. Σε σύγκριση με άλλες σοσιαλιστικές χώρες, οι εν δυνάμει αντεπαναστατικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που είχαν απομείνει στην Τσεχοσλοβακία μετά τη νίκη της λαϊκής επανάστασης το 1948 ήταν ισχυρότερες και ζητούσαν εκδίκηση. Ετσι, για παράδειγμα, η συντριπτική πλειοψηφία της ηττημένης αστικής τάξης παρέμενε στη χώρα. Ο Βασίλ Μπιλάκ, ο πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σλοβακίας είχε εκτιμήσει τότε τις εν δυνάμει αντεπαναστατικές εφεδρείες ως εξής: «1,7 εκατομμύρια μέλη των υπόλοιπων κομμάτων (σ.σ. στην ουσία μικροαστικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις) […], από αυτά ένα μεγάλο μέρος που δεν ήταν τότε (σ.σ. αναφέρεται στη λαϊκή επανάσταση του 1948) σύμφωνο με την πολιτική του ΚΚΤ και αντιστεκόταν ενεργά, δεν «εξανεμίστηκε» από την κοινωνία […] και τα μέλη της αστικής τάξης, της οποίας η ιδιοκτησία εθνικοποιήθηκε […] δε συμβιβάστηκαν ποτέ με την ύπαρξη του σοσιαλισμού…»19.
3. Τα οικονομικά προβλήματα, που μεταξύ άλλων προέρχονταν από το μη ρεαλιστικό οικονομικό προσανατολισμό του Κόμματος σχετικά με την οικοδόμηση του κομμουνισμού και από την έλλειψη σωστής οικονομικής αντίληψης στο Κόμμα, δημιούργησαν δυσαρέσκεια σε κάποια τμήματα του πληθυσμού.
Οι δεξιές οπορτουνιστικές δυνάμεις, οι οποίες το 1968 κατέληξαν να ελέγχουν το ΚΚΤ, προσανατολίστηκαν στους πολιτικούς στόχους τους, επί της ουσίας στο ήδη γνωστό θεωρητικό μοντέλο του «δημοκρατικού σοσιαλισμού».
Τελικά το Μάιο του 1968 η επιρροή της αντεπανάστασης πήρε τέτοιες διαστάσεις με αποτέλεσμα, όπως ανακοίνωσε με μεγάλη χαρά η «Νέα εφημερίδα της Ζυρίχης», η λέξη κομμουνισμός να είναι «εντελώς ανάρμοστη», σε βαθμό που κανένας δε θα τολμούσε να την αρθρώσει δημόσια. Ταυτόχρονα δυνάμωσε η δραστηριότητα των ιμπεριαλιστικών μυστικών υπηρεσιών για την υποστήριξη των φίλων τους στη χώρα. Οικοδομήθηκαν δίκτυα επικοινωνίας, μυστικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, καθώς επίσης και αποθήκες όπλων. Αναπτύχθηκε σταδιακά, αλλά εξαιρετικά γρήγορα ένα κλίμα, στο οποίο κάθε στιγμή θα μπορούσε να ξεσπάσει αντεπαναστατική εξέγερση. Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες η ΕΣΣΔ και οι υπόλοιπες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας αποφάσισαν να βοηθήσουν στις 21 Αυγούστου του 1968 εκείνους τους συντρόφους, οι οποίοι προσπαθούσαν να αντισταθούν στις αντεπαναστατικές εξελίξεις και στην απειλή της αντεπαναστατικής εξέγερσης. Η στρατιωτική επέμβαση εμπόδισε την κλιμάκωση των γεγονότων, η οποία ήταν πλέον σχεδόν αδύνατο να τεθεί υπό έλεγχο. Με αυτό τον τρόπο αποτράπηκε αρχικά η αντεπανάσταση στην Τσεχοσλοβακία.
Παρ’ όλα αυτά, όπως απέδειξαν οι εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία τη δεκαετία του 1980, φάνηκε ότι η διαδικασία αυτή απλώς διακόπηκε. Παρά το γεγονός ότι οι αντεπαναστατικές δυνάμεις περιορίστηκαν με στρατιωτικά μέσα, πολλές από τις αιτίες, ειδικά ο ρεφορμισμός στο εσωτερικό του ΚΚΤ, καταπολεμήθηκαν μόνο επιφανειακά και όχι στη ρίζα τους, η οποία βρίσκεται στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Το δηλητήριο του ρεφορμισμού παρέλυσε σε τέτοιο βαθμό σημαντικά τμήματα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος-ειδικά του ΚΚΣΕ- που δεν πρέπει οι σύντροφοι στην Τσεχοσλοβακία να επωμιστούν εξ ολοκλήρου την ευθύνη για αυτή την κατάσταση.
Παράδειγμα 2ο: Η ΓΛΔ από την αρχή στο στόχαστρο
Σύμφωνα με την παγκόσμια ιμπεριαλιστική στρατηγική, χρησιμοποιήθηκαν στην αρχή όλες οι μέθοδοι για να εξοντωθεί η ΓΛΔ στο αρχικό στάδιο της οικοδόμησής της. Σε αυτή την υπόθεση εξέχοντα ρόλο έπαιξε ο ιμπεριαλισμός της ΟΔΓ - πάντα σε στενή συνεργασία με τους μέντορές του από την Ουάσιγκτον.
Ο ιμπεριαλισμός της ΟΔΓ δεν εξέφρασε απλώς επίσημα την επιδίωξη της ανατροπής της ΓΛΔ, αλλά πρόσδωσε και υπουργικό αξίωμα με την ίδρυση του «Υπουργείου για Θέματα όλων των Γερμανών». Το επίπεδο του υπουργείου, στο οποίο διαπλέκονταν πολλά νήματα που όλα κατέληγαν στη ΓΛΔ, αναδεικνύει το βάρος που έδωσε ο δυτικογερμανικός ιμπεριαλισμός στο συγκεκριμένο στόχο.
Μπορούμε να θυμηθούμε γεγονότα από τη νεότερη Ιστορία, όπως τον πόλεμο της CIA ενάντια στη Νικαράγουα των Σαντινίστας ή το διαρκή πόλεμο ενάντια στη σοσιαλιστική Κούβα. Από την ιστορική προσέγγιση αυτής της δραστηριότητας μπορούν να κατανοηθούν τα σαμποτάζ αλλά και οι τρομοκρατικές ενέργειες, τις οποίες διεξήγαγαν οι ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες, μέσω των βασικών αλλά και των μυστικών οργανώσεών τους, εναντίον της νεαρής ακόμα ΓΛΔ, με φανερό στόχο την ανατροπή του πρώτου εργατοαγροτικού κράτους στη γερμανική Ιστορία, όταν αυτό βρισκόταν ακόμα στην παιδική του ηλικία. «Η υπονόμευση από πλευράς ΟΔΓ, καθώς και το σαμποτάζ εστιάστηκαν αρχικά, από το 1949 έως το 1955, εναντίον της κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας και του οικονομικού σχεδιασμού και στη συνέχεια επικεντρώθηκαν, ειδικά το 1958, στον πόλεμο εναντίον της σοσιαλιστικής αναδιάρθρωσης της αγροτικής οικονομίας στην ΓΛΔ»20.
Για το καμουφλάρισμα και την οργάνωση τέτοιων ενεργειών δημιουργήθηκαν διάφορες ομάδες και οργανώσεις, οι οποίες ήταν σε στενή επαφή με τις ιμπεριαλιστικές μυστικές υπηρεσίες, κυρίως με την BND (σ.μ Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών της ΟΔΓ) και τη CIA. Το λεγόμενο «Γραφείο Ανατολικών Υποθέσεων του ΣΚΓ» έπαιξε έναν ιδιαίτερο ρόλο. Η δε σύστασή του απέδειξε απλά το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας ως όπλο του ιμπεριαλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό, αλλά ταυτόχρονα αποκάλυψε με ζωντανό τρόπο ότι η μετάβαση από την ιδεολογική υπονόμευση στην προπαγάνδα, την κατασκοπία και το σαμποτάζ είναι κατά κανόνα ρευστή.
Οι προσωπικές απογοητεύσεις και οι ρεβιζιονιστικές αντιλήψεις έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαδικασία στρατολόγησης πρακτόρων, όπως και στην αξιοποίηση από τις μυστικές υπηρεσίες μελών του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας (ΕΣΚΓ) ή των διαμορφούμενων εσωκομματικών τάσεων και ομάδων. Να δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα:
1. Οι πράκτορες της CIA Gertrud Liebing και Erika Lokenvitz δραστηριοποιούνταν αμφότερες για χρόνια στο μηχανισμό της ΚΕ του ΕΣΚΓ. Κατάφεραν μέσα σε διάστημα 10 χρόνων να οικοδομήσουν για τους εντολοδόχους τους ένα δίκτυο πρακτόρων στο Langley, για την οικοδόμηση του οποίου και οι δύο στηρίχθηκαν κυρίως στη στρατολόγηση «μελών του ΕΣΚΓ που κρατούσαν κριτική στάση»21.
2. Ο ρόλος της ομάδας γύρω από τον Wolfgang Harich, η οποία διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μέσα και γύρω από τον εκδοτικό οίκο «Εκδόσεις - Ανόρθωση».