1. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΑΔΥΝΑΤΟ ΚΡΙΚΟ»
Μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη αναβιώνει το παλιό τροτσκιστικό επιχείρημα (το οποίο υιοθετείται και από τα νέα οπορτουνιστικά ρεύματα) ότι είναι αδύνατη η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια ή περισσότερες χώρες και πως η σοσιαλιστική αλλαγή μπορεί να είναι μόνο παγκόσμια. Ουσιαστικά πρόκειται για την αμφισβήτηση της λενινιστικής θεωρίας του «αδύνατου κρίκου» του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αυτό εκδηλώνεται και στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ και μάλιστα με αρκετή ένταση, ιδιαίτερα από τις τροτσκιστικές ομάδες και το λεγόμενο κίνημα «κατά της παγκοσμιοποίησης», τα «φόρουμ», που προβάλλουν συνθήματα για «άλλον κόσμο» και «άλλη Ευρώπη». Πρόκειται για γενικόλογα συνθήματα που φαντάζουν δελεαστικά, αλλά τελικά γίνονται πρόσχημα υιοθέτησης μιας πολιτικής διαχείρισης του συστήματος. Αξίζει όμως να εξεταστούν στο φως της πολιτικής πραγματικότητας. Πρόσφορο παράδειγμα είναι οι εξελίξεις στη Μολδαβία:
Πριν 5 χρόνια, στις εκλογές της Μολδαβίας την άνοιξη του 2001, το Κόμμα των κομμουνιστών της Δημοκρατίας της Μολδαβίας (ΚΚΔΜ) συγκέντρωσε το 51% των ψήφων. Το εκλογικό σύστημα του επέτρεψε να αποκτήσει το 70% των εδρών και να εκλέξει στο αξίωμα του Προέδρου της χώρας τον Βλαντιμίρ Βορόνιν. Από τότε το ΚΚΔΜ ξανακέρδισε άλλη μια φορά τις βουλευτικές εκλογές και εδραίωσε τη διακυβέρνησή του.
Αν και το ΚΚΔΜ κάνει στα προγραμματικά του κείμενα αναφορές στο σοσιαλισμό, ως άμεσο στόχο του μετά την εκλογική νίκη έθεσε την «αναγέννηση της οικονομίας της χώρας»[8].
Από τη στιγμή που το ΚΚΔΜ θεώρησε ότι από μόνη της η Μολδαβία δεν μπορεί να αποτελέσει τον «αδύνατο κρίκο» και να περάσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αγνόησε και τη ρήση του Λένιν ότι «δεν είναι μαρξιστής εκείνος ο οποίος τη θεωρία που διαπιστώνει με νηφαλιότητα την αντικειμενική κατάσταση, τη διαστρεβλώνει για να δικαιολογήσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και φτάνει ως το σημείο να επιδιώκει να προσαρμοστεί το γρηγορότερο σε κάθε προσωρινή υποχώρηση της επανάστασης, να αποτινάξει το γρηγορότερο «τις επαναστατικές αυταπάτες» και να καταπιαστεί με τις «ρεαλιστικές» ασημαντολογίες»[9]. Ετσι το ΚΚΔΜ άφησε άθικτη τη μεγάλη ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, που ήδη πριν την εκλογική νίκη του ΚΚΔΜ είχε περάσει σε ιδιωτικά χέρια. Μετά από αυτό απόμεινε η προσπάθεια βελτίωσης της θέσης των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, χωρίς ανατροπές στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Το ΚΚΔΜ όντας στην κυβέρνηση προώθησε ορισμένα μέτρα ανακούφισης των εργαζομένων, όπως είναι η αύξηση των μισθών και των συντάξεων, σε μια συγκυρία βελτίωσης συνολικά του ΑΕΠ. Η πρώτη κυβέρνηση, του Β. Βορόνιν, επεδίωξε να συσπειρώσει και δυνάμεις εξωκομματικές, ακόμη και υπουργούς από την προηγούμενη «κεντροαριστερή» κυβέρνηση, ενώ η «δεύτερη κυβέρνηση», που υφίσταται σήμερα, έχει και την υποστήριξη του κεντροδεξιού κόμματος των «χριστιανοδημοκρατών». Βασικά πρόκειται για κυβέρνηση «τεχνοκρατών», σχεδόν χωρίς κομμουνιστές, που εξασφαλίζουν όμως τη διαβίωσή της, χάρη στην κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία. Στις «επιτυχίες» της 5χρονης διακυβέρνησης είναι η αύξηση του ΑΕΠ κατά 40%, όπως και ο τριπλασιασμός του μέσου μισθού. Σε πραγματικά όμως νούμερα αυτή η αύξηση σημαίνει ότι ο μισθός από 30$, που ήταν πριν 5 χρόνια, έφτασε τα 100$. Η Μολδαβία στα πλαίσια της καπιταλιστικής «πυραμίδας» εξακολουθεί να είναι η φτωχότερη χώρα στην Ευρώπη.
Να τι γράφει ντοκουμέντο της ΕΕ σχετικά με την κυβερνητική πολιτική που ακολούθησε το ΚΚΔΜ: «Η ιδιωτικοποίηση των οινοποιητικών μονάδων, των καπνεργοστασίων και των οργανισμών κοινής ωφελείας ήταν ο πρώτος όρος που είχαν θέσει το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Το κομμουνιστικό κόμμα αντιτάχθηκε συστηματικά στις ιδιωτικοποιήσεις όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση, αλλά όταν ανήλθε στην εξουσία αναγκάστηκε να τις υποστηρίξει δεδομένου ότι η αποκατάσταση των σχέσεων με τα δύο αυτά όργανα αποκτούσε όλο και πιο επείγοντα χαρακτήρα»[10].
Στη συνέχεια λοιπόν και ενώ η κυβέρνηση του ΚΚΔΜ δεν αμφισβήτησε την συναινετική πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης με τις «συνταγές» των ξένων ιμπεριαλιστικών οργανισμών και «προσέγγισης» με την ΕΕ, εξελίχθηκε σε φανατικό οπαδό της εφαρμογής των «ευρωπαϊκών προτύπων» στη Μολδαβία, για να προωθήσει την ένταξη στην ΕΕ. Συμμετέχει στο ΝΑΤΟϊκό «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη», όπως και στη νεοσύστατη «Κοινότητα των ελεύθερων κρατών», με φανερή τάση συνεργασίας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην επίλυση του προβλήματος της αποσχισμένης «Δημοκρατίας της Υπερδνειστερίας». Αυτός ο στόχος οδήγησε σε στενή συνεργασία όχι μόνο με την «πορτοκαλί» κυβέρνηση του Κιέβου, αλλά και με τις ίδιες τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, που πλέον «νομιμοποίησαν» την επέμβασή τους στην περιοχή με το πρόσχημα της βοήθειας στην επίλυση του ζητήματος της Υπερδνειστερίας. Η Μολδαβία εκπόνησε «Ατομικό σχέδιο ενεργειών συνεργασίας» με το ΝΑΤΟ, στο οποίο σύμφωνα με τις δηλώσεις των αξιωματούχων της συμπεριλαμβάνονται τέσσερις (4) διαφορετικοί τομείς, αρχίζοντας από τις μεταρρυθμίσεις που θα πρέπει να κάνει η Μολδαβία στον «κοινωνικοπολιτικό τομέα», όσο και στον τομέα άμυνας και ασφάλειας, κάτω από την επίβλεψη του ΝΑΤΟ. Ο Α. Στρατάν, Υπουργός Εξωτερικών και Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (έτσι μετονομάστηκε πριν περίπου ένα χρόνο το Υπουργείο Εξωτερικών της Μολδαβίας), δήλωσε ότι το σχέδιο συνεργασίας ΝΑΤΟ-Μολδαβίας «συνδέεται και συμπληρώνει τη στρατηγική της οικονομικής ανάπτυξης και της μείωσης της φτώχειας»[11].
Συνοψίζοντας λοιπόν αυτήν την εξέλιξη, που ξεκίνησε με το κριτήριο και ίσως με την καλή πρόθεση, ότι «αφού πολλά (σοσιαλισμό) δεν μπορούμε, ας κάνουμε έστω κάτι (όπως την «αναγέννηση» της οικονομίας)», να θυμίσουμε ότι ο Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση» υπογραμμίζει την εξής σκέψη του Ενγκελς: «Αυτή η αγνόηση των μεγάλων, των θεμελιακών απόψεων, εξαιτίας των πρόσκαιρων συμφερόντων, αυτό το κυνηγητό γι’ αυτά, χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες που θα προκύψουν, αυτή η θυσία του μέλλοντος του κινήματος χάρη του παρόντος μπορεί να προέρχεται και από «τίμια» κίνητρα. Είναι όμως οπορτουνισμός και παραμένει οπορτουνισμός, και ο «τίμιος» οπορτουνισμός είναι, ίσως, απ’ όλους πιο επικίνδυνος»[12].
Στο παράδειγμα της Μολδαβίας τα αστικά κόμματα συναινούν στην «κομμουνιστικής αμφίεσης» πολιτική διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος, συνεργασίας, ενσωμάτωσης στα σχέδια των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.
Ισως δεν είναι τυχαία και η στάση του ΚΚΔΜ απέναντι στο αντικομμουνιστικό μνημόνιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αρχικά σιώπησε, ενώ στη συνέχεια, μετά την έγκριση του μνημονίου από το Συμβούλιο της Ευρώπης, με ανακοίνωσή του καταδίκασε μεν την όλη επιχείρηση, αλλά την εκτίμησε ως «άκαιρη ενέργεια», συμπληρώνοντας ότι: «Δε θα καταδικάσουμε τις κομμουνιστικές ιδέες, που διαφορετικά διαμορφώνονταν σε διαφορετικές περιόδους, μόνο και μόνο επειδή οι προσπάθειες εφαρμογής τους, τόσο τραγικά και παθολογικά διαστρεβλώθηκαν».
2. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΞΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»
Ενα από τα βασικά πεδία ιδεολογικής πάλης στο χώρο της πρώην ΕΣΣΔ είναι αυτό της δημοκρατίας, που συχνά παρουσιάζεται ως αναλλοίωτη από τους αιώνες «αξία», ανεξάρτητης δηλαδή από το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, τις σχέσεις ιδιοκτησίας και την ταξική διαίρεση της κοινωνίας, που αντικειμενικά προσδιορίζουν το περιεχόμενο της οικονομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης του ανθρώπου από την εκμετάλλευση. Αυτή η πίεση, σε συνθήκες νίκης της αντεπανάστασης και ό,τι συνεπάγεται για το κομμουνιστικό κίνημα, συχνά εκφράζεται με αναφορές αναγνώρισης του αστικού Συντάγματος και των αστικών νόμων, ακόμη και σε προγραμματικά ντοκουμέντα των ΚΚ[13]. Ετσι, ο κομμουνιστικός προσδιορισμός δε συνταιριάζει με θεμελιακές κομμουνιστικές αρχές, όπως είναι η θέση ότι «κάθε κράτος είναι μηχανή καταστολής μιας τάξης από μια άλλη τάξη»[14]. Η αντιπαράθεση οξύνεται ακόμη περισσότερο αν πάρουμε υπόψη μας πως το ζήτημα αυτό, της δήθεν «προώθησης της δημοκρατίας», είναι από τα ζητήματα «αιχμής» της ιμπεριαλιστικής ιδεολογικοπολιτικής επίθεσης, τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ, με στόχο την επέμβαση στις εσωτερικές εξελίξεις σε μια σειρά περιοχές του πλανήτη.
Σήμερα στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ αναπτύσσεται διαπάλη σε σχέση με τον ταξικό προσδιορισμό της δημοκρατίας, όπως και με τις θέσεις για την οικονομία, τις σχέσεις ιδιοκτησίας:
Αναφέρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Ο πρόεδρος του ΚΚΡΟ, Γκενάντι Ζιουγκάνοφ έχει κατά καιρούς δηλώσει ότι αυτό που ξεχωρίζει τους σημερινούς Ρώσους κομμουνιστές (εννοεί του ΚΚΡΟ) από το ΚΚΣΕ που γνωρίσαμε, είναι ότι έχουν βγάλει συμπεράσματα από την ανατροπή του σοσιαλισμού και οι Ρώσοι κομμουνιστές αποδέχονται τον πολυκομματισμό. Αλλωστε, όπως εκτιμά το ΚΚΡΟ, μια από τις αιτίες που οδήγησαν στον εκφυλισμό του ΚΚΣΕ ήταν «το μονοπώλιο στην εξουσία και στην ιδεολογία»[15]. Το 1996, ο Α. Ποντμπεριόζκιν, πρόεδρος της οργάνωσης «Πνευματική κληρονομιά», συνεργαζόμενος και εκλεγμένος με το ΚΚΡΟ υποστήριζε ότι: «Το ΚΚΡΟ αποδέχτηκε τις αξίες που δε θα δεχόταν ποτέ το ΚΚΣΕ: τη δημοκρατία, την πολυκομματικότητα, την πολυ-ιδιοκτησία της οικονομίας»[16]. Και όχι τυχαία, αφού την περίοδο εκείνη υπήρχε πλήθος προεκλογικών, προγραμματικών θέσεων του ΚΚΡΟ, που επιβεβαίωναν τα παραπάνω. Βέβαια στη συνέχεια ο Α. Ποντμπεριόζκιν, αφού προσπάθησε με άλλους να διαλύσει το ΚΚΡΟ, απομακρύνθηκε από αυτό. Το ΚΚΡΟ καταδίκασε ως «πράκτορες του Κρεμλίνου», όσους προσπάθησαν από τα έσω να το διαλύσουν με το «πλεούμενο συνέδριο»[17]. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη η διαμόρφωση του νέου προγράμματός του.
Το παλιό του πρόγραμμα προβλέπει «τρία πολιτικά στάδια ειρηνικής επίτευξης των στόχων» του, όπου στο πρώτο στάδιο περάσματος προς το σοσιαλισμό θα υπάρχει «πολυ-ιδιοκτησία» στην οικονομία, στο δεύτερο θα «αρχίσει να διαφαίνεται ο ηγετικός ρόλος των σοσιαλιστικών μορφών οικονομίας» και μόνο στο τρίτο στάδιο (στο σοσιαλισμό) «θα κυριαρχήσουν οι κοινωνικές μορφές ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής».
Η γραμμή της αποδοχής του αστικού πολυκομματισμού και της αστικής «δημοκρατίας», όπως συμφέρει το κεφάλαιο, έχει εκδηλωθεί με τον ένα ή άλλον τρόπο και σε άλλα ΚΚ στο έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ. Το αστικό ιδεολόγημα της «κοινωνίας των πολιτών» είναι δυστυχώς ένα εύπεπτο «φρούτο» που καταναλώνεται από πολλά κόμματα.
Ομως εκεί που η κατάσταση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο είναι το φαινόμενο της Λευκορωσίας, μιας και το Κόμμα των κομμουνιστών της Λευκορωσίας (ΚκΛ) ενσωματώθηκε πλήρως στα σχέδια των ιμπεριαλιστών για την ανατροπή του προέδρου Λουκασένκο[18]. Ο Σ. Καλιάκιν, Α΄ Γραμματέας του ΚκΛ ανέλαβε μάλιστα και επικεφαλής του προεκλογικού επιτελείου του υποστηριζόμενου από ΗΠΑ-ΕΕ υποψηφίου της «ενιαίας αντιπολίτευσης», Αλ. Μιλινκέβιτς. Το επιχείρημα που χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο κόμμα είναι ότι πρέπει πρώτα «να αποκατασταθεί η δημοκρατία», έστω με τη βοήθεια της «διεθνούς κοινότητας» (δηλαδή των ΗΠΑ και της ΕΕ) και στη συνέχεια ο λαός μόνος του θα μπορέσει «δημοκρατικά» να επιλέξει τι ακριβώς θέλει. Αραγε αυτή η τόσο εξόφθαλμη αυταπάτη είναι πραγματικά ειλικρινής ή βρίσκονται άλλα πράγματα από πίσω της; Αλήθεια για ποια «δημοκρατική επιλογή» μπορεί να κάνει λόγο ο λαός του Ιράκ που βιώνει αυτού του είδους τον ιμπεριαλιστικό «εκδημοκρατισμό»; Ποιοι είναι αυτοί που καλούνται να κάνουν εκδημοκρατισμό στη Λευκορωσία; Αυτοί που πετσοκόβουν ακόμη και αστικά δικαιώματα στην έτσι και αλλιώς περιορισμένη αστική δημοκρατία, που διαμορφώνουν τρομονόμους, υπερσύγχρονα μέσα αστυνόμευσης, που έστησαν το Γκουαντανάμο, που βασανίζουν τους κρατούμενους, που οι μυστικές υπηρεσίες τους απαγάγουν και εξαφανίζουν πολιτικούς αντιπάλους, που έχουν κάνει επιστήμη τη χειραγώγηση; Αυτοί θα εκδημοκρατίσουν τη Λευκορωσία;
Η πάλη λοιπόν για τη δημοκρατία δεν μπορεί ν’ αποσπαστεί από την πάλη για την εξουσία. Ισως είναι επίκαιρη, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η θέση του Λένιν: «Μαρξιστής είναι μόνο εκείνος που επεκτείνει την αναγνώριση της πάλης των τάξεων ως την αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη διαφορά του μαρξιστή από το μικρό (μα και μεγάλο) αστό της αράδας. Πάνω σ’ αυτήν τη λυδία λίθο πρέπει να δοκιμάζουμε την πραγματική κατανόηση και παραδοχή του μαρξισμού»[19].
3. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ
Η καπιταλιστική παλινόρθωση και η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης έδωσε, εκτός των άλλων, τη δυνατότητα στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις να διευρυνθούν, ενσωματώνοντας νέα καπιταλιστικά κράτη, ενώ άλλα βρίσκονται στη διαδικασία ενσωμάτωσης. Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα στις χώρες που προήλθαν από την ΕΣΣΔ δεν έχουν ενιαία πολιτική απέναντι στο ζήτημα της ένταξης των χωρών τους στις διάφορες διακρατικές ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Ως προς την ένταξη στο ΝΑΤΟ υπάρχει ισχυρότερο ρεύμα αντίθεσης, που δε συνδέεται μόνο με τις σημερινές αντιθέσεις της Ρωσίας με αυτό (και την ηγέτιδα δύναμη τις ΗΠΑ), τα αντανακλαστικά του διαμορφώθηκαν όσο υπήρχε η ΕΣΣΔ, σε αντίθεση θα λέγαμε με τη στάση απέναντι στην ΕΟΚ. Η πολιτική θέση ως προς την ένταξη στην ΕΕ και στις άλλες ιμπεριαλιστικές οργανώσεις ποικίλλει. Π.χ. ήδη αναφέραμε τη στάση του ΚΚΔΜ, που τάσσεται αναφανδόν υπέρ της ένταξης της Μολδαβίας στην ΕΕ και μάλιστα αυτό ήταν το κύριο προεκλογικό του σύνθημα: «Ψήφισε ΕΕ, ψήφισε ΚΚΔΜ». Στον αντίποδα ήταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα Λετονίας και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Λιθουανίας, που στις χώρες τους και κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος ήταν οι μόνες συγκροτημένες πολιτικές δυνάμεις που τάχθηκαν ενάντια στην ένταξη στην ΕΕ. Χωρίς να σημαίνει ότι αυτή η θέση τους ήταν απαλλαγμένη από απλουστεύσεις, ήταν σαφώς σε αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση και έπαιρνε υπόψη την ταξική φύση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου.
Γύρω από τη θέση ένταξης στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ οξύνθηκε η διαπάλη στην Ουκρανία. Οι «πορτοκαλί» δυνάμεις, δηλαδή «Η Ουκρανία μας», του Προέδρου Β. Γιούστσενκο, το «ΜΠΙΟΥΤ» της πρώην πρωθυπουργού Γ. Τιμοσένκο και το «Σοσιαλιστικό Κόμμα Ουκρανίας» του Α. Μορόζ τάχθηκαν υπέρ της ενσωμάτωσης στους «ευρω-ατλαντικούς οργανισμούς». Οι «γαλάζιοι», δηλαδή το «Κόμμα των περιοχών» του πρώην πρωθυπουργού Β. Γιανουκόβιτς και το «Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ουκρανίας» της Ν. Βιτρένκο, τάχθηκαν ενάντια και διακήρυξαν ότι η Ουκρανία έπρεπε να είναι με την πλευρά της Ρωσίας και αν σε τελική φάση έπρεπε να ενταχθεί σε αυτούς τους οργανισμούς, αυτό να γινόταν ταυτόχρονα με τη Ρωσία, για λόγους οικονομικούς, γεωπολιτικούς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς κ.ά.
Ποια στάση κράτησε απέναντι σε αυτή την αντιπαράθεση το Κομμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας (ΚΚΟ);
Στις 20 Απριλίου 2005 το ΚΚΟ πραγματοποίησε μια εκδήλωση με τον τίτλο «Στρογγυλό τραπέζι: Ευρω-ολοκλήρωση, τα υπέρ και τα κατά», στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι ευρωπαϊκών ΚΚ[20], αλλά και εγχώριοι τεχνοκράτες. Ανοίγοντας τις εργασίες ο Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΟ, Πιότρ Σιμονιένκο, σημείωσε ότι το ΚΚ Ουκρανίας «δεν είναι ενάντια στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ουκρανίας, όπως αδίκως το κατηγορούν, αλλά θεωρεί πως η χώρα δεν είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο, ότι στη δεδομένη στιγμή για την οικονομία είναι πιο συμφέρουσα η ολοκλήρωση στα πλαίσια του Ενιαίου Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) με τη Ρωσία». Στο 39ο συνέδριο του ΚΚ Ουκρανίας (25-26 Ιουνίου 2005) ο Π. Σιμονιένκο, παρουσιάζοντας τον Πολιτικό απολογισμό δράσης της απερχόμενης ΚΕ, σημείωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «Η ένταξη στο ΝΑΤΟ θα μετατρέψει τη χώρα μας σε «δούρειο ίππο» για την προώθηση των συμφερόντων αυτού του επιθετικού μπλοκ προς Ανατολάς και μπορεί να οδηγήσει στη διακοπή των φιλικών σχέσεων με τη Ρωσία (…) Η θέση των κομμουνιστών σχετικά με την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και στον ΠΟΕ και στους άλλους διεθνείς οργανισμούς είναι η εξής: Η Ουκρανία πρώτα απ' όλα θα πρέπει να επιστρέψει στον εαυτό της τη δόξα και το καθεστώς του υψηλά αναπτυσσόμενου βιομηχανικο-αγροτικού κράτους, ώστε, με το κύρος ενός τέτοιου καθεστώτος, να είναι ίση μεταξύ ίσων σε συμφέρουσες για την ίδια διεθνείς οργανώσεις»[21].
Η συζήτηση στους «κόλπους» του ΚΚΟ έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό. Ο Γ. Μαρμάζοφ, μέλος της ΚΕ και βουλευτής, σημείωσε πριν 4 χρόνια, όταν για πρώτη φορά μπήκε καθαρά το ζήτημα της προοπτικής ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ότι το «ΚΚΟ θεωρεί δυνατή την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, αν αυτή γίνει μαζί με τη Ρωσία, παίρνοντας υπόψη τη διαδικασία προσέγγισης της Ρωσικής Ομοσπονδίας με το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο». Ο ίδιος πρόσθεσε πως «το ΚΚΟ υποστηρίζει την ευρω-ολοκλήρωση, αφού αυτή είναι η προοπτική μας», απλώς «η ουκρανική οικονομία δεν είναι έτοιμη να ενωθεί με τις ευρωδομές ως ισότιμος εταίρος κι αυτή η διαδικασία μπορεί να πάρει 15-20 χρόνια»[22].
Περίπου σε αυτά όμως τα πλαίσια εκλαϊκευόταν η θέση του ΚΚΟ από τα στελέχη του και λίγο πριν τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές (κατά τις οποίες το εκλογικό ποσοστό του συρρικνώθηκε από 20% σε 3,6%). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τοποθέτηση του Γκ. Κριουτσκόφ, μέλους της ΚΕ, βουλευτή του ΚΚΟ κι επικεφαλής της Επιτροπής εθνικής ασφαλείας και άμυνας της ουκρανικής βουλής, σε συνέντευξή του στο γερμανικό δίκτυο DW-WORLD.DE: «Συχνά παρουσιάζουν τους κομμουνιστές ως πολέμιους κάθε προσέγγισης με την Ευρώπη. Αυτό είναι εντελώς λαθεμένο. Οι κομμουνιστές θέλουν η Ουκρανία να έχει ευρωπαϊκό προσανατολισμό, ώστε αυτή να γίνει μέλος της ΕΕ. Αλλά οι κομμουνιστές καταλαβαίνουν πως αυτό δεν είναι σήμερα καθόλου ρεαλιστικό. Η ουσία είναι ότι οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν όπως στην Ευρώπη. Αυτό είναι το κύριο. Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται να έχουμε τέτοια οικονομία, όπως αυτή της Ευρώπης, μια ανάλογη κοινωνική σφαίρα, μας χρειάζεται να έχουμε τουλάχιστον ένα αντίστοιχο επίπεδο λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών. Ρεαλιστικότατα αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Κανείς δεν μας περιμένει σήμερα στην Ευρώπη. Αλλά πρέπει να αναπτύξουμε την οικονομία μας, να εξασφαλίσουμε την αύξηση του βιοτικού επιπέδου, και σ’ αυτήν την κατάσταση η σωτηρία μας είναι μόνο η διεύρυνση των σχέσεών μας με τη Ρωσία και τις άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες»[23]. Στην ίδια συνέντευξη ο ίδιος διαμορφώνει ως εξής τη θέση του κόμματός του σχετικά με την ένταξη στο ΝΑΤΟ: «Δε θα ήμασταν αντίθετοι να ενταχθούμε στο ΝΑΤΟ, αλλά μαζί με τη Ρωσία. Βέβαια πιο καλή και σωστή στο σημερινό στάδιο θα ήταν η μη συμμετοχή μας σε στρατιωτικά μπλοκ».
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι έχουμε μια πολιτική γραμμή που τη χαρακτηρίζει η έλλειψη ταξικής προσέγγισης της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που δεν αξιολογεί τον ιμπεριαλιστικό, αντεργατικό χαρακτήρα τους. Ταυτόχρονα ο γεωγραφικός προσδιορισμός της «Ευρώπης» ταυτίζεται με την ιμπεριαλιστική διακρατική ΕΕ. Η ίδια μεθοδολογία διαπερνά και τις θέσεις περί «ανάπτυξης της οικονομίας». Το ίδιο και η αναφορά στα λεγόμενα «δημοκρατικά πρότυπα» της ΕΕ δε φαίνεται να αξιολογεί, π.χ. την απαγόρευση ΚΚ σε μια σειρά κράτη-μέλη της ΕΕ (Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία, Ρουμανία) ή τις αντικομμουνιστικές διώξεις σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ ή το γεγονός ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στις βαλτικές χώρες δεν έχουν καν πολιτικά δικαιώματα. Εκεί όμως που η αταξική προσέγγιση οδηγεί σε πραγματικό «κατήφορο» είναι η στάση απέναντι στη σημερινή Ρωσία, που κάνει έναν κομμουνιστή να δηλώνει ότι δεν έχει πρόβλημα με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, αν συμμετέχει και η Ρωσία. Ακόμη όμως και αν υποθέσουμε ότι η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία ενσωματωνόταν στο ΝΑΤΟ, ακόμη και αν άλλαζε ο συσχετισμός σ’ αυτό, σίγουρα δε θα άλλαζε ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του.
Ο μη σαφής διαχωρισμός από τον ευρωμονόδρομο, ακόμη και τη ΝΑΤΟϊκή προοπτική, έστρωσε το έδαφος πλήρους χειραγώγησης των μαζών από την «πορτοκαλί» συμμαχία (που προπαγάνδιζε την «ευρωπαϊκή χλιδή» με την ένταξη στην ΕΕ) και τη «γαλάζια» (που στο όνομα της ρεαλιστικότητας και των παραδοσιακών δεσμών με τη Ρωσία τασσόταν υπέρ της συμπόρευσης σε όλα με τη Ρωσία).
4. Η ΘΕΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΡΩΣΙΑ
Σοβαρό ζήτημα, που απασχολεί το κομμουνιστικό κι εργατικό κίνημα της πρώην ΕΣΣΔ (συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας), είναι η εκτίμηση του σημερινού καθεστώτος της Ρωσίας και επομένως η πολιτική στάση απέναντι σε αυτό. Η κατάσταση αυτή περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που ο σημερινός πρόεδρος της Ρωσίας, ενώ συμμετέχει στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (G-8) ή συνεργάζεται και συνδιαλέγεται με αυτούς (βλ. ΝΑΤΟ, ΠΟΕ κλπ.), αναπτύσσει μια «αντιδυτική» ρητορική, με αιχμή την πάλη απέναντι στις δυτικές διαθέσεις για διαμελισμό της Ρωσίας, συγκροτώντας πλήθος συμμαχιών (οικονομικών, αμυντικών, κυρίως με χώρες από την πρώην ΕΣΣΔ και την Κίνα).
Τα παραπάνω δείχνουν κοντά στα άλλα και την ανάπτυξη και όξυνση αντιθέσεων της Ρωσίας με τα κράτη που βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας.
Μέχρι στιγμής στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος της Ρωσίας δεν υπάρχει ομοιογένεια στην ανάλυση και εκτίμηση της κατάστασης και επομένως στην πολιτική απέναντι στο καθεστώς. Ετσι από τη μια εμφανίζονται οι λεγόμενοι «κόκκινοι πουτινιστές», δηλαδή όσοι με «αριστερή» και «αντιιμπεριαλιστική» επιχειρηματολογία στηρίζουν τον Πούτιν και ζητάνε να κάνει το ίδιο και το κομμουνιστικό κίνημα και από την άλλη όσοι υποστηρίζουν τη συγκρότηση μιας «μεγάλης αντιπολίτευσης» με στόχο την ανατροπή του «καθεστώτος Πούτιν, αυτής της επιτροπής διάλυσης της Ρωσίας»[24], όπως την έχει χαρακτηρίσει ο Γκ. Ζιουγκάνοφ.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) στο 10ο συνέδριό του σημείωνε: «Μετά την εξαφάνιση του σοβιετικού πολιτικού συστήματος και της οικονομικής βάσης του, η χώρα δοκιμάστηκε από μια περίοδο χαοτικής ληστείας της οικονομίας και κομματιών της εξουσίας, από μια άνευ προηγουμένου διαφθορά. Εμφανίστηκε μια παρασιτική εγκληματική τάξη, ο γιελτσινισμός. Η αντικατάσταση του Γιέλτσιν από τον Πούτιν έγινε εξαιτίας της αναγκαιότητας να ξεριζωθούν τα υπολείμματα του σοβιετικού τρόπου ζωής και να χαθεί για τη χώρα η αριστερή εναλλακτική διέξοδος από την κρίση. Ανεπιστρεπτί να σπρωχθεί η Ρωσία στην περιφέρεια της Δύσης ως εξάρτημά της. Επί της ουσίας άρχισε ένα νέο στάδιο της αντεπανάστασης, περισσότερο σκληρό και θρασύ»[25].
Το ΚΚΡΟ εκτιμά πως κυβερνά η γραφειοκρατία εξαιτίας της αδυναμίας της αστικής τάξης και μάλιστα χαρακτηρίζει το σημερινό καθεστώς στη Ρωσία ως «βονοπαρτικό»[26]. Σε ό,τι αφορά τις αντιθέσεις με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τα στελέχη του ΚΚΡΟ τις χαρακτηρίζουν ως «άνευ ουσίας», δηλαδή κινήσεις για «εσωτερική κατανάλωση»[27].
Εδώ πάντως να σημειώσουμε ότι αυτή την περίοδο το ΚΚΡΟ επεξεργάζεται το νέο του Πρόγραμμα, όπου αυτά τα ζητήματα επανεξετάζονται! Ετσι το τελευταίο διάστημα υπάρχουν αρκετά ντοκουμέντα του ΚΚΡΟ που μάλλον έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους.
Σε πρόσφατη απόφαση του Προεδρείου της ΚΕ του ΚΚΡΟ «Για τις βασικές αρχές σχέσεων των δομών του ΚΚΡΟ με τα όργανα εκτελεστικής κι αντιπροσωπευτικής εξουσίας», γίνεται η εξής αναφορά σχετικά με το κυρίαρχο καθεστώς στη Ρωσία: «Το 10ο και 11ο συνέδριο του ΚΚΡΟ έχουν χαρακτηρίσει το υπάρχον καθεστώς εξουσίας ως εκπρόσωπο και υπερασπιστή των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και των διεφθαρμένων κρατικών υπαλλήλων. Η εξουσία, κρύβοντας τις πράξεις της με την πατριωτική ρητορική, συνεχίζει με σταθερότητα να ακολουθεί την αδιέξοδη φιλελεύθερη πολιτική (…) Ταυτόχρονα το κόμμα αντικειμενικά εκτιμά εκείνα ή τα άλλα πραγματιστικά βήματα της εξουσίας στη διεθνή αρένα, ως μέτρα του Κρεμλίνου για την υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατικομονοπωλιακών ομάδων στη Ρωσία»[28].
Αντίθετα, σε πολυσέλιδη εισήγηση του Γκ. Ζιουγκάνοφ στην «Πανρωσική επιστημονικο-πρακτική συνδιάσκεψη», που διοργάνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας (ΚΚΡΟ) με θέμα «Οι κομμουνιστές και το ρωσικό ζήτημα», γίνονται οι εξής εκτιμήσεις:
«Στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί η γραμμή για τη σωτηρία της Ρωσίας απέκτησε χαρακτηριστικά εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Αυτό καθορίζεται από τα παρακάτω σημεία-κλειδιά: Πρώτον, η αμερικάνικη παγκοσμιοποίηση σήμερα προσπαθεί όχι απλώς να εκμεταλλευθεί τη Ρωσία, αλλά επιδιώκει να εξαφανίσει την κρατική της υπόσταση, να καταπατήσει την κυριαρχία της, να διαλύσει τις βάσεις ύπαρξης του ρωσικού και των άλλων λαών της Ρωσίας. Το πρώτο βήμα, που ήταν η διάλυση της ΕΣΣΔ, ολοκληρώθηκε. Το δεύτερο στάδιο, που έχει στόχο το διαμελισμό της Ρωσικής Ομοσπονδίας, προωθείται γοργά. Μπορεί να αποκοπεί αν ξεσηκωθεί ένα λαϊκό-πατριωτικό κίνημα υπό την ηγεσία του ΚΚΡΟ. Δεύτερον, η νέα τάξη των μεγάλων καπιταλιστών ιδιοκτητών, που διαμορφώθηκε στη μετασοβιετική Ρωσία, όχι μόνο δεν έχει ρίζες στο εθνικό, πολιτιστικό και ιστορικό έδαφος της χώρας μας, αλλά αποτελεί μόλις μια ομάδα «εκτελεστών» του πολυεθνικού κεφαλαίου. Επί της ουσίας αποτελεί μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της κομπραδόρικης αστικής τάξης. Τρίτον, κίνητρο όλης της «πολιτικής των μεταρρυθμίσεων», που πραγματοποιείται από την κυρίαρχη τάξη είναι η οικονομική απαλλοτρίωση και η κοινωνική λουμπενοποίηση της βασικής μάζας του πληθυσμού της Ρωσίας, καθώς επίσης η συστηματική καταστροφή του πολιτισμού, της γλώσσας και των παραδοσιακών αξιών και προσανατολισμών του. Επί της ουσίας λόγος μπορεί να γίνει για πολιτική γενοκτονίας σε βάρος του λαού της Ρωσίας, πρώτα απ’ όλα σε βάρος του ρωσικού λαού που αποτελεί την εθνικο-κρατική βάση».
Με βάση τα παραπάνω, σημειώνει ο Γκ. Ζιουγκάνοφ πως «κύριος στόχος του κόμματός μας είναι η σωτηρία του ρώσικου λαού. Και μαζί μ’ αυτού του ρωσικού κράτους, όλων των λαών που εντάσσονται σ’ αυτό το μεγαλοπρεπές ψηφιδωτό, της μεγάλης κρατικής μας υπόστασης». Και στα μέτρα που προτείνει (στη βάση των αποφάσεων του 10ου συνεδρίου του ΚΚΡΟ) είναι «η πραγματικά ισότιμη εκπροσώπηση των Ρώσων και των άλλων λαών της Ρωσίας στα κρατικά όργανα εξουσίας από κάτω ως τα πάνω (…) Η λήψη μέτρων που θα τιμωρούν με κάθε αυστηρότητα τη ρωσοφοβία ως εξτρεμιστική μορφή ανάφλεξης του διεθνικού μίσους. Η αναλογική εκπροσώπηση των Ρώσων στον τομέα της πληροφόρησης και του πολιτισμού. Ιδιαίτερα στα ΜΜΕ. Η ισότητα δυνατοτήτων για τους ρώσους και τους άλλους λαούς της Ρωσίας στον τομέα της επιχειρηματικής δραστηριότητας…» και άλλα ανάλογα μέτρα, που καταλήγουν στη ρήση ότι …«η λύση του ρωσικού ζητήματος είναι ο σοσιαλισμός»[29].
Από τη μεριά του το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας (ΚΕΚΡ-ΚΚΡ) αντικρούει την παραπάνω προσέγγιση του σημερινού ρωσικού κράτους και των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων. Κατηγορεί το ΚΚΡΟ ότι «διολισθαίνει σε μη μαρξιστικές θέσεις (…) κάποιου κρατικού πατριωτισμού και του ρωσικού ιδεαλισμού (…) αγνοώντας επιδεικτικά το αλφάβητο του επιστημονικού κομμουνισμού»[30]. Αντίθετα λοιπόν, το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ, χωρίς να αμφισβητεί τη χειροτέρευση του βιοτικού, πολιτιστικού επιπέδου των εργαζομένων σε σχέση με την περίοδο του σοσιαλισμού ή χωρίς να απορρίπτει την ανάλυση των συνεπειών του καπιταλισμού που κάνει το ΚΚΡΟ για τη ζωή του λαού, όπως και για τις επιθετικές προθέσεις που έχουν οι ΗΠΑ κι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατά της σημερινής Ρωσίας[31], εκτιμά ότι: «Ο ρώσικος ιμπεριαλισμός είναι συγκριτικά νέος και σε πολλά ακόμη αδύνατος, εξαρτημένος από το παγκόσμιο χρήμα και σε αντιπαράθεση με τα ξένα κεφάλαια, όμως παρ’ όλα αυτά είναι ιμπεριαλισμός, που αυξάνεται και που ήδη έχει ορέξεις για εξωτερική εξάπλωση. Κι εδώ δεν είναι μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, οι πρώτες ύλες, αλλά είναι και η πώληση εξοπλισμών, αξίας 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, είναι και η θέληση των ρωσικών κεφαλαίων να συμμετάσχουν στην εκμετάλλευση των πιο αδύνατων κρατών: της Ουκρανίας, των χωρών της Κεντρικής Ασίας, του Ιράν και άλλων. Είναι επίσης η όλο και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση ξένης εργατικής δύναμης στη Ρωσία»[32].
Οι εκτιμήσεις των ΚΚ για το καθεστώς στη Ρωσία καθορίζουν τη διαμόρφωση της πολιτικής τους, τις συμμαχίες τους, το πλαίσιο πάλης για το κίνημα κλπ. Και εδώ υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Από τη μεριά όσων δηλώνουν ότι διαφωνούν με την «εσωτερική πολιτική» Πούτιν, αλλά συμφωνούν με την εξωτερική και τη στηρίζουν, όπως το λεγόμενο ρεύμα των «κόκκινων πουτινιστών» και το κεντροαριστερό κόμμα «Ρόντινα» («Πατρίδα») που βασικά κινείται σε αυτή τη λογική, έως εκείνων που προτάσσουν τα ζητήματα του αυταρχισμού, της δημοκρατίας και καλούν σε ένα κοινό μέτωπο όλων των δυνάμεων της αντιπολίτευσης για την ανατροπή του «καθεστώτος Πούτιν».
Μεταξύ των δύο βασικών ΚΚ της Ρωσίας υπάρχουν κάτι παραπάνω από σοβαρές «αποχρώσεις» στην ανάλυση του σημερινού καθεστώτος. Το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ κάνει λόγο για «ρωσικό ιμπεριαλισμό», έστω και αδύνατο, αλλά συγκροτημένο και με αντιθέσεις με τις ισχυρότερες δυνάμεις του ιμπεριαλιστικού συστήματος, ενώ το ΚΚΡΟ κάνει λόγο για «τη συνέχιση επί Πούτιν της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, που πήρε νέα χαρακτηριστικά, έγινε πιο επιθετική» και όπου «το κυρίαρχο καθεστώς συνεχίζει τη γιελτσινική πολιτική των αντικοινωνικών, ριζοσπαστικο-φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων σε πιο σκληρή μορφή» και ότι «ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα άλλαξε υπέρ της γραφειοκρατίας, η εξουσία παίρνει χαρακτηριστικά αυταρχισμού»[33]. Το ΚΚΡΟ ταυτίζει τη λεγόμενη «ρώσικη ιδέα» με την υπόθεση του σοσιαλισμού στη Ρωσία, που αναδεικνύεται τόσο στο Πρόγραμμά του, όσο και σε πρόσφατα υλικά του. Από τη μια αναπτύσσει κοινές πρωτοβουλίες, π.χ. με το κεντροδεξιό «Γιάμπλακο» στα ζητήματα της δημοκρατίας, ενάντια στον αυταρχισμό των αρχών, υπέρ της τήρησης της εκλογικής νομοθεσίας και από την άλλη δε βλέπει αρνητικά τη συμπόρευση με εθνικιστικές δυνάμεις, όπως είναι π.χ. το Εθνικό-μπολσεβίκικο κόμμα Ρωσίας (ΕΜΚΡ), που χρησιμοποιεί ως σύμβολο το μαύρο σφυροδρέπανο σε κόκκινο κύκλο (παραπέμποντας στον αγκυλωτό σταυρό). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην επίσημη ιστοσελίδα του ΚΚΡΟ τον τελευταίο χρόνο υπάρχει σύνδεσμος που παραπέμπει στη σελίδα αυτού του εθνικιστικού κόμματος. Οι αναφορές του ΚΚΡΟ και των στελεχών του σε «αντιλαϊκό καθεστώς», «γραφειοκρατία», «συνέχιση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης», «κυβέρνηση που είναι επιτροπή διάλυσης της Ρωσίας», σε «πολιτική γενοκτονίας των Ρώσων» κ.ά., ενισχύει τις διάφορες προσπάθειες, εξωτερικές κι εσωτερικές, να «σπρωχτεί» το ΚΚΡΟ σ' ένα μπλοκ «αντι-Πούτιν».
Οι διαφοροποιήσεις στην εκτίμηση της εσωτερικής κατάστασης δυσκολεύουν και τη σύμπτωση σε κοινούς στόχους πάλης και βέβαια στη διαμόρφωση «κοινωνικοοικονομικού προγράμματος», που θα ένωνε τις κομμουνιστικές δυνάμεις. Οπως π.χ. τόνισε ο οικονομολόγος Φ. Κλοτσβόγκ, που συμμετείχε στην ανάλογη συζήτηση αυτού του προγράμματος, τα μέτρα που προτείνονταν με τον τίτλο «μεταβατικό στάδιο» δεν είναι ξεκάθαρο σε τι αναφέρονταν, στη μετάβαση από το σημερινό καπιταλισμό σ' έναν άλλο καλύτερο καπιταλισμό ή στη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό[34].
Σε αντίθεση με τα παραπάνω το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ απορρίπτει την ιδέα της σταθερής «μετωπικής» συνεργασίας τόσο με το κεντροδεξιό «Γιάμπλακο» όσο και με άλλες «αντιπολιτευτικές» δυνάμεις της Ρωσίας, όπως και με το ΕΜΚΡ, με το οποίο έχει ανοίξει ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο από τις σελίδες της εφημερίδας του. Ετσι το ΚΕΚΡ-ΚΚΡ εστιάζει τις προσπάθειές του στην ανασυγκρότηση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος και ζητά «μετωπικές» συνεργασίες με άλλες μικρότερες αριστερές και κομμουνιστικές δυνάμεις και ταξικές συσπειρώσεις στον εργατικό-συνδικαλιστικό χώρο.
Ολα τα παραπάνω δείχνουν ότι είναι μακρύς και δύσβατος ο δρόμος ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής ανάπτυξης και ενότητας του κομμουνιστικού κινήματος στο χώρο της πρώην ΕΣΣΔ. Φυσικά αυτή η διαπίστωση αφορά γενικότερα το κομμουνιστικό κίνημα. Αυτή την εκτίμηση δεν την κάνουμε εκ του ασφαλούς, από θέση υπεροχής. Συναισθανόμαστε την ευθύνη της συντροφικής αλλά και αυτοτελούς προσέγγισης των εξελίξεων.