Η νέα ΚΑΠ, που αποτελεί το νέο 7χρονο προγραμματισμό για το 2014-2020, αποφασίστηκε το 2013, μετά από δύο (2) χρόνια συζητήσεων και έντονων αντιθέσεων (κυρίως για το ύψος των επιδοτήσεων, το αίτημα των Βόρειων χωρών για συρρίκνωσή τους, αφού δεν έχουν γεωργία και εισάγουν τρόφιμα, της «πράσινης ενίσχυσης» που ήθελαν κ.ά.). Κάθε φορά που αναθεωρείται η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) - και αυτό συμβαίνει περίπου κάθε 7 χρόνια - επικαιροποιεί και ενισχύει τα μέτρα με τα οποία επιδιώκει το στρατηγικό στόχο της συγκεντροποίησης και κερδοφορίας των μεγάλων καπιταλιστικών αγροτικών επιχειρήσεων.
Στις προηγούμενες αναθεωρήσεις της ΚΑΠ, η ΕΕ επικαλούνταν ως άλλοθι την ανισότητα στην κατανομή των επιδοτήσεων στην οποία ήδη αναφερθήκαμε. Αυτή η ανισότητα ποτέ δεν αποκαταστάθηκε, αλλά αντίθετα εντάθηκε με την πλήρη απελευθέρωση των τιμών παραγωγού (κατάργηση κατώτατων εγγυημένων τιμών), στο πλαίσιο των αναθεωρήσεων των ΚΑΠ και των συμφωνιών στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), με αποτέλεσμα το ξεκλήρισμα αρκετών αγροτών.
Η ΕΕ υποκριτικά επικαλείται ως άλλοθι για τις νέες προτάσεις της ΚΑΠ 2014-2020 την επισιτιστική ασφάλεια και την «πράσινη ανάπτυξη» την οποία συνδέει με την κλιματική αλλαγή. Την επισιτιστική ασφάλεια σε καμιά περίπτωση δεν την εξασφαλίζει η παραγωγή που άμεσα ή έμμεσα είναι ενταγμένη στην καπιταλιστική αγορά (γνωστά τα διατροφικά σκάνδαλα με εγκεφαλοπάθεια βοοειδών, τα ορμονούχα κοτόπουλα, το νοθευμένο ηλιέλαιο, το μολυσμένο κρέας αλόγου κ.ά.). Η προπαγανδιζόμενη ένταξη του αγροτικού τομέα στην «πράσινη ανάπτυξη» και οι σχετικές «πράσινες ενισχύσεις» αξιοποιούνται ως άλλοθι από τη μία για να βγουν αγροτικές γαίες εκτός παραγωγής και από την άλλη για την επιδότηση των μεγαλοκληρούχων με 30% υψηλότερες τιμές το στρέμμα σε σύγκριση με τους μικρούς και τους μεσαίους αγρότες.
Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα κάποια στοιχεία για τη νέα ΚΑΠ 2013-2020. Η δομή της νέας ΚΑΠ διατηρεί τη δομή των δύο πυλώνων. Συγκεκριμένα:
i) Ο πυλώνας 1 περιλαμβάνει τις άμεσες ενισχύσεις. Οι σχετικοί κοινοτικοί πόροι για την Ελλάδα ανέρχονταν στην προηγούμενη περίοδο 2007-2013 στα 2,22 δισ. ευρώ/έτος (2013), ενώ την περίοδο 2014-2020 θα μειωθούν κατά 12% (σε σταθερές τιμές) για να φτάσουν το 2020 περίπου 1,95 δισ. ευρώ/έτος. Στο γράφημα του Διαγράμματος 4 φαίνεται η εξέλιξή του σε επίπεδο ΕΕ για το χρονικό διάστημα 2013-2020, για το οποίο προβλέπεται μείωση κατά 13%. Ωστόσο, το κυριότερο είναι τα κριτήρια της κατανομής τους και οι αλλαγές συγκριτικά με πριν. Αυτές οι αλλαγές συνοψίζονται στα εξής:
α) Οι επιδοτήσεις θα δίνονται ανά στρέμμα, ανεξάρτητα από την καλλιέργεια και το κόστος παραγωγής. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση όταν γραφόταν αυτό το άρθρο δεν είχε καταλήξει ακόμη ποιο ακριβώς σενάριο θ’ ακολουθήσει. Πρέπει π.χ. ν’ αποφασίσει αν θ’ αποτελεί ολόκληρη η χώρα μία ενιαία περιφέρεια ή περισσότερες, αν θα διακρίνει τις εκτάσεις σε δύο κατηγορίες -καλλιεργούμενες και βοσκοτόπους- ή αν ακόμα παραπέρα θα διαχωρίζει τόσο τις καλλιεργούμενες όσο και τους βοσκοτόπους στα πεδινά και ορεινά τμήματα. Ανεξαρτήτως του σεναρίου στο οποίο θα καταλήξει η κυβέρνηση, ο μεγάλος χαμένος θα είναι οι μικροκληρούχοι και κυρίως αυτοί που είχαν καλλιέργειες και δικαιώματα με υψηλές επιδοτήσεις άνω των 100 ευρώ/στρέμμα (π.χ. βαμβάκι, σταφίδα, καπνό, λάδι, βιομηχανική τομάτα κ.ά.). Σύμφωνα με διάφορα σενάρια, υπολογίζεται ότι η γεωργική γη θα παίρνει επιδότηση περίπου 38-40 ευρώ/στρέμμα και ο βοσκότοπος 10-11 ευρώ/στρέμμα. Τα στοιχεία της «κατανομής των ενισχύσεων του 2011» (βλ. Πίνακας 1) δείχνουν ότι το 74,6% των δικαιούχων παίρνει επιδοτήσεις μέχρι 5.000 ευρώ/έτος, με το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να εκτιμά ότι αυτές οι επιδοτήσεις αποτελούσαν περίπου το 40% του εισοδήματος πριν το ξέσπασμα της κρίσης, ενώ μετά από αυτό αποτελούν το 60% του εισοδήματός τους!
Η αποσύνδεση της επιδότησης από την παραγωγή αντικειμενικά δρα ως αντικίνητρο για την παραγωγή προϊόντων. Η αιτιολόγηση που δίνει η ίδια η ΕΕ είναι ότι η επιδότηση δίνεται με τη μορφή της εισοδηματικής ενίσχυσης ανεξαρτήτως παραγωγής, έτσι ώστε ο αγρότης να μπορεί πιο εύκολα να προσαρμοστεί στη διαρκώς εναλλασσόμενη ζήτηση της αγοράς, προσαρμόζοντας αντίστοιχα την καλλιέργεια του. Ταυτόχρονα, αυτή η μορφή επιδότησης είναι συμβατή με τις αρχές του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ο οποίος καλεί σε κατάργηση των επιδοτήσεων στην καλλιέργεια στο όνομα της επιδίωξης του ανόθευτου ανταγωνισμού. Ουσιαστικά η ΕΕ ως περιφερειακή ιμπεριαλιστική ένωση έχει κάνει επιλογή που συμφέρει τα ευρωπαϊκά μονοπώλια, προωθώντας συμφωνίες με τρίτες χώρες οι οποίες προέβλεπαν εισαγωγές στην ΕΕ φτηνών αγροτικών προϊόντων από τη μία και εξαγωγές προς τις χώρες αυτές βιομηχανικών προϊόντων υψηλότερης αξίας. Τέτοιου είδους συμφωνίες λειτουργούν προς όφελος των κρατών - μελών της ΕΕ με ισχυρή βιομηχανική παραγωγή (κυρίως Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία), καθώς και των βιομηχανιών τροφίμων που εισάγουν φθηνότερα την πρώτη ύλη, ενώ, όπως είναι προφανές, λειτουργούν σε βάρος των μελών - κρατών με πιο διευρυμένη αγροτική παραγωγή και σε βάρος των μικρών αγροτών (οι οποίοι αντικειμενικά δεν μπορούν να βγουν κερδισμένοι από αυτόν τον ανταγωνισμό) στο εσωτερικό των τελευταίων.
β) Νέο στοιχείο αποτελεί και το λεγόμενο «πρασίνισμα» της ΚΑΠ (λες και η καλλιέργεια της γης δεν την πρασινίζει!) το οποίο παρουσιάζουν ως θετικό και νεωτερίζον. Αποκρύπτουν τον πραγματικό στόχο αυτού του «πρασινίσματος», ο οποίος δεν είναι άλλος από την αύξηση της επιδότησης κατά 30% σε όσους έχουν πάνω από 150 στρέμματα και αφήνουν ακαλλιέργητο το 5% και από το 2017 το 7% της καλλιεργήσιμης γης τους (για να ενισχυθεί η βιοποικιλότητα όπως υποστηρίζουν!). Αυτό σημαίνει ότι σημαντικές παραγωγικές εκτάσεις δε θα καλλιεργηθούν, θα μείνουν αναξιοποίητες. Είναι παρόμοιες μέθοδοι με αυτές της 10ετίας του 1980, που επιδοτούσαν το θάψιμο αγροτικών προϊόντων. Μάλιστα όσοι δεν αφήσουν ακαλλιέργητη γη δε θα πάρουν την πράσινη επιδότηση και θα επιστραφεί στο ταμείο των Βρυξελλών.
γ) Με τη νέα ΚΑΠ θα παίρνουν επιδοτήσεις όσοι χαρακτηρίζονται «ενεργοί αγρότες». Αντίθετα, μέχρι σήμερα οι κοινοτικές επιδοτήσεις (π.χ. για το λάδι) δίνονται σε όσους καλλιεργούν ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Ο ακριβής καθορισμός των «ενεργών αγροτών» θα γίνει από το κάθε κράτος - μέλος και δεν αποκλείεται να μη συμπεριληφθούν αγρότες που έχουν μικροϊδιοκτησία και κάνουν περιστασιακά ή μονιμότερα και άλλη δουλειά για να ζήσουν. Ήδη το 2010 το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΑΑΤ) αποφάσισε (με εισήγηση της ΠΑΣΕΓΕΣ) κι έκοψε τις κοινοτικές επιδοτήσεις σε 168.581 δικαιούχους που έπαιρναν μέχρι 200 ευρώ/έτος, με τη συνολική μείωση να φτάνει στα 18,7 εκατομμύρια ευρώ και τα οποία επιστράφηκαν στην ΕΕ, με τη δικαιολογία ότι το διοικητικό κόστος ήταν υψηλό! Το αποτέλεσμα από το διαχωρισμό των αγροτών σε ενεργούς και μη θα είναι η πλήρης διακοπή της χορήγησης κοινοτικών επιδοτήσεων σε μικροαγρότες που δεν μπορούν να ζήσουν μόνο από τον κλήρο τους και αναγκάζονται να κάνουν και άλλη δουλειά για να επιβιώσουν.
ii) Ο πυλώνας 2 της νέας ΚΑΠ περιλαμβάνει τις επιδοτήσεις για τη γεωργική ανάπτυξη (επιχειρηματικές επιδοτήσεις), οι οποίες από 3.962,80 εκατ. την περίοδο 2007-2013 θα φτάσουν σε 3.729,10 εκατ. ευρώ την περίοδο 2014-2020, θα μειωθούν δηλαδή κατά 5,90% (σε σταθερές τιμές 2011). Στον πίνακα 2 παρουσιάζονται αναλυτικά για κάθε χώρα τα ποσά και οι αλλαγές στη χρηματοδότηση του δεύτερου αυτού πυλώνα. Η ΕΕ προβάλλει ως στόχο της αγροτικής ανάπτυξης την ανταγωνιστικότητα της γεωργίας, την «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας όλων των τύπων γεωργίας και ενίσχυση της βιωσιμότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, με έμφαση στη διευκόλυνση της αναδιάρθρωσης και του εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων για την αύξηση του βαθμού συμμετοχής στην αγορά...». Γι’ αυτόν το σκοπό:
α) Δίνεται η δυνατότητα σε κάθε κράτος - μέλος να μεταφέρει το 15% των πόρων από τον πυλώνα 1 στον πυλώνα 2 και αντιστρόφως.
β) Υπάρχει εθνική συμμετοχή που κυμαίνεται ανάλογα με το ΑΕΠ της χώρας σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ ή με το αν πρόκειται για αποκεντρωμένες περιοχές, νησιά Αιγαίου κλπ.
γ) Τουλάχιστον 30% από αυτούς τους πόρους κατανέμονται για μετριασμό της αλλαγής του κλίματος, την προσαρμογή και τη διαχείριση της γης (γεωργοπεριβαλλοντικά, βιολογική γεωργία κ.ά.).
δ) Τουλάχιστον 5% κατευθύνεται στο LEADER, που το εκμεταλλεύονται κυρίως επιχειρηματίες.