Ο αναθεωρητισμός δεν ήταν μονάχα η αναγκαία βάση για την αντεπανάσταση στις σοσιαλιστικές χώρες, αλλά δημιούργησε επιπλέον και τις προϋποθέσεις για μια μαζική αποδυνάμωση και για το μερικό τσάκισμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Από τότε αποκρυσταλλώθηκαν ουσιαστικά τρεις βασικές τάσεις στην εξέλιξη των κομμουνιστών:
1. Δεν ήταν λίγα τα κόμματα, προπαντός στο πρώην σοσιαλιστικό στρατόπεδο που αυτοδιαλύθηκαν εντελώς επίσημα (π.χ. Πολωνία, Ρουμανία). Αλλα μεταβλήθηκαν σε ανοιχτά σοσιαλδημοκρατικούς σχηματισμούς, χωρίς αυτό να αποκλείει -σε συγκεκριμένες περιπτώσεις- να εξακολουθούν να υπάρχουν σε αυτά δομές ή και μέλη που τονίζουν ότι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως κομμουνιστές ή που -τουλάχιστον- νιώθουν συνεχιστές της κομμουνιστικής παράδοσης. Με αυτόν τον τρόπο αυτά τα κόμματα έχουν φτάσει -ας το πούμε έτσι- στο τελικό στάδιο του αναθεωρητισμού: την οργανωτική ή και πολιτική-ιδεολογική ακύρωση του μαρξισμού-λενινισμού.
2. Αλλα κόμματα βρίσκονται ακόμα σε αναθεωρητική πορεία (στην ΟΔΓ το DKP - Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα). Το εκάστοτε εξελικτικό στάδιο πρέπει να αναλυθεί πολύ διαφοροποιημένα και να ιδωθεί ξεχωριστά σε σχέση με κάθε κόμμα ή σχηματισμό. Το κοινό σημείο όλων ωστόσο είναι ότι οι ηγεσίες στην πλειοψηφία τους είναι κυρίως ή ολοκληρωτικά αναθεωρητικές.
3. Μια μειοψηφία κομμάτων έχει αναλάβει -εν μέρει με τρόπο πολύ αντιφατικό και επίσης με διαφορετική συνέπεια- τη διόρθωση αναθεωρητικών θέσεων και τραβάει έναν καθαρά μαρξιστικό-λενινιστικό δρόμο εξέλιξης. Από τα πιο εξαίρετα και πιο δυναμικά κομμουνιστικά κόμματα, που παλεύουν στην Ευρώπη από μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις, είναι πρώτ’ απ’ όλα το ΚΚΕ, αλλά και το Σουηδικό KPML (Μαρξιστικό Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα), το Πορτογαλικό ΚΚ ή το Βελγικό Κόμμα Εργασίας.
Δεν μπορούμε εδώ να υπεισέλθουμε περισσότερο στην εξέλιξη πρώην «μαοϊκών» κομμάτων (που ήταν κάποτε προσανατολισμένα είτε προς το ΚΚ Κίνας είτε προς το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας). Πολλά από αυτά ωστόσο παίζουν έναν ανοιχτά αντεπαναστατικό ρόλο (όπως το λεγόμενο MLPD στην ΟΔΓ ή το λεγόμενο PCP «Sentero Luminoso» (Φωτεινό Μονοπάτι) στο Περού.
Βέβαια στο μεταξύ υπάρχουν μια σειρά από τακτικές ή και ευκαιριακές διεθνείς συναντήσεις κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, όμως η δομή τους, η διαδικασία, ο προσανατολισμός και οι τοποθετήσεις τους αντανακλούν τον παραπάνω περιγραφόμενο, σε διαφορετικές τάσεις αποσυντιθέμενο χαρακτήρα του εναπομείναντος από αυτό, που κάποτε ήταν ένα ισχυρό διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.
ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΟΞΥΝΟΝΤΑΙ
Η λεγόμενη «Νέα Τάξη», που κυριαρχεί μετά την -προσωρινή- νίκη της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες, επέτρεψε στη βαρβαρότητα του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος να κλιμακώνεται σε όλα τα επίπεδα. Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι στρατιωτικά και οικονομικά ο κυρίαρχος, όμως και άλλες δυνάμεις εξελίσσονται με αξιοσημείωτη ταχύτητα σε ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνιστές του, προπαντός η Ευρώπη, στην οποία ο ιμπεριαλισμός της ΟΔΓ παίζει έναν εξέχοντα ρόλο όχι μόνο σε ό,τι αφορά την πολιτική και οικονομική του θέση, αλλά προπαντός σε ό,τι αφορά την επιθετικότητά του. Με αυτή την έννοια οι κυρίαρχες τάξεις σχηματίζουν τις ιμπεριαλιστικές κοινωνίες τους, τις κάνουν -ας πούμε- «υγιείς» για τον αργά, αλλά αισθητά κλιμακούμενο ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Αναφορικά με αυτό, οι λέξεις κλειδί είναι: μαζική κατάργηση κοινωνικών παροχών, κατεδάφιση κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα της εργατικής τάξης, που κατακτήθηκαν με σκληρούς αγώνες, η ραγδαία αποδόμηση δημοκρατικών δικαιωμάτων έως τον εκφασισμό (βλ. ΗΠΑ) και σε συνέπεια των παραπάνω, η δημιουργία και επέκταση των οργάνων καταστολής, η οργανωμένη ανάπτυξη ακραίων εθνικιστικών, σοβινιστικών, ακόμα και ανοιχτά φασιστικών δυνάμεων.
Στα πλαίσια της λεγόμενης «Νέας Παγκόσμιας Τάξης», ο πόλεμος έγινε ξανά μέσο επιβολής της πολιτικής σε συνάρτηση με τα ιμπεριαλιστικά οικονομικά καθώς και γεωστρατηγικά συμφέροντα. Οι πόλεμοι ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ καθώς και ο επαπειλούμενος στο Ιράν αναφέρονται εδώ πραγματικά μόνο ως μερικά παραδείγματα. Αυτοί οι πόλεμοι είναι ταυτόχρονα και αιματηρές αποδείξεις για το ότι οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονται και για το ότι ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μετεξελίσσεται όλο και περισσότερο σε μια όλο και πιο οξυμένη και σκληρότερη αντιπαράθεση μεταξύ τους. Εν συντομία: ο κίνδυνος του πολέμου, ακόμα και ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, μεγαλώνει.
Αυτές οι οξυνόμενες συνθήκες ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας, συνεχιζόμενης αντεπανάστασης, καθώς και οι υπερβολικά υπολειπόμενοι ταξικοί και εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες και ο υπολειπόμενος αντιιμπεριαλιστικός προσανατολισμός επηρεάζουν φυσικά ιδιαίτερα τις διάφορες τάσεις εξέλιξης μέσα σε ό,τι άφησε ο αναθεωρητισμός από το κομμουνιστικό κίνημα. Το φαινόμενο αυτό πλήττει όλα τα εναπομείναντα ιδεολογικά-πολιτικά ρεύματα, καθώς και κόμματα και άλλες οργανωτικές δομές. Αυτό σημαίνει ότι προς το παρόν παρατηρούνται οι εξής τάσεις:
Πρώτο: Στο εσωτερικό των κομμάτων και των οργανώσεων, που με αντιφάσεις και διάφορες ταχύτητες βρίσκονται στο δρόμο του αναθεωρητισμού, οξύνονται εν μέρει δραματικά οι αντιθέσεις (παράδειγμα: η Αυστρία) ή δεν μπορούν πια να συγκαλύπτονται και εκδηλώνονται σε συγκεκριμένες δημόσιες αντιπαραθέσεις που ξεπερνούν τα οργανωτικά όρια των κομμάτων (παράδειγμα: στην ΟΔΓ το DKP).
Εδώ παρατηρείται ότι η κριτική στις εκάστοτε ρεβιζιονιστικές κομματικές ηγεσίες δεν ασκείται πια μόνο από μαρξιστικές-λενινιστικές δυνάμεις μέσα στις εν λόγω οργανώσεις. Και αυτό αποτελεί πολύ ζωντανό τεκμήριο για την εξελισσόμενη διαδικασία της πολιτικής-ιδεολογικής, αλλά και οργανωτικής αποσύνθεσης του αναθεωρητισμού.
Δεύτερο: Ολο και πιο ξεκάθαρα προχωρά η εδραίωση των κομμάτων (π.χ. του ΚΚΕ), που αναπτύσσουν και εφαρμόζουν την πολιτική τους στη βάση του μαρξισμού-λενινισμού. Αυτά τα κόμματα μετατρέπονται, παρ’ όλο που ακόμα αποτελούν μια μειοψηφία, σε έναν κομμουνιστικό πόλο όχι μόνο για την επίτευξη της αναδιοργάνωσης του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και ιδίως για την οικοδόμηση παγκοσμίως ενός πλατιού, δημοκρατικού, αντιιμπεριαλιστικού μετώπου. Ακριβώς τα κείμενα του ΚΚΕ, που δημοσιεύονται στο παρόν τεύχος του «Offensiv» αποτελούν μια ζωντανή, συναρπαστική μαρτυρία γι’ αυτό!
Η «ΓΟΝΥΠΕΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗ»
Μέρος των αντιφάσεων, που σκιαγράφησα και που οξύνονται, είναι η όλο και πιο αισθητή «γονυπετής κριτική» μέσα στα κόμματα που βρίσκονται σε ρεβιζιονιστική κατεύθυνση. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτελεί τεκμήριο για την όλο και αυξανόμενη ιδεολογικοπολιτική οργανωτική αδυναμία, τόσο των αναθεωρητικών δυνάμεων (ακόμα και όταν κυριαρχούν ακόμα στα κόμματα και τις οργανώσεις τους), όσο και των μαρξιστών-λενινιστών.
Παράδειγμα μιας τέτοιας «γονυπετούς κριτικής» είναι οι θέσεις, τις οποίες ανέπτυξε ο σύντροφος Χανς Χάιντς Χολτς στην εφημερίδα «Junge Welt» (Γιούνγκε Βελτ, Νέος Κόσμος) στις 8 Ιανουαρίου του 2005 («Να εξαπολυθούν οι διαμάχες για την κατεύθυνση») και στις 20 Ιανουαρίου του 2005 («Πρέπει να αποκατασταθεί η ενότητα των αντιθέτων»)[5].
Και τα δύο άρθρα εμπεριέχουν μερικά σωστά πράγματα, πολλά ανακριβή και κάμποσα λαθεμένα πράγματα. Πρώτα-πρώτα πρέπει να υποστηριχθεί ανεπιφύλακτα η απαίτηση του συντρόφου Χολτς ότι πρέπει να εξαπολυθούν οι αντιπαραθέσεις για την κατεύθυνση, πόσο μάλλον που το κουκούλωμά τους δεν μπορεί να συνεχιστεί ενόψει της αυξανόμενης βαρβαρότητας του ιμπεριαλισμού. Γι’ αυτό ο αντίστοιχος τίτλος του πρώτου κειμένου του σ. Χολτς στη Γιουνγκε Βελτ προκάλεσε την υποστήριξη αρκετών συντρόφων, ξύπνησε ακόμα και ελπίδες.
Ομως ποιες είναι οι συνέπειες που βλέπει ο σ. Χολτς να απορρέουν από την απαίτησή του και από τις προσδοκίες που προξενήθηκαν απ’ αυτήν;
Περιγράφει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μέσα στη μαζική του κρίση και διάσπαση. Εντελώς σωστό αυτό. Ομως ήδη στην περιγραφή του αυτή υπεισέρχονται ανακρίβειες και λάθη. Κατασκευάζει μια αντίφαση ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης (τα οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, είναι ακόμα όλα βυθισμένα σε μια «βαθιά κρίση» μετά την «ήττα του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση») και τα κομμουνιστικά κόμματα από το τριηπειρωτικό[6] (όπου υπογραμμίζει ιδιαίτερα τις εξής χώρες και περιοχές: «την Ινδία και τη Λατινική Αμερική, την Εγγύς Ανατολή και τη Νότια Αφρική», όπου «το αγωνιστικό φρόνημα (...) δεν έχει καμφθεί ακόμα», κατά τη γνώμη του). Δεν αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα. Με αυτόν τον τρόπο η εικόνα της τωρινής κατάστασης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, που δίνει ο σ. Χολτς, γίνεται ένα μίγμα ανακρίβειας και λαθών.
Από τη μία υπάρχουν και παραϋπάρχουν στην Ευρώπη κομμουνιστικά κόμματα, που δεν έχει καμφθεί «το αγωνιστικό τους φρόνημα». Είναι, πρώτ’ απ’ όλα, οι σύντροφοι του ΚΚΕ, οι σύντροφοι του Πορτογαλικού ΚΚ, οι σύντροφοι του Σουηδικού ΚΚΜΛ και οι σύντροφοι του Βελγικού Κόμματος Εργασίας. Αυτό που ενώνει τα κόμματα αυτά, παρά την κάποια διαφοροποίηση σε μερικές θέσεις, είναι το γεγονός ότι κατέχουν ένα γερό μαρξιστικό-λενινιστικό υπόβαθρο, που διατήρησαν, ανανέωσαν ή επανέκτησαν εν μέρει μέσα από σκληρότατη πάλη με τις ρεβιζιονιστικές δυνάμεις.
Και όταν ο σ. Χολτς αναφέρει θολά την Ινδία σαν καταφύγιο του αγωνιστικού πνεύματος, ποιον εννοεί; Αυτούς του ΚΚ Ινδίας που εξακολουθούν να είναι οπαδοί του Γκορμπατσόφ ή τους συντρόφους, π.χ. του SUCI (ή μάλλον όχι τελικά;); Μπορούμε πράγματι να ονομάσουμε «πηγή δύναμης» ένα κόμμα που, όπως στη Νότια Αφρική (που προβάλλεται ιδιαίτερα από τον σ. Χολτς), υποστηρίζει σχεδόν κάθε νεοφιλελεύθερο ελιγμό της κυβέρνησης εις βάρος της εργατικής τάξης ή που στη Ζιμπάμπουε είναι ανοιχτά στο πλευρό της αντεπαναστατικής αντιπολίτευσης του ZANU-PF, το οποίο ήδη πριν από χρόνια έχει εγκαταλείψει επίσημα ως κόμμα τις βασικές θέσεις του μαρξισμού-λενινισμού, καθώς και τις παραδόσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος;
Στην Εγγύς Ανατολή οι κομμουνιστές δεν παίζουν παρά ένα ρόλο στο περιθώριο των εξελίξεων και των όλο και αυξανόμενων αντιιμπεριαλιστικών αγώνων. Στο Ιράκ η ηγεσία του εκεί λεγόμενου «Ιρακινού ΚΚ» ξέπεσε στο επίπεδο φτηνών συνεργατών του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Δυστυχώς ο σ. Χολτς δε μας δίνει κανένα εργαλείο στο χέρι με τη βοήθεια του οποίου θα ήμασταν σε θέση να εντοπίσουμε κομμουνιστικές «πηγές δύναμης» στην Εγγύς Ανατολή.