Η ανάπτυξη ξενώνων, οικοτροφείων, προστατευόμενων διαμερισμάτων (για ενήλικες και παιδιά-έφηβους) δεν έχει γίνει με κριτήριο την κάλυψη των λαϊκών αναγκών, αλλά το κέρδος του κεφαλαίου. Βασικά ζητήματα που προκύπτουν από την ανάπτυξη δομών αποασυλοποίησης είναι:
Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»
Η θεωρία των «τοπικών κοινωνιών» συνδέεται άμεσα με την «αποκεντρωμένη» ψυχιατρική περίθαλψη και φροντίδα (ξενώνες, οικοτροφεία). Επικαλούνται τον όρο κοινότητα (υπηρεσίες και δομές στην κοινότητα, φροντίδα και περίθαλψη στην κοινότητα, όπου ως κοινότητα εννοείται η τοπική κοινωνία), δανεισμένο από την Κοινοτική Ψυχιατρική για να προσδώσουν επιστημονικοφανή επίφαση στην άρση όποιας κεντρικής κρατικής ευθύνης και στην εκχώρηση των κοινωνικών υπηρεσιών στην ΤΑ, μοχλό για την παραπέρα ιδιωτικοποίηση.
Η κατεύθυνση είναι η ΤΑ να αποτελέσει το θεσμοθετημένο όργανο που πλέον από τοπικό επίπεδο θα επιλέγει την ανάθεση παροχής υπηρεσιών υγείας όλων των επιπέδων στους ιδιώτες με τη μορφή των ΜΚΟ, θα συνάπτει συμβάσεις με αυτούς, θα διαχειρίζεται την οργάνωση, τη χρηματοδότηση, θα ελέγχει και θα αξιολογεί την αποδοτικότητά τους, θα δημιουργεί προγράμματα «επαγγελματικής κατάρτισης». Στο ανάλογο θεσμικό πλαίσιο κατοχυρώνεται αυτή η «συνεργασία» για την έναρξη της λειτουργίας των ΜΚΟ, βάσει της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης».
Δηλαδή φραστικά εξωραΐζεται η επιχειρηματική δράση με την υποβοήθηση της περιφερειακής και δημοτικής δομής του κρατικού μηχανισμού.
Μέσω της «τοπικής συνεργασίας» ενισχύονται και οι δύο θεσμοί του αστικού κράτους (ΤΑ, ΜΚΟ).
Από αυτό αποδεικνύεται πως η ΤΑ -ως μηχανισμός του κράτους- υλοποιεί την αντιλαϊκή πολιτική της εμπορευματοποίησης και της ιδιωτικοποίησης στην ψυχική υγεία και γενικότερα στην κοινωνική πολιτική σε τοπικό επίπεδο.
Η ΤΑ παρουσιάζεται ως ουδέτερη, αταξική, με υπερισχύοντα τον «τοπικό» χαρακτήρα των προβλημάτων που θα διαχειρίζεται ένας δήμος - «κοινότητα», επομένως έχει κοινωνικό χαρακτήρα η πολιτική που υιοθετεί. Ο «φιλανθρωπικός» ή εκμεταλλευτικός χαρακτήρας των ΜΚΟ καλύπτεται μέσω του «κοινοτικού» χαρακτήρα της ΤΑ, που έχει ανάλογο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας (ευέλικτες μορφές απασχόλησης, εμπορευματοποίηση κοινωνικών υπηρεσιών). Εξασφαλίζεται η χρηματοδότησή τους από τους φόρους των δημοτών.
Με τον τρόπο αυτό επιβάλλουν στο λαό να πληρώσει για τη συνέχιση της λειτουργίας τους μετά το τέλος της ευρωενωσιακής χρηματοδότησης και ταυτόχρονα να στηρίξουν με την εθελοντική εργασία τους, μέσα από ομάδες αλληλοβοήθειας, ενώσεις, σωματεία. Η κυβέρνηση επιδιώκει να «πετάξει» την όποια υποχρέωση είχε μείνει στο κράτος για αποκλειστική παροχή δωρεάν υπηρεσιών υγείας - πρόνοιας και αυτό το ονομάζει «ισότητα», «δικαιότερο και αναλογικότερο επιμερισμό του κόστους».
Υλοποιείται η γραμμή της «αυτοδιαχείρησης» της φτώχειας, της ασθένειας κ.ά., που αντιτίθεται στη διεκδίκηση του δικαιώματος για δωρεάν παροχές υγείας-πρόνοιας, αποκλειστικά δημόσιες, με κρατική χρηματοδότηση και ευθύνη οργάνωσης και λειτουργίας τους, με πλήρη κατάργηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ
Το υπουργείο Υγείας δημιούργησε τη ΜΥΠΕΠ (μονάδα υποστήριξης- εμψύχωσης και παρακολούθησης των φορέων υλοποίησης του προγράμματος). Αυτή η μονάδα δημιουργήθηκε για το συντονισμό των φορέων -όπως αναφέρεται- και η δράση της είναι: Τεχνική υποστήριξη έργων, υποστήριξη για δημιουργία δικτύων των εμπλεκόμενων φορέων και ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ τους, απογραφή, ανάλυση, παρουσίαση στατιστικών στοιχείων, συστηματοποίηση αναγκών για τα έργα-ενέργειες, προώθηση ανταλλαγών προσωπικού, εκπαίδευσή του, διοργάνωση σεμιναρίων και ημερίδων κ.ά.
Η ομάδα που έχει αναλάβει αυτό το ρόλο αποτελείται από το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ) (60%), από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (3,1%), τον Ομιλο Μελετών και Αναπτυξιακού Σχεδιασμού (29,6%), το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) (7%), με επιτελείο επιστημόνων που έχουν αναλάβει διαφορετικούς τομείς ο καθένας.
Στη μονάδα αυτή ανατίθεται επιτελικός ρόλος για όλες τις δραστηριότητες του χώρου της ψυχικής υγείας. Τα διευθυντικά καθήκοντα ασκούνται από μια ελίτ επιστημόνων, από ιατρούς έως οικονομολόγους και αρχιτέκτονες. Εκπαιδεύουν ανάλογα τα μεσαία διοικητικά στελέχη της επιχείρησης «αποασυλοποίηση» για τη διαχείριση και τη διάχυση των πληροφοριών στη μάζα των εκτελεστικών οργάνων, δηλαδή στο εργατικό δυναμικό που στην πλειοψηφία του είναι ανειδίκευτο.
Αυτό το μοντέλο οργάνωσης της εργασίας δίνει αρμοδιότητες σε μια ελίτ κρατικών υπαλλήλων για να διαχειρίζεται τα κονδύλια και να τα διανέμει στον ιδιωτικό τομέα με τη μια ή την άλλη μορφή (ΜΚΟ, ιδιώτες, επιχειρήσεις), προωθώντας τη στρατηγική των αναδιαρθρώσεων σε όλα τα επίπεδα (εκπαίδευση, υπηρεσίες, έρευνα, κοινωνική ασφάλιση, εργασιακές σχέσεις). Διαχειρίζεται την εκμετάλλευση των εργαζόμενων, ελέγχει το επιστημονικό έργο, όπου αυτό ασκείται ακόμη.
ΕΝΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
Ολες οι δομές αποασυλοποίησης, (δημόσιες και ιδιωτικές) λειτουργούν ως επιχειρήσεις, με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Απασχολούν προσωπικό που αποτελείται από ψυχολόγο, κοινωνικό λειτουργό, εργοθεραπευτή, νοσηλευτές και γενικών καθηκόντων. Οι τελευταίοι είναι και οι περισσότεροι σε αριθμό. Βασικά χαρακτηριστικά του εργασιακού καθεστώτος είναι η καταστρατήγηση εργασιακών δικαιωμάτων, η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων με τη μερική απασχόληση και τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι εξευτελιστικοί μισθοί, η εντατικοποίηση, η εργοδοτική τρομοκρατία, οι απολύσεις. Πιο αναλυτικά:
Με βάση την κοινή υπουργική απόφαση για το προσωπικό που εργάζεται σε ΜΚΟ, δίνεται η ευκαιρία στις εταιρίες αυτές να πληρώνουν όσο θέλουν τους εργαζόμενους και μάλιστα με μισθούς κατώτερους από αυτούς που υπογράφονται στη συλλογική σύμβαση εργασίας της ΟΣΝΙΕ. Το επιστημονικό προσωπικό εργάζεται με μερική απασχόληση (4ωρο) και αμείβεται ελάχιστα. Το ίδιο συμβαίνει και με το υπόλοιπο προσωπικό, εξαιτίας του τίτλου «γενικών καθηκόντων» που του δίνεται. Ετσι γίνεται αντικείμενο μεγαλύτερης εκμετάλλευσης.
Πρόσφατα οι περικοπές της χρηματοδότησης των δομών από την κυβέρνηση οδήγησαν πολλούς ιδιοκτήτες σε απολύσεις προσωπικού, καθυστερήσεις πληρωμών, περικοπές μισθών. Δηλαδή μεταφράστηκε σε επιβάρυνση των εργαζομένων, αλλά και των ασθενών. Η διοίκηση των ξενώνων χρησιμοποιεί την κρατική υποχρηματοδότηση ως απειλή προς τους εργαζόμενους, ότι δηλαδή θα χάσουν τη δουλιά τους ή θα μείνουν απλήρωτοι. Τα ίδια επιχειρήματα χρησιμοποιούν για να πιέσουν την κυβέρνηση για συνέχιση της χρηματοδότησής τους. Ετσι αποπροσανατολίζονται οι εργαζόμενοι και αντί να διεκδικούν την πληρωμή των μισθών τους από τους εργοδότες και το κράτος, πλήρη δικαιώματα, ικανοποιητικό μισθό κλπ., πιέζονται να «διεκδικούν» αιτήματα προς όφελος των εργοδοτών τους, όπως αύξηση της χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό για την επιβίωση των συγκεκριμένων δομών. Σε αυτήν τη στάση πρωτοστατούν συνδικαλιστικά στελέχη κυρίως του ΣΥΝ αλλά και του ΠΑΣΟΚ.
Το άρθρο 15 του Ν.2716/1999 προβλέπει μετακίνηση του προσωπικού μεταξύ των Μονάδων Ψυχικής Υγείας (ξενώνες κτλ): «...το προσωπικό μπορεί να απασχολείται εκ περιτροπής σε οποιαδήποτε μονάδα εντός του ωραρίου εργασίας του ή και για την πραγματοποίηση εφημεριών για την εξυπηρέτηση των αναγκών της μονάδας... ή στις μονάδες όμορου ή μη Τομέα ψυχικής υγείας». Πρόκειται για σκανδαλώδη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου μεταξύ διαφορετικών επιχειρήσεων, με υπερεντατικοποίηση των εργαζομένων που αναγκάζονται να καλύπτουν 2 και 3 θέσεις, με εξαντλητικά ωράρια εργασίας, εκτελώντας πολλαπλά καθήκοντα. Τα όρια των ειδικοτήτων συγχέονται, διαμορφώνεται κλίμα «όλοι για όλα», με αρνητικές συνέπειες στους εργαζόμενους αλλά και στους ασθενείς.
Η μερική απασχόληση κυριαρχεί. Ενα μεγάλο μέρος εργαζομένων εργάζεται 3ωρα-4ωρα και για ορισμένο χρόνο. Αυτό δημιουργεί εμπόδια στην ποιότητα της παρεχόμενης περίθαλψης και συνολικής θεραπευτικής αντιμετώπισης του ασθενούς, καθώς εμποδίζεται η βασική προϋπόθεση της δημιουργίας θεραπευτικής σχέσης προσωπικού - ασθενούς, οι σταθεροί δεσμοί, η συνέχεια στην παρέμβαση που είναι απαραίτητη για την καλύτερη έκβαση της νόσου. Διασπάται η συλλογικότητα και η λειτουργία της ομάδας με κοινό στόχο. Το εργασιακό χάος και η αποσπασματική προσέγγιση του ασθενούς είναι τα χαρακτηριστικά αυτών των δομών που τα διαμορφώνουν σε νέα μικρά άσυλα.
Πρόσφατα η ΜΥΠΕΠ με τη συνεργασία του Υπουργείου δημιούργησε το «Πλαίσιο για τον καθορισμό κριτηρίων και δεικτών διασφάλισης της ποιότητας για τις υπηρεσίες που παρέχονται στις μονάδες αποκατάστασης». Σε αυτό δεν υπάρχουν ουσιαστικές αλλαγές στις συνθήκες που προϋπήρχαν βάσει και του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας των ξενώνων. Το καινούριο στοιχείο είναι ότι αυξάνει τον αριθμό των εργαζομένων που εργάζονται με πλήρη απασχόληση στα 2/3. Εξηγεί ότι η μερική απασχόληση εμποδίζει τη σταθερή επικοινωνία με τον ασθενή, μια και το προσωπικό έρχεται για εργασία σε απρόβλεπτες ώρες. Ομως αυτό, ακόμα και αν εφαρμοστεί και δε μείνει ως γενική προτροπή, δεν μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα από μόνο του, τη στιγμή που διατηρούνται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η μετακίνηση προσωπικού και η διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου σύμφωνα με τις ανάγκες της επιχείρησης, η έλλειψη καθορισμού των επαγγελματικών ειδικεύσεων. Με τέτοιες εργασιακές σχέσεις η πλήρης απασχόληση από μόνη της μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μεγαλύτερη εντατικοποίηση της εργασίας.
Το πλαίσιο της ΜΥΠΕΠ καθορίζει μόνο κατ’ όνομα τις επαγγελματικές εξειδικεύσεις. Ουσιαστικά νομιμοποιεί το υπάρχον καθεστώς, όπου ελάχιστες εμπειρίες βαπτίζονται επαγγελματικά προσόντα.
Το σημείο 24 του πλαισίου αναφέρει ότι: «...οι περιγραφές των επαγγελματικών ρόλων πρέπει να γίνονται σε όρους προσδοκώμενων εκβάσεων της λειτουργίας της δομής... κάθε μέλος του προσωπικού ξέρει τα όρια ευθύνης και καθηκόντων του, όπως και ότι οι ικανότητές του ομαδοποιούνται σε καθήκοντα που απαιτούνται για να επιτευχθούν οι στόχοι της δομής». Παρακάτω δίνει και παραδείγματα: «...όλο το προσωπικό είναι εκπαιδευμένο στην παροχή πρώτων βοηθειών και σε βασικές νοσηλευτικές δεξιότητες...». Δηλαδή νομιμοποιείται το καθεστώς παροχής νοσηλευτικών υπηρεσιών από εργαζόμενους (π.χ. διοικητικούς, τεχνικούς κλπ.) χωρίς ανάλογη κατάρτιση. Πρόκειται για πολιτική εναρμονισμένη και με τις κατευθύνσεις και αποφάσεις της Συνόδου κορυφής των Υπουργών Παιδείας στο Μπέργκεν για την εκπαίδευση και βασίζεται στο νομοθετικό πλαίσιο: «Συστηματοποίηση της δια βίου μάθησης και άλλες διατάξεις».
Οι εμπειρίες (αποκαλούμενες «δεξιότητες» και «ταλέντα») και η ημιμάθεια δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την επαγγελματική εκπαίδευση και την επιστημονική μόρφωση.
Η παραπάνω πολιτική ευθύνεται για το χαμηλότατο επίπεδο της παρεχόμενης φροντίδας, το υποβαθμισμένο επίπεδο συνολικά των θεραπευτικών παρεμβάσεων, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην καλύπτονται οι ανάγκες των ασθενών αλλά και να καθίσταται επικίνδυνο για την υγεία του λαού.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ
Ο τομέας της κοινωνικο-οικονομικής επανένταξης του προγράμματος «Ψυχαργώς» προέβλεπε ένα φάσμα δομών, όπως επαγγελματικά εργαστήρια, συνεταιρισμούς και επαγγελματική κατάρτιση. Οι προϋποθέσεις για να συμβάλουν αυτά στην «αποκατάσταση» των ασθενών είναι πολλές και σημαντικές. Περιλαμβάνουν τόσο το συνολικό θεραπευτικό έργο, όσο και την κοινωνική στήριξη του ασθενούς και της οικογένειάς του. Θα πρέπει να ξεκινούν από το επίπεδο της πρόληψης και της νοσοκομειακής φροντίδας για την ολόπλευρη προετοιμασία του ασθενούς, να εξασφαλίζουν την επιστημονικά ελεγχόμενη και σύμφωνα με κριτήρια επαγγελματική εκπαίδευση, την πολύπλευρη στήριξη παραγωγικών εργαστηρίων από το κράτος, τον αξιοπρεπή μισθό για τον ασθενή. Διαφορετικά καθίστανται κούφιες διακηρύξεις που συγκαλύπτουν την οδυνηρή πραγματικότητα.
Σε συνθήκες «ελεύθερης αγοράς και ανταγωνισμού», δηλαδή στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομίας που στηρίζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, στην οικονομική και όχι μόνο εξαθλίωση τμημάτων της εργατικής τάξης, κλείσιμο μικρομεσαίων επιχειρήσεων, μείωση των αγροτικών νοικοκυριών, διατηρεί την ανεργία, η επαγγελματική αποκατάσταση των ψυχικά πασχόντων και άλλων ομάδων του πληθυσμού με ιδιαίτερα προβλήματα φαντάζει πολυτέλεια. Τελικά γίνεται απαγορευτική. Οσοι προπαγανδίζουν το αντίθετο, το κάνουν για να ιδιοποιούνται κρατικά και ευρωενωσιακά κονδύλια, δημιουργώντας αυταπάτες για δήθεν λύση του προβλήματος.
Η κρατική χρηματοδότηση είναι ανύπαρκτη για τα παραγωγικά εργαστήρια και για όσους (ελάχιστους) Κοινωνικούς Συνεταιρισμούς Περιορισμένης Ευθύνης δημιουργήθηκαν, με αποτέλεσμα να οδηγούνται στην πτώχευση, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η ίδια η ζωή έδειξε ότι χρησιμοποιήθηκαν για να περάσει πιο εύκολα η κατάργηση και το κλείσιμο των δημόσιων ψυχιατρικών νοσοκομείων.
Η κατάσταση των ψυχικά ασθενών επιδεινώνεται υπό την επίδραση των κοινωνικών νοσογόνων παραγόντων που είναι συνυπεύθυνοι για την εκδήλωση της νόσου. Γι’ αυτό οι ασθενείς συχνά υποτροπιάζουν και επαναεισάγονται στα ψυχιατρεία.
Η επαγγελματική εκπαίδευση υποβιβάζεται όχι μόνο από την κατ’ όνομα «κατάρτιση», αλλά και από το περιεχόμενό της. Διαρκεί ελάχιστα, δεν παρέχει κανένα γνωστικό εφόδιο ικανό να εξοπλίσει τον ασθενή να ενταχθεί στην παραγωγική διαδικασία. Γίνεται αντικείμενο μεγαλύτερης εκμετάλλευσης όταν είναι γνωστό ότι υπάρχουν λιγότερες αντιστάσεις από τον ασθενή και μειωμένη παραγωγικότητα λόγω εκπτωτικής λειτουργικότητας.
ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΠΟΑΣΥΛΟΠΟΙΗΣΗ»
Χρησιμοποιείται το τρίπτυχο βιωσιμότητα, κόστος - αποτελεσματικότητα, ποιότητα, ως πρόσχημα για την προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και στον τομέα της ψυχικής υγείας.
Ο όρος «βιωσιμότητα» στον καπιταλισμό χρησιμοποιείται για το πέρασμα της στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων, για την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών και την ενίσχυση του ήδη υπάρχοντος ιδιωτικού τομέα, για την προώθηση γενικά της αντιλαϊκής πολιτικής. Η αστική προπαγάνδα προβάλλει τη βιωσιμότητα γιατί αποκηρύσσει την εξασφάλιση δημόσιων και δωρεάν υπηρεσιών υγείας.
Πρόσφατα δημιουργήθηκε έντονη ανησυχία και καλλιεργήθηκε από την κυβέρνηση, τους δήθεν μη κερδοσκοπικούς φορείς και πολιτικά κόμματα, όπως το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ, το ζήτημα της βιωσιμότητας των αποκεντρωμένων δομών ιδιαίτερα μετά το τέλος της ευρωενωσιακής χρηματοδότησης. Από τους ανησυχούντες και τις έντονες αντιδράσεις τους ένα πράγμα πρέπει να κρατήσουμε. Αυτή η ανησυχία είναι ψεύτικη. Η πορεία της επιχειρούμενης «αποασυλοποίησης» και γενικά της «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» σε αυτές τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, με την ιδιωτικοποίηση της παρεχόμενης περίθαλψης και φροντίδας ήταν προδιαγεγραμμένη και είχε εξ αρχής διατυπωθεί από το ΚΚΕ. Οι οπαδοί των αποκεντρωμένων δομών καταδίκασαν τις απόψεις του ΚΚΕ, το συκοφάντησαν ότι υπεράσπιζε την ασυλική μορφή περίθαλψης κ.ά., ενώ σήμερα κάνουν λόγο για βιωσιμότητα.
Κριτήριο για την «αξιολόγηση» των υπηρεσιών γίνεται η καπιταλιστική αρχή αξιολόγησης του αποτελέσματος με βάση το κέρδος (προβάλλεται ως σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας). Χρησιμοποιείται παντού για να συγκαλύψει την περικοπή των δημοσίων δαπανών για κοινωνικές υπηρεσίες, για την εντατικοποίηση της εργασίας (σύνδεση μισθού με την παραγωγικότητα) και τελικά την ενίσχυση των κερδών των επιχειρηματιών. Το επιχείρημα ότι οι υπηρεσίες ψυχιατρικής περίθαλψης και φροντίδας πρέπει να είναι «ανταγωνιστικές», σημαίνει ότι πουλούν εμπόρευμα με στόχο το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος και όχι την παροχή υπηρεσιών. Αυτή είναι η αρχή της «Κοινοτικής Ψυχιατρικής», η σχέση κόστους - αποτελεσματικότητας των «αποκεντρωμένων» δομών.