17ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Προσυνεδριακός Διάλογος: ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ


του Χρήστου Σελιανίτη

Είναι ο σοσιαλισμός μας επιστημονικός;

Κάθε θέση του κόμματος πρέπει όχι μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται επιστημονικά τεκμηριωμένη. Σήμερα η εργατική τάξη είναι μορφωμένη, έχει τελειώσει το γυμνάσιο, το λύκειο, σημαντικό ποσοστό της (κυρίως στους τομείς αιχμής της οικονομικής ανάπτυξης) αποτελείται από απόφοιτους τεχνικών σχολών ανώτερων βαθμίδων, πανεπιστημίων και πολυτεχνείων. Έτσι, κάθε μη επιστημονικά τεκμηριωμένο, αυθαίρετο, υποκειμενικό στοιχείο των θέσεων και των επεξεργασιών μας, σήμερα γίνεται εύκολα και ευρύτερα αντιληπτό και μειώνει την απήχηση του κόμματος. Στο ΚΜΕ, όπως το γνώρισα κατά τη δεκαετία του '80, ήταν θέση των υπευθύνων ότι δουλεύαμε για την στήριξη, εξειδίκευση και εκλαΐκευση της πολιτικής του κόμματος. Χρήσιμη δουλειά, όμως το Κέντρο έπρεπε να ονομάζεται Κέντρο Μαρξιστικών Εφαρμογών. Νομίζω ότι οι θέσεις της Κ.Ε. σήμερα θέτουν το πρόβλημα σε ορθότερη βάση και ενθαρρύνουν προτάσεις σαν αυτές που ακολουθούν, για δύο από τα θεμελιώδη σημερινά προβλήματα.

Ποια τάξη πήρε την εξουσία στις χώρες του υπάρξαντος σοσιαλισμού;

Το 1848 ο Κ. Μαρξ και ο Φρ. Ένγκελς τέλειωναν το Μανιφέστο με τις φράσεις: «Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις μπρος σε μια κομμουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν σ' αυτήν τίποτε άλλο, εκτός από τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν κόσμο ολόκληρο.» Στις μέρες μας η πλειοψηφία των εργατών των σχετικά αναπτυγμένων χωρών δεν έχει να χάσει μόνο τις αλυσίδες της, που άλλωστε δεν είναι πλέον τόσο αισθητές, γιατί αφορούν περισσότερο το μυαλό απ' ότι το σώμα.

Ομως και αυτός ο «ολόκληρος κόσμος» που πρόκειται να κερδίσουν, αφού έγινε «υπαρκτός», έχασε, όπως ήταν φυσικό, το λαμπερό-οραματικό και προσέλαβε ένα γήινο χαρακτήρα με γκρίζες αλλά και μελανές περιοχές. Το κυριότερο όμως πρόβλημα είναι η επίγνωση της εργατικής τάξης ότι αυτός ο κόσμος έπεσε, χάθηκε.

Οι εργαζόμενοι μπορούν να αποδεχτούν ότι στον υπάρξαντα σοσιαλισμό υπήρξαν λάθη, παραλείψεις, παραβιάσεις, ακόμη και περίοδοι καταπίεσης. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι εξουσίες έχουν κοινά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από το πρόγραμμα που εφαρμόζουν και αποδίδουν το γεγονός αυτό στην ανθρώπινη «φύση», δηλαδή στο βιολογικό, ενστικτώδες υπόστρωμα της ανθρώπινης υπόστασης, που φυσικά είναι ακόμα ισχυρό στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξης του πολιτισμού.

Δε μπορούν όμως να συλλάβουν πώς ένας κοινωνικός σχηματισμός, που έλυσε βασικά προβλήματα διαβίωσης, εκπαίδευσης, ασφάλειας κλπ, ηττήθηκε ταυτοχρόνως σε τόσες χώρες με τον ίδιο τρόπο χωρίς μια μαζική εκδήλωση αντίστασης πουθενά. Ακόμη πώς, κατά τις δεκαετίες της στασιμότητας και παρακμής του σοσιαλισμού του 20ου αιώνα, παράλληλα συρρικνώθηκαν σχεδόν όλα τα ΚΚ του υπόλοιπου κόσμου. Επειδή δεν έγινε απόβαση στρατευμάτων, ούτε οι χώρες του υπάρξαντος σοσιαλισμού μοιάζουν να βρίσκονται υπό καθεστώς ξένης στρατιωτικής κατοχής, προκύπτει το ερώτημα: Ποιος κατέλαβε την εξουσία σ' αυτές τις χώρες; Ας ζητήσουμε τη βοήθεια του Ενγκελς: «Οι αιτίες (που επιβάλανε την ήττα της επανάστασης) δεν πρέπει να αναζητηθούν στις συμπτωματικές προσπάθειες, ταλέντα, παραλείψεις, σφάλματα ή προδοσίες μερικών από τους ηγέτες της, μα στη γενική κατάσταση και τις γενικές συνθήκες ύπαρξης του κάθε ξεσηκωμένου έθνους... Οταν ερευνάτε για τα αίτια των επιτυχιών της αντεπανάστασης, έρχεστε αντιμέτωπος από όλες τις πλευρές με την έτοιμη απάντηση ότι ο κύριος Δείνα ή ο πολίτης Τάδε «επρόδωσαν» το λαό. Η απάντηση αυτή μπορεί να είναι αληθινή, ή και να μην είναι, ανάλογα με τις περιστάσεις, μα σε καμία περίπτωση δεν εξηγεί τίποτα - δεν δείχνει ούτε καν πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό το γεγονός, δηλ. να επιτρέψει ο λαός να προδοθεί έτσι...» (Φ. Ενγκελς: «Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Γερμανία». K. Marx - F. Engels: «Selected Works in three volumes». Volume One, p. 300. Progress Publishers. Moscow, 1976. (Μετάφραση Νίκου Τριάντη).[1]

Για όσους δέχονται τη θεωρία της πάλης των τάξεων, το ερώτημα τίθεται έτσι: Ποια τάξη κατέλαβε την εξουσία στις χώρες αυτές, πώς διαμορφώθηκε η τάξη αυτή, πόσο χρόνο κράτησε η διαδικασία διαμόρφωσης, ποιο ποσοστό των κοινωνιών αποτελούσε αυτή την τάξη, ποια ήταν τα μαζικά κοινωνικά στηρίγματά της και οι συμμαχίες της; Όσο δεν απαντώνται πειστικά και από τη σκοπιά της πάλης των τάξεων όσα αφορούν την κύρια αιτία και το μηχανισμό της πτώσης, χωρίς απάντηση που να πείθει ότι γνωρίζουμε το γιατί και πώς έγινε, άρα και πώς είναι δυνατό στο μέλλον να περιορίσουμε αυτή την πιθανότητα, η αμφιβολία των ανθρώπων θα φθείρει την εμπιστοσύνη τους στους κομμουνιστές, ίσως ακόμα και την αυθόρμητη διάθεση αντίστασης στην καταπίεση και την αδικία.

1η πρόταση:

Να δημιουργηθεί επιστημονική (ως προς τη μέθοδο( ομάδα εργασίας, μετά από πρόσκληση ενδιαφέροντος πανελλαδικά στο σύνολο της κομματικής βάσης, που θα συγκεντρώσει στοιχεία για το ζήτημα, θα ταξινομήσει και θα θέσει στη διάθεση των συντρόφων:

Ολα τα διαθέσιμα βιβλία και σημαντικά άρθρα που αναφέρονται στην ιστορία της ΕΣΣΔ και των σοσιαλιστικών χωρών, τόσο τα κομματικά, όσο και τα «αιρετικά» και τα αστικά.

Τα διαδοχικά συντάγματα των χωρών αυτών και τα διαδοχικά καταστατικά των κομμάτων τους.

Ο,τι στοιχεία διατίθενται για τις οικονομίες των χωρών.

Μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν στις σοσιαλιστικές χώρες για την καθημερινή ζωή, τις συνήθειες των πολιτών, για τις πηγές της όποιας δυσαρέσκειάς τους, για τον πραγματικό ρόλο των σοβιέτ, των συνδικάτων, των κομμάτων, των νεολαιών, των κρατικών οργάνων στη ζωή των πολιτών, για τη σημασία της παραοικονομίας και όποιου φαινομένου θεωρούν αξιοσημείωτο. Να διερευνήσει το ρόλο που είχε ο μαρξισμός στη εκπαίδευση, το είδος και το χαρακτήρα των πολιτιστικών δραστηριοτήτων κ.λ.π.

Εχοντας κάνει αυτή την προετοιμασία θα εισηγηθεί ενότητες προβλημάτων για μελέτη. Τα προσωρινά συμπεράσματα των μελετών αυτών, με την αντίστοιχη τεκμηρίωση (βιβλιογραφία, πηγές στοιχείων κλπ), μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για μια γενική διερεύνηση του θέματος και οργανωμένη συζήτηση για την εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων.

Η διεθνής συνεργασία είναι στα σπάργανα. Πρέπει να τολμήσουμε μιαν ανάλυση και έναν απολογισμό, με την αξιοποίηση όσων δυνάμεων διαθέτουμε.

Ποια είναι σήμερα η εργατική τάξη και ποια η κατάστασή της;

Η επίδρασή μας στη διαμόρφωση των κριτηρίων της εργατικής τάξης( ακόμα και αυτής με την οποία έχουμε κάποια επαφή( είναι πολύ αδύνατη, κυρίως από ιδεολογική άποψη (στο χώρο της πολιτικής καθ' εαυτής, στις επιστήμες αλλά και στις τέχνες). Τα κριτήρια τα διαμορφώνει βασικά η αστική ιδεολογία. Μια αιτία γι' αυτό είναι ότι δυσκολευόμαστε να περιγράψουμε συγκεκριμένα την ταξική διάρθρωση της χώρας και την ποιότητα των διαφόρων τμημάτων της εργατικής τάξης.

Η κατάσταση της εργατικής τάξης στη χώρα μας, στην Ευρώπη, τη Β. Αμερική, εν μέρει και σε ορισμένες χώρες του «τρίτου» κόσμου έχει μεγάλη εσωτερική διαφοροποίηση αλλά και συνολικά πολύ μεγάλη διαφορά από αυτή της εργατικής τάξης της Αγγλίας του 1850. Το φτηνό αυτοκίνητο με δόσεις, το φτηνό δάνειο κατοικίας, το αυξημένο εισόδημα έστω και από υπερωρία, τα δέκα κανάλια τηλεόρασης, το σαββατοκύριακο στο αυθαίρετο εξοχικό ή στο σπίτι στο χωριό, το φτηνό κατάστημα κομψών γυναικείων ρούχων κλπ, συνιστούν παράγοντες ευημερίας (και επειδή δε μιλάμε για διανοούμενους, όχι απόλυτα ψευδούς).

Οι μισθωτοί διπλωματούχοι μηχανικοί, οι άλλοι επιστήμονες, οι τεχνικοί ανώτερης εκπαίδευσης που εργάζονται στο hardware και το software των Η/Υ ή στη ρομποτική είναι τμήμα της σημερινής εργατικής τάξης. Σ' αυτούς οι καπιταλιστές δοκιμάζουν ποικίλες εργασιακές σχέσεις. Εχουν κάποια κοινά με τους εργάτες, που δούλευαν στην παραγωγή μέσων παραγωγής το 19ο αιώνα. Αυτό ισχύει επειδή οι Η/Υ (μηχανές και λογισμικό( που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή, τα ρομπότ, είναι μέσα παραγωγής, που μέσω αυτών ασκείται πολύ μεγάλη σε έκταση και σκληρή εκμετάλλευση. Ο αριθμός των εργατών αυτών αυξάνεται γρήγορα, παίρνει θέση στον πυρήνα της εργατικής τάξης και στο κεντρικό τμήμα της εν δυνάμει πρωτοπορίας της, κι αν μερικοί απ' αυτούς έχουν σχετικά υψηλό εισόδημα, ανάλογα υψηλό εισόδημα είχαν και οι εργάτες που έφτιαχναν μηχανές κατά τα πρώτα στάδια ανάπτυξης του καπιταλισμού ( Φ. Ενγκελς, Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μέρος Β', σελ. 108, Δημιουργία, 2η έκδοση, Αθήνα, 1984).

Μας δυσκολεύει το γεγονός ότι μεγάλο ποσοστό των εργατών αυτών αποτελείται από απόφοιτους ΑΕΙ. Ομως ο εργάτης του '60 που είχε τελειώσει το τότε γυμνάσιο ήταν λιγότερο εργάτης από τον απόφοιτο του δημοτικού; Δεν ήταν το δίπλωμα που τότε έθετε το σύνολο των επιστημόνων εκτός της εργατικής τάξης, αλλά η θέση που τότε έπαιρναν στην παραγωγή λόγω του διπλώματός τους.

Αν καταλαβαίνουμε αυτά τα πράγματα, γιατί όταν αναφερόμαστε σε παρόμοιας κατηγορίας επιστήμονες, λέμε εδώ και 25 χρόνια, με δισταγμό και εκτός επισήμων κειμένων, ότι «προσεγγίζουν ή και εντάσσονται» στην εργατική τάξη, δηλαδή ότι βρίσκονται στην περίμετρό της; Γιατί παραπέμπουμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο και το παρερμηνεύουμε (ασφαλώς αθέλητα) για να διατυπώσουμε δειλά το αυτονόητο;[2]

Με την ευκαιρία ας πούμε ότι η σύγχρονη εργατική τάξη παίρνοντας την εξουσία δεν θα έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει χρυσοπληρωμένους ειδικούς (και βιομηχάνους) για να βάλει σε λειτουργία τις παραγωγικές μονάδες, όπως έγινε αμέσως μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Οι ειδικοί ανήκουν στο σώμα της και οι βιομήχανοι είναι καταφανέστερα άχρηστοι στη σημερινή πιο πολύπλοκη και διηθημένη από την επιστήμη και την τεχνολογία παραγωγή.

Η αντίληψή μας για την ταξική διάρθρωση επηρεάζει τη δράση μας στους παραγωγικούς χώρους, όπου συγκεντρώνεται και αυξάνεται το σημερινό εργατικό δυναμικό. Επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο θα απευθυνθούμε στα νέα τμήματα της εργατικής τάξης, τις προτάσεις μας για πιθανές νέες τεχνικές οργάνωσής τους. Η γνώση μας για την ποιότητα των διάφορων τμημάτων της εργατικής τάξης, γι΄ αυτά π.χ. που είναι «διεφθαρμένα από τις μικροαστικές συνήθειες» (Β. Ι. Λένιν. Βλ. Απαντα, έκδοση Σύγχρονη Εποχή τ. 40, σελ. 256), θα μας βοηθήσει να δουλεύουμε χωρίς αυταπάτες για τη φύση των δυσκολιών. Αν προσβλέπουμε σε μια εργατική τάξη σαν αυτή της δεκαετίας του '60, θα δουλεύουμε απευθυνόμενοι σε ένα τμήμα της που διαρκώς θα ελαττώνεται, τη στιγμή που τα αυξανόμενα δυνάμει πρωτοπόρα τμήματά της θα είναι αλλού.

Η αστική τάξη έχει κάθε συμφέρον από τις μετονομασίες κάθε είδους. Βαφτίζει την υλική παραγωγή «υπηρεσίες» (όπως π.χ. τομείς των Η/Υ) και τις υπηρεσίες βιομηχανία (όπως π.χ. τομείς του τουρισμού). Εμείς δε μπορούμε να πάμε πουθενά αν δεν κατακτήσουμε την ουσία των πραγμάτων, αν δεν πούμε τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα και αυτό είναι αντικείμενο της επιστήμης. Η αντικειμενική εικόνα για την εργατική τάξη, επίσης για την αστική τάξη και τα μεσαία στρώματα είναι προϋπόθεση για το σχεδιασμό και τη συγκρότηση του μετώπου, μιας πολιτικής που από γενική άποψη είναι αναμφίβολα ορθή.

2η πρόταση:

Να δημιουργηθεί ομάδα εργασίας σαν την προηγούμενη. Αυτή να συγκεντρώσει τα στοιχεία στατιστικών και άλλων ερευνών του κράτους, ασφαλιστικών ταμείων, νοσοκομείων, πανεπιστημίων, για το εισόδημα της εργατικής τάξης και τις πηγές του, την εκπαίδευση, τις συνθήκες στέγασης, την ακίνητη ιδιοκτησία, τις οικογενειακές οικονομικές εφεδρείες, τον καθημερινό τρόπο ζωής, τις κυρίαρχες μορφές των κοινωνικών της σχέσεων, τις ηθικές ιεραρχήσεις της, τις πολιτιστικές επιλογές της κ.λ.π. Να διασυνδεθεί με συνδικαλιστές, πανεπιστημιακούς που ερευνούν σχετικά θέματα, συντρόφους που ανήκουν στα νέα τμήματα της εργατικής τάξης, ώστε να αποκρυπτογραφεί κατά το δυνατόν, τα επίσημα στοιχεία. Να επισκεφθεί τόπους δουλειάς, πρώτης και δεύτερης κατοικίας, χώρους εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας με τρόπο σχεδιασμένο, ώστε να έχει και εποπτική εικόνα.

Μετά τη συγκέντρωση και οργάνωσή του το υλικό πρέπει να αξιοποιηθεί από το κόμμα με τρόπο ανάλογο με αυτόν της 1ης πρότασης.

Στη διεκπεραίωση των εργασιών των ομάδων μπορεί να ζητηθεί η συμβολή εξωκομματικών ειδικών. Η εμπειρία στο χώρο των επιστημόνων λέει ότι η συμβολή σε επιστημονικές εργασίες προσφέρεται με μεγαλύτερη προθυμία από ότι (π.χ. η συμμετοχή σε ένα μετωπικό ψηφοδέλτιο εξαιρούνται, φυσικά, οι μανιώδεις της δημοσιότητας και οι καριερίστες).


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Βασίζεται σε μεγαλύτερο κείμενο που υποβλήθηκε στο 16ο Συνέδριο.

[1] Με την ευκαιρία αυτή ας επισημάνουμε ότι η αντίληψη που επικρατεί, ότι είμαστε ένα κίνημα που αναδεικνύει συστηματικά και διεθνώς προδοτικές ηγεσίες, δημιουργεί εσωκομματικά ένα κλίμα καχυποψίας και ηττοπάθειας αλλά και δυσπιστίας από την πλευρά των εργαζομένων.

[2] ΚΟΜΕΠ, τεύχος 2, 1998, σελ.31. Ο συγγραφέας διαπιστώνει σωστά ότι «οι καιροί αλλάζουν, οι άνθρωποι των ελευθέρων επαγγελμάτων μετατρέπονται σε απλούς μισθωτούς». Παραπέμπει, για να το στηρίξει, στο κομμουνιστικό μανιφέστο, όπου αναφέρεται όντως ότι: «Η αστική τάξη...το γιατρό, το νομικό, τον παπά, τον ποιητή, τον άνθρωπο της επιστήμης, τους μετέτρεψε σε μισθωτούς εργάτες της». Ομως οι συγγραφείς του δεν ήταν δυνατό να αναφέρονται σε μισθωτούς γιατρούς, νομικούς, ποιητές, γιατί δεν υπήρχαν τότε τέτοιοι. Με το «μισθωτούς εργάτες της» το κείμενο εννοεί κάτι σαν «πληρωμένους κονδυλοφόρους», γι' αυτό λέει προηγουμένως ότι η αστική τάξη τους «αφαίρεσε το φωτοστέφανο». Να ένα παράδειγμα αντιεπιστημονικής, μη ιστορικής ανάγνωσης των κλασικών. Και γενικότερα, δεν είναι ανάγκη να την έχουν διατυπώσει οι κλασικοί μιαν αναντίρρητη σημερινή αλήθεια, για να την αναγνωρίσουμε ως αλήθεια.