Πριν δεκαπέντε χρόνια κατά κάποιο τρόπο ολοκληρώθηκε η αντεπαναστατική διαδικασία στην ΕΣΣΔ, αν θεωρήσουμε τελευταία πράξη της την καθεστωτική ανατροπή με την «Κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης» τον Αύγουστο του 1991 ή τη διάλυση της ΕΣΣΔ το Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου.
Στο πρώτο μισό της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα η αντιδραστική ιδεολογική κυριαρχία υπήρξε σχεδόν ολοκληρωτική, αφού τότε κομμουνιστικές δυνάμεις αποκήρυξαν τον κομμουνισμό και την πρώτη ιστορική πορεία σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Αντίθετα διακήρυξαν την τότε καθεστωτική ανατροπή ως θετική για την κοινωνική πρόοδο και την ειρηνική συνύπαρξη των κρατών, πρόβαλαν την «υπεροχή» του καπιταλιστικού συστήματος, θεωρώντας αξεπέραστες τις δυνατότητές του να αναπτύσσεται ελέγχοντας τις εσωτερικές του αντιθέσεις.
Αυτές οι πλήρως ηττοπαθείς και προδοτικές οπορτουνιστές απόψεις γρήγορα απορρίφθηκαν από τη ζωή (ξέσπασμα ιμπεριαλιστικών πολέμων, διαμελισμός κρατών, οικονομικές κρίσεις, γενικευμένη όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου - εργασίας). Ωστόσο, η ολέθρια επίδρασή τους σε διεθνώς δομημένα κοινωνικά κινήματα (π.χ. γυναικών, νεολαίας, αντιιμπεριαλιστικών συμμαχιών όπως της «Κίνησης Αδεσμεύτων κρατών») προσομοίαζε με την εκτεταμένη και μακροχρόνια καταστρεπτική ραδιενεργό επενέργεια από τις ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Τότε δεν είχε ακόμη συνειδητοποιηθεί το εύρος και το βάθος της οπορτουνιστικής διάβρωσης της συνείδησης και της πρακτικής άλλοτε ριζοσπαστικών δυνάμεων ή και πρωτοποριών, η διαλυτική και χειραγωγική επίδραση που επέφεραν στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, με υποχώρηση της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης (ΠΣΟ) και αναβάθμιση των κυβερνητικών «Ελεύθερων Συνδικάτων».
Είναι πολύ μικρή η χρονική περίοδος των 15 χρόνων για να μετρηθεί το βάθος και η έκταση της ιδεολογικής και οργανωτικής αποσύνθεσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως αποτυπώθηκε στα πρώτα χρόνια της τελευταίας δεκαετίας του παρελθόντος αιώνα.
Φυσικά, όσες εστίες -μεταξύ αυτών και το ΚΚΕ- άντεξαν και δεν εξαφανίστηκαν μέσα σε αυτή τη θεωρητική-ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική δίνη, σχετικά σύντομα, με κριτήρια ιστορικού χρόνου, ανασυγκροτήθηκαν, ακόμη και αναπτύχθηκαν ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά. Επέδρασαν ώστε να εμφανισθεί, τουλάχιστον ως τάση, ο ταξικός επαναπροσανατολισμός στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (και της ΠΣΟ), σε κοινωνικές οργανώσεις και αγώνες νέων, γυναικών, στο αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα (και του «Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης», ΠΣΕ). Βασανιστικά και με συγχύσεις, με ανοικτές ή υποβόσκουσες εσωτερικές κρίσεις, εμφανίσθηκαν εκ νέου κομμουνιστικά κόμματα ή επανέκτησαν τον επαναστατικό ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό τους ή έστω διαμορφώθηκαν πιο διακριτοί πυρήνες διαπάλης μέσα σε κόμματα που η διατήρηση του κομμουνιστικού τίτλου αποτελεί οχυρό του οπορτουνισμού στη διαβρωτική και διαλυτική επίθεσή του στο εργατικό κίνημα.
Το κομμουνιστικό κίνημα στην ιστορία του δεν έχει γνωρίσει κρίση τέτοιου βάθους και έκτασης και σίγουρα η διαδικασία αναζωογόνησής του βρίσκεται ακόμη σε νηπιακή ηλικία. Αλλωστε, ακόμη δεν έχουν σε βάθος απαντηθεί τα ερωτήματα -εννοούμε όχι μόνο τα πολιτικά αλλά και τα θεωρητικά- για τις αιτίες της αντεπαναστατικής νίκης και κοινωνικής οπισθοδρόμησης. Θα τολμήσουμε να πούμε ότι ίσως δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί όλη αυτή η αντεπαναστατική διαδικασία σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού είναι φανερή η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων στην Κίνα, σε άλλες ασιατικές χώρες που στην εξουσία βρίσκονται κομμουνιστικά κόμματα. Ανησυχίες προκαλεί ο ισχυρός ιμπεριαλιστικός κλοιός γύρω από την Κούβα, η επίδρασή του όχι μόνο ως εξωτερικού παράγοντα αλλά και ως πηγή ενίσχυσης των εσωτερικών αντιθέσεων και των κινδύνων για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Αυτές οι «νέες» εμπειρίες, η «νέα» συνειδητοποίηση των κινδύνων που αφορούν στο σοσιαλιστικό κράτος της Κούβας, οι αμφιβολίες για επιλογές του ΚΚ της Κίνας, μαζί με το φόβο που προκαλεί η έλλειψη ενός «σοσιαλιστικού φάρου» μέσα στο σκοτάδι της διεθνούς καπιταλιστικής κυριαρχίας, ακυρώνουν ή περιορίζουν τη θετική επίδραση στη συνείδηση των νέων και των εργατικών μαζών, από την όποια ιστορική δικαίωση των πρώτων κομμουνιστικών εκτιμήσεων για τις αντεπαναστατικές ανατροπές.
Σημαντικά τμήματα νέων, που κατά πλειοψηφία προέρχονται από εργατικές και λαϊκές οικογένειες, δεν έχουν ακόμη συμβιβαστεί με τους όρους ζωής του σημερινού συστήματος (στην εκπαίδευση, στην επαγγελματική κατάρτιση και κατοχύρωση, στην εξασφάλιση εργασίας, ελεύθερου χρόνου, υποδομών πολιτιστικής και αθλητικής δραστηριότητας).
Παράλληλα, όμως, οι αμφισβητήσεις τους υπονομεύονται από την αμφιβολία σε σχέση με τη δυνατότητα, τη ρεαλιστικότητα περάσματος σε ένα νέο, ανώτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, αφού η εμπειρία τους δεν επιβεβαιώνει αυτή τη δυνατότητα.
Με άλλα λόγια, βαραίνει στη διαμόρφωση της συνείδησής τους το «αφού δεν άντεξε ή φαίνεται να μην άντεξε η σοσιαλιστική οικοδόμηση», ή έστω «το σοσιαλιστικό μέλλον, όσο και αν είναι δελεαστικό, φαίνεται υπόθεση πολύ έξω από τα όρια της δικής μας ζωής». Αυτό το τελευταίο άλλωστε, πηγή συμβιβασμού και ενσωμάτωσης, αφορά πολύ περισσότερο μεσήλικες μισθωτούς εργαζόμενους με αγωνιστικό ακόμη και κομμουνιστικό παρελθόν.
Στην περίοδο που διανύουμε, για το κόμμα μας, για κάθε κομμουνιστικό κόμμα, το ζήτημα της ταξικής συνείδησης ορθώνεται πολύ πιο περίπλοκο και απαιτητικό για να αντιμετωπιστεί με όσες εμπειρίες και κατακτήσεις -θεωρητικές, πολιτικές, οργανωτικές- διαθέτουμε. Και από αυτή την άποψη το καθήκον της εσωτερικής ανάπτυξης του Kόμματος -θεωρητικής-ιδεολογικής, πολιτικής σε θέσεις και ταξική προπαγανδιστική ικανότητα, οργανωτικής- διαπλέκεται με το καθήκον της συσπείρωσης δυνάμεων, της διαφοροποίησης συνειδήσεων, της ικανότητάς του να πρωτοπορεί στη διαμόρφωση ταξικών πόλων σύγκρουσης και ρήξης με την αστική πολιτική και εξουσία, όπου εργάζεται - μορφώνεται - ζει η εργατική οικογένεια. Διαπλέκεται με την ικανότητα του Kόμματος να προσανατολίζει τους ταξικούς πόλους στη συντονισμένη πάλη με φορείς των κοινωνικών συμμάχων της εργατικής τάξης, των φτωχών αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου, στη γραμμή του αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου.
Στις ημέρες μας η συνθετότητα του προβλήματος ανάπτυξης της ταξικής συνείδησης συχνά ξεθωριάζει ακόμη και στη δική μας σκέψη, των μελών και στελεχών του Κόμματος και της ΚΝΕ.
Ορισμένα στοιχεία στις μεταβαλλόμενες συνθήκες μπορούν να μας οδηγήσουν σε συμπεράσματα για τις συνειδήσεις, χωρίς να συνυπολογίζουμε άλλα μη εμφανή στοιχεία. Από αυτή την άποψη οι αγώνες των φοιτητών-σπουδαστών ΑΕΙ-ΤΕΙ προσφέρονται για γενικευμένα συμπεράσματα.
Στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις υπάρχουν στοιχεία που διαμορφώνουν αντικειμενικά μια ορισμένη λαϊκή δυσαρέσκεια, εστίες ξεσπάσματός της ως αντίδραση είτε στην αφαίρεση κατακτήσεων είτε στις άμεσες αντιλαϊκές συνέπειες από αστικούς εκσυγχρονισμούς στο πλαίσιο της απελευθέρωσης των αγορών, της προώθησης στρατηγικών επιλογών για το κεφάλαιο που βγαίνουν έξω από τα στενά όρια ενός κράτους. Εχουν καταγραφεί τέτοιες αντιδράσεις: Στους αγρότες σε σχέση με την ΚΑΠ, στους μικρούς εμπόρους σε σχέση με τη διεύρυνση του ημερήσιου ωραρίου, σε εργάτες και εργάτριες που βρέθηκαν άνεργοι γιατί η καπιταλιστική εργοδοσία στράφηκε στην εκμετάλλευση φθηνότερου εργατικού δυναμικού στα Βαλκάνια. Καταγράφηκαν σχεδόν στο σύνολο των μισθωτών και συνταξιούχων σε σχέση με την επιδείνωση των όρων συνταξιοδότησης, στους μαθητές και φοιτητές σε σχέση με τους νέους φραγμούς από το γυμνάσιο προς το λύκειο, από το λύκειο προς την ανώτατη εκπαίδευση, μέσα στην ανώτατη εκπαίδευση με τη σαλαμοποίησή της, την υποβάθμιση σπουδών-πτυχίων- επιστημονικής και επαγγελματικής κατοχύρωσης για τους πολλούς σε διάκριση από την προνομιακή αναβάθμιση των πτυχίων για τους νέους της αστικής τάξης.
Παρουσιάζεται όμως, σχεδόν ως κοινό χαρακτηριστικό, το φαινόμενο αστικές πολιτικές δυνάμεις να στηρίζουν τέτοια ξεσπάσματα, ακόμη και να μεθοδεύουν την οργάνωση των μαζών και την αντίδρασή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό γίνεται με τρόπο που δείχνει «διαφοροποιήσεις» οργανωμένων συνδικαλιστικών δυνάμεων των κομμάτων της αστικής εξουσίας, χωρίς όμως να έρχονται σε σύγκρουση και διαφοροποίηση από τη πολιτική των κομμάτων τους. Ετσι στους αγροτικούς αγώνες υπήρξε ενεργητική η συμμετοχή στελεχών της ΝΔ, για το ασφαλιστικό παρενέβη η ευρωενωσιακή και κυβερνητική ΓΣΕΕ, στους πρόσφατους φοιτητικούς αγώνες πρωτοστάτησε η ΠΑΣΠ σε συνεργασία με το ΣΥΝ, τις αριστερίστικες και «αντιεξουσιαστικές ομάδες», σε «αντιδεξιά» και αντικομμουνιστική συμπαιγνία. Πριν τη ΔΕΘ εμφανίστηκε η ΔΑΚΕ στη ΓΣΕΕ ως δύναμη διαφωνούσα με την κυβερνητική οικονομική πολιτική, ως δύναμη πίεσης της κυβέρνησης για την υιοθέτηση μιας ευνοϊκότερης κοινωνικής πολιτικής υπέρ των ανέργων, των χαμηλόμισθων και χαμηλοσυνταξιούχων. Πρόσφατα η ΔΑΚΕ στον ΟΤΕ ανακοίνωσε την αντίθεσή της στην πιθανή πώληση ποσοστού του δημοσίου σε στρατηγικό επενδυτή, υποστηρίζοντας ότι «η διοίκηση σε στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις δεν μπορεί να εκχωρείται σε ιδιώτες ντόπιους ή ξένους»[1]. Με παρόμοιες προτάσεις και πρωτοβουλίες εμφανίζονται συνδικαλιστικές ηγεσίες, π.χ. στο χώρο των αγροτών, των εκπαιδευτικών, των πρώην ΔΕΚΟ και των Τραπεζών, που για δεκαετίες αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα της αστικής πολιτικής στο συνδικαλιστικό κίνημα και ευθύνονται για τη στάση συμβιβασμού και ενσωμάτωσης των εργαζομένων. Το ΠΑΣΟΚ, όντας αντιπολίτευση, διευκολύνεται στο να αποστασιοποιείται εν μέρει τόσο από την κυβερνητική πολιτική που ακολούθησε όσο και από τις προγραμματικές του θέσεις[2]. Αποτέλεσμα τέτοιων ελιγμών είναι η κριτική προς τη ΝΔ για την πώληση πακέτου μετοχών του δημοσίου σε στρατηγικό επενδυτή, καθώς και η αντίθεσή του στην προοπτική εισαγωγής της ΔΕΗ στο χρηματιστήριο. Αυτή η «ευελιξία» δίνει παράταση χρόνου σε δυσαρεστημένες δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, καλλιεργεί αυταπάτες περί «διαπάλης» μέσα στο ΠΑΣΟΚ, δυνατότητας επαναφοράς του σε κάποια μορφή κεϋνσιανής πολιτικής με την οποία θα διατηρούνταν «κατακτήσεις» μισθωτών κυρίως σε ΔΕΚΟ.
Ετσι τα τελευταία δέκα χρόνια στην Ελλάδα -και όχι μόνο- παρατηρούνται απότομες εξάρσεις από την άποψη της μαζικοποίησης και των μορφών αντίδρασης εργατικών και λαϊκών δυνάμεων που όμως δε συνοδεύονται ούτε από δομή και συσχετισμό κινήματος ικανών να εξασφαλίσουν τη σταθερή συμμετοχή των μαζών ούτε από ταξικά συμφέρουσες αλλαγές στο επίπεδο της πολιτικής επιλογής των εργαζομένων.
Με άλλα λόγια, παρά τα όποια ξεσπάσματα και τις εξάρσεις, στη συνείδηση αυτών των δυνάμεων δεν έχει ακόμη εμπεδωθεί η ταξικότητα της πολιτικής, της εξουσίας ως πηγή των κοινωνικών προβλημάτων. Δεν έχει επομένως ωριμάσει ο απεγκλωβισμός τους από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις σε όλα τα επίπεδα.
Ετσι, ξεσπάσματα, περισσότερο ή λιγότερο αυθόρμητα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ιδεολογικοπολιτική προετοιμασία από τη μεριά των συνειδητών εργατικών δυνάμεων, με περισσότερο ή λιγότερο εμφανή την αποπροσανατολιστική παρέμβαση αστικών πολιτικών δυνάμεων, συχνά δημιουργούν την εντύπωση μιας αφύπνισης των μαζών. Εχουν και το στοιχείο της ανυπομονησίας, της ψευδαίσθησης για μια άμεση πολιτική λύση μέσα από περιορισμένης και ανώδυνης εμβέλειας σύγκρουση. Δημιουργούν την εντύπωση ότι πρόκειται για αγώνες που οδηγούν σε ωρίμανση της ταξικής συνείδησης ή ότι πρόκειται για συνειδητούς ταξικούς αγώνες που υποδηλώνουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στο κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων.
Πρόκειται για εντυπώσεις που δεν υπολογίζουν όλο το εύρος και βάθος της παρέμβασης των αστικών δυνάμεων, ακόμη και των οπορτουνιστικών. Περικλείουν τον κίνδυνο να οδηγήσουν σε εκτιμήσεις για την πορεία διαμόρφωσης της ταξικής συνείδησης, που μπορεί να προκαλέσουν γενικότερες λαθεμένες εκτιμήσεις για τις διαθέσεις των μαζών, την κατάσταση του κινήματος, το συσχετισμό των δυνάμεων.
Από τη μεριά του Κόμματος, των συνειδητών εργατικών δυνάμεων, θα πρέπει να αναπτυχθεί η ικανότητα ολόπλευρης και αντικειμενικής εκτίμησης προκειμένου να γίνει πιο διεισδυτική η παρέμβασή του τόσο σε επίπεδο ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης όσο και σε επίπεδο οργάνωσης των μαζών. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να γενικεύεται και η εμπειρία της δράσης κατά τα τελευταία 15 χρόνια, με την εξαγωγή θετικών και αρνητικών συμπερασμάτων, από μικρότερα και μεγαλύτερα μέτωπα πάλης, η πορεία της πολιτικής συμμαχιών, η συμμετοχή ή όχι σε αστικούς θεσμούς (ΟΚΕ, «κοινωνικός διάλογος» κ.ά.). Το ίδιο και όσον αφορά στην πείρα από τη διεθνή δράση του ΚΚΕ, αλλά και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (ευρωπαϊκού, λατινοαμερικανικού κλπ.). Αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα η επιβεβαίωση της πολιτικής του ΚΚΕ.
Το θέμα είναι ευρύτατο. Το παρόν άρθρο θα περιοριστεί μόνο σε ορισμένα ζητήματα της ιδεολογικής πάλης, στη βάση της διαλεκτικής υλιστικής προσέγγισης: το Είναι καθορίζει τη συνείδηση.