Σε σχέση με το θέμα του 17ου Συνεδρίου είναι νομίζω βασικό να δούμε τι κόμμα χρειαζόμαστε στις σημερινές συνθήκες, όπως σε γενικές γραμμές έχουν παρουσιαστεί μέσα από τις Θέσεις. Ομως εδώ θα χρειαστεί βαθύτερη ανάλυση σε επιστημονική βάση, τι έχει αλλάξει, τι μέσα χειραγώγησης χρησιμοποιεί ο ταξικός αντίπαλος, πώς κατορθώνει να περνάει την ιδεολογία της διάσπασης της εργατικής τάξης, πώς πετυχαίνει να βάζει αναχώματα ανάμεσα στην εργατική τάξη και στους εν δυνάμει συμμάχους της στην πάλη για το ΑΑΔΜ, ώστε να δυσκολεύει τις συσπειρώσεις; Μια τέτοια θεώρηση θα μας βοηθήσει ουσιαστικά να ξεπεράσουμε το δίλημμα στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, από τη μια μεριά να είναι ώριμες οι συνθήκες για το πέρασμα στο σοσιαλισμό (ιμπεριαλισμός = καπιταλισμός που σαπίζει) και από την άλλη να υπάρχει καθυστέρηση στην ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα (εργατική τάξη και το κόμμα της σαν η πρωτοπορία της).
Μετά τη φάση του λεγόμενου "κοινωνικού καπιταλισμού" που τουλάχιστον φαινομενικά είχε δώσει κάποιες λύσεις σε βασικά κοινωνικά προβλήματα (μόνο στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού στην Κεντρική Ευρώπη), επανεμφανίζονται κοινωνικές αντιθέσεις που θεωρούνταν ξεπερασμένες. Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις οδηγούν σε "κοινωνική καταστροφή" με κύριο χαρακτηριστικό από τη μια μεριά τη συσσώρευση πλούτου σε λίγα χέρια και από την άλλη την εξάπλωση σχετικής αλλά και απόλυτης εξαθλίωσης. Οι συνθήκες εργασίας χειροτερεύουν για τους μισθωτούς, κατακτημένα κοινωνικά δικαιώματα παίρνονται πίσω, οι συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου βελτιώνονται με τη μέθοδο του ωμού εκβιασμού των εργαζόμενων (εγγύηση της θέσης εργασίας μόνο αν αρνηθούν αυξήσεις και δεχτούν επιμήκυνση του χρόνου εργασίας). Η ανεργία μεγαλώνει κατακόρυφα, αποκτά μόνιμο χαρακτήρα και οι εργαζόμενοι που "περισσεύουν" σπρώχνονται στο κοινωνικό περιθώριο. Θα προσπαθήσω σε αυτό το κείμενο να καταδείξω ορισμένες από αυτές τις εξελίξεις και τις επιπτώσεις τους για την εργατική τάξη και τους άλλους μισθωτούς, αλλά και για το λαϊκό κίνημα.
Το κείμενο βασίζεται στην εμπειρία από την ΟΔ Γερμανίας, όμως τα συμπεράσματα μπορούν να μεταφερθούν και στην ελληνική πραγματικότητα μια και η επίθεση του κεφαλαίου κατά ένα μεγάλο ποσοστό σχεδιάζεται κεντρικά μέσα στην ΕΕ.
Σίγουρα σημαίνει φτώχεια σε χώρες της ΕΕ, κάτι διαφορετικό από τη φτώχεια στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική, αλλά ακόμα και σε χώρες όπως η ΟΔ Γερμανίας αυξάνεται ο αριθμός των αστέγων, των ανθρώπων που πεινάνε και των παιδιών που πηγαίνουν στο σχολείο χωρίς ένα κομμάτι ψωμί για το διάλειμμα. Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι επιπτώσεις στον ψυχικό κόσμο των θυμάτων της κρίσης του συστήματος, αλλά και αυτών που καθημερινά απειλούνται με την απώλεια της θέσης εργασίας τους και τον κίνδυνο της κοινωνικής τους υποβάθμισης. Το άγχος (με την έννοια του φόβου) αποτελεί το κύριο βίωμά τους. Μάλιστα τα λιγότερο συνειδητοποιημένα άτομα, που πολλές φορές ενστερνίζονται άκριτα τα κοινωνικά πρότυπα του καπιταλισμού, βιώνουν τη φτώχεια σαν προσωπικό τους ναυάγιο με σοβαρές διαταραχές στην προσωπικότητά τους, αδυναμία να αντιδράσουν και αισθήματα ενοχής και ντροπής. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στην ΟΔΓ περίπου το 50% από τους άπορους που δικαιούνται κοινωνικό βοήθημα δεν το ζητούν γιατί ντρέπονται. Αλλά και για εκείνους που κατέχουν ακόμα σταθερή θέση εργασίας σημαίνει η γενίκευση της κρίσης ψυχική ομηρία: Από υπαρξιακό φόβο συναινούν σε καταστάσεις που αντιστρατεύονται τα συμφέροντά τους.
Κοινωνιολογικά δημιουργείται μια ιδιαίτερη κοινωνική ζώνη από χρόνια άνεργους, μετανάστες και χρόνια άρρωστους που πλαισιώνεται από ανθρώπους για τους οποίους μια τέτοια κατάσταση έχει περιστασιακό χαρακτήρα. Ομως και για αυτούς η εγκατάλειψη του περιθωρίου έχει συχνά όχι μόνιμο χαρακτήρα και σημαίνει οριστικό χάσιμο του προηγούμενου κοινωνικού status, μια και αποδέχονται εργασιακές συνθήκες με κατώτερες αποδοχές και σε λιγότερο ειδικευμένες θέσεις εργασίας. Θα χρειαστεί εδώ κοινωνιολογική έρευνα κατά πόσο μπορεί ο προτεινόμενος από τους Μαρξ και Ενγκελς όρος "Lumpenproletariat", να χρησιμοποιηθεί για το χαρακτηρισμό αυτών των προτσές περιθωριοποίησης.
Το τέλος της εποχής της φάσης ανάπτυξης με την πτώση του ποσοστού κέρδους και την κρίση υπερπαραγωγής (φαινόμενα πιο ορατά στις αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ και ακόμα λιγότερο στην Ελλάδα για ειδικούς λόγους) οδηγεί άμεσα σε ενισχυμένη πίεση στην εργατική τάξη: Η πρόοδος της παραγωγικότητας χρησιμοποιείται για καταστροφή θέσεων εργασίας. Η αστική τάξη χρησιμοποιεί αυτή την εξέλιξη για να δημιουργήσει διασπάσεις στην εργατική τάξη. Ιδιαίτερα στη βιομηχανική παραγωγή παρατηρείται το φαινόμενο για ένα τμήμα των εργαζόμενων να ανεβαίνει το προφίλ ειδίκευσης, ενώ ένα άλλο τμήμα εργάζεται κάτω από το επίπεδο ειδίκευσής τους. Οι σταθερές θέσεις εργασίας μειώνονται και αντικαθίστανται με επενοικίαση εργαζομένων. Στόχος δεν είναι μόνο η άνοδος της παραγωγικότητας αλλά και η μείωση της αγωνιστικής δύναμης. Αυτή η τελευταία κατηγορία εργαζομένων δείχνουν μικρή αγωνιστική διάθεση μια και προσπαθούν διαρκώς να κατακτήσουν μια μόνιμη θέση εργασίας. Αυτό δημιουργεί προβλήματα σε απεργιακές κινητοποιήσεις, αντιθέσεις με τους μόνιμα εργαζόμενους και συχνά χρησιμοποιούνται σαν απεργοσπαστικός μηχανισμός. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και με τους συμβασιούχους. Επίσης στα πλαίσια της διεθνοποίησης χρησιμοποιείται η απειλή της μεταφοράς της παραγωγής σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς και βιοτικό επίπεδο. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα από τους εργατικούς αγώνες στην αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας τις τελευταίες εβδομάδες.
Επίσης τα φαινόμενα εθνικισμού και ρατσισμού χρησιμοποιούνται σαν μέθοδοι διάσπασης της εργατικής τάξης με το να στρέφονται ενάντια σε ένα τμήμα της που είναι οι μετανάστες. Το τελευταίο διάστημα εξαπλώνεται ο εθνικισμός και με τη χρήση του αθλητισμού. Στη διαστρεβλωμένη του μορφή που επιβάλλει ο καπιταλισμός προωθεί φαινόμενα ρατσισμού, όπως με τις δολοφονικές επιθέσεις μετά τον αγώνα Ελλάδας - Αλβανίας. Ο εθνικισμός πέρα από τη στρεβλή εντύπωση της ταξικής συνεργασίας και εθνικής συνοχής που προωθεί λειτουργεί και σαν αντίδοτο στον προλεταριακό διεθνισμό ενισχύοντας το ιδεολόγημα της "ισχυρής Ελλάδας" σε παραγνώριση των πραγματικών συνθηκών που υπάρχουν σε διεθνές επίπεδο.
Για τη χρησιμοποίηση αυτών των φαινομένων προς όφελος του κεφαλαίου απαιτείται πολιτική και ιδεολογική παρέμβαση:
Ο λεγόμενος "νεοφιλελευθερισμός" δεν είναι μόνο ένα οικονομικό σύστημα αλλά και μια κοινωνική και πολιτιστική στρατηγική. Δηλαδή τα φαινόμενα της πολυδιάσπασης (της εργατικής τάξης) είναι μεν απόρροια της δυναμικής της καπιταλιστικής συσσώρευσης, όμως επικρατούν με τη μορφή νομοτέλειας λόγω πολιτικών αλλαγών, δηλαδή με την πολιτική ενδυνάμωση του μπλοκ των κυρίαρχων τάξεων (ανατροπές στις σοσιαλιστικές χώρες, κρίση του εργατικού κινήματος κλπ.).
Αυτές οι εξελίξεις από τη μια μεριά οδηγούν σε οργή απέναντι στις συνθήκες εργασίας, αυτή η οργή υπερκαλύπτεται όμως, αν δεν υπάρχει η ανάλογη ταξική συνείδηση, με ατομικές μέθοδες επεξεργασίας όπως η απελπισία και παθητική στάση ζωής, μια και οι εργαζόμενοι θεωρούν τους εαυτούς τους υπεύθυνους για την κατάστασή τους. Δηλαδή υιοθετούν την οπτική γωνία αυτών που προσπαθούν να τους υποβιβάσουν. Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση για τους χρόνια άνεργους. Η εργασία αποτελεί μια βασική δημιουργική λειτουργία του ανθρώπου, είναι ένα μέσο δημιουργίας, αυτοπεποίθησης και κοινωνικής αναγνώρισης, χωρίς αυτό να σημαίνει παραγνώριση της αποξένωσης που δημιουργεί ο καπιταλιστικός τρόπος ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της εργασίας. Ολες οι κοινωνιολογικές έρευνες που έχουν γίνει σε άνεργους δείχνουν ότι ο αθέλητος χωρισμός από τη θέση εργασίας βιώνεται σαν πράξη βίας απέναντι στην προσωπικότητα. Το καπιταλιστικό σύστημα προσπαθεί να εμφυσήσει στον άνεργο ότι δεν είναι μόνο οικονομικά άχρηστος αλλά και κοινωνικά.
Η θεμελίωση των φαινομένων διάσπασης της εργατικής τάξης προωθείται συνειδητά και συστηματικά από την κυρίαρχη τάξη γιατί σταθεροποιεί το σύστημα. Λειτουργεί στην κατεύθυνση της πολιτικής "ουδετεροποίησης" και κοινωνικής χειραγώγησης ώστε οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις να περνούν ανεμπόδιστα.
Με τις ανατροπές στις κοινωνικές παροχές, προσπαθούν να περάσουν το ιδεολόγημα ότι δε χρειάζεται να χτυπηθούν η φτώχεια και η ανεργία αλλά τα ίδια τα θύματα της κρίσης. Ετσι π.χ. αυξάνεται η πίεση απέναντι στους άνεργους με τα τελευταία μέτρα της κυβέρνησης στην ΟΔΓ, ώστε να αποδέχονται οποιαδήποτε εργασία άσχετα με την ειδίκευσή τους ακόμα και για 1 ευρώ την ώρα. Δημιουργούνται συνθήκες αυταρχικής προσπάθειας λύσης του προβλήματος με αμερικανικά πρότυπα. Στις ΗΠΑ υπήρχαν το 1995 1,3 εκατ. κρατούμενοι στις φυλακές, σήμερα ο αριθμός ανέβηκε στα 2,2 εκατ., με ιδιαίτερο φαινόμενο το 30% των μαύρων ηλικίας μεταξύ 20 και 29 χρονών να βρίσκονται στη φυλακή. Αν υπολογίζονταν αυτοί στο ποσοστό ανεργίας, αυτό θα ανέβαινε κατά 3%.
Αλλά και η προώθηση των υποκατάστατων σαν δήθεν μορφές θεραπείας από τα ναρκωτικά αποσκοπούν στο ίδιο, την αδρανοποίηση ενός μέρους των ανέργων και την αποφυγή κοινωνικών αναταραχών.
Οι τάσεις διάσπασης του προλεταριάτου δεν ήταν άγνωστες στους Μαρξ και Ενγκελς. Ηδη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο αναφέρουν ότι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός διασπά τους εργάτες. Γι' αυτό δεν έκαναν το λάθος να αναγάγουν την επαναστατικότητα της εργατικής τάξης μόνο στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ζωής της. Ιδιαίτερα γιατί γνώριζαν καλά τη δυναμική της αυτοσταθεροποίησης της αστικής κοινωνίας και το ρόλο που έπαιζαν οι προλεταριακές συνθήκες ζωής στην υποταγή της εργατικής τάξης. Γι' αυτό και τόνιζαν ότι το προλεταριάτο πρέπει να αποκτήσει γνώση της κοινωνικής τους θέσης και συνείδηση των κοινών συμφερόντων για να λειτουργήσει σαν ταξικό υποκείμενο. Για τους Μαρξ και Ενγκελς δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η δημιουργία μιας "τάξης καθ' εαυτήν" δε γίνεται αυτόματα, αλλά μπορεί και να αποτύχει αν και υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες.
Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο έγραφαν: "Η οργάνωση των προλεταρίων σε τάξη και έτσι σε πολιτικό κόμμα μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να διαλυθεί από το συναγωνισμό ανάμεσα στους εργάτες". Ο Μαρξ έβλεπε στον κολεκτιβισμό στο εργοστάσιο τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσει το προλεταριάτο την ταυτότητα των συμφερόντων. Αυτό έχει αλλάξει στη σημερινή εποχή με τους μηχανισμούς της διάσπασης, ώστε να είναι πιο δύσκολο για τον εργάτη να διακρίνει τη δομική κοινότητα της κοινωνικής του θέσης. Το ότι όμως υπάρχουν αυτές οι δυσκολίες δε σημαίνει ότι είναι και ακατόρθωτο.
Ο δρόμος για την επανάκτηση της προλεταριακής αλληλεγγύης είναι ακόμα μακρύς και δύσκολος. Εξαρτάται βέβαια κατά πολύ από το κόμμα της εργατικής τάξης και την παρέμβασή του. Στη σημερινή κατάσταση με κυρίαρχη την αστική ιδεολογία ερμηνεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι την κοινωνική τους εμπειρία σύμφωνα με τις επιταγές της εξουσίας. Αυτό είναι αποτέλεσμα της έλλειψης μιας γενικευμένης κουλτούρας αντίστασης. Που σημαίνει ότι σε ένα σημαντικό ποσοστό η σκέψη των κυρίαρχων έγινε και κυρίαρχη σκέψη. Η αστική τάξη έχει κατορθώσει προς το παρόν να εκμεταλλευτεί την αβεβαιότητα της εργατικής τάξης και να φέρει σε αντίθεση μεταξύ τους τα διάφορα τμήματά της. Πέτυχαν δηλαδή αυτό που λέμε τον τετραγωνισμό του κύκλου: Στα θύματα των αναδιαρθρώσεων έδωσαν την ευθύνη για την προσωπική τους κατάσταση και στην εργατική τάξη στο σύνολό της την ευθύνη για την καταστροφική κατάσταση στην αγορά εργασίας, κάθε αντίσταση στο κεφάλαιο παρουσιάζεται σαν ανευθυνότητα απέναντι στους άνεργους. Βέβαια συχνά βιώνουν οι εργαζόμενοι τις συνέπειες της κρίσης σαν απόρροια της θέσης τους σαν πωλητές εργατικής δύναμης, αυτό όμως δεν οδηγεί αυτόματα σε προοδευτική πολιτική συνείδηση. Αντίθετα χρησιμοποιούν σαν μηχανισμό άμυνας την αποστροφή τους απέναντι στα κοινωνικά στρώματα, στα οποία η κοινωνική πραγματικότητα τους φέρνει κοντά. Αυτός ο μηχανισμός (στην ψυχαναλυτική θεωρία λέγεται "ταύτιση με τον επιτιθέμενο) τους βοηθάει να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση της δικιάς τους "σιγουριάς", υιοθετώντας την οπτική γωνία του εκμεταλλευτή τους. Μια τέτοια στάση αποτελεί και το υπόβαθρο φασιστικών και ρατσιστικών τάσεων. Η συστηματική απώθηση της πραγματικής τους κοινωνικής κατάστασης οδηγεί στο να δρουν ενάντια στα αντικειμενικά συμφέροντά τους. Αυτό το σαθρό υπόβαθρο μόνο "ψευτοσιγουριά" δίνει, π.χ. εκείνος που βρίζει τους άνεργους τεμπέληδες, πιστεύει ότι με τη δική του εργατικότητα μπορεί να προστατευθεί από μια πιθανή απόλυση
Το πώς μπορεί να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση είναι ένα πολύ περίπλοκο θέμα που δεν επιτρέπει εύκολες λύσεις. Για ένα μαρξιστή είναι ξεκάθαρο ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη δημιουργία ταξικής συνείδησης. Αυτό όμως δε δημιουργείται ούτε ξαφνικά ούτε μηχανιστικά. Χρειάζεται μακροχρόνιο αγώνα των μαζών σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, ιδεολογικό και πολιτικό. Οι αρχές της προλεταριακής αλληλεγγύης και του διεθνισμού αποτελούν τα θεμέλια, όμως το οικοδόμημα δεν αποτελείται μόνο από θεμέλια. Και εδώ παίζει το κόμμα της εργατικής τάξης καθοριστικό ρόλο, γιατί είναι το μόνο που μπορεί να οδηγήσει τις μάζες στην ολόπλευρη συνειδητοποίηση του ρόλου τους στην ιστορία και την κοινωνία. Οι Θέσεις του 17ου Συνεδρίου δίνουν ορισμένες πρώτες κατευθύνσεις, θα χρειαστεί όμως πολύ δουλιά ακόμα και συνεχής επιμονή και επιστημονική θεώρηση, ανάλυση των εξελίξεων χωρίς φόβο και παρωπίδες, με τη σιγουριά του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης.