Μολονότι η όποια άμεση αναφορά στη φιλοσοφία είναι, όπως περιγράψαμε παραπάνω, περιορισμένη, αφθονούν οι περιπτώσεις που φιλοσοφικές αντιλήψεις περνούν μέσα από τα μαθήματα του κύριου γνωστικού αντικειμένου. Η πρακτική αυτή διευκολύνει την πλατιά διάδοση της αστικής ιδεολογίας και την επίθεση στο διαλεκτικό υλισμό. Στη συνέχεια εξετάζουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα που δείχνουν πώς σπέρνονται ιδεαλιστικά ιδεολογήματα, ακόμα και ακραία σκοταδιστικά, για να αμφισβητηθεί η αντικειμενική ύπαρξη του κόσμου, η γνωσιμότητά του, ο χαρακτήρας της επιστημονικής αλήθειας, η σχέση της επιστημονικής γενίκευσης με την πράξη.
ΦΥΣΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Το πιο κρίσιμο ζήτημα στη φιλοσοφική προσέγγιση των φυσικών επιστημών είναι η σχέση των φυσικών νόμων, που πηγάζουν από την επιστημονική γενίκευση κατά τη μελέτη των φαινομένων, με την αντικειμενική πραγματικότητα. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο παίζει η μεγάλη επιρροή του θετικισμού και κυρίως του λογικού, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Πιο συγκεκριμένα, οι φυσικοί νόμοι δεν αντιμετωπίζονται ως προϊόν της οργανωμένης προσπάθειας του ανθρώπου να ανακαλύψει την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά θεωρούνται ως προσωρινά λογικά σχήματα που η εγκυρότητά τους επαφίεται στο λογικό21 έλεγχο της εμπειρίας. Ετσι στρεβλώνεται ο ρόλος των φυσικών επιστημών, ο οποίος είναι η διείσδυση στην ουσία των φαινομένων, αφού αυτή δεν είναι προσβάσιμη από την εμπειρία των θετικιστών. Επομένως, οι νόμοι των φυσικών επιστημών αποκόπτονται από τη φύση και τις νομοτέλειές της, χάνουν το περιεχόμενό τους, δεν μπορούν να μπουν σε διαδικασία επαλήθευσης.
Σε αυτή την τάση καθοριστικό ρόλο παίζει η φιλοσοφική αντιμετώπιση των μαθηματικών, γιατί -ως ποσοτική έκφραση των νόμων κίνησης της φύσης- είναι αναπόσπαστο στοιχείο όλου του φάσματος των φυσικών επιστημών. Οι μαθηματικές θεωρίες προσεγγίζονται «αξιωματικά», αποκομμένες από τη σχέση τους με την αντικειμενική πραγματικότητα, θεωρούνται «καθεαυτές αντικείμενα σπουδής»22 και η ορθότητά τους έγκειται στην πληρότητα ή μη μιας κατάλληλης διαδικασίας επαληθευσιμότητας23. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την εισαγωγή στις «μεγάλες επιστημονικές ανακατατάξεις» των μαθηματικών: «Οι εξελίξεις στα μαθηματικά χαρακτηρίζονται από τη δημιουργία των μη Ευκλείδειων γεωμετριών και την προσπάθεια αριθμοποίησης της Ανάλυσης, με σκοπό να αποβάλει αυτή κάθε έννοια κίνησης και χρόνου. Τίθενται πλέον τα θεμέλια της σύγχρονης άποψης για την “αξιωματικοποίηση”»24.
Τα μαθηματικά, παρόλο το μεγάλο βαθμό αφαίρεσης που έχουν, όταν δεν αντιμετωπίζονται αποκομμένα από τους νόμους της φύσης, έχουν καθοριστική συμβολή στην ποσοτική τους έκφραση. Μέσα από τους «μαθηματικοποιημένους» νόμους προσπαθούμε να υπολογίσουμε ποσοτικά στοιχεία των φυσικών διαδικασιών, να τις εξηγήσουμε, στην προσπάθειά μας να επέμβουμε στη φύση ώστε να βελτιώσουμε τους υλικούς όρους διαβίωσής μας. Για παράδειγμα οι λύσεις της εξίσωσης του Schrödinger μας δίνουν τους κβαντικούς αριθμούς, η κατανομή Boltzman την κατανομή της ταχύτητας των μορίων ενός αερίου, ο ρυθμός μεταβολής της συγκέντρωσης ενός αντιδρώντος την ταχύτητα μιας αντίδρασης.
ΥΛΗ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Η διατύπωση της σχέσης E=mc2, στα πλαίσια της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας, έδωσε λαβή σε μια σειρά ιδεαλιστές φιλοσόφους και επιστήμονες, στρεβλώνοντας το νόημά της, να ισχυρισθούν ότι ουσιαστικά τα πάντα είναι ενέργεια και ότι η ύλη δεν υπάρχει. Με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ενέργεια δεν υπάρχει και ότι τα πάντα είναι ύλη. Το ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν εμφανίστηκαν κάνει ολοφάνερη την ιδεολογική σκοπιμότητα αυτών που ισχυρίζονται την ανυπαρξία της ύλης.
Τέτοιες αποφάνσεις «ενεργητικής» αποτελούν λαθροχειρίες. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για σκόπιμη παρερμηνεία φυσικών μεγεθών και ανακάτεμα ή ταύτισή τους με φιλοσοφικές κατηγορίες που είναι γενικότερες των φυσικών εννοιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζουμε γίνεται ταύτιση της φυσικής έννοιας της μάζας με τη φιλοσοφική έννοια (κατηγορία) της ύλης, με την ταυτόχρονη υπόθεση ότι η ενέργεια είναι άρνηση της ύλης.
Ετσι η μάζα, από μέτρο της αδράνειας ενός σώματος, της αντίστασής του στην αλλαγή της κινητικής του κατάστασης, μετατρέπεται σε (κατά Νεύτωνα25) «ποσό ύλης που περιέχει αυτό το σώμα». Αυτός ο δεύτερος ορισμός θα μπορούσε ίσως να είναι αποδεκτός την εποχή του Νεύτωνα, όχι όμως και σήμερα που ξέρουμε (εδώ και ένα αιώνα) ότι υπάρχει ύλη χωρίς μάζα (π.χ. τα φωτόνια). Κατά συνέπεια η ύλη, ως φιλοσοφική κατηγορία που δηλώνει ότι υπάρχει αντικειμενικά (βλ. παραπάνω,) δεν ταυτίζεται με τη φυσική έννοια της μάζας.
Από την άλλη μεριά η ενέργεια, από έκφραση της κίνησης της ύλης, μεταμορφώνεται σε ένα μυστικιστικό, άυλο και αβαρές ρευστό, αντίστοιχο με το φλόγιστον, στο οποίο αποδίδονταν η θερμική ενέργεια πριν την ωρίμανση της θερμοδυναμικής το 19ο αιώνα και της στατιστικής φυσικής. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι απαραίτητο για να ανθίσει μια τέτοια αλχημεία είναι να αντιμετωπίζει κάποιος την κίνηση (οπότε αναπόφευκτα και την ενέργεια) ως κάτι ξένο προς την ύλη, κάτι που της επιβάλλεται από έξω, όπως κάνει η μηχανιστική κοσμοαντίληψη. Ομως η ενέργεια έχει πάντα υλικό φορέα, είτε αυτός είναι σωμάτιο με μάζα είτε είναι φωτόνιο ή πεδίο χωρίς μάζα. Βέβαια, η επιστημονική αντιμετώπιση της φιλοσοφικής κατηγορίας της ύλης δεν είναι βολική για τους ιδεαλιστές, οπότε τα φωτόνια και γενικότερα τα πεδία τα χρίζουν άυλα.
Ταυτίζοντας μάζα και ύλη, ανάγοντας μια επιμέρους ιδιότητα (όπως η μάζα) σε καθολικό χαρακτηριστικό της ύλης και λέγοντας ότι η ενέργεια δεν είναι υλική οντότητα, μπορεί κάποιος να βγάλει το συμπέρασμα πως ό,τι δεν έχει μάζα, δεν είναι ύλη. Από εκεί ξεκινούν εκφράσεις όπως «διάλυση της ύλης στην ενέργεια», «εξαΰλωση», «αφυλοποίηση». Επομένως, αποφάνσεις όπως η ακόλουθη του Heisenberg26: «όλα τα στοιχειώδη σωματίδια είναι καμωμένα από το ίδιο υλικό, που μπορούμε να το ονομάσουμε τώρα ενέργεια»27 γίνονται εκ του πονηρού. Εξάλλου, ο Heisenberg ήταν γνωστός οπαδός του Πλάτωνα και θαυμαστής του Kant.
Δύσκολα μπορεί να βρεθεί σύγγραμμα που πραγματεύεται τη Θεωρία της Σχετικότητας ή τη σωματιδιακή φυσική και να μη χρησιμοποιεί τους (λαθεμένους, όπως προείπαμε) όρους «αφυλοποίηση» ή «εξαΰλωση», όταν περιγράφει τη διαδικασία μετασχηματισμού σωματίων και αντισωματίων σε φωτόνια. Αυτό το συναντάμε και στα σχολικά βιβλία: «Το 1905 ο Αλβέρτος Αϊνστάιν απέδειξε ότι πολύ μικρές ποσότητες ύλης μπορεί να μετατρέπονται σε τεράστιες ποσότητες ενέργειας»28.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η σχέση ενέργειας - μάζας αποτελεί αποτέλεσμα της φυσικής της τετραορμής (τανυστής ορμής - ενέργειας). Αυτό το σχετικιστικό μέγεθος και οι ιδιότητές του εκφράζουν ενοποιημένα τις κλασσικές αρχές διατήρησης της ενέργειας και της ορμής. Η αφθαρσία της μορφής της κίνησης της ύλης που εξετάζει η φυσική εκφράζεται με τη διατήρηση της τετραορμής. Η αλληλομετατροπή των μορφών ύπαρξης της ύλης και της κίνησής της, που κλείνει στο εσωτερικό της η προαναφερθείσα αφθαρσία, εκφράζεται σε επίπεδο φυσικής υψηλών ενεργειών με τις αλληλεπιδράσεις και τους μετασχηματισμούς στοιχειωδών σωματίων. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι η διατήρηση της ενέργειας ήταν υπό συνεχή αμφισβήτηση μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, από μια μερίδα της επιστημονικής κοινότητας που ήθελε να δείξει ότι η κίνηση καταστρέφεται.
Κλείνοντας αυτή την ενότητα, θα αναφερθούμε στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας που περιγράφει το βαρυτικό πεδίο. Η μορφή του χώρου (καμπυλότητα) καθορίζεται από την παρουσία τόσο της ύλης που έχει μάζα όσο και της ύλης που δεν έχει μάζα. Ξεπερνώντας τα Νευτώνεια απόλυτα ή τα Καντιανά apriori, βλέπουμε εδώ μια επιμέρους έκφραση της θέσης του διαλεκτικού υλισμού ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι αντικειμενικές μορφές ύπαρξης της κινούμενης ύλης. Σαν τέτοιες είναι αναπόφευκτος ο καθορισμός ιδιοτήτων τους, από ιδιότητες της κινούμενης ύλης, όπως ο καθορισμός της καμπυλότητας του χώρου από το ποσό μάζας και ενέργειας που φέρουν τα σωματίδια.
ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ
Πολύ σοβαρές λαθροχειρίες γίνονται στο πλαίσιο της συζήτησης των κοσμολογικών μοντέλων και κυρίως του πιο διαδεδομένου μοντέλου, που έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζεται ως Μεγάλη Εκρηξη. Πριν εξετάσουμε όμως τις λαθροχειρίες είναι αναγκαίο να περιγράψουμε σύντομα την επιστημονική πλευρά.
Η κοσμολογία επιχειρεί να περιγράψει τη συμπεριφορά της ύλης ως ενιαίο σύνολο και σε μεγάλη κλίμακα, τόσο στο χώρο (σε κλίμακα πολύ μεγαλύτερη από την απόσταση ανάμεσα στα γαλαξιακά σμήνη) όσο και στο χρόνο (σε κλίμακα πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία των αστεριών και των γαλαξιών). Το εγχείρημα δεν είναι καθόλου απλό και στηρίζεται στην παρατήρηση, στη θεωρία και σε υποθέσεις.
Τα παρατηρησιακά δεδομένα που έχουν κοσμολογικές συνέπειες είναι κυρίως τα εξής τρία: α) Η απομάκρυνση των μακρινών γαλαξιών με ταχύτητα που μεγαλώνει με την απόσταση. Αυτό οδηγεί στην έννοια της διαστολής του σύμπαντος, τουλάχιστον στη σημερινή εποχή. β) Η ασθενής ακτινοβολία που παρατηρείται σε κάθε διεύθυνση του ουρανού (ακτινοβολία υποβάθρου, αντιστοιχεί σε ακτινοβολία μέλανος σώματος με θερμοκρασία 3 βαθμούς Κέλβιν) και γ) η ποσότητα του στοιχείου ήλιου, που είναι πολύ μεγαλύτερη από όση θα μπορούσε να προέλθει από τη σύντηξη του υδρογόνου στο εσωτερικό των αστεριών. Τα δύο τελευταία στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σύμπαν πέρασε από μια φάση υψηλής θερμοκρασίας και πυκνότητας.
Το θεωρητικό εργαλείο της κοσμολογίας είναι όλη η φυσική, ιδιαίτερα η γενική θεωρία της σχετικότητας ως θεωρία για τη βαρύτητα και τη γεωμετρία του χώρου.
Η θεωρία και η παρατήρηση δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις χωρίς παραπέρα υποθέσεις, επί πλέον της βασικής υπόθεσης ότι οι φυσικοί νόμοι είναι αναλλοίωτοι στο χώρο και το χρόνο. Εδώ έχει κανείς να επιλέξει ανάμεσα σε δύο αρχές: α) τη λεγόμενη κοσμολογική αρχή που δέχεται ότι το σύμπαν, σε μεγάλη κλίμακα, είναι ομογενές και ισότροπο. Η κοσμολογική αρχή συνεπάγεται ότι ένας παρατηρητής, σε κάποια συγκεκριμένη χρονική φάση της εξέλιξης του σύμπαντος, θα έχει την ίδια εικόνα του σύμπαντος κοιτάζοντας σε οποιαδήποτε διεύθυνση στον ουρανό, σε όποιο σημείο του σύμπαντος και αν βρίσκεται, β) τη λεγόμενη τέλεια κοσμολογική αρχή που επεκτείνει την ομοιογένεια στο χρόνο, υποθέτει δηλαδή ότι το σύμπαν είναι, σε μεγάλη κλίμακα, αναλλοίωτο όχι μόνο ως προς το χώρο αλλά και το χρόνο. Οι υποθέσεις αυτές δεν αποδεικνύονται, ελέγχονται όμως από τα παρατηρησιακά δεδομένα. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι σε όλα τα κοσμολογικά μοντέλα δέχονται μία ακόμα υπόθεση, η οποία δε διατυπώνεται ανοιχτά: ότι με βάση την εικόνα που έχουμε για την περιοχή του σύμπαντος, στην οποία έχουμε πρόσβαση με τις παρατηρήσεις μας (η οποία είναι βέβαιο ότι είναι πεπερασμένη τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο), μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τη συμπεριφορά του συνόλου της ύλης.
Οι δύο παραπάνω υποθέσεις οδηγούν σε δύο οικογένειες μοντέλων. Η τέλεια κοσμολογική αρχή οδηγεί στα μοντέλα σταθερής κατάστασης. Για να διατηρηθεί η εικόνα του σύμπαντος αναλλοίωτη στο χρόνο με δεδομένη τη διαστολή, τα μοντέλα αυτά οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι ύλη δημιουργείται συνεχώς από το μηδέν. Αυτό το απαράδεκτο για την υλιστική φιλοσοφία συμπέρασμα δεν ενοχλεί καθόλου την κυρίαρχη ιδεολογία. Εν τούτοις τα μοντέλα σταθερής κατάστασης βρίσκονται μάλλον στο περιθώριο της κοσμολογίας, επειδή δεν προβλέπουν θερμή και πυκνή φάση στο σύμπαν και κατά συνέπεια δεν μπορούν να ερμηνεύσουν ούτε την ακτινοβολία υποβάθρου ούτε την περιεκτικότητα σε ήλιο.
Τα μοντέλα που δέχονται την κοσμολογική αρχή οδηγούν στο συμπέρασμα, ξεκινώντας από τη διαστολή, ότι στο παρελθόν η απόσταση ανάμεσα σε δύο τυχόντα σημεία του σύμπαντος (π.χ. δύο μακρινούς γαλαξίες, αυτό ονομάζεται παράγοντας κλίμακας) μικραίνει. Μικρότερος παράγοντας κλίμακας σημαίνει μεγαλύτερη μέση πυκνότητα και μεγαλύτερη θερμοκρασία, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σύμπαν πέρασε στο παρελθόν από μια θερμή και πυκνή φάση, όπως απαιτούν τα παρατηρησιακά δεδομένα της ακτινοβολίας υποβάθρου και της περιεκτικότητας σε ήλιο. Ομως τα μοντέλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, σε πεπερασμένο χρόνο στο παρελθόν, ο παράγοντας κλίμακας μηδενίζεται και η ύλη είχε άπειρη πυκνότητα και άπειρη θερμοκρασία. Αυτό το ανώμαλο σημείο (singularity) υπολογίζεται ότι συνέβη περίπου 15 δισεκατομμύρια χρόνια πριν από την εποχή μας.
Ετσι και τα δύο μοντέλα οδηγούν σε αφύσικα συμπεράσματα. Το πιο φυσιολογικό σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να αναζητήσει κανείς την πηγή του προβλήματος, είτε στη θεωρία ή στην παρατήρηση ή στις συμπληρωματικές υποθέσεις. Εν τούτοις η κυρίαρχη ιδεολογία βρήκε ελκυστικό το ανώμαλο σημείο και το χρησιμοποίησε για να χτίσει ένα ολόκληρο ιδεαλιστικό - μεταφυσικό οικοδόμημα με θεολογικές επεκτάσεις. Το ανώμαλο σημείο που προκύπτει από τη θεωρία δεν αντιμετωπίστηκε ως αποτέλεσμα ανεπάρκειας του μοντέλου ή έστω ως μια κατάσταση που για την περιγραφή της δεν έχουμε εργαλεία, αλλά ως αποδεδειγμένη αλήθεια. Εδώ βρίσκεται η βασική λαθροχειρία. Ξεκινώντας από αυτή την αντιεπιστημονική προσέγγιση, η κυρίαρχη ιδεολογία προχωράει στο να θεωρήσει το ανώμαλο σημείο ως απόδειξη ότι η ύλη και ο χρόνος έχουν αρχή, πράγμα που δεν απέχει πολύ από τις αντιλήψεις περί κτίσεως κόσμου που βρίσκει κανείς σε όλες τις θεολογίες και τις μυθολογίες.
Το οικοδόμημα συμπληρώνεται από τον όρο Μεγάλη Εκρηξη (bigbang), που υιοθετήθηκε όχι μόνο για την περιγραφή του ανώμαλου σημείου αλλά και ολόκληρου του κοσμολογικού μοντέλου. Είναι μάλλον φανερή η σύγχυση που προκαλεί ο όρος «έκρηξη», που υποδηλώνει ότι κάτι που βρισκόταν σε ηρεμία υπέστη απότομη και ριζική αλλαγή. Ετσι φτάνουν σε συμπεράσματα όπως: «πριν από την Μεγάλη Εκρηξη δεν υπήρχε χρόνος αλλά ούτε και χώρος»29, οπότε «για εμάς... δεν φαίνεται να έχει ουσιαστικό νόημα τι υπήρχε πριν»30. Είναι όμως φανερό το ότι αν δεν μπορεί να περιγράψει κανείς μια κατάσταση όπως αυτή του ανώμαλου σημείου, δεν μπορεί να περιγράψει τι έγινε πριν.
Η ερμηνεία που δίνεται στο κοσμολογικό μοντέλο της Μεγάλης Εκρηξης αποτελεί έκφραση, σε επίπεδο φυσικής, της βασικής θέσης του αντικειμενικού ιδεαλισμού για τη δημιουργία του υλικού κόσμου από κάτι εξωκοσμικό και προφανώς άυλο - πνευματικό. Σημειώνουμε επίσης ότι ενώ γίνεται αποδεκτή η αντικειμενική ύπαρξη του κόσμου, όπως επίσης και η αιτιοκρατία, αυτό γίνεται από τη σκοπιά του (αντικειμενικού) ιδεαλισμού, που αρνείται ότι ο υλικός κόσμος είναι αιτία του εαυτού του -όπως έλεγε ο Σπινόζα- και ισχυρίζεται ότι χρειάζεται μια άυλη, δηλαδή πνευματική, Πρώτη Αιτία.
Ποια θα μπορούσε να είναι μια ολοκληρωμένη τοποθέτηση για τα αδιέξοδα της κοσμολογίας από την υλιστική - διαλεκτική πλευρά; Η λύση δε βρίσκεται στη συνολική απόρριψη του εξελικτικού μοντέλου, αφού ερμηνεύει πολλά παρατηρησιακά δεδομένα, ούτε βέβαια στην υιοθέτηση του αντιδιαλεκτικού μοντέλου της σταθερής κατάστασης. Οπως αναφέραμε παραπάνω, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το όποιο αδιέξοδο (στην προκείμενη περίπτωση το ανώμαλο σημείο) ως αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά οφείλουμε να αναζητήσουμε την προέλευσή του στην ανεπάρκεια της γνώσης μας: ανεπάρκεια της θεωρίας, της παρατήρησης ή στις συμπληρωματικές υποθέσεις. Δε μας διαφεύγει ότι η γνώση είναι πάντοτε αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ως εκ τούτου είναι περιορισμένη, αλλά επιδέχεται βελτίωση. Μια μελλοντική βελτίωση της θεωρητικής ανάλυσης ενδεχόμενα θα μπορούσε να αποφύγει την ανωμαλία. Ενα άλλο ενδεχόμενο είναι ότι η τοπική εικόνα που έχουμε για το σύμπαν να μην επαρκεί, οπότε το όλο εγχείρημα δεν περιγράφει το σύμπαν αλλά τη γειτονιά μας. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπονται επεκτάσεις πέρα από τα όρια ισχύος των φυσικών νόμων, πολύ περισσότερο μη φυσικές, θεολογικές ερμηνείες.
Η θεωρία της Μεγάλης Εκρηξης αποτελεί παράδειγμα αναγωγισμού, δηλαδή γενίκευσης πέραν των ορίων εφαρμογής των φυσικών νόμων. Τέτοια απομάκρυνση από την επιστημονική μέθοδο δεν εκδηλώνεται μόνο στην περίπτωση που εξετάζουμε. Ενώ όλοι απορρίπτουν το μηχανιστικό κοσμοείδωλο που προσπάθησε να περιγράψει τη φύση, τους ζωντανούς οργανισμούς και τον άνθρωπο με τους νόμους της μηχανικής, βλέπουμε παρόμοιες προσπάθειες αναγωγής στην ερμηνεία της κοινωνικής εξέλιξης με το 2ο νόμο της θερμοδυναμικής ή με μη γραμμικές εξισώσεις συγγενικές του αρμονικού ταλαντωτή, στη διερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης με την κβαντομηχανική ή στην περιγραφή του σύμπαντος με την κβαντομηχανική. Οι ανώτερες μορφές κίνησης δεν μπορούν να αναχθούν στις κατώτερες, τις οποίες εμπεριέχουν σαν στοιχεία.
Μπορεί από τα παραπάνω να βγάλει κάποιος το συμπέρασμα ότι είναι εύκολο να κάνει ένας επιστήμονας λάθος, αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι η απόσταση μεταξύ επιστημονικής γενίκευσης και κομπογιαννιτισμού είναι τεράστια. Στην ερμηνεία των νόμων που ανακαλύπτουν οι επιστήμες, η φιλοσοφία παίζει καθοριστικό ρόλο, καθιστώντας κάποια ερμηνεία σωστή και γόνιμη, ενώ άλλη εσφαλμένη και αποπροσανατολιστική.
Ο ΘΕΪΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ: Η ΑΝΘΡΩΠΙΚΗ ΑΡΧΗ
Η λεγόμενη Ανθρωπική Αρχή συνιστά προχωρημένο σύμπτωμα υποκειμενικού ιδεαλισμού. Θα αναφέρουμε τη διατύπωση «το σύμπαν πρέπει να έχει αυτές τις ιδιότητες που επιτρέπουν στη ζωή (συγκεκριμένα, στο ανθρώπινο είδος) να αναπτυχθεί στο εσωτερικό του, σε κάποιο στάδιο της ιστορίας του»31, που προκύπτει από το «ότι παρατηρούμε το σύμπαν σε μια ειδική χρονική περίοδο»32, η οποία «προκύπτει από την αναγκαιότητα ειδικών συνθηκών που ευνοούν την εξέλιξη της ζωής»33. Παράδειγμα εφαρμογής είναι η ακόλουθη «εξήγηση» του γιατί η «ηλικία» του σύμπαντος είναι περίπου 15 δισ. έτη: Γιατί τόσα περίπου χρόνια χρειάζονται για να αναπτυχθεί η νοήμων ζωή (εμείς)34. Ή αλλιώς, οι «αρχικές συνθήκες» της Μεγάλης Εκρηξης ήταν τέτοιες, γιατί διαφορετικά δε θα ήμασταν εδώ.
Ετσι, για τους υποστηρικτές της ανθρωπικής αρχής, το σύμπαν κατασκευάστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να αναπτυχθούν οι μεγάλης κλίμακας δομές που παρατηρούμε (γαλαξίες κλπ.), αυτές να έχουν τέτοια εξέλιξη για να προκύψει ένα κατάλληλο ηλιακό σύστημα, στο οποίο θα αναδυθεί ζωή και εντέλει (υπό τις κατάλληλες συνθήκες) ο άνθρωπος. Η αναβίωση αυτή του Καρτεσιανισμού μάς λέει ουσιαστικά ότι η παρατηρούμενη «τελειότητα» του σύμπαντος είναι αποτέλεσμα - μαρτυρία σκοπού, ενώ αυτός δεν μπορεί παρά να έρθει έξω από τον κόσμο.
Στην πραγματικότητα η εν λόγω «αρχή» δεν εξηγεί τίποτα. Η σύνθεσή της (όπως και η επίκλησή της) γίνεται λόγω του κραυγαλέου τελεολογικού χαρακτήρα της (δηλαδή την ύπαρξη σκοπού, βάσει του οποίου γίνονται όλα), εισάγοντας τη «θεία βούληση» στην ερμηνεία του κόσμου πολύ πιο έντονα. Αυτός είναι και ο λόγος που η επίκλησή της υποτίθεται ότι αποτελεί εξαίρεση. Το ότι όλα τα παρακλάδια του ιδεαλισμού καταλήγουν στο θεό φαίνεται για όσους υιοθετούν τη δημιουργία του κόσμου, στην έκφρασή της στη φυσική (τη Μεγάλη Εκρηξη): «Μπορούμε πάντα να στραφούμε προς την ανθρωπική αρχή, για να διαλέξουμε ένα μοναδικό παρελθόν του σύμπαντος. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, θα πρέπει να υπήρχε ένα καθιερωμένο μοντέλο μεγάλης έκρηξης», καταλήγοντας «ανάμεσα από ένα τεράστιο φάσμα δυνατών επιλογών, μονάχα το καθιερωμένο (stan-dard) μοντέλο της μεγάλης έκρηξης προσφέρει τη δυνατότητα ενός περιβάλλοντος φιλικού στην εξέλιξη της ζωής»35.
Η λαθροχειρία που κάνουν οι υποστηρικτές της ανθρωπικής αρχής έγκειται στην αντιστροφή αιτίας και αποτελέσματος. Η εμφάνιση του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης κατάλληλων συνθηκών στη γη. Κάτω από ευνοϊκές συνθήκες η ύλη οργανώνεται σε πιο πολύπλοκες μορφές: από την ανόργανη ύλη προκύπτει η ζωή, από αυτήν η νοήμων ζωή, από αυτήν η κοινωνία. Κάθε μορφή οργάνωσης έχει τη δική της κίνηση, διέπεται από τους δικούς της νόμους, στους οποίους εμπεριέχονται ως στοιχεία οι νόμοι των κατώτερων μορφών οργάνωσης. Αυτό δε σημαίνει ότι οι απλούστερες μορφές οργάνωσης και κίνησης υπάρχουν επειδή υπάρχουν οι πιο πολύπλοκες. Κατά συνέπεια δεν είναι η ύπαρξη του ανθρώπου που δημιούργησε την ύλη, αλλά η ύλη που δημιούργησε τον άνθρωπο.
ΥΛΗ, ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ
Λαμπρό παράδειγμα του πώς μπορούν οι φιλοσοφικές αντιλήψεις να επιδράσουν στην ερμηνεία μιας επιστημονικής θεωρίας, αλλά και οι ερμηνείες να στηρίξουν φιλοσοφικές θέσεις, αποτελεί η ερμηνεία της Σχολής της Κοπεγχάγης για την κβαντομηχανική.
Θα ξεκινήσουμε με μια απαραίτητη ιστορική αναδρομή. Η κβαντομηχανική αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα της αδυναμίας της κλασικής φυσικής να περιγράψει φαινόμενα σε ατομική και υπο-ατομική κλίμακα, όπως η δομή του ατόμου με ενεργειακές καταστάσεις καθορισμένης ενέργειας, το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, το φάσμα του μέλανος σώματος, φαινόμενα που αποκάλυψε η πειραματική διαδικασία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Από την άποψη αυτή η κβαντομηχανική, όπως εξάλλου και η θεωρία της σχετικότητας, συγκροτεί μια ανώτερου επίπεδου αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας από την κλασική φυσική.
Στην κλασσική φυσική συναντάμε τις εξιδανικεύσεις του σημειακού σωματιδίου και του κύματος. Το πρώτο στερείται διαστάσεων και τα χαρακτηριστικά μένουν αμετάβλητα, εκτός αν αλληλεπιδράσει με κάποιο άλλο σωματίδιο. Από την άλλη, το κύμα αντιπροσωπεύει μια άπειρη σε έκταση διαταραχή. Μέχρι το 1900 θεωρούνταν ότι από τη μια μεριά υπήρχε η ύλη (τα σώματα με μάζα, φορτίο κλπ.) και από την άλλη τα πεδία, μέσω των οποίων τα πρώτα αλληλεπιδρούσαν. Τα πρώτα αποτελούνταν από σωματίδια και τα δεύτερα ήταν κυματικές διαταραχές.
Το 1900 ο Planck36, για να ερμηνεύσει το φάσμα μέλανος σώματος, εισήγαγε την υπόθεση ότι οι ανταλλαγές ενέργειας γίνονταν κατά διακριτές ποσότητες (quanta ενέργειας) και όχι συνεχώς (κυματικά). Την υπόθεση του Planck την προχώρησε πιο πέρα ο Einstein37 το 1905, ο οποίος εξήγησε το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο με βάση τη σωματιακή φύση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (φωτόνια). Η κβάντωση της ενέργειας και της στροφορμής του ηλεκτρονίου στο άτομο (Bohr38 1913) εξηγούσαν γιατί τα τελευταία ήταν σταθερά και δεν κατέρρεαν, όπως προέβλεπε ο κλασσικός ηλεκτρομαγνητισμός. Το 1923 ο DeBroglie39 εισάγει την υπόθεση σωματίου - κύματος, σύμφωνα με την οποία σε κάθε σωμάτιο αντιστοιχεί ένα κύμα και υποδεικνύει ότι τα κυματικά μεγέθη (μήκος κύματος, συχνότητα) συνδέονται με τα σωματιδιακά (ενέργεια, ορμή) μέσω συγκεκριμένων σχέσεων.
Το 1926 ο Schrödinger40 διατύπωσε την ομώνυμη εξίσωση που έχει ως λύσεις τα κύματα του DeBroglie (Κυματική Μηχανική), ενώ πιο πριν, το 1925, ο Heisenberg είχε διατυπώσει τη Μηχανική Πινάκων. Οι δύο διατυπώσεις, όπως διαπιστώθηκε, ήταν ισοδύναμες, ενώ η ερμηνεία για το τι αντιπροσωπεύει το περίφημο κύμα δόθηκε από τον Born41 το 1926.
Η φυσική ερμηνεία της λύσης της εξίσωσης του Schrödinger (κυματοσυνάρτησης) είναι ότι αντιπροσωπεύει42 την πιθανότητα να βρούμε το σωματίδιο σε κάποιο σημείο. Η πιθανότητα να έχει κάποια συγκεκριμένη τιμή η ορμή του σωματίου δίνεται από το μετασχηματισμό Fourier της κυματοσυνάρτησης. Ετσι η κυματοσυνάρτηση προσδιορίζει την κατάσταση του σωματιδίου (θέση και ορμή), αυτό όμως πραγματοποιείται με τρόπο στατιστικό, αφού εμπλέκει πιθανότητες. Πρόκειται δηλαδή για ερμηνεία που έχει νόημα μόνον όταν εξετάζει κανείς ένα μεγάλο πλήθος από σωμάτια που όλα περιγράφονται από την ίδια κυματοσυνάρτηση, ενώ δεν έχει νόημα στην περίπτωση ενός μεμονωμένου σωματίου. Ο γραμμικός χαρακτήρας της εξίσωσης του Schrödinger κάνει δυνατή την επαλληλία43 (άθροισμα) λύσεων με διαφορετικά κυματικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν κυματοπακέτο (ή κυματοδέσμη).
Σημειώνουμε ότι η κβαντομηχανική διατυπώθηκε στην περίοδο του μεσοπολέμου με κυρίαρχο ρεύμα στην αστική φιλοσοφία το θετικισμό του «Κύκλου της Βιέννης» (βλ. παραπάνω), ο οποίος είχε διάφορες πτέρυγες - αποχρώσεις. Προφανώς, ο θετικισμός ήταν κυρίαρχο ρεύμα και στις επιστήμες, όπως είναι και τώρα. Επειδή όμως δεν ήταν το μοναδικό ρεύμα, οι επιστήμονες, πρώτα από όλα αυτοί που δούλευαν πάνω στην καινούργια θεωρία, χωρίστηκαν σε δυο παρατάξεις, ανάλογα με την ερμηνεία που έδιναν στους νόμους της κβαντικής μηχανικής. Η μια ονομάστηκε Σχολή της Κοπεγχάγης (θα αναφέρεται ως ΣτΚ, με πρωταγωνιστές τους Heisenberg, vonNeumann44 και Dirac45), και η άλλη Ρεαλιστική Σχολή (Einstein, Schrödinger, DeBroglie [μέχρι το ’27 και μετά το ’52 - στο μεσοδιάστημα είχε υιοθετήσει την ερμηνεία της ΣτΚ], Planck κ.ά.). Η πρώτη επιβλήθηκε, λόγω της κυριαρχίας του θετικισμού.
Από παλιά υπάρχει η αντίληψη ότι η ΣτΚ, αποστασιοποιήθηκε από τον Κύκλο της Βιέννης στον οποίο άσκησε (δήθεν) κριτική 46, 47. Αμα κάποιος δει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, η κριτική αυτή ήταν στο ίδιο μήκος κύματος με αυτή που έκανε η μια πτέρυγα του Κύκλου στην άλλη, δηλαδή κριτική από τη σκοπιά του θετικισμού του ενός στο θετικισμό του άλλου, που δε μας πηγαίνει μακρύτερα από τον υποκειμενικό ιδεαλισμό.
Γενικά οι θετικιστές, ξεκινώντας από το ζήτημα της γνωσιμότητας του κόσμου, δηλαδή από το ποια είναι η σχέση των ιδεών μας και της γνώσης μας για τον κόσμο με τον ίδιο τον κόσμο και αν μπορεί η νόησή μας να τον γνωρίσει, αρνούνται την αντικειμενική ύπαρξη του κόσμου, δηλαδή την ύπαρξή του πέρα και ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας. Στον άυλο κόσμο της ιδεατής εμπειρίας δεν έχουν θέση οι νομοτέλειες, οι νόμοι, αλλά μόνο οι συμπτώσεις, οι συλλογές «ομοειδών» δεδομένων και το τυχαίο (random). Η ελευθερία (με βάση την αστική ιδεολογία) του ανθρώπου προέρχεται από την «ελευθερία» του ηλεκτρονίου.
Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τις βασικές θέσεις της κυρίαρχης ερμηνείας της κβαντομηχανικής. Θα αναφερθούμε σε τέσσερα επιμέρους θέματα: την αρχή της αβεβαιότητας, την αρχή της ανυπαρξίας των μη παρατηρήσιμων μεγεθών, την αρχή της συμπληρωματικότητας και την αρχή του μη διαχωρίσιμου συστήματος - παρατηρητή.
Η κβαντομηχανική ξεχωρίζει κάποια ζεύγη φυσικών μεγεθών που οι κυματοσυναρτήσεις τους συνδέονται μέσω μετασχηματισμού Fourier (π.χ. θέση - ορμή, ενέργεια - χρόνος), τα οποία ονομάζει συζυγή. Λόγω της τέτοιας σύνδεσης των συζυγών μεγεθών, το γινόμενο της διασποράς τους δεν μπορεί να είναι μικρότερο από μια συγκεκριμένη τιμή και αυτό συγκροτεί την αρχή της αβεβαιότητας (ή απροσδιοριστίας) που διατύπωσε πρώτος ο Heisenberg48.
Συμπέρασμα (για κάποιους): δεν μπορούμε να μετρήσουμε δυο συζυγή μεγέθη ενός σωματίου (όπως θέση και ορμή) με ακρίβεια μεγαλύτερη από όση επιτρέπουν οι σχέσεις αβεβαιότητας. Αυτό συναντάται και σε βιβλίο του Λυκείου: «Είναι αδύνατο να προσδιορίσουμε με ακρίβεια συγχρόνως τη θέση και την ορμή ενός μικρού σωματιδίου π.χ. ηλεκτρόνιο»49, χωρίς να δίνει τη στατιστική ερμηνεία, με αποτέλεσμα ο μαθητής να «βοηθιέται» στην εξαγωγή αγνωστικιστικών συμπερασμάτων.
Η ΣτΚ μάς λέει ότι οι στατιστικές διασπορές στην περίπτωση των ανισοτήτων Heisenberg πηγάζουν από την αδυναμία προσδιορισμού των μεγεθών των μεμονωμένων (individual) σωματίων, αγνοώντας ότι αναφέρονται στη στατιστική συμπεριφορά ενός πολυάριθμου συνόλου σωματίων. Το ίδιο υποστηρίζουν για τις πιθανότητες που υπολογίζουμε από τη λύση της εξίσωσης Schrödinger.
Το ότι μια «ίδια» κατάσταση μετατρέπεται σε μείγμα διαφορετικών καταστάσεων (αναγωγή ή κατάρρευση της κυματοδέσμης), είναι για τη ΣτΚ απόδειξη του ιντετερμινισμού. Βασικό όπλο όμως της ΣτΚ κατά της αιτιοκρατίας είναι οι ίδιες οι σχέσεις αβεβαιότητας, με την ερμηνεία που παρουσιάστηκε στις προηγούμενες παραγράφους, δηλαδή της αδυναμίας ταυτόχρονης μέτρησης συζυγών μεγεθών. Εν τούτοις ούτε η κβαντομηχανική ούτε οι σχέσεις του Heisenberg αναιρούν τη σχέση αιτίου - αποτελέσματος, απλά τη διατυπώνουν με διαφορετικό τρόπο από τη μέχρι τότε φυσική. Να προσθέσουμε ότι η ίδια η εξίσωση του Schrödinger είναι ντετερμινιστική, αφού συνδέει το αποτέλεσμα (κυματοσυνάρτηση) με το αίτιο (δυναμικό), όπως π.χ. στην περίπτωση του ατόμου του υδρογόνου.
Η αναγωγή του ιντετερμινισμού και του πιθανοθεωρητικού χαρακτήρα του κβαντομηχανικού φορμαλισμού σε οντολογικές αρχές στα πλαίσια ιδεαλιστικών συστημάτων επιτυγχάνεται με παραβίαση της επιστημονικής μεθόδου έρευνας, με επιλεκτική μη εφαρμογή θεωριών (όπως η Σχετικότητα και η Στατιστική ερμηνεία του καταστατικού διανύσματος) όπου δε «βολεύει». Ακολουθούνται πρακτικές που καθοδηγούνται από έναν ωφελιμισμό που μπορεί να διατυπωθεί με τη φράση «αν αυτό που θέλουμε να δείξουμε αντιτίθεται στην πραγματικότητα, τότε τόσο το χειρότερο για την τελευταία» και είναι χαρακτηριστικές του θετικισμού. Η τοποθέτηση φραγμών στην ικανότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τον κόσμο και η «επανεμφάνιση» των αγνώσιμων πραγμάτων καθαυτών του Kant, γίνεται ως εξής: «Η σχέση αβεβαιότητας θέσης - ορμής είναι μια μόνο εξ ενός μεγάλου αριθμού παρόμοιων σχέσεων, οι οποίες φαίνεται να περιορίζουν τη γνώση μας για τον κόσμο»50.
Βασική για τη ΣτΚ είναι η αρχή της ανυπαρξίας των μη παρατηρήσιμων μεγεθών ή κατά την πιο sic διατύπωση: «δεν έχει νόημα να αποδίδουμε συγκεκριμένες τιμές σε μη μετρούμενες φυσικές ποσότητες»51. Σύμφωνα με αυτή, ένα μέγεθος μη μετρήσιμο ή που δεν έχει μετρηθεί, δεν υπάρχει. Κατά τους θετικιστές (προφανώς εδώ εντάσσεται και η ΣτΚ) η πραγματικότητα περιορίζεται στο σύνολο των δεδομένων52, ορίζοντας έτσι, για παράδειγμα, ένα σύστημα, ως ένα σύνολο μεταβλητών ή φτάνοντας στο συμπέρασμα: «Στις θετικές επιστήμες άρα και στην χημεία, η αλήθεια μετριέται»53.
Ιδού μια σειρά παραδείγματα εφαρμογής αυτής της αρχής: Αν δεν προβούμε σε μέτρηση της θέσης ενός σωματίου, αυτό δεν έχει καμία ή έχει εν δυνάμει άπειρες θέσεις (η κυματοσυνάρτησή του καταλαμβάνει όλο το χώρο). Για την περίπτωση των συζυγών μεγεθών θέση και ορμή, αν το κβαντικό σύστημα έχει καθορισμένη ορμή τότε δεν μπορεί να είναι πουθενά54. Κάτι μπορεί να είναι ή σωματίδιο ή κύμα (ανάλογα με το πείραμα). Οι λανθάνουσες παράμετροι (που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πληρέστερη περιγραφή των κβαντικών συστημάτων) δεν υπάρχουν γιατί δεν παρατηρούνται. Εν τούτοις, αυτοί που επαναλαμβάνουν διαρκώς τη φράση «η τροχιά του σωματιδίου πρέπει να απορριφθεί»55, δεν κοκκινίζουν όταν βλέπουν τροχιές σωματιδίων στις απεικονίσεις των καταμετρητών στους επιταχυντές.
Κατά τον Heisenberg, οι νόμοι και οι θεωρίες της φυσικής (όπως και των άλλων επιστημών) δεν είναι σχέσεις που ανακαλύπτουμε κατά προσέγγιση στην ίδια τη φύση, όπως νομίζουν αυτοί που έχουν ξεπερασμένες και παλιωμένες αντιλήψεις. Είναι τακτοποιήσεις και συνοψίσεις της εμπειρίας μας, βολικού χαρακτήρα όπως μας πληροφορούν οι vonNeumann και Dirac, καθώς και οι ορδές της υποκειμενικής υπόκλισης στην εμπειρία, από τον ιερέα Berkeley56 μέχρι σήμερα. Αναζητώντας παραπέρα τη γνωσιοθεωρία στην οποία στηρίζεται η ΣτΚ, βλέπουμε ότι θα περάσουμε από το 18ο αιώνα και τον Hume.
Πιο συγκεκριμένα γίνονται τα πράγματα με την ανάλυση της Αρχής της Συμπληρωματικότητας. Σύμφωνα με αυτή πρέπει να αρκεστούμε στις αμοιβαία αποκλειόμενες όψεις, εικόνες ή εκδηλώσεις, χωρίς να επιχειρούμε οποιαδήποτε σύνθεση των αντιθέτων ή πληρέστερη περιγραφή των φαινομένων.
Κατά τον Bohr, με την αρχή της επαλληλίας σχηματίζουμε τις κυματοδέσμες (ή κυματοπακέτα), που ταυτίζονται με τα σωμάτια, συνδέοντας έτσι τις δυο αντίθετες όψεις της πραγματικότητας. Ανάλογα με το είδος της παρατήρησης υπάρχει μια από τις δυο αμοιβαία αποκλειόμενες όψεις (κυματική ή σωματιδιακή). Κατά τον Heisenberg τα κβαντικά φαινόμενα περιγράφονται είτε χωροχρονικά (όταν γίνεται μέτρηση), αλλά τότε εκδηλώνεται η αρχή της αβεβαιότητας, είτε αιτιοκρατικά αλλά τότε η χωροχρονική περιγραφή γίνεται αδύνατη57. Οι κυματικές και σωματιδιακές όψεις δεν έρχονται σε σύγκρουση γιατί ποτέ δε συνυπάρχουν. «Το φως ... παρουσιάζει διττή φύση, σωματιδίου και κύματος. Βέβαια θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η φύση του ... είναι μια, απλώς άλλοτε εκδηλώνεται ο σωματιδιακός και άλλοτε ο κυματικός χαρακτήρας του, ανάλογα με τις πειραματικές συνθήκες»58.
Ομως η «σωτήρια» αρχή της συμπληρωματικότητας όχι απλά δε ρίχνει φως στα φυσικά φαινόμενα του μικρόκοσμου, αλλά τα συσκοτίζει. Η ερμηνεία της κυματοσυνάρτησης, που περιγράφηκε παραπάνω και υπάρχει σε κάθε βιβλίο κβαντομηχανικής, στηρίζεται στην αρχή της επαλληλίας και στην ανάλυση κατά Fourier, οι οποίες έχουν προφανή σημασία για συνεχή κυματικά φαινόμενα, αλλά στα πλαίσια μιας στατιστικής ερμηνείας στερούνται νοήματος για ένα ξεχωριστό σωμάτιο. Παρενθετικά, πρέπει να πούμε ότι η απόδειξη των σχέσεων του Heisenberg στηρίζεται στις παραπάνω μεθόδους 59 και γι’ αυτό η εξήγηση της κίνησης ενός μεμονωμένου σωματίου με αυτές είναι εσφαλμένη.
Η έννοια της κυματοδέσμης είναι ασυμβίβαστη με την πραγματική φύση των σωματίων. Κατά τον Schrödinger, «εφόσον ένα σωμάτιο -ένα ηλεκτρόνιο ή ένα πρωτόνιο- θεωρείται σταθερή οντότητα με την ατομική του ταυτότητα, δεν είναι δυνατό να το αντιληφθούμε με επάρκεια σαν κυματοδέσμη. Πράγματι, κατά κανόνα -εκτός από εξαιρέσεις τεχνητές, άρα χωρίς σημασία- δεν είναι δυνατόν να βρούμε κυματοδέσμες που να μη διασπείρονται τελικά σε ένα όλο και πιο μεγάλο όγκο μέσα στο χώρο»60. Η αναπόφευκτη διασπορά της κυματοδέσμης 61, 62 θα είχε σαν αποτέλεσμα (άμα αντιστοιχούσε σε πραγματική οντότητα) τη διάλυση του κόσμου μας σε έναν ωκεανό ανυπαρξίας.
Η ερμηνεία που δίνει η ΣτΚ στην κυματοδέσμη παραβιάζει (πέρα από το «χρυσό κανόνα»63 της ίδιας) τη στατιστική ερμηνεία, όταν εξετάζει με όρους στατιστικής και πιθανοτήτων όχι ένα σύνολο σωματίων αλλά ένα μοναδικό σωμάτιο. Οσον αφορά την αναγωγή της κυματοδέσμης, το ότι το αποτέλεσμα ενός πειράματος σε ένα σωμάτιο θα είναι μια μέτρηση, κατά την ΣτΚ, προκύπτει από μια «δράση από απόσταση» με «ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός», η οποία (δράση) όμως «δε θα μεταφέρει σήμα» προκαλώντας τη «στιγμιαία» (δηλαδή χωρίς χρονική διάρκεια), «αναίτια (acausal)» «κατάρρευση» της κυματοδέσμης. Καταρχάς, πρέπει να πούμε ότι τα περί υπερφωτεινού σήματος που δε φέρει πληροφορία (σήμα) και δεν μπορεί επομένως να προκαλέσει φυσικά φαινόμενα, αλλά «ανάγει» την κυματοδέσμη είναι σοφιστεία και έρχεται σε ευθεία ρήξη με τη Θεωρία της Σχετικότητας. Τα περί στιγμιαίων φαινομένων μάς πηγαίνουν πίσω στο μηχανιστικό ιδεαλισμό που δεχόταν Θεούς-Δαίμονες64 που «γνωρίζοντας στιγμιαία τις θέσεις και τις ταχύτητες όλων των σωμάτων, το παρελθόν όπως και το μέλλον είναι παρόν στα μάτια τους». Επίσης, «αναίτιο» δεν μπορεί να είναι κανένα φαινόμενο και συγκεκριμένα η αιτία είναι παρούσα: είναι η διαταραχή που προκαλεί η μετρητική διάταξη.
Η συμπληρωματικότητα επεκτείνεται στα ζεύγη των συζυγών μεγεθών και γενικεύεται περαιτέρω. Οπως λέει ο Bohr, η πρόταση «δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τη θέση και την ορμή ενός ηλεκτρονίου» θέτει αμέσως το ερώτημα για τη φυσική πραγματικότητα δυο τέτοιων κατηγορημάτων, για τα οποία μπορούμε να απαντήσουμε μόνο αναφερόμενοι σε αμοιβαία αποκλειόμενες συνθήκες65. Για τον Heisenberg η πραγματικότητα στο κβαντικό επίπεδο διαλύεται στην καθαρότητα των μαθηματικών μορφών. Βέβαια κατά τον ίδιο και το ταξίδι στο χρόνο είναι εφικτό. Τα κύματα πιθανότητας δεν αντιπροσωπεύουν μια πραγματικότητα με την κλασσική έννοια, αλλά τη «δυνατότητα» για μια τέτοια πραγματικότητα66. Ή διαφορετικά: «Το ότι τα κβαντικά συστήματα έχουν απροσδιόριστες πτυχές σημαίνει ότι υπάρχουν σαν δυνατότητες μάλλον παρά σαν πραγματικότητες. Αυτό τους δίνει την ιδιότητα να είναι κάτι που ενδεχομένως να συμβεί και όχι κάτι που είναι (υπάρχει)»67.
Η επισφράγιση των δεσμών της ΣτΚ με τον υποκειμενικό ιδεαλισμό γίνεται με την αρχή του μη διαχωρίσιμου κβαντικού συστήματος - παρατηρητή. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι το κβαντικό σύστημα υπό μελέτη, τα όργανα μέτρησης και ο παρατηρητής συνιστούν ένα ενιαίο και μη αναλύσιμο σύστημα. Αυτό ισχύει ακόμα και στην περίπτωση που το κβαντικό σύστημα αποτελείται από σωμάτια που είναι χωρικά απομακρυσμένα, απέχουν π.χ. έτη φωτός68, οπότε για να εξασφαλιστεί ο μη διαχωρισμός απαιτούνται αλληλεπιδράσεις άπειρης ταχύτητας (βλ. παραπάνω). Τα συστήματα που ταυτίζονται διαφέρουν ποιοτικά: το υπό μελέτη σύστημα είναι κβαντικό, το όργανο μακροσκοπικό, ο ανθρώπινος οργανισμός και η συνείδηση του παρατηρητή. Τέλος, ούτε ο ρόλος των συστημάτων είναι ο ίδιος: Τα φυσικά συστήματα που αλληλεπιδρούν ταυτίζονται με τον παρατηρητή που επεμβαίνει εκ των υστέρων.
Ο vonNeumann περιγράφει τη σχέση της γνώσης μας με τον υλικό κόσμο ως εξής: «Η εμπειρία κάνει δηλώσεις του τύπου: “ένας παρατηρητής έκανε μια συγκεκριμένη (υποκειμενική) μέτρηση” και ποτέ της μορφής: “μια φυσική ποσότητα έχει συγκεκριμένη τιμή”»69. Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός βαφτίζεται «ψυχο-φυσικός παραλληλισμός», που επιτάσσει ότι «πρέπει να είναι δυνατή η περιγραφή των εξω-φυσικών (extra-physical) διαδικασιών της υποκειμενικής αντίληψης σαν να ήταν πραγματικές στον φυσικό κόσμο»70. Αυτό δεν είναι παρά αναβάθμιση της ύλης σε πνεύμα, λαμβάνοντας υπόψη και ότι «διαιρούμε τον κόσμο σε δυο μέρη, το υπό παρατήρηση σύστημα και τον παρατηρητή... το σύνορο μεταξύ των δυο είναι αυθαίρετο σε πολύ μεγάλο βαθμό»71. Εξετάζοντας τη μετρητική διαδικασία72, ο vonNeumann μελετά τα εξής τρία μέρη: το κβαντικό σύστημα υπό μελέτη, τα μετρητικά όργανα (είτε συσκευές είτε τα όργανα του ανθρώπινου σώματος) και τον παρατηρητή («το αφηρημένο του “εγώ”»73) και καταλήγει στο ότι «το αποτέλεσμα της μέτρησης είναι απροσδιόριστο, διότι η κατάσταση του παρατηρητή πριν τη μέτρηση δεν είναι γνωστή επακριβώς»74, δηλαδή η συνείδηση είναι αναγκαία για την «αναγωγή της κυματοδέσμης».
Το μόνο που μένει να ειπωθεί συμπληρώνεται από τον Heisenberg: «Η οντολογία του υλισμού βασιζόταν στην χίμαιρα πως μπορεί να επεκτείνει το χαρακτήρα της ύπαρξης, το άμεσα πραγματικό του κόσμου που μας περιβάλλει, και στις συνθήκες της ατομικής περιοχής»75. Ο vonNeumann βέβαια ισχυρίζεται πως αυτά δεν είναι θετικισμός, όπως άλλωστε αναφωνούν -δήθεν θιγμένοι- όλοι όσοι καταλήγουν στον ακραίο υποκειμενικό ιδεαλισμό.
Η βασική λαθροχειρία της ΣτΚ έγκειται στη διαστρέβλωση της στατιστικής ερμηνείας, με την επέκτασή της στην περιγραφή μεμονωμένων σωματίων. Με τη θετικιστική της αφετηρία η ΣτΚ θέτει φραγμό στη δυνατότητά μας να γνωρίσουμε τη φύση. Αυτό επιτυγχάνεται με την ιντετερμινιστική θεώρηση των πιθανοτήτων, που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο φορμαλισμό της θεωρίας. Εχοντας εγκαθιδρύσει ένα καντιανό καθεστώς πραγμάτων καθ’ ημάς (που είναι στα πλαίσια της αντίληψής μας) και πραγμάτων καθαυτών (το μέρος του κόσμου που δεν είναι προσπελάσιμο σε εμάς), προχωρούν στην απόρριψη της αντικειμενικής ύπαρξης των φυσικών φαινομένων, δηλαδή υποστηρίζουν ότι τα τελευταία καθορίζονται από την ανθρώπινη συνείδηση.
Παρά τις σοφιστείες της ΣτΚ, η κβαντομηχανική, όπως αναπτύχθηκε τα τελευταία 70 χρόνια, μπορεί να ερμηνευτεί σωστά χωρίς τις καταπραϋντικές, στείρες (και κατά περίπτωση οντολογικές) ερμηνείες του κύματος, των στατιστικών σχέσεων, της αυταρχίας, του μη διαχωρίσιμου και της συνείδησης που κάνει την αναγωγή. Μια τέτοια ερμηνεία κάνει εμφανή επίσης τη μη πληρότητα της κβαντομηχανικής, υποδεικνύοντας τις αχαρτογράφητες περιοχές. Περιοχές που εδώ και πάνω από 50 χρόνια οι φυσικοί «σκαλίζουν», στην προσπάθεια αφενός ενοποίησης των 4 αλληλεπιδράσεων και αφετέρου στην ολοκληρωμένη διατύπωση της κβαντικής θεωρίας πεδίου. Η επιβολή από τα «έξω» μιας πλασματικής πληρότητας και μιας θετικιστικής ερμηνείας μπορεί να προκαλέσουν δυσκολίες και καθυστερήσεις στην επιστημονική πρόοδο, αλλά δεν είναι δυνατόν να τη σταματήσουν.
Μια ρεαλιστική - αιτιοκρατική ερμηνεία είναι εφικτή στα πλαίσια του ισχύοντος φορμαλισμού, όπως έδειξε ο «σκληρός πυρήνας» της Ρεαλιστικής Σχολής (Einstein, Schrödinger, DeBroglie [μέχρι το ’27 και μετά το ’52 - στο μεσοδιάστημα είχε υιοθετήσει την ερμηνεία της ΣτΚ], Planck κ.ά.) από τότε που πρωτοσυστάθηκε. Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένο όλο το μαθηματικό οπλοστάσιο της κβαντομηχανικής, ξεκινούμε δεχόμενοι ότι τα κβαντικά συστήματα (σωματίδια, άτομα κλπ.) υπάρχουν ανεξάρτητα από τους παρατηρητές και τις μετρητικές συσκευές και έχουν ιδιότητες ανεξάρτητες από τη μέτρηση, ενώ το κάθε κβαντικό σύστημα βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του (άλλα κβαντικά συστήματα). Το καταστατικό διάνυσμα αντιπροσωπεύει ένα σύνολο ταυτόσημων και ταυτόσημα προετοιμασμένων κβαντικών συστημάτων. Ο προσδιορισμός της κατάστασης μπορεί να μην είναι πλήρης σε επίπεδο ευρύτερο από την περιοχή ισχύος της θεωρίας ή σε σχέση με άλλα μεγέθη που δε λάβαμε υπόψη.