Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε επεξεργαστεί πρόγραμμα για την προώθηση της «Κοινωνικής Οικονομίας», τηρώντας κατά γράμμα τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και της ΕΕ. Σε δημοσίευμα η πολιτική αυτή παρουσιάζονταν ως εξής:
«Μπορεί να αγοράζει το Δημόσιο υπηρεσίες από την αγορά για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών με κριτήριο την καλύτερη ποιότητα, την πλέον ανταγωνιστική τιμή και παράλληλα να συμβάλλει στην αύξηση της απασχόλησης; Υπάρχει τρόπος να καλύψει το νέο ζευγάρι και ο μοναχικός ηλικιωμένος τις ανάγκες του χωρίς δυσβάσταχτο κόστος; Υπάρχουν κοινωνικοί τομείς που χρήζουν παρεμβάσεων για την εξυπηρέτηση των πολιτών και οι επιχειρήσεις δεν επιδεικνύουν κανένα ενδιαφέρον; Σε αυτά τα ερωτήματα απαντούν καταφατικά δυο υφυπουργοί, ο κ. Γ. Φλωρίδης, υφυπουργός Οικονομικών, και ο κ. Ελ. Τζιόλας, υφυπουργός Εργασίας, ενώ το θέμα εξετάζει με προσοχή ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Ν. Χριστοδουλάκης. Μέσα από διαφορετικούς δρόμους κατέληξαν σε μια κοινή προσέγγιση για την αναζήτηση μιας νέας εναλλακτικής επιχειρηματικότητας, η οποία θα είναι περισσότερο κοινωνικά προσανατολισμένη και θα συμβάλλει στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης. Πρόκειται γι' αυτό που άλλοι αποκαλούν τρίτο τομέα ή τρίτο σύστημα και δεν είναι άλλος από τον τομέα της «κοινωνικής οικονομίας»... Η ιδέα είναι η εξής: Υπάρχουν χιλιάδες άνεργοι, των οποίων οι προσδοκίες δεν ευοδώνονται, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης δε συμβαδίζουν με αύξηση στην απασχόληση... Το Δημόσιο μπορεί με την παροχή κινήτρων να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να συσταθούν συνεταιρισμοί οι οποίοι θα πουλήσουν τις υπηρεσίες τους είτε στο Δημόσιο, είτε απευθείας στους πολίτες, αρκεί να εξασφαλίζουν θέσεις απασχόλησης, καλή ποιότητα υπηρεσιών και προϊόντων, ένταξη των κοινωνικά αποκλεισμένων στην εργασιακή διαδικασία...»[10].
Ταυτόχρονα, το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διοργάνωσε διεθνές φόρουμ για την «Κοινωνική Οικονομία» το Νοέμβρη του 2003 στο οποίο δόθηκε το βασικό στίγμα αυτής της πολιτικής: «Οι επιχειρήσεις Κοινωνικής Οικονομίας είναι σημαντικές «πηγές» επιχειρηματικότητας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης». Σύμφωνα δε με τον τότε υφυπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ελ. Τζιόλα στο ίδιο φόρουμ, «οι επιχειρήσεις Κοινωνικής Οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι πλήρως οργανωμένες, με επαγγελματικό management, με πλήρη ανάπτυξη και διακριτά λειτουργικά τμήματα, με διευρυμένη συμμετοχή. Ανοικτές στην τοπική κοινωνία και τους φορείς, ευέλικτες ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς, παράγοντας σύγχρονες υπηρεσίες και ποιοτικά προϊόντα». Επομένως έγινε καθαρό ότι πρόκειται για έναν επιχειρηματικό τομέα που θα δρα με τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς.
Το τότε κυβερνητικό σχέδιο προσδιόριζε τους φορείς που θα ανέπτυσσαν αυτή τη δραστηριότητα: «Οι νέες επιχειρήσεις που θα συσταθούν για τους τομείς κοινωνικής οικονομίας, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι συνεταιρισμοί κοινωνικού τομέα, οι επιχειρήσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και οι υπάρχουσες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, εφ’ όσον τροποποιήσουν τους σκοπούς τους, προκειμένου να παράσχουν υπηρεσίες στον κοινωνικό τομέα»[11].
Υπήρχε επίσης επεξεργασμένο «πιλοτικό πρόγραμμα» ανάπτυξης δράσης σε 8 τομείς κοινωνικών υπηρεσιών. «Σύμφωνα με το σχέδιο για την εφαρμογή του πιλοτικού προγράμματος επιλέγονται οι εξής οκτώ:
- Υπηρεσίες νοσοκομειακής περίθαλψης.
- Υπηρεσίες μέριμνας (βρεφονηπιακοί σταθμοί, κέντρα δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, βοήθεια στο σπίτι).
- Υπηρεσίες πρόνοιας (κατ' οίκον φροντίδα).
- Υπηρεσίες φύλαξης σχολικών κτιρίων.
- Βελτίωση υπηρεσιών ασφαλιστικών φορέων.
- Υπηρεσίες μαζικής άθλησης.
- Παροχή περιβαλλοντικών υπηρεσιών.
- Παροχή υπηρεσιών στον τομέα του πολιτισμού»[12].
Και ταυτόχρονα προβλέπονταν κίνητρα και χρηματοδότηση για την ανάπτυξη επιχειρήσεων «κοινωνικής οικονομίας». Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου ο υφυπουργός Εργασίας κ. Ελ. Τζιόλας, είχε καταθέσει αναλυτική πρόταση για την παροχή φορολογικών κινήτρων, που θα έδιναν ώθηση στη δημιουργία επιχειρήσεων για τον τρίτο τομέα της οικονομίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται η μείωση ή η κλιμάκωση του φορολογικού συντελεστή για αστικούς συνεταιρισμούς, συνεταιρισμούς νέων με αντικείμενα οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς κοινωνικών υπηρεσιών όπως: Βοήθεια στο σπίτι, βρεφονηπιακοί σταθμοί, μέριμνα για τα δάση ή τα οικοσυστήματα, προβολή της ιστορικής κληρονομιάς. Επίσης, πρότεινε τη θεαματική μείωση του φορολογικού συντελεστή για τους παραγωγικούς - εμπορικούς συνεταιρισμούς γυναικών, ιδιαίτερα σε αγροτικές και ορεινές περιοχές. Μηδενική φορολόγηση προτείνεται για τις επιχειρήσεις που θα δημιουργήσουν άτομα με ειδικές ανάγκες ή μακροχρόνια άνεργοι άνω των 50 ετών... Το ύψος των κονδυλίων που θα απαιτηθούν εκτιμάται στο ποσό των 300 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ για τη διαχείριση των πόρων προτείνεται σύσταση ειδικού ταμείου κοινωνικής οικονομίας, στο οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί και μέρος των πόρων του Γ΄ ΚΠΣ.
Αν αυτό το σχέδιο εφαρμοστεί, σημαίνει ότι εξασφαλίζει μια ακόμη μορφή χρηματοδότησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από τους φορείς που θα την αναλάβουν. Αλλά ταυτόχρονα επιδιώκεται η συμμετοχή φορέων των εργαζομένων μαζί με επιχειρήσεις και ήδη έχει συγκροτηθεί «Πανελλήνια Ενωση Οργανώσεων Κοινωνικής Οικονομίας» («Panco»), στην οποία συμμετέχουν μεταξύ άλλων οι: ΠΑΣΕΓΕΣ, Ελληνική Διατροφή COOP ΑΕ, ΣΕΚΑΠ, Συνεταιριστική Ασφαλιστική, ΟΣΦΕ (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών), ΠΟΒΙΣΥΞ (Συνεταιρισμός Βιοτεχνών Ξυλουργών), ΤΥΠΕΤ (Ταμείο Υγείας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας) κ.ά.
Για τον τομέα «Κοινωνικής Οικονομίας», ενδιαφέρον υπάρχει επίσης από διάφορους φορείς στον τομέα υγείας. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ημερίδα του «Ινστιτούτου Παστέρ» στο 2001, με θέμα «Τρίτος Τομέας στην Υγεία», «ανάμεσα στον αναποτελεσματικό δημόσιο και τον κερδοφόρο ιδιωτικό», που συνδιοργανώθηκε από την «Ομοσπονδία Αυτοδιαχειριζόμενων Ταμείων Υγείας Ελλάδος», (μέλος είναι και ο ΕΔΟΕΑΠ), σε συνεργασία με τους «Γιατρούς χωρίς Σύνορα». Πήραν μέρος διάφορα «αυτοδιαχειριζόμενα» ταμεία υγείας, νοσοκομεία όπως το «Ερρίκος Ντυνάν», «Υγείας Μέλαθρον» (κλινική του ΤΥΠΕΤ), εκπρόσωποι των ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ, οι ΠΕΣΥάρχες Κρήτης και Πελοποννήσου, κ.ά.
Φαίνεται λοιπόν ότι με την εφαρμογή τέτοιων σχεδίων για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης στην «κοινωνική οικονομία» κάποιοι θα καρπωθούν κρατικό χρήμα, αναπτύσσοντας επιχειρηματικότητα, στο όνομα παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Γιατί π.χ. είναι ένα ερώτημα τι είδους κοινωνικές υπηρεσίες θα παρέχουν η ΠΑΣΕΓΕΣ ή ανώνυμες εταιρίες, όπως η ΣΕΚΑΠ ή η Ελληνική Διατροφή. Θα πάρουν χρήμα επειδή θα δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης;