ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΞΕΙΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ


του Γκενάντι Ζιουγκάνοφ

Ενα από τα συστατικά της πετυχημένης και αποτελεσματικής πολιτικής είναι η σωστή, επιστημονικά θεμελιωμένη κατανόηση της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Αυτό το πρόβλημα ήδη έχει τεθεί αρκετές φορές στο κόμμα και ολόπλευρα εξετάστηκε στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΡΟ.

Με βάση τις αποφάσεις του συνεδρίου ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πιο λεπτομερειακή μελέτη της κοινωνικο-ταξικής δομής της σύγχρονης ρωσικής κοινωνίας. Ο καθορισμός του σε ποιες τάξεις, στρώματα και ομάδες μπορούν να στηριχτούν οι κομμουνιστές. Αν δε το γνωρίζουμε αυτό είμαστε εξαναγκασμένοι να κινούμαστε στα σκοτεινά, ψηλαφίζοντας, με τη μέθοδο της δοκιμών και των λαθών. Δεν είναι περιττό να θυμηθούμε πόσες δυνάμεις ξοδεύτηκαν ακόμη από σοβιετικούς επιστήμονες για τη μελέτη της ταξικής δομής της αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας.

Ξεκινώντας από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 και στη διάρκεια περίπου δύο δεκαετιών στη ντόπια επιστήμη διεξαγόταν συζήτηση για τα όρια της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα για την κοινωνική δομή της σοβιετικής κοινωνίας.

Μια ολόκληρη σειρά μαρτυριών για την είσοδο σε ένα νέο στάδιο ανάπτυξης, είτε αυτό ήταν «το θερμό καλοκαίρι» στη Γαλλία του 1968 ή τα γεγονότα της Πράγας της ίδιας περιόδου, απλώς επέτειναν αυτές τις έρευνες. Στη δεκαετία του ’70 στη Δύση έγινε μια σημαντική στροφή στις κοινωνικές διαθέσεις προς τα αριστερά. Μετά την πορτογαλική «επανάσταση των γαριφάλων», την πτώση του καθεστώτος του Φράνκο στην Ισπανία, και τις ανεπανάληπτες επιτυχίες των Ιταλών κομμουνιστών στις εκλογές, αυτό το πρόβλημα μπήκε στο κέντρο της σοβιετικής κοινωνικής επιστήμης. Αυτό συγκεκριμένα μαρτυρά το γεγονός πως μετά τη μελέτη των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, ξεκίνησε η μελέτη και της κοινωνικο-ταξικής δομής της δικής μας κοινωνίας, καθώς επίσης και των άλλων χωρών του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Δυστυχώς, σήμερα, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, σε συνθήκες αυξανόμενης κρίσης και πτώσης της ρωσικής επιστήμης, η συγκεκριμένη θεματική διέφυγε από τη σφαίρα των ενδιαφερόντων των επιστημονικών κολεκτίβων που υπάρχουν. Ομως, αυτό δε σημαίνει πως μειώθηκε η σημασία αυτού του είδους των ερευνών. Αντίθετα, η σημασία τους σήμερα συνεχώς αυξάνει και επί της ουσίας γίνεται καθοριστική.

Ο ΤΑΞΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ

Σήμερα οι Ρώσοι κομμουνιστές καταλαβαίνουν πως η παραπέρα δουλειά μας δεν είναι δυνατή χωρίς το ξεκαθάρισμα των αλλαγών στην ταξική δομή της κοινωνίας. Χωρίς αυτό που υποδείκνυε ο Λένιν, πως «δεν μπορεί κανείς να κάνει ούτε βήμα σε οποιονδήποτε τομέα της κοινωνικής δράσης. Από την εξήγηση αυτών των αλλαγών εξαρτάται το ζήτημα των προοπτικών, εννοώντας, φυσικά, μ’ αυτό όχι στις κούφιες μαντείες για πράγματα που κανένας δεν τα ξέρει, αλλά τις βασικές τάσεις της οικονομικής και της πολιτικής εξέλιξης, τις τάσεις που η συνισταμένη τους καθορίζει το κοντινό μέλλον της χώρας, τις τάσεις που καθορίζουν τα καθήκοντα, την κατεύθυνση και το χαρακτήρα της δράσης κάθε συνειδητού κοινωνικού παράγοντα»[1]. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα ήθελα να καθορίσω έστω τα «όρια» αυτού του ζητήματος.

Είναι φανερό πως στη σημερινή Ρωσία λίγο ή πολύ διαμορφώθηκε μόνο το ανώτατο στρώμα της αστικής κοινωνίας. Το στρώμα των μεγάλων ιδιοκτητών, η κορυφή της νέας αστικής τάξης. Εντάσσεται σε αυτή περίπου το 3-5% του πληθυσμού. Ηδη, όμως, χρησιμοποιεί τα προνόμια της ταξικής του θέσης. Μάλιστα, όχι μόνο τα χρηματικά αλλά και τα υλικά.

Αξιοπρόσεκτο είναι ότι στο επίπεδο αυτού του αστικού στρώματος παρατηρούμε μια διαμορφωμένη υποδομή αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε «ελιτίστικο τμήμα» της κοινωνίας των πολιτών. Με άλλα λόγια το επίπεδο αυτοοργάνωσης της αστικής τάξης ξεπέρασε σημαντικά κάθε άλλο κοινωνικό στρώμα. Οι επαγγελματικές ενώσεις, οι διαφόρου είδους λέσχες, οι κάθε είδους δομές που συνδέονται με το μάνατζμεντ, την ξεκούραση και τις πολιτιστικές απολαύσεις, όλα αυτά κατάφερε να τα πλέξει σε ένα στενό οργανωτικό καμβά.

Γενικά, οι ρωσικές κορυφές έφτιαξαν το χώρο τους. Ολα αυτά τα χρησιμοποιούν με τον πιο ενεργό τρόπο για την υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων τους. Η σύγχρονη ρωσική αστική τάξη μπόρεσε να συνειδητοποιήσει τον εαυτό της ως αυτοτελή τάξη. Να καταλάβει τους εγωιστικούς στόχους και καθήκοντά της. Γι’ αυτό και έχει αυτή την επιθετική και άκρως σκληρή συμπεριφορά.

Η συνεργασία με αυτό το κοινωνικό στρώμα, ως τάξη, για μας είναι πρακτικά αδύνατη. Φυσικά, εδώ δεν πρέπει να αποκλείσουμε μια ορισμένη κοινή δράση με εκείνους ή τους άλλους εκπροσώπους της. Και μάλιστα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αυτή η κοινή δράση πρέπει να καθορίζεται και να οικοδομείται σε σχέση με τις συνθήκες του κοινωνικού αγώνα, υπό το πρίσμα των τακτικών και στρατηγικών καθηκόντων που μπαίνουν μπροστά μας. Αν και συνολικά το σημερινό ανώτατο στρώμα της ρωσικής κοινωνίας είναι αντεθνικό. Εχει κομπραδόρικο χαρακτήρα και ούτε πολιτικά, ούτε ψυχικά συμβαδίζει με το πατριωτικό κίνημα. Η ουσία της πάλης με αυτούς πρέπει να εκφραστεί με τις μαζικές απαιτήσεις για την εθνικοποίηση της ολιγαρχικής ιδιοκτησίας, του ανεπίτρεπτου της πώλησης της γης και των δασών, του διαμελισμού των φυσικών μονοπωλίων.

Φυσικά, εδώ δεν μπορεί να μην προκύψει το ζήτημα της εμφάνισης και ενός από θέσεις αρχών διαφορετικού είδους επιχειρηματιών. Πρόκειται για ανθρώπους που ασχολούνται με την παραγωγή υλικών και πνευματικών αγαθών. Που έχουν κερδίσει την περιουσία τους όχι με την κλοπή της κοινωνικής ιδιοκτησίας, αλλά με τη προσωπική εργασία τους. Που είναι έτοιμοι να δουλέψουν για το καλό της χώρας. Και όχι με λόγια, αλλά με έργα να υποστηρίξουν τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το πρόβλημα αυτό μπορεί πράγματι να εμφανιστεί μετά την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία, όπως για παράδειγμα, έχει ήδη τεθεί στη σοσιαλιστική Κίνα. Νομίζω ότι αυτού του είδους το καθήκον είναι αναγκαίο να το έχουμε μπροστά μας και με λεπτομερή τρόπο να το μελετήσουμε.

ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ

Στον αντίθετο πόλο σε σημαντικό βαθμό μπόρεσε να συγκροτηθεί το πιο κατώτερο κοινωνικό στρώμα της ρωσικής κοινωνίας το περιθωριακό και ακόμη λούμπεν στρώμα. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν απλώς πεταχτεί από την ολοκληρωμένη ζωή. Εχουν συνηθίσει ηθικά την ιδέα της υποδεέστερης θέσης τους, την έχουν αφομοιώσει και για την ώρα δε θέλουν κάτι άλλο. Είναι μάλιστα έτοιμοι να υπερασπιστούν τη θέση τους φοβούμενοι τις οποιεσδήποτε αλλαγές. Οι ειδικοί εκτιμούν αυτό το κοινωνικό στρώμα περίπου στο 10-15% του πληθυσμού.

Στη σημερινή του κατάσταση, συνήθως, δεν έρχεται με διάθεση σε επαφή με μας. Και ταυτόχρονα πολύ ενεργητικά υποστηρίζει, ειδικά στις προεκλογικές περιόδους, την εξουσία και τους υποψηφίους της. Οι αναλυτές ακόμη την περίοδο του Γιέλτσιν, παρατήρησαν ότι ο Γιέλτσιν και τα κομματικά δημιουργήματά του, είχαν τα μεγαλύτερα ποσοστά σε δύο κατηγορίες περιοχών: στις πιο πλούσιες και στις πιο εξαθλιωμένες, από ανθρώπους με το μεγαλύτερο και το χαμηλότερο επίπεδο εισοδημάτων.

Η ιστορία εδώ και καιρό έδειξε ότι τα λούμπεν στρώματα του πληθυσμού πιο εύκολα υποστηρίζουν όχι εκείνους που προσπαθούν να τα υπερασπίσουν, επικαλούμενοι τα ιδανικά της δικαιοσύνης, αλλά εκείνους που περισσότερο τα κατάφεραν στη ζωή, που πλούτισαν. Ακριβώς σε αυτούς προσανατολίζονται αυτά τα κοινωνικά στρώματα.

Για να πάρουμε μαζί μας αυτές τις μάζες του κοινωνικά εξαθλιωμένου πληθυσμού είναι αναγκαία η επίδειξη της δύναμης, της θέλησης, της ψυχικής ανωτερότητας. Αυτά πηγαίνουν πάντα με τον ισχυρό. Γι’ αυτό και η πολιτική σχέση με αυτές τις ομάδες του πληθυσμού πρέπει να οικοδομείται παίρνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της ψυχολογίας τους. Για μας τους κομμουνιστές αυτό είναι μια, σε μεγάλο βαθμό, ασυνήθιστη δουλειά, που απαιτεί την επανεξέταση μιας σειράς στερεότυπων της δραστηριότητας. Και παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να δουλέψουμε σε αυτήν την κατεύθυνση. Να δουλέψουμε σταθερά και με επιμονή.

ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΗΣ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ»

Ανάμεσα σε αυτές τις κοινωνικο-ταξικές ομάδες βρίσκεται σήμερα όλο το υπόλοιπο τμήμα της κοινωνίας, που βρίσκεται σε μια κατάσταση ιδιόμορφης ρευστότητας.

Αυτό το κοινωνικό «μάγμα» σιγά-σιγά κρυώνει. Τμηματικά κρυσταλλοποιείται, σ’ αυτά ή άλλα στρώματα και ομάδες. Ομως, η διαδικασία της ταξικής διαμόρφωσης προχωρά αργά. Συνεχώς διακόπτεται από νέες «εκρήξεις» των οικονομικών και πολιτικών κλυδωνισμών. Ως αποτέλεσμα ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού είναι υποχρεωμένο προσωρινά να υλοποιεί κάμποσους κοινωνικούς ρόλους.

Ετσι, το εργασιακό βιβλιάριο του ανθρώπου μπορεί να βρίσκεται σε κάποιο ίδρυμα ή επιχείρηση που «πεθαίνει», κάτι που του δίνει την επίσημη θέση του δημόσιου υπαλλήλου. Την ίδια ώρα αυτός ο άνθρωπος μπορεί να κερδίζει ως σύμβουλος σε κάποια ιδιωτική εταιρία, κάτι που αυτομάτως τον εντάσσει στους μισθωτούς στο σύστημα των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Και τέλος, τα βασικά μέσα για τη ζωή του τα βγάζει ασχολούμενος με το εμπόριο, τη μικρή αγορά και πώληση. Τρεις κοινωνικοί ρόλοι, τρεις αρκετά διαφορετικές ψυχολογικές καταστάσεις. Σε ποιον από τους παραπάνω θα πρέπει να δοθεί το βάρος, απευθυνόμενοι σ’ ένα τέτοιο άνθρωπο με τις προτάσεις, την προπαγάνδα, τα καλέσματά μας; Ποια από τις τρεις «προσωπικότητές» του μπορεί να είναι η σημαντικότερη;

Νομίζω πως πολλές από τις αποτυχίες μας στις εκλογές συνδέονται ακριβώς με αυτό, ότι δηλαδή εμείς δεν μπορέσαμε εδώ να καθορίσουμε τη σωστή κοινωνικο-ψυχολογική κατεύθυνση. Γι’ αυτό σήμερα, δεν μας χρειάζεται απλώς η τυπική εικόνα της διάταξης των ταξικών δυνάμεων στην κοινωνία. Είναι αναγκαία μια είδους «εικόνα» των μαζικών διαθέσεων που θα περιγράφει το χαρακτήρα όλων των κοινωνικών στρωμάτων και υποστρωμάτων της σημερινής ρωσικής κοινωνίας.

Ετσι, η κοινωνικο-ταξική βάση στη χώρα είναι ιδιαίτερα κινητική και αδιαμόρφωτη. Και είναι δύσκολο να χαράζεις την πολιτική δουλειά στηριζόμενος σε αυτή τη ρευστότητα. Ολα είναι ιδιαίτερα ασταθή. Το κόμμα πολλές φορές το αισθάνθηκε αυτό πάνω του. Αρκετές φορές τα καλέσματά μας, που φαίνονταν ότι απηχούν πλήρως τα συμφέροντα εκείνων ή άλλων μεγάλων ομάδων εκλογέων, ξάφνου βρέθηκαν να κρέμονται στον αέρα, δεν έβρισκαν παραλήπτη, πέφτοντας στο αποτυχία.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Μιλάμε για εργατική τάξη, για προλεταριάτο, για εργαζόμενους. Ομως όλες αυτές οι κοινωνικο-ταξικές κατηγορίες έχουν ιστορικό χαρακτήρα. Τα συμφέροντά τους, η ψυχολογία και συμπεριφορά τους στις διάφορες εποχές μπορούν να είναι πολύ διαφορετικά. Ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος όχι απλώς για τις μεταβατικές περιόδους στη ζωή της χώρας, αλλά και για την τραγική έκθεση της κοινωνίας στο ακαθόριστο, όπως συνέβη στη Ρωσία. Την ίδια ώρα έχουμε σε τι να στηριχτούμε στη δουλειά μας. Εχουμε μια καταπληκτικά πλούσια εμπειρία.

Αξίζει να θυμηθούμε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στη χώρα στις αρχές του ’20, του περασμένου αιώνα, μετά την τεράστια καταστροφή που ακολούθησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο. Η βιομηχανία που ήταν κατεστραμμένη, ανορθώθηκε. Οχι μόνο ο πατροπαράδοτος στελεχικός πυρήνας του προλεταριάτου, αλλά όπως θα λέγαμε και τα «περιφερειακά» του στρώματα είχαν σε σημαντικό βαθμό χτυπηθεί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Είχαν διασκορπιστεί για να σωθούν από την πείνα είτε βρέθηκαν εκτός της τάξης τους για την περίοδο της οικονομικής καταστροφής. Οπως έγραφε ο Λένιν: «Εξαιτίας των θλιβερών συνθηκών της πραγματικότητάς μας, οι προλετάριοι για να οικονομήσουν το μεροκάματο είναι αναγκασμένοι να καταφεύγουν σε μεθόδους όχι προλεταριακές, σε μεθόδους που δεν συνδέονται με τη μεγάλη βιομηχανία, αλλά σε μικροαστικές, κερδοσκοπικές και είτε κλέβοντας, είτε με ιδιωτική παραγωγή σε κοινωνικό εργοστάσιο να προμηθεύονται για τον εαυτό τους τρόφιμα… - σ’ αυτό βρίσκεται για μας ο κυριότερος οικονομικός κίνδυνος, ο κυριότερος κίνδυνος για όλη την ύπαρξη του σοβιετικού συστήματος»[2]. Ερχόμενο στην εξουσία το προλεταριακό κόμμα των μπολσεβίκων, κατά παράδοξο τρόπο - και στην ιστορία συχνά συμβαίνουν τέτοια παράδοξα - πρακτικά βρέθηκε χωρίς την αναγκαία κοινωνική βάση, την ίδια την εργατική τάξη.

Γι’ αυτό και ξεκινώντας την εκβιομηχάνιση οι πρόγονοί μας δεν έλυσαν απλώς το ζήτημα της αποκατάστασης και ανάπτυξης της βιομηχανίας και της οικονομίας συνολικά. Αλλά και την όχι λιγότερο σημαντική, την ανθρώπινη πλευρά αυτού του καθήκοντος: να επανιδρυθεί κατά την πορεία της εκβιομηχάνισης η εργατική τάξη. Δηλαδή να ανασυγκροτηθεί η κοινωνικο-πολιτική βάση της. Και αυτό το καθήκον επιλύθηκε με αστραφτερή επιτυχία.

Νομίζω πως μετά την άνοδο του κόμματος στην εξουσία, θα πρέπει να λύσουμε περίπου το ίδιο ζήτημα. Αναγεννώντας την οικονομία της χώρας, ιδιαίτερα του παραγωγικού πυρήνα της, εν πολλοίς να ιδρύσουμε εκ νέου εργατική τάξη σύγχρονου τύπου, η οποία είναι εντελώς απαραίτητη ως κοινωνικό και πολιτικό στήριγμα.

Σήμερα, ωστόσο είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε την κατάσταση του σύγχρονου προλεταριάτου. Μπορούμε να κάνουμε πολύ χοντρικές εκτιμήσεις. Θεωρούμε πως τώρα ο βιομηχανικός πυρήνας του προλεταριάτου έχει μειωθεί, τουλάχιστον κατά το ήμισυ. Μάλιστα στη σύνθεσή του είναι προφανές ότι ξεχωρίζουν τρία στρώματα.

Κατ’ αρχήν, μια ιδιόμορφη «εργατική αριστοκρατία» που συγκεντρώθηκε πρώτ’ απ’ όλα στους τομείς του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και σε άλλους τομείς των εξαγωγών. Αυτοί οι άνθρωποι είναι σε μεγάλο βαθμό όμηροι της σχετικά καλύτερης τους θέσης. Πιο πολύ απ’ όλα φοβούνται μην τη χάσουν. Γι’ αυτό και είναι κοινωνικά παθητικοί και πολιτικά κατευθυνόμενοι από την εξουσία των εχόντων. Το να βρούμε δρόμους και μεθόδους δουλειάς με αυτούς είναι πρωταρχικό μας καθήκον.

Δεύτερον, έχουμε τους εργαζόμενους εκείνων των επιχειρήσεων που κατάφεραν να γλυτώσουν από το χάος της οικονομικής κατεδάφισης των τελευταίων 15 χρόνων και κυμαίνονται συνεχώς στα όρια της κατώτερης σταθεροποίησης. Το κόμμα οικοδομεί με αυτούς πολύ καλύτερες σχέσεις.

Τρίτον, υπάρχουν οι εργαζόμενοι εργοστασίων και φαμπρικών που όπως λέγεται είναι ξαπλωμένοι στο πλάι. Δηλαδή εκείνοι που έχουν τεχνητά οδηγηθεί στη καταστροφή και στην ιδιωτικοποίηση είτε στην πλήρη εξόντωση. Και εδώ συγκεντρώνεται ένα τεράστιο δυναμικό διαμαρτυρίας. Αντικειμενικά αυτό το «ένα τρίτο» του βιομηχανικού προλεταριάτου είναι πιο κοντά στους κομμουνιστές τόσο από άποψη διαθέσεων, όσο και συμφερόντων. Ομως, δυστυχώς εμείς δεν μπορούμε πάντα να βρούμε κοινή γλώσσα με αυτή τη διεγερμένη και ριζοσπαστικοποιημένη μάζα. Καθυστερούμε να ενταχθούμε στις κινητοποιήσεις της. Δεν μπορούμε πειστικά να μιλήσουμε στη γλώσσα της. Και ευθέως μπορούμε να πούμε, είμαστε αρκετά παθητικοί γι’ αυτήν. Και εδώ χρειάζεται να μάθουμε πολλά και να δουλέψουμε όπως λένε, χωρίς να σταυρώνουμε τα χέρια.

Την ίδια ώρα διευρύνθηκε απότομα το στρώμα που περιβάλλει αυτόν τον πυρήνα των άλλων ομάδων και συγκεκριμένα εκείνοι, τους οποίους ο Β. Ι. Λένιν ονόμαζε «υπαλληλικό προλεταριάτο» ή «μηχανικό προλεταριάτο». Σήμερα είναι ιδιαίτερα σημαντική η παρακάτω σκέψη του Β. Ι. Λένιν: «Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός, αν το «καθαρό» προλεταριάτο δεν ήταν περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εξαιρετικά πολύμορφους μεταβατικούς τύπους από τον προλετάριο ως τον μισοπρολετάριο…»[3].

Φυσικά, θα ήταν μεγάλο κομπλιμέντο προς τους «μεταρρυθμιστές» και προς το σημερινό πολιτικό καθεστώς να πούμε πως θάβουν εντελώς συνειδητά τη ρωσική οικονομία ακριβώς για να εμποδίσουν να διαμορφωθεί το κοινωνική-ταξική έδαφος, βάση πάνω στην οποία οι κομμουνιστές θα μπορούσαν γρήγορα να ανέβουν στην εξουσία. Ομως αντικειμενικά το χάος της τελευταίας μιάμιση δεκαετίας που δημιούργησαν στη χώρα, παίζει ακριβώς αυτόν το ρόλο .

Γι’ αυτό και το πρόβλημα της διαμόρφωσης του κοινωνικού στηρίγματος του ΚΚΡΟ είναι αδιαχώριστο από το καθήκον της πάλης με το καθεστώς, για τη ριζική αλλαγή της κατάστασης στη χώρα. Εφόσον ακριβώς αυτές οι διαδικασίες αρχίζουν να καθορίζουν πολλές σφαίρες της ζωής της κοινωνίας, όλα τα όρια των συγκρούσεων σε αυτήν. Αφού είναι εντελώς φανερό, για παράδειγμα, πως η διαμάχη γύρω από το πρόβλημα της λεγόμενης κερματοποίησης των προνομίων έχει λάβει προφανή ταξικό χαρακτήρα. Τα προνόμια αφαιρούνται από τους εργαζόμενους, καταργούνται κατακτήσεις ακριβώς της σοβιετικής εποχής. Και αυτό όταν τα πολύ περισσότερα προνόμια της αστικής γραφειοκρατίας ούτε καν αναφέρονται. Σταθερά αυξάνονται και ενισχύονται απ’ όλη την πολιτική του καθεστώτος.

Γενικά είμαστε υποχρεωμένοι σήμερα να καθορίσουμε εκείνη την τάξη ή το στρώμα της κοινωνίας στο οποίο απευθύνουμε τα καλέσματά μας και τις ενέργειές μας. Εγώ θα το έθετα έτσι: είναι το παραγωγικό στρώμα της σύγχρονης ρωσικής κοινωνίας. Είναι άνθρωποι οι οποίοι με την άμεση εργασία τους παράγουν τις υλικές και πνευματικές αξίες, τις φτάνουν μέχρι τον καταναλωτή είτε προσφέρουν στον πληθυσμό υλικές ή πνευματικές υπηρεσίες. Εμείς θεωρούμε πως στα μεγέθη αυτού του κοινωνικού πυρήνα εντάσσεται το 45-55% του πληθυσμού. Μάλιστα αυτό είναι ιδιαίτερα διαστρωματικό και πολύμορφο.

ΣΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΟΥ «ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ»

Φυσικά και δεν είναι ακόμη τάξη. Ακόμη, επειδή η θέση της στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας δεν έχει ως τώρα προσδιοριστεί. Εκτός αυτού, όπως ήδη σημειώθηκε, το βασικό τμήμα των εργαζομένων συνδυάζει στην καθημερινή ζωή του χαρακτηριστικά διαφόρων κοινωνικών τύπων.

Ο όγκος των ανθρώπων της εργασίας έχει διασπαστεί σοβαρά. Η δομή της κοινωνίας αλέθεται από τους «μεταρρυθμιστές» σαν από κρεατομηχανή. Είναι γνωστό ότι η μέση διάρκεια παραμονής σε μια θέση εργασίας του σύγχρονου εργαζόμενου περιορίζεται στα 3-5 χρόνια. Ο άνθρωπος όχι απλώς μεταφέρεται από τον ένα κλάδο της κοινωνικο-επαγγελματικής δομής στον άλλο, αλλά πηδάει από εδώ και εκεί. Μπορείς να περιγράψεις, από την καθημερινή εμπειρία της τελευταίας μιάμιση δεκαετίας το «τυπικό» μοντέλο της εργασιακής καριέρας του σύγχρονου εργαζόμενου.

Τέλος της δεκαετίας του ’80 - αρχές του ’90, αφήνει τη συνηθισμένη θέση εργασίας του στο κρατικό ή ερευνητικό ίδρυμα και πέφτει με τα μούτρα στον ιδιωτικό τομέα, που τους ανταγωνίζεται. Μαζί με άλλους γνωστούς του ανοίγει την «εταιρία» του ενώ ταυτόχρονα, συνήθως, δεν κόβει τους δεσμούς του με την παλιά θέση εργασίας του.

Πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90. Μετά από μια σύντομη και αρκετά ντροπαλή απογείωση των αποτελεσμάτων της επιχειρηματικής «καριέρας» αρχίζει η πτώση. Συχνοί οι καυγάδες με τους φίλους-συνεταίρους. Η εταιρία διαλύεται ή παγώνει. Ο άνθρωπος είτε επιστρέφει στην παλιά θέση εργασίας του είτε πέφτει στο επίπεδο του μικρού εμπορίου, δοκιμάζοντας, πιθανόν, τον εαυτό του στο ρόλο του «τσελνόκ»[4].

Δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90. Μετά από μια επίσης σύντομη καλυτέρευση της κατάστασης, έρχεται μια σειρά αποτυχιών. Η προσωπική πρωτοβουλία σταματά να φέρνει αισθητά αποτελέσματα. Αναγκαστικά υποχρεώνεται να αφομοιώσει το «επάγγελμα» του φύλακα εκείνων των οργανώσεων που κατάφεραν να επιβιώσουν ή και του μισθωτού εργαζόμενου.

Αρχές του 2000 τα οράματα για την προσωπική επιχείρηση βρίσκονται πλέον στο μακρινό παρελθόν. Ψάχνει για μια σεμνή θέση σε κάποια γραφειοκρατική δομή ή βρίσκεται σε μια ατελείωτη «νομαδική» μετακίνηση από εταιρία σε εταιρία, χρόνο με το χρόνο. Βασικός τρόπος συμπλήρωσης του ατομικού ή οικογενειακού προϋπολογισμού είναι η «μεσιτεία», κατά την αρχή «δούλεψα κι εκεί, έκοψα και από εκεί». Ο καθένας μόνος για τον εαυτό του, καμία «συμπαράσταση» στην κολλεκτίβα. Ατομικισμός και όχι σπάνια περιθωριοποίηση της προσωπικότητας.

Να πώς διαγράφεται το μοντέλο ζωής πολλών συμπατριωτών μας τα τελευταία χρόνια.

Εννοείται πως σε ένα τέτοιο έδαφος, ταξικές δομές και πολύ περισσότερο ταξική συνείδηση και πράξη δεν μπορεί να υπάρξει. Χωρίς να πούμε ότι αυτές οι συνεχείς μετακινήσεις μπορούν να «θολώσουν το μυαλό» σε τέτοιο βαθμό που καμιά κοινωνική υπόθεση δεν μπαίνει στο κεφάλι. Ο,τι δεν έχει σχέση με τα προσωπικά ή οικογενειακά προβλήματα γίνεται αντιληπτό εντελώς ως ξένο φόντο, συχνά ερεθίζει και δημιουργεί αποστροφή.

Οι περιπέτειες του πολιτικού αγώνα γίνονται αντιληπτές όχι τόσο με το μυαλό, αλλά αντανακλαστικά, υποσυνείδητα. «Το συλλογικό ασυνείδητο» σε αυτές τις συνθήκες αρχίζει να παίζει αποφασιστικό ρόλο στη συμπεριφορά της προσωπικότητας. Τίποτα το σταθερό, τα πάντα σε κίνηση.

Ως αποτέλεσμα ακόμη και η στενή συνδικαλιστική (τρεϊντγιουνιονιστική) συνείδηση, δηλαδή η ικανότητα να αγωνιστείς συλλογικά για τα οικονομικά σου δικαιώματα, για καλύτερες συνθήκες πώλησης της εργατικής δύναμης, είναι κάτι το απρόσιτο για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ρώσων εργαζομένων. Αυτή και πολύ περισσότερο η ταξική συνείδηση ακόμη δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν στην αντίληψή τους για τον κόσμο.

ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΑΓΡΟΤΙΑ

Υπάρχει και η ρωσική αγροτιά ή ας πούμε οι εργαζόμενοι στη γη. Να καθορίσουμε την ταξική τους ουσία είναι τώρα πολύ δύσκολο. Είναι φανερό πως ήδη δεν είναι ο σοβιετικός, δηλαδή ο συνεταιρισμένος μικρός αγρότης ιδιοκτήτης. Επίσης, δεν είναι και ο εργάτης του σοβχόζ. Το σύστημα των κολχόζ και σοβχόζ διαλύθηκε. Δεν είναι επίσης και φάρμερ δυτικού τύπου. Η προοπτική του φάρμερ αποδείχτηκε για το Ρώσο αγρότη ένας ακόμη «αντικατοπτρισμός στην έρημο».

Μπροστά μας έχουμε και πάλι την ίδια «κοινωνική ρευστότητα». Σε αυτήν έχουν ανακατευθεί τα χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικών ταξικών ομάδων. Οι εργαζόμενοι στο χωριό έχουν ριχτεί στο φυσικό νοικοκυριό. Οπως και το στρώμα των εργαζομένων της πόλης, έτσι και η ρωσική αγροτιά θα πρέπει στο μέλλον να ενωθεί σε κάτι το ενιαίο και βιώσιμο.

Οι κομμουνιστές οικοδομούν άνισα τις σχέσεις τους με αυτούς. Οι αγρότες πάντα, ακόμη και σε σχετικά καλές εποχές, έχουν χαρακτηριστικό τη μεγάλη αδράνεια. Δε βιάζονται στις αποφάσεις τους. Για μεγάλο διάστημα, έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’90, το χωριό έμεινε σαν να ήταν στη σοβιετική εποχή, προσπαθώντας να ζήσει με τις αξίες του και τους προσανατολισμούς του και γι’ αυτό ενεργά υποστήριζε το ΚΚΡΟ. Στη συνέχεια είτε εξοικειώθηκε με τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων είτε σε μεγάλο βαθμό προσαρμόστηκε σε αυτήν. Απόκτησε την τάση της «συντήρησης» του σημερινού δρόμου και του ζημιογόνου αλλά ριζωμένου τρόπου ζωής. Μερικώς αυτό οδήγησε στην υποχώρηση της αγροτιάς από κοινωνικό στήριγμα του ΚΚ.

Παρ’ όλα αυτά για μας τους κομμουνιστές ο αγρότης παραμένει μια από τις κεντρικές φιγούρες με την οποία δημιουργούμε τις πιο στενές σχέσεις. Τα κοινωνικο-οικονομικά συμφέροντά μας στο σύνολό τους συμπίπτουν. Οι ηθικές μας νόρμες και αρχές είναι ταυτόσημες. Ομως, μετά την επιτυχία της εξουσίας να διασπάσει το αγροτικό κίνημα, έχουν αδυνατίσει οι μοχλοί κοινής δράσης με την αγροτιά. Αυτούς θα πρέπει σε πρώτη φάση να αποκαταστήσουμε, να τους ενισχύσουμε ή να τους δημιουργήσουμε εξαρχής.

Η ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ ΩΣ «ΤΑΞΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ» ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ

Ενα ακόμη κοινωνικό στρώμα που πήρε στις σημερινές συνθήκες πραγματικά αυτοτελή σημασία είναι ο δημόσιος υπαλληλικός μηχανισμός. Θέλω εδώ εξαρχής να διευκρινίσω ότι η βασική μάζα του δεν είναι διευθυντική. Γιατί δεν ασχολείται με τη διεύθυνση των σημαντικών παραγωγικών διαδικασιών. Σήμερα ο γραφειοκρατικός μηχανισμός μας όλο και περισσότερο αποξενώνεται από την παραγωγή και από τον καταμερισμό και από την οργάνωση της πολιτιστικής ζωής του πληθυσμού. Επί της ουσίας, η κλεισμένη τον εαυτό της κοινωνική κάστα που αγκαλιάζει σχεδόν το 1/6 του πληθυσμού της χώρας. Στη σημερινή «κοινωνική ρευστότητα» είναι το πιο σταθερό τμήμα «σχεδόν τάξη».

Από τη μια πίνει ζωτικούς χυμούς από την περιβάλλουσα κοινωνία, χωρίς να δίνει τίποτα σε αντάλλαγμα. Από την άλλη αποτελεί τον πυρήνα της μαζικής βάσης του καθεστώτος με το οποίο τη συνδέουν παρασιτικά συμφέροντα.

Ακριβώς γι’ αυτό το «κόμμα της εξουσίας» τεχνητά επιδιώκει να διευρύνει το συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα, ενεργώντας σε βάρος της στοιχειώδους ωφέλειας και της λογικής. Στην ουσία, διογκώνεται χωρίς όρια το στρώμα των δημόσιων υπαλλήλων, η εξουσία χρησιμοποιώντας τα χρήματα του λαού δημιουργεί και ταΐζει τον πυρήνα της δικής της κοινωνικο-πολιτικής βάσης. Μοναδική στην παγκόσμια ιστορία περίπτωση: η κοινωνική βάση του «κόμματος της εξουσίας» εντάσσεται νομικά στη δομή της κοινωνίας, παίρνοντας συγκεκριμένο αξίωμα.

Αλλη υπόθεση είναι οι «μπιουζέντνικοι»[5]. Πρόκειται για το στρώμα των μικρών υπαλλήλων που δεν έχουν διοικητικές αρμοδιότητες και σε μεγάλο βαθμό διατηρεί τον χαρακτήρα που είχε στη σοβιετική εποχή: Είναι το χαμηλότερο στρώμα των κρατικών υπαλλήλων: παιδαγωγοί, εργαζόμενοι σε επιστημονικά ιδρύματα και στον τομέα της υγείας. Πρόκειται για πρόπλασμα του μη παραγωγικού προλεταριάτου. Περισσότερο απ’ όλους εξαρτάται από το «κόμμα της εξουσίας» και ακόμη περισσότερο είναι καταπιεσμένο και υποταγμένο σε αυτό. Δεν είναι για κανέναν μυστικό, η φοβερή πίεση στην οποία υποβλήθηκαν για παράδειγμα στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές οι δάσκαλοι και οι διευθυντές των σχολείων. Οχι μόνο τους υποχρέωσαν να κάνουν προπαγάνδα υπέρ της «Ενιαίας Ρωσίας», αλλά εξέδωσαν διαταγή για αυτούς να ενταχθούν σε αυτό το κόμμα. Και δοκίμασε ν’ αρνηθείς.[6] Το να βγάλουμε αυτό το στρώμα από αυτήν την εξάρτηση είναι ένα δύσκολο και μακροχρόνιο καθήκον. Προς αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να δουλέψουμε και μάλιστα πολύ ενεργητικά.

ΑΥΤΟΣ Ο ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΟΣ ΟΡΟΣ: «ΧΑΡΑΜΟΦΑΗΔΕΣ»

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η κοινωνικο-ταξική δομή της κοινωνίας. Ομως και αυτή η προσεγγίζουσα εικόνα δείχνει πως το κόμμα αντικειμενικά μπορεί να αγωνιστεί για την υποστήριξη του 60-70% του πληθυσμού, που ασχολείται με συγκεκριμένη δημιουργική εργασία. Ολο το ζήτημα περικλείνεται στο πως θα βρούμε σημεία επαφής με αυτήν την κοινωνική μάζα και να γίνουμε δικοί της. Ομως υπάρχει εδώ και μια ακόμη πλευρά.

Λόγος γίνεται για κείνο το στρώμα της κοινωνίας, όπως είναι ο οικονομικά ανενεργός πολίτης. Στο μερίδιό του εντάσσεται σχεδόν το 1/3 του πληθυσμού της χώρας. Είναι μια τεράστια δύναμη. Το να αποκαταστήσουμε ένα διάλογο με αυτούς δεν είναι ένα απλό καθήκον. Ακριβώς σε αυτό το στρώμα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό το σημερινό καθεστώς. Και το πρόβλημα εδώ δεν δείχνει τόσο κοινωνικό, όσο ηθικό και πανανθρώπινο.

Από ψυχολογικής πλευράς εκείνοι που υποστηρίζουνε τον Πούτιν χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες. Πρώτη είναι εκείνοι που οι φιλελεύθεροι τους αποκαλούν υποτιμητικά χαραμοφάηδες. Είναι οι βετεράνοι του πολέμου και της εργασίας, οι συνταξιούχοι, όσοι έχουν επιδόματα. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε να κάνουμε με χαραμοφάηδες, αλλά με ανθρώπους στους οποίους χρωστά η κοινωνία. Χάρη στην πολεμική και ειρηνική εργασία τους φυλάχτηκαν τα σύνορα της Πατρίδας, αφομοιώθηκε ο Βορράς, χτίστηκαν φτηνές κατοικίες, εξασφαλίστηκε η δωρεάν εκπαίδευση και ιατρική φροντίδα, πληρώνονταν οι συντάξεις εξαλείφθηκαν οι συνέπειες των καταστροφών κλπ. Τώρα αυτοί οι άνθρωποι έχουν πλήρη δικαίωμα να απαιτούν από την κοινωνία να τους επιστρέψει το χρέος της.

Είναι φανερό πως η αστική κοινωνία αυτό δε θέλει να το κάνει και δεν θα γίνει. Αυτό γίνεται κατανοητό μόνο σήμερα που είναι πιο χρήσιμο να εκβιάζει αυτούς τους ανθρώπους με κάθε είδους νέες επιθέσεις του «αγώνα ενάντια στα προνόμια». Να κοροϊδεύει με μίζερες «υποχωρήσεις» και «βοήθειες». Να τους κρατά σε ένταση, εκβιάζοντας με αυτόν τον τρόπο την πολιτική υποστήριξή τους. Αν και πάνω από 10 χρόνια, αποκλειστικά χάρη στις προσπάθειες του ΚΚΡΟ και όλης της αριστερής-πατριωτικής αντιπολίτευσης, και όχι της εξουσίας, διατηρήθηκαν κάποια θρύμματα του σοσιαλισμού στον τομέα των επιδομάτων της εκπαίδευσης, της υγείας, των κοινωφελών υπηρεσιών, της κοινωνικής ασφάλισης. Ομως η πλειοψηφία υπέθετε ότι όλα και πάλι χαρίζονται από τη σημερινή εξουσία. Και γι’ αυτό στήριζε αυτήν την εξουσία. Και με αυτές τις σκέψεις στηρίζει και σήμερα τον Πούτιν. Αν και ακριβώς επί Πούτιν εκτυλίσσεται η πιο σκληρή και αλύπητη επίθεση στα δικαιώματα και τη ζωή των γερόντων, των παιδιών και γυναικών.

Δεύτερη ομάδα είναι η νεολαία έως 18 χρονών. Η ισοπέδωση της από τις τεχνολογίες και η εξοικείωσή της προς την εξουσία εφαρμόζεται παντού. Είναι αρκετό να δει κανείς τις επιχειρήσεις των "βαδίζοντας μαζί"[7]. Μπαίνει στόχος να δημιουργηθεί από αυτά τα αγόρια και κορίτσια, που έχουν δεχτεί τηλεοπτική «πλύση εγκεφάλου» και γλυκάθηκαν από την ελευθερία των πάντων και το «εύκολο χρήμα του», μια γροθιά και ασπίδα, που θα σπρωχτεί στη φωτιά της πολιτικής κρίσης. Να ποιος είναι ο στόχος τους, να τι βρίσκεται πίσω από τους κλόουν αυτών των «κινημάτων». Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε αυτό. Ο αγώνας για τη νεολαία είναι για μας ιδιαίτερα σημαντικός και βιώσιμα αναγκαίος.

ΣΤΗ ΡΩΓΜΗ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΣΜΟΥ

Πρέπει να σημειώσουμε το εξής: Στα χρόνια της «περεστρόικα», των «μεταρρυθμίσεων» στη χώρα εμφανίστηκε ένα νέο, ιδιαίτερα ευρύ και «μεταβατικό», σε ό,τι αφορά την ιστορική λειτουργία του, μικροαστικό στρώμα. Μάλιστα είναι ιδιαίτερα ιδιόμορφο. Είναι επιχειρηματίες, «τσελνοκοί», επαγγελματίες, μεσάζοντες, άνθρωποι των πιο παράξενων ασχολιών.

Αυτοί ενδιαφέρονται οικονομικά για την πλήρη, χωρίς όρια, επιχειρηματική δράση. Μόνο που αυτή η ελευθερία δεν είναι γι’ αυτούς, αλλά για τα κυρίαρχα κοινωνικά στρώματα και ομάδες. Στο σύνολό τους αυτοί οι άνθρωποι παλαντζάρουν στα όρια της έκπτωσης από την τάξη. Σε αντίθεση από τους κλασικούς μικροαστούς, η απώλεια της οικονομικής αυτοτέλειάς τους, κάθε άλλο παρά τους απειλεί να μετατραπούν σε μισθωτούς εργαζόμενους. Αυτή η προοπτική θα ήταν δώρο για το μεγαλύτερο μέρος αυτού του μικροαστικού στρώματος. Σήμερα στη Ρωσία πολύ απλά δεν υπάρχουν παραγωγικές δομές στις οποίες θα μπορούσαν να ενταχθούν οι προλεταριοποιημένοι μικροί ιδιοκτήτες. Αυτό το κανάλι της κοινωνικής κινητικότητας, τυπικό για την αστική κοινωνία που σε μεγάλο βαθμό την προφυλάσσει από τις κοινωνικές εκρήξεις και από τη σαπίλα, στις συνθήκες μας είναι κλειστό.

Γι’ αυτό σε μας εναλλακτική λύση στη μικροαστική θέση δεν είναι η προλεταριοποίηση αλλά η περιθωριοποίηση, δηλαδή η πτώση στον κοινωνικό λάκκο, στο τίποτα. Και από εδώ πηγάζει όλη αυτή η τεράστια εξάρτηση αυτού του κοινωνικού στρώματος από την εξουσία, η χειραγώγησή του, η τεράστια προθυμία και πλαδαρότητα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πού αλλού να πάνε. Η εξουσία το καταλαβαίνει και τους κάνει ό,τι θέλει.

Ο μικροαστός υποφέρει και από την οικονομική κυριαρχία της ολιγαρχίας και από τη διοικητική αυθαιρεσία της γραφειοκρατίας και από το εγκληματικό πατρονάρισμα. Και αυτό που είναι ιδιαίτερα σημαντικό, σε αντίθεση από τον εργάτη, το συνεταιρισμένο αγρότη ή το διανοούμενο, την αντιμετωπίζει σημαντικά πιο συχνά, πρακτικώς καθημερινά.

Γνωρίζει καλά το πραγματικό πρόσωπο της ιδιοτελούς εξουσίας. Γι’ αυτό στο σύνολό του δεν πιστεύει στις υποσχέσεις ή στην ικανότητα «να βοηθήσει τη μικρή και μεσαία επιχείρηση». Σήμερα η μοναδική επιθυμία και απαίτησή του είναι: «Μη μας ενοχλείτε!». Την ίδια ώρα ελπίζει πως η ανώτατη εξουσία στο πρόσωπο του προέδρου θα τους υπερασπίσει από την αυθαιρεσία, θα δαμάσει επιτέλους τους αποχαλινωμένους «βογιάρους» και «υπερόπτες».

Η αντιπολίτευση τον προσελκύει με τις ιδέες της, την πίστη της στις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης. Και ταυτόχρονα … φοβάται την αποφασιστικότητα, των σχεδίων για κοινωνικές αλλαγές. Γι’ αυτό και οι μικροαστοί από τη δική τους κοινωνικο-οικονομική θέση συνεχώς ταλαντεύονται ανάμεσα στην εξουσία και στην αντιπολίτευση.

Πρέπει ν’ αγωνιστούμε όχι με αυτούς, αλλά γι’ αυτούς. Με επιμονή, υπομονετικά, εξηγώντας την ουσία όσων συμβαίνουν, εξηγώντας την αντιπαλότητα των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Είναι αναγκαίο να ψάξουμε να βρούμε μεθόδους και τρόπους δράσης, ειδικά στην κοινωνικο-οικονομική σφαίρα, εκεί όπου συγκεντρώνονται τα ζωτικά τους συμφέροντα.

Με άλλα λόγια οι κομμουνιστές πρέπει να μάθουν να είναι χρήσιμοι σε αυτούς τους ανθρώπους πιάνοντας τους από «ζωντανά» ζητήματα. Στις υποθέσεις της εργασιακής στέγης, στα ζητήματα υπεράσπισης των εργασιακών θέσεων, στα ζητήματα της κατοικίας, στην υπόθεση οργάνωσης της ιατρικής φροντίδας και ξεκούρασης, στα ζητήματα της εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης, στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία η νομική βοήθεια και υπεράσπιση.

Αφού αυτοί οι άνθρωποι είναι ορθολογιστές. Η ζωή τους έμαθε να βάζουν στην πρώτη θέση το προσωπικό συμφέρον και όφελος. Ετσι απλά δεν τους αλλάζεις. Γι’ αυτό και εμείς πρέπει να προσαρμόσουμε τη δική μας μορφή δράσης και το χαρακτήρα των σχέσεων μαζί τους. Να γίνουμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους δικοί τους, αναγκαίοι και χρήσιμοι. Μόνο τότε μπορούμε να υπολογίζουμε στη μαζική και αποφασιστική υποστήριξή τους. Και συγκεκριμένα στις εκλογικές υποθέσεις.

Φυσικά αυτό είναι ένα τεράστιο και σοβαρότατο καθήκον. Με άλμα δε θα τα καταφέρουμε. Ομως σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι αργά και με αυξητική προσπάθεια να οδηγηθούμε στην επίλυσή του.

ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

Αυτή η δουλειά για τους κομμουνιστές είναι αναγκαία, αφού στην ημερήσια διάταξη μπαίνει και άλλο καθήκον: η σχέση με τις νέες ομάδες των εργαζομένων, που γεννήθηκαν στο σύγχρονο στάδιο της επιστημονικο-τεχνολογικής επανάστασης. Πρόκειται εν μέρει για το «προλεταριάτο των κομπιούτερ». Είναι οι εργαζόμενοι στο σύστημα υπηρεσιών, το οποίο στη μεταβιομηχανική κοινωνία εντάσσει στον εαυτό της τη βασική μάζα του πληθυσμού.

Για παράδειγμα: ακόμη από το 1996 στα υλικά μιας από τις Ολομέλειες της ΚΕ του ΚΚΡΟ για τη σύγχρονη πρωτοπόρα κοινωνική τάξη, το φορέα της κοινωνικής προόδου και εκφραστή των παλλαϊκών συμφερόντων, σημειώνονται τα εξής:

Αυτοί, πρώτον, είναι οι παραγωγοί του υλικού, υψηλού τεχνολογικού και επιστημονικού προϊόντος: οι επιστήμονες, οι μηχανικοί, οι τεχνικοί, οι διευθύνοντες, οι ειδικευμένοι εργάτες, στη δραστηριότητα των οποίων αρμονικά συνδυάζεται η φυσική και πνευματική εργασία.

Αυτοί, δεύτερον, είναι οι παραγωγοί του μη υλικού, προγραμματικού προϊόντος, που εξασφαλίζει τη λειτουργία των παραγωγικών συστημάτων και της κοινωνικής υποδομής. Στη δραστηριότητα αυτού του τμήματος των εργαζομένων ως άμεση παραγωγική δύναμη εμφανίζεται η επιστήμη, η επιστημονική γνώση, η υψηλή ατομική ανάπτυξη του ίδιου του εργαζόμενου.

Τρίτον, είναι όλοι εκείνοι που εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή του ίδιου του ανθρώπου ως υποκειμένου της εργασίας και της κοινωνικής ζωής: οι νηπιαγωγοί, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές ΑΕΙ, οι παραγωγοί των υπηρεσιών στη σφαίρα της αναπτυσσόμενης ξεκούρασης, οι γιατροί κ.ά.

Σήμερα, ακριβώς μέσω της εργασίας τους υλοποιούνται οι κύριες παραγωγικές επενδύσεις: επενδύσεις στον άνθρωπο, στην ανάπτυξή του. Γι’ αυτό και είναι με όλη την σημασία της λέξης παραγωγικοί εργαζόμενοι. Επί της ουσίας μπροστά στα μάτια μας διαμορφώνεται μια νέα εργατική τάξη, η εργατική τάξη του 21ου αιώνα.

Η συσσωρευμένη τις τελευταίες δεκαετίες παγκόσμια εμπειρία λέει, πως ο κοινωνικός χαρακτήρας των νέων επαγγελμάτων έχει σε μεγάλο βαθμό διπλό χαρακτήρα. Από τη μια μεριά αυτοί οι άνθρωποι εργάζονται ως μισθωτοί ή είναι ενταγμένοι σε κάποιες διαφορετικού επιπέδου, συχνά άμορφες παραγωγικές δομές, όπου επίσης βρίσκονται στη θέση των μισθωτών εργαζομένων. Την ίδια ώρα αυτοί οι άνθρωποι δεν εντάσσονται σε κάποιες κολεκτίβες. Η εργασία τους είναι εντελώς ατομική. Οι σχέσεις με τους εργοδότες είναι περιοδικές, σε μεγάλο βαθμό, δεν μοιάζουν με τις σχέσεις του εργαζόμενου και του αφεντικού που υπήρχαν στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Εχουν καλή, αλλά συχνά μονόπλευρα, τεχνολογική μόρφωση. Διαμορφώνουν με δικό τους τρόπο κοσμοαντίληψη. Τους είναι ξένη η τάση προς την πλατιά ενότητα για την υπεράσπιση των επαγγελματικών τους συμφερόντων.

Φυσικά η πορεία της οικονομικής ανάπτυξης αργά ή γρήγορα θα προκαλέσει στη ζωή διαδικασίες κοινωνικοποίησης και αυτού του στρώματος των μισθωτών εργαζομένων. Θα αρχίσει η μετατροπή τους από «τάξη στον εαυτό της» σε «τάξη για τον εαυτό της». Ομως αυτό δε σημαίνει πως το κομμουνιστικό κίνημα θα πρέπει να κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια και να περιμένει έως ότου η αντικειμενική διαδικασία οριακά διευκολύνει τη δουλειά τους με αυτές τις ομάδες του σύγχρονου προλεταριάτου.

Για τη σημερινή Ρωσία ένα τέτοιου είδους καθήκον ακόμη δεν είναι εντελώς επίκαιρο. Η χώρα μας έχει ριχτεί στις αρχές της διαδικασίας της διαμόρφωσης των τάξεων, χαρακτηριστικής για τη βιομηχανική κοινωνία, και όχι για την κοινωνία των πληροφοριών. Και παρόλα αυτά το παράδοξο της ρωσικής πραγματικότητας βρίσκεται στο ότι μαζί με τις κοινωνικές ομάδες, που θυμίζουν ταξική δομή των αρχών του 19ου αιώνα, στη χώρα διαμορφώνεται και το στρώμα των εργαζομένων του «κομπιουτερικού» τύπου.

Ναι, είναι προς το παρόν απολίτικοι, παθητικοί προς τις διαφόρου είδους κοινωνικές υποθέσεις. Συχνά δηλώνει την αποστροφή του από κάθε είδους κόμματα. Και παρόλα αυτά, ήδη πρόκειται για εκατομμύρια εργαζόμενους. Μάλιστα, για ανθρώπους νέους, ενεργούς, ενεργητικούς που με τον τρόπο τους βιώνουν τις ρήξεις και στροφές της κοινωνικής ζωής.

Γι’ αυτό και θα πρέπει να μάθουμε τις ανάγκες τους, Να βρούμε τρόπους επαφής μαζί τους. Είμαστε υποχρεωμένοι επιλύνοντας τα τρέχοντα ζητήματα, να μάθουμε να προσελκύουμε και αυτές τις ομάδες εργαζομένων, που προσανατολίζονται στο μέλλον. Και όσο πιο γρήγορα το μάθουμε τόσο μεγαλύτερη δύναμη θ’ αποκτήσουμε, όταν φτάσει η κρίσιμη στιγμή της κοινωνικής ανάπτυξης.

Ο ΡΩΣΙΚΟΣ ΒΟΝΑΠΑΡΤΙΣΜΟΣ

Ενα ακόμα σημαντικό ζήτημα που είναι επικίνδυνο για τη Ρωσία στη συγκεκριμένη κοινωνικο-ταξική κατάσταση, είναι οι πολιτικές πλευρές της. Σήμερα είναι φανερό πως η κυρίαρχη τάξη στη Ρωσία εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα της συμβίωσης της διεφθαρμένης γραφειοκρατίας, του κερδοσκοπικού κεφαλαίου και του οργανωμένου εγκλήματος. Η ένωσή τους είναι στρατηγική, αλλά οι συγκεκριμένοι όροι της συμφωνίας τους μπορούν να διαφέρουν. Εάν επί Γιέλτσιν ήταν λίγο πολύ ίσοι, δηλαδή καθένας είχε το δικό του μερίδιο, στην κλεμμένη από το λαό πίτα, με τον ερχομό του Πούτιν η κατάσταση άλλαξε σημαντικά. Η γραφειοκρατία κινητοποιώντας όλες τις δυνατότητες των μυστικών υπηρεσιών, έθεσε αποφασιστικά κάτω από αυτήν τους άλλους δύο συμμάχους.

Τέτοιου είδους καθεστώτα στην ιστορία είναι γνωστά. Συχνά τα ονομάζουν βοναπαρτικά. Και δεν είναι τσουχτερό επίθετο, αλλά αυστηρά επιστημονικός όρος. Ο μαρξισμός ερμηνεύει την εμφάνισή τους με την αδυναμία, το αδυνάτισμα των βασικών τάξεων της αστικής κοινωνίας. Χάρη σε αυτό η γραφειοκρατία αποκτά κυρίαρχη σημασία. Οπου και όταν αδυνατίζει η οργανική οικονομική ικανότητα της χώρας, εκεί και τότε δυναμώνει η «ενότητα» των διοικητικών υπαλλήλων.

Το έδαφος για το σύγχρονο αστικό βοναπαρτισμό βρίσκεται ακριβώς στον κοινωνικο-ταξικό κυκεώνα. Η ταξική δομή της προηγούμενης σοσιαλιστικής κοινωνίας ήδη καταστράφηκε, ενώ η δομή της αστικής κοινωνίας ακόμη δε διαμορφώθηκε. Γι’ αυτό και οποιοδήποτε κοινωνικό κίνημα, όπως «προς τα πίσω» έτσι και «προς τα μπρος» είναι θανατηφόρο για την απολυταρχία της σημερινής γραφειοκρατίας. Από εδώ και η τάση με κάθε τρόπο να ενισχυθεί αυτή η ενδιάμεση κατάσταση. Ολα τα μέτρα που παίρνει το καθεστώς Πούτιν για την «ενίσχυση του κράτους» έχουν μόνον αυτόν τον στόχο. Η γραφειοκρατία δεν μπορεί να επιτρέψει την ελεύθερη ανάπτυξη της χώρας, με κάθε τρόπο την εμποδίζει. Ο ρόλος της γραφειοκρατίας είναι αντιδραστικός ακόμη και από την άποψη της αστικής προόδου.

Και όμως, το να αποκαλέσουμε το σημερινό ρώσικο καθεστώς βοναπαρτικό, είναι μεγάλο κομπλιμέντο γι’ αυτό. Γιατί βρίσκεται πολύ κάτω σε σχέση με τον βοναπαρτισμό. Γιατί ο βοναπαρτισμός είναι η φτασμένη ως το όριο, έως την αυτοαναίρεσή της εθνική ιδέα, η εξύψωση της χώρας σου. Το καθεστώς Πούτιν, αντίθετα προσπαθεί να την τσαλαπατήσει στη λάσπη. Ο βοναπαρτισμός παραχαϊδεύει το στρατό του. Το ρωσικό καθεστώς τον σπρώχνει στον τάφο. Ο βοναπαρτισμός έχει την τάση να σταθεροποιήσει τη χώρα του, βγάζοντας τις εσωτερικές ταξικές αντιθέσεις του προς τα έξω, εκτός των εθνικών συνόρων, οργανώνοντας την εξωτερική επέκταση. Η σημερινή εξουσία στη Ρωσία οδηγεί την κοινωνική σύγκρουση ανάποδα, στο εσωτερικό της χώρας, οργανώνοντας το τσετσενικό απόστημα, βαθαίνοντας την εσωτερική κρίση. Ο βοναπαρτισμός επιδιώκει να έχει υπό τον έλεγχό του όλα γύρω, να τα θέσει στην υπηρεσία της πατρίδας του. Το σημερινό κομπραδόρικο καθεστώς θέτει τη Ρωσία στην υπηρεσία όποιου να ‘ναι, για χάρη του πιο μίζερου οφέλους.

Ετσι, λοιπόν, το καθεστώς Πούτιν μπορεί να το χαρακτηρίσεις βοναπαρτικό μόνο σχετικά, όπως λέμε σε εισαγωγικά. Πρόκειται για αποτυχία της ιστορίας, όπου δεν υπάρχουν ούτε αναλογίες, ούτε παραλληλισμοί, ούτε γνωστό στην Ιστορία όνομα.

Ειρηνική δημοκρατική διέξοδος από την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί υπήρξε και ακόμη υπάρχει. Είναι η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τα τέσσερα θεμελιακά ερωτήματα, που έχει προτείνει το κόμμα μας, πριν δύο χρόνια. Αυτό θα επέτρεπε να αλλάξει η κοινωνικο-οικονομική πολιτική προς όφελος του λαού και του κράτους. Να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη όλων των μορφών ιδιοκτησίας και οικονομίας, για την αναγέννηση της Ρωσίας. Να δοθεί παλμός για θετικές διαδικασίες στην κοινωνία, μεταξύ άλλων και στο ζήτημα της κοινωνικο-ταξικής δομής. Να εισαχθεί σε αυτή το στοιχείο της σιγουριάς και της ελπίδας. Να αναπτυχθεί η κατώτερη αυτοοργάνωση των μαζών, αυτό που λέγεται κοινωνία των πολιτών. Να αναγεννηθεί η «μεσαία τάξη» που είναι ο κοινωνικός πυρήνας της σταθερότητας της κοινωνίας. Ομως για τέτοιες λύσεις δεν χρειάζεται η ματαιότητα της τρέχουσας ημέρας, αλλά καλά μελετημένη στρατηγική ανάπτυξης της χώρας στην ορατή προοπτική.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Γκενάντι Ζιουγκάνοφ είναι ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΡΟ. Αρθρο στην «ΠΡΑΒΝΤΑ», Νο 92/04, 19.8.2004.

[1] Β.Ι. Λένιν, Απαντα, 5η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή», τ. 20, σελ. 192.

[2] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, 5η έκδοση, Σύγχρονη Εποχή, τ. 43, σελ. 310.

[3] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, 5η έκδοση, Σύγχρονη Εποχή, τ. 41, σελ. 58.

[4] «Τσελνόκ» αποκαλείται στη σημερινή Ρωσία ο μικρέμπορας, που αποφεύγει να νομιμοποιήσει το εμπόριό του και βγάζει το κέρδος του ταξιδεύοντας στο εξωτερικό για να αγοράσει εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια μεταπουλά στη Ρωσία. (σημ. μτφρ.).

[5] «Μπιουζέντνικοι» αποκαλούνται στη σημερινή Ρωσία οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα, που δεν έχουν διοικητικές αρμοδιότητες (σημ. μτφρ.)

[6] Για να καταλάβει κανείς το περιεχόμενο των εκβιασμών, για τους οποίους γίνεται λόγος στο κείμενο, πρέπει να έχει υπόψη του πως σήμερα οι εκπαιδευτικοί στη Ρωσία δεν έχουν εξασφαλισμένη τη μονιμότητα και μπορούν να απολυθούν από τους προϊστάμενούς τους. (σημ. μτφρ.)

[7] Η οργάνωση «Βαδίζοντας μαζί» είναι νεολαιίστικη οργάνωση υποστηρικτών του Προέδρου της Ρωσίας Β. Πούτιν. (σημ. μτφρ.)