ΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ


του Jayantanuja Bandyopadhyaya

Το μέγεθος, η σημασία και η κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής ενός κράτους καθορίζονται, σε μια δοσμένη χρονική περίοδο, από πολλούς παράγοντες, εσωτερικούς και εξωτερικούς. Ενας απ’ αυτούς είναι οι εξωγενείς επιδράσεις και ερεθίσματα που δέχεται το κράτος από το διεθνές σύστημα, δηλαδή από άλλα κράτη και ομάδες κρατών. Για παράδειγμα: Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στο διάστημα 1945-1990 βασιζόταν στην παγκόσμιας εμβέλειας στρατηγική μιας ιδεολογικοστρατηγικής αντιπαράθεσης με τη Σοβιετική Ενωση. Ομως, μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης γύρω στα 1990, οι ΗΠΑ και οι στρατηγικοί της σύμμαχοι υιοθέτησαν μια νέα, παγκόσμια στρατηγική ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας στον κόσμο μέσω της οικονομικής και στρατιωτικής παγκοσμιοποίησης. Επίσης, οι σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, καθώς και η πολιτική τους απέναντι στην Ινδία αποτέλεσαν σημαντικούς εξωτερικούς παράγοντες, που καθόριζαν την εξωτερική πολιτική της Ινδίας στο διάστημα 1947-1990. Η φύση αυτών των εξωγενών ερεθισμάτων άλλαξε μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και εφόσον οι ΗΠΑ αναδείχτηκαν πλέον η μόνη υπερδύναμη στο διεθνές σύστημα με τη νέα, παγκόσμιας εμβέλειας στρατηγική ιμπεριαλιστικής επικυριαρχίας.

Η Ινδία έπρεπε να ανταποκριθεί στα νέα αυτά ερεθίσματα από τα έξω αναπροσανατολίζοντας την εξωτερική της πολιτική. Ομως, η νέα σημασία και η νέα κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής της Ινδίας στο αλλαγμένο διεθνές πλαίσιο δεν καθορίστηκε -και δε θα μπορούσε να είχε καθοριστεί- μηχανιστικά. Διότι δεν ανταποκρίνονται όλα τα κράτη με τον ίδιο ντετερμινιστικό τρόπο στα εξωτερικά ερεθίσματα που δέχονται. Το κάθε κράτος διαθέτει μια εσωτερική δομή, που μεσολαβεί ανάμεσα στα εξωτερικά ερεθίσματα και την απάντησή του στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής. Γι’ αυτό, τα διάφορα κράτη ανταποκρίνονται, σε μια δοσμένη χρονική περίοδο, με διαφορετικό τρόπο στις αλλαγές στα εξωγενή ερεθίσματα, οι οποίες παράγονται από αλλαγές στο διεθνές σύστημα ή το ίδιο το κράτος αντιδρά διαφορετικά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ανάλογα με τις διαφορές και τη δυναμική που υπάρχουν στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εσωτερικής δομής του.

Οι αλλαγές στις παγκόσμιας εμβέλειας στρατηγικές των ΗΠΑ, που ήταν η απάντηση στη δυναμική του εξωτερικού περιβάλλοντος, είχαν αποφασιστικά καθοριστεί από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δικής τους εσωτερικής δομής και τη δυναμική τους. Η αδέσμευτη εξωτερική πολιτική της Ινδίας στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και ο επαναπροσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής της υπέρ του ιμπεριαλισμού, μετά από την διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, είχαν αποφασιστικά καθοριστεί κατά τον ίδιο τρόπο από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δομής της και τη δυναμική τους. […]

ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ωστόσο, η ταξική δομή που κληρονόμησε το ινδικό κράτος από την αποικιοκρατική περίοδο και το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα άλλαξε σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οδηγώντας σε ανάλογες αλλαγές στην εσωτερική, αλλά και στην εξωτερική πολιτική. Η προσήλωση στη σοσιαλδημοκρατία αντικαταστάθηκε από την ανοικτή υποστήριξη του καπιταλισμού και μια σιωπηλή συμμαχία με το φεουδαρχισμό. Η πολιτική της κοσμικότητας, έστω με τη διεστραμμένη εκδοχή της, της ανοιχτής ενθάρρυνσης όλων των θρησκειών, έχει εγκαταλειφθεί προς όφελος της ινδουιστικής Ράστρα, καθώς και της ενθάρρυνσης του ινδουιστικού θρησκευτικού φονταμενταλισμού εκ μέρους του κράτους και της κυβέρνησης. Εγκαταλείφθηκε η πολιτική του αντιιμπεριαλισμού στην εξωτερική πολιτική προς όφελος ενός «στρατηγικού συνεταιρισμού» με τις ΗΠΑ, την ηγετική δύναμη του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Η εξωτερική πολιτική της Ινδίας έχει υποταχθεί στη συντονισμένη ώθηση για οικονομική και στρατιωτική παγκοσμιοποίηση εκ μέρους των ιμπεριαλι στικών δυνάμεων, που ο κύριος σκοπός τους είναι η καταστροφή του σοσιαλισμού και η εγκαθίδρυση ενός εξαρτημένου καπιταλισμού σ΄ όλο τον κόσμο.

Εγκαταλείφθηκε η παγκόσμια αδέσμευτη στρατηγική, η οποία αντικαταστάθηκε από μια στενή δέσμευση με τις ΗΠΑ και με το διεθνή οικονομικό και στρατιωτικό ιμπεριαλισμό. Ο ολοφάνερος λόγος αυτής της στροφής στην εξωτερική πολιτική της Ινδίας είναι η ριζική μεταβολή στις εξωτερικές πιέσεις, που υπέστη το ινδικό κράτος με τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και με τις ΗΠΑ πια σαν μοναδική υπερδύναμη στο διεθνές σύστημα. Γενικά οι θιασώτες του ιμπεριαλισμού δικαιολογούν τις οπισθοδρομικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική στο όνομα ενός «νέου ρεαλισμού», που λέγεται ότι ήταν ανάγκη πια στα αλλαγμένα διεθνή πλαίσια.[…]

Η οπισθοδρομική μετατόπιση της εξωτερικής πολιτικής της Ινδίας τις δύο τελευταίες δεκαετίες περίπου, μπορεί να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στην ταξική δομή της Ινδίας, ιδιαίτερα στα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της άρχουσας τάξης. Ούτε ξεκίνησε το προτσές της δομικής αλλαγής μόλις την εποχή του BJP[1], αλλά ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 στην τελευταία φάση της διακυβέρνησης του Κόμματος του Κογκρέσου και πιο πολύ ακόμα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του Ναρασίμχα Ράο. Απλώς επιταχύνθηκε, επιδεινώθηκε και έγινε πιο οπισθοδρομικό την εποχή του BJP, που άρχισε το 1998.

Οι αλλαγές στην εξωτερική πολιτική ανταποκρίνονταν λίγο πολύ στις οπισθοδρομικές αλλαγές στην ταξική δομή της χώρας. Οι δομικές αυτές αλλαγές μέσα στο ινδικό κράτος εκείνη την περίοδο και με ειδική αναφορά στην ταξική δομή, μπορούν να συνοψιστούν σύντομα ως εξής.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΚΑΣΤΩΝ

Παρόλο που η καστική δομή της Ινδίας διαφέρει σαν αντίληψη, αλλά και κοινωνιολογικά από την ταξική δομή της, υπάρχουν μεγάλες επικαλύψεις και συνδέσεις μεταξύ τους. Επιπλέον, υπάρχει μεγάλη συσχέτιση ανάμεσα στη χαμηλή οικονομική θέση και τη χαμηλή καστική θέση από τη μία, καθώς και ανάμεσα στην ψηλή οικονομική θέση και την ψηλή καστική θέση από την άλλη με κάποιες περιθωριακές εξαιρέσεις. Γι’ αυτό, οι αλλαγές στις πολιτικές προσηλώσεις των διαφορετικών καστικών σχηματισμών προκαλούν ανάλογες αλλαγές στην ταξική δομή, συμπεριλαμβανομένου του ταξικού χαρακτήρα των κυρίαρχων δομικών μονάδων του κράτους.

Οπως παρατηρήσαμε ήδη, το Κόμμα του Κογκρέσου μπόρεσε να δημιουργήσει μια μαζική βάση για τον εαυτό του, η οποία περνούσε μέσα από τις τάξεις, τις κάστες και τις διαιρέσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες, και μπόρεσε να το κάνει με τη βοήθεια του εθνικισμού και του αντιιμπεριαλισμού, τη συγκριτική ιδεολογία του δημοκρατικού σοσιαλισμού, καθώς και με μια μορφή διαστρεβλωμένη του κοσμικισμού. Ομως, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 περίπου, οι μεσαίες τάξεις, οι οποίες ήταν σχετικά πολυάριθμες και ανήκαν στην ιδιοκτήτρια τάξη, μετατόπισαν την πολιτική τους υποστήριξη από το Κογκρέσο σε άλλα πολιτικά κόμματα. Οι κάστες αυτές αποτέλεσαν την κύρια πολιτική βάση του Κόμματος Τζανάτα, το οποίο είχε αναλάβει την εξουσία στο Κέντρο το 1977, μετά από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι κάστες και οι φυλές που αποτελούσαν το κοινωνικά πιο καταπιεσμένο και οικονομικά πιο εκμεταλλευόμενο τμήμα του ινδικού προλεταριάτου, επίσης άρχισαν να μετατοπίζουν την πολιτική τους υποστήριξη από το Κόμμα του Κογκρέσου σε άλλα πολιτικά κόμματα, καθώς και να οργανώνουν τα δικά τους κόμματα. Η διαδικασία αυτή απόκτησε σημασία μετά από τη δημοσίευση της Εκθεσης της Επιτροπής Μαντάλ το 1980 και την καστική βία που ακολούθησε στη Βόρεια Ινδία. Η δημιουργία και η ταχεία ανάπτυξη του Κόμματος Bahujan Samaj, καθώς και η ανάπτυξη των πολιτικών κινημάτων των φυλών, που οδήγησαν στο σχηματισμό των πολιτειών Jharkhand, Chattisgarh και Uttaranchal, είναι παραδείγματα αυτού του προτσές της πολιτικής ανακατάταξης. Στο μεταξύ, η άνοδος του εθνικισμού των Ινδουιστών οδήγησε σε μια μετατόπιση της πολιτικής τοποθέτησης ενός μεγάλου τμήματος των ανωτέρων καστών από το Κόμμα του Κογκρέσου προς το BJP.

Το αποτέλεσμα αυτού του προτσές είναι ότι το Κογκρέσο έχει χάσει μεγάλο μέρος της παραδοσιακής βάσης του ανάμεσα στο προλεταριάτο, καθώς και στις ιδιοκτήτριες τάξεις, οι οποίες έχασαν την εξουσία στο Κέντρο και έπαψαν να είναι η πιο κυρίαρχη μονάδα στη δομή του πολιτικού συστήματος της Ινδίας. Παρόλο που η ανακατάταξη των πολιτικών συμπαθειών των καστών δεν πήγε σε μία μονάχα κατεύθυνση και παρουσιάζει μέχρι τώρα ένα κάποιο κατακερματισμό, ωστόσο το κόμμα που, καθώς φαίνεται, ωφελήθηκε περισσότερο, ήταν το BJP.

Χωρίς αμφιβολία, αυτό αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους λόγους που το BJP ανέλαβε την εξουσία στο κέντρο και που το Κόμμα του Κογκρέσου αντικαταστάθηκε σύντομα από το BJP, ως την πιο κυρίαρχη μονάδα στη δομή του πολιτικού συστήματος στην Ινδία.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΦΟΝΤΑΜΕΝΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΙΝΔΟΥΙΣΤΩΝ

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60, το RSS[2] και η πολιτική του πτέρυγα BJP άρχισαν γρήγορα να απλώνουν τα οργανωτικά τους πλοκάμια και να αυξάνουν την προπαγάνδα της φασιστικής ιδεολογίας του εθνικισμού των Ινδουιστών και του Hindu Rashtra, σε μια προσπάθεια να καταλάβουν την κρατική εξουσία στη χώρα. Παρόλο που η αύξηση της πολιτικής επιρροής του BJP δε βρήκε αμέσως την αντανάκλασή της στα εκλογικά αποτελέσματα, επέτρεψε ωστόσο το κόμμα αυτό να γίνει σημαντικός συνεταίρος στην κυβέρνηση Janata στο Κέντρο στα 1977-1979. Αυτή η συμμετοχή επέτρεψε το RSS και το BJP να αυξήσουν κι άλλο τους πόρους και την οργανωτική τους δύναμη. Και αυτό, με τη σειρά του, τους επέτρεψε να ανεβάσουν τη δεκαετία του ’80 σε νέα πολιτικά επίπεδα τις βλέψεις τους στην εξουσία, κυρίως επωφελούμενοι από την τυφλή πίστη μεγάλου τμήματος των μαζών, που βρισκόταν στη ζώνη επιρροής των Ινδουιστών, στη μυθολογία των Ramayana. Αυτή η καινούργια οργανωτική και ιδεολογική προέλαση κορυφώθηκε στην κατεδάφιση του τζαμιού Babri το 1992, καθώς και στην καινούργια κοινοτική φρενίτιδα που ακολούθησε και επέτρεψε στο BJP να καταλάβει την εξουσία για λίγο το 1996 και έπειτα κατά τρόπο πιο σταθερό το 1998.

Από την αρχή η ταξική βάση του BJP , όπως και αυτή του προκατόχου του, του Jana Sangh, αποτελούνταν κυρίως από φεουδαρχικές και εμπορικές τάξεις. Η μεγάλη μπουρζουαζία υποστήριζε, σε γενικές γραμμές, το κυβερνών κόμμα, το Κόμμα του Κογκρέσου με το οποίο δεν είχε ιδεολογικές διαφορές σημασίας, ούτε σύγκρουση συμφερόντων. Ομως, όταν το BJP ανέβηκε σε κυρίαρχη θέση στην πολιτική ζωή της χώρας, ιδίως όταν είχε αναλάβει την εξουσία στο Κέντρο και σε μερικές πολιτείες, μερίδα της καπιταλιστικής τάξης φαίνεται να είχε μεταφέρει την οικονομική της υποστήριξη σε αυτό το κόμμα. Η αποστασία μεγάλης μερίδας των φεουδαρχών, της μεγαλοαστικής τάξης, καθώς και των μεσαίων καστών από το Κόμμα του Κογκρέσου προς το BJP αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους λόγους της πτώσης του πρώτου και της ανόδου του δεύτερου. Το BJP προσπαθούσε επίσης να αυξήσει την επιρροή του στις προλεταριακές κάστες και φυλές μέσα από την τυφλή συναισθηματική έλξη, που ασκούσε ο εθνικισμός των Ινδουιστών σε αυτές. Η άνοδος του BJP σαν μια κυρίαρχη μονάδα στη δομή του κρατικού συστήματος της Ινδίας κατέστησε αναπόφευκτη τη σημαντική μετατόπιση στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας.

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Οπως ήδη αναφέραμε, η ιδεολογική προσήλωση του Κόμματος του Κογκρέσου στο δημοκρατικό σοσιαλισμό και στον κοσμικοτισμό στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και στον αντιιμπεριαλισμό και την αδέσμευτη γραμμή στην εξωτερική πολιτική άρχισε σιγά σιγά να εγκαταλείπεται στη δεκαετία του ’80. Αυτή η ιδεολογική αλλαγή του Κογκρέσου οφειλόταν εξίσου πολύ στη διάβρωση της μαζικής του βάσης, όσο και στην προσωπική ηγεσία του Πρωθυπουργού Ναρασίμχα Ράο. Ο Ράο είχε μια συντηρητική προσωπικότητα και ορθόδοξη πίστη, διαποτισμένος από τη θρησκευτικότητα των Ινδουιστών και συνεχώς συνοδευόμενος από έναν Ινδουιστή «θεάνθρωπο». Οι πολιτικές του απόψεις ήταν στην καλύτερη περίπτωση κεντρώες, αν όχι εντελώς δεξιές. Αντιπροσώπευε τον ταξικό χαρακτήρα της ακροδεξιάς πτέρυγας της ινδικής μεσαίας τάξης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν άνοιξε μονάχα την ινδική οικονομία για πρώτη φορά στους ληστρικούς χειρισμούς των διεθνικών εταιριών των κρατών της G-7 στο όνομα της παγκοσμιοποίησης, αλλά επίσης ήταν φανερά υπεύθυνος για τη φανερή αποχώρηση της Ινδίας από την αδέσμευτη γραμμή, καθώς και για τη νέα, αλλά εντελώς αδικαιολόγητη φιλοαμερικάνικη κλίση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Η κυβέρνηση της NDA, κάτω από την ηγεσία του BJP, εξαιτίας του δικού της ταξικού χαρακτήρα και ιδεολογικών υποχρεώσεων, προχώρησε αυτό το προτσές και το έφτασε σε έναν ανοιχτό «στρατηγικό συνεταιρισμό» με τη μεγαλύτερη ιμπεριαλιστική δύναμη στον κόσμο.

Από την αρχή, το BJP, εξαιτίας του ταξικού του χαρακτήρα, ήταν προσηλωμένο στο φεουδαρχισμό και τον καπιταλισμό και ασυμβίβαστος εχθρός όλων των μορφών του σοσιαλισμού ανά τον κόσμο. Από αυτή την άποψη συμμεριζόταν την πολιτική στρατηγική όλων των φασιστικών κομμάτων παντού. Η ιδεολογία του, του εθνικισμού των Ινδουιστών και της Hindu Rashtra, εμπεριείχε ακραία θρησκευτική υποκρισία και φανατισμό, καθώς και ένα σχεδόν συγγενές με αυτή μίσος, ως προς το μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό της Ινδίας. Γι’ αυτό το λόγο, μόλις ανάλαβε την εξουσία η κυβέρνηση, με επικεφαλής το BJP, άρχισε να καταργεί το δημόσιο τομέα και να τον πουλάει στον ιδιωτικό τομέα, ανοίγοντας γρήγορα τη χώρα ακόμα περισσότερο στο ιμπεριαλιστικό προτσές της παγκοσμιοποίησης. Επίσης πέταξε γρήγορα την αδέσμευτη στρατηγική και άρχισε να τάσσεται στενά στο πλευρό των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών στρατηγικών των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Ταυτόχρονα, ο εθνικιστικός Ινδουιστικός φανατισμός του το ώθησε στην κλιμάκωση των ινδοπακιστανικών εντάσεων και στην προσπάθεια να υποτάξει το Πακιστάν με τη βοήθεια των ΗΠΑ.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΑΣ ΤΑΞΗΣ

Παρόλο που ο ρυθμός ανάπτυξης της ινδικής οικονομίας δεν ήταν αρκετά ψηλός για την ανακούφιση της μαζικής φτώχειας, ωστόσο πραγματοποιήθηκε μια φαινομενική ανάπτυξη της «κινητικής προς τα πάνω» μεσαίας τάξης της χώρας. Αυτό οφειλόταν κυρίως στην γενική άνιση κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, αυτή τη στιγμή η μεσαία τάξη της Ινδίας αντιπροσωπεύει κατά προσέγγιση το ένα τέταρτο του πληθυσμού, που σημαίνει ότι είναι μεγαλύτερη από το συνολικό πληθυσμό των ΗΠΑ. Καθώς φαίνεται, αυτή η μεγάλη μεσαία τάξη έχει τεθεί κάτω από την καταναλωτική ηθική του σύγχρονου δυτικού καπιταλισμού σε όλη την Ινδία, σε κάποιο βαθμό ακόμα και στις πολιτείες όπου κυριαρχούν οι Αριστεροί, ιδίως μετά από την έναρξη του προτσές της παγκοσμιοποίησης. Τα περισσότερα μέλη αυτής της τάξης φαίνονται αδιάφορα ως προς τα ιδεολογικά ζητήματα και πρόθυμα να πλεύσουν με το ρεύμα του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης. Επίσης δε φαίνεται να έχουν σχέση με τον αντιιμπεριαλισμό, ούτε καν να αντισταθούν στο φονταμενταλισμό των Ινδουιστών ή στο φασισμό του BJP, όσο δεν επηρεάζουν αυτά σοβαρά την προσωπική ζωή τους. Αυτοί και τα παιδιά τους σχηματίζουν ατέλειωτες ουρές μπροστά στα γραφεία για βίζες και για μετανάστευση στις ΗΠΑ και άλλες ιμπεριαλιστικές δυτικές χώρες αναζητώντας ακόμα μεγαλύτερη προσωπική περιουσία και πλούτο. Η άνοδος αυτής της μεγάλης, καταναλωτικής και μη-ιδεολογικής μεσαίας τάξης, που η ίδια είναι προφανώς ένα από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης, αποτελεί σχετικά νέο στοιχείο της ταξικής δομής της Ινδίας, το οποίο δίνει στην κυβέρνηση του BJP το θράσος να ακολουθήσει μια εξωτερική πολιτική φιλοϊμπεριαλιστική.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Παράλληλα με τις άλλες αλλαγές στην κρατική και ταξική δομή της Ινδίας -και εν μέρει εξαιτίας αυτών των αλλαγών- ανέδυσε μεγάλος αριθμός περιφερειακών και τοπικών κομμάτων στην πολιτική σκηνή της χώρας, κάτι το οποίο προσδίδει κατακερματισμένο χαρακτήρα στην πολιτική δομή της Ινδίας. Τα περισσότερα από αυτά στερούνται οποιασδήποτε ιδεολογικής πίστης και ευδοκιμούν πάνω στη βάση εθνικού, γλωσσικού ή περιφερειακού σοβινισμού, καστικής πολιτικής ή σε καθαρό αρνητισμό. Σε ό,τι αφορά την κεντρική κυβέρνηση, ο μόνος στόχος αυτών των περιφερειακών κομμάτων φαίνεται να είναι να συμμεριστούν την εξουσία στο Κέντρο για να ενισχύσουν τη δική τους θέση στις αντίστοιχες περιφέρειες ή κοινότητες. Φαίνεται να μην ενδιαφέρονται και πολύ για την ευρύτερη ιδεολογία και τα ευρύτερα θέματα της εθνικής ή εξωτερικής πολιτικής και να είναι, σχετικά με όλα αυτά τα ζητήματα, πρόθυμα να συμπλέουν με το κυρίαρχο κόμμα σε ένα συνασπισμό. Αυτή η στάση δίνει λίγο πολύ το λευκό χαρτί στον κυρίαρχο εταίρο, σε μια κυβέρνηση κεντρικού συνασπισμού όπως είναι το BJP, για να ακολουθήσει τους εθνικούς και διεθνείς στόχους, ανάλογα με τα δικά του ταξικά συμφέροντα και ιδεολογίες.

Ο σκοπός της ως άνω ανάλυσης των αλλαγών στην κρατική δομή της Ινδίας, ιδιαίτερα στην ταξική δομή σε σχέση με τις αλλαγές στην εξωτερική πολιτική της χώρας, ήταν να αναδείξουμε τον αιτιακό κρίκο ανάμεσα στα δύο σύνολα των μεταβλητών σε μια λίγο πολύ θεωρητική προοπτική. Τώρα θα προχωρήσουμε στα εμπειρικά παραδείγματα του πώς η φιλοαμερικανική και φιλοϊμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική του BJP, που απορρέει από το δικό του ταξικό χαρακτήρα και τη δική του ιδεολογία, έχει διατυπωθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις από την κυβέρνηση Βαϊπατζί ανταποκρινόμενη στα εξωτερικά ερεθίσματα προερχόμενα από το διεθνές περιβάλλον, που αντιμετωπίζει η Ινδία.

Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΒΑΪΠΑΤΖΙ

Το BJP, καθώς και οι άλλες οργανώσεις του μετώπου της Sangh Parivar, συμπεριλαμβανομένων και του RSS, του VHP και του Bajrang Dal, πολλές φορές προσπαθούν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι ο Πρωθυπουργός Αταλ Μπεχαρι Βαϊπατζί είναι ένας μετριοπαθής και φιλελεύθερος, που δεν υποστηρίζει σώνει και καλά τον ινδουιστικό εθνικισμό του BJP, τη μουσουλμανοφοβία, το φεουδαρχισμό, τον καπιταλισμό, τον αντισοσιαλισμό και το φιλοαμερικανισμό. Ο ίδιος ο Βαϊπατζί συμβάλλει στην επιδεικτικά φιλελεύθερη εικόνα της προσωπικότητάς του εκφράζοντας απόψεις για ορισμένα εθνικά και διεθνή ζητήματα, που κατά καιρούς διαφέρουν από αυτές κάποιας άλλης πτέρυγας της Sangh Parivar. Αυτό, όμως, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τακτική κίνηση της Sangh Parivar, στο οποίο ο Βαϊπατζί ανήκει, με στόχο να διευρυνθεί η βάση της πολιτικής υποστήριξης του BJP. Διότι ο Βαϊπατζί, όπως οι περισσότεροι άλλοι ηγέτες του BJP είναι μέλος δια βίου του RSS, στο οποίο πειθαρχεί και είναι πιστός στην ιδεολογία του. To BJP είναι το πολιτικό μέτωπο του RSS και αντιπροσωπεύει τη φασιστική ιδεολογία του τελευταίου. Η αλήθεια είναι ότι οι απόψεις που έχει εκφράσει ο Βαϊπατζί σχετικά με τους Ινδούς Μουσουλμάνους, τις ινδοπακιστανικές σχέσεις, τον εθνικισμό των Ινδουιστών, την κατεδάφιση του τζαμιού Babri Masjid το 1992, καθώς και για την «πραγματική αδέσμευτη» γραμμή, ήταν λιγότερο φονταμενταλιστικές και φανατικές από αυτές του Βαϊπατζί. Αυτό, όμως, συνέβη όταν το BJP δεν ήταν στην εξουσία και προσπαθούσε να διευρύνει τη βάση του, προβάλλοντας το Βαϊπατζί, τον «φιλελεύθερο», σαν μελλοντικό Πρωθυπουργό. Δε χωράει αμφιβολία ότι αυτή η τακτική απέδωσε θετικά και βοήθησε το BJP να καταλάβει την εξουσία το 1998, επικεφαλής ενός συνασπισμού 24 κομμάτων. Ομως, ο Βαϊπατζί, μόλις είχε γίνει Πρωθυπουργός αποκάλυψε το πραγματικό του πιστεύω σαν θιασώτης του BJP και του RSS.

Οι πυρηνικές δοκιμές, για τις οποίες ο Βαϊπατζί έδωσε εντολή, αφότου ανάλαβε την πρωθυπουργία, είχαν σκοπό να αποτελέσουν το πρώτο σινιάλο στο λαό της Ινδίας και στα κράτη του κόσμου για το ότι το BJP έδινε μεγάλη προτεραιότητα στον εθνικισμό των Ινδουιστών, καθώς και στην εθνική δύναμη των Ινδουιστών, στο «μεγαλείο» και στη «δόξα». Επίσης ήταν ένα σινιάλο προς το Πακιστάν σε ό,τι αφορά την εθνικιστική ινδουιστική προοπτική, που έδινε το BJP στις ινδοπακιστανικές σχέσεις.

Το Σεπτέμβρη του 2000 ο Βαϊπατζί επισκέφτηκε τις ΗΠΑ και μίλησε σε μια μικτή συνέλευση του Κογκρέσου των ΗΠΑ. Για το σκοπό αυτό εξασφάλισε τις υπηρεσίες ενός ιερέα από ινδουιστικό ναό στις ΗΠΑ και τον έβαλε να ψάλει στίχους από τις Βέδες στα σανσκριστικά, πριν από την ομιλία του, για να προβάλει την εθνικιστική ινδουιστική ταυτότητά του. Το Δεκέμβρη του 2000 υποστήριξε το χτίσιμο ενός ναού ΡΑΜ στη θέση του κατεδαφισμένου τζαμιού του BABRI MASJID περιγράφοντάς το εσφαλμένα και διεστραμμένα σαν μια «εθνική επιθυμία του ινδικού λαού». Ο Βαϊπατζί, στη διάρκεια των κρατικοχορηγούμενων ταραχών του 2002 στο Gujarat, όπου κυβερνά το BJP, και όπου σκοτώθηκαν μερικές χιλιάδες Μουσουλμάνοι και πολλές χιλιάδες έμειναν άστεγοι, για άλλη μια φορά αποκάλυψε τις αληθινές ινδουιστικές φονταμενταλιστικές πεποιθήσεις του. Στις 12 Απρίλη εξαπόλυσε μια δριμύτατη επίθεση στο Ισλάμ και στους Μουσουλμάνους, όχι μόνο στην Ινδία, αλλά και σε άλλα κράτη συμπεριλαμβανομένης της Ινδονησίας και της Μαλαισίας και τους κατηγόρησε για επίμονη θρησκευτική βία. Χαρακτήρισε τους πανταχού Μουσουλμάνους σαν «εκ φύσεως επιθετικούς» προσθέτοντας ότι το Ισλάμ είχε εξαπλωθεί με το σπαθί στο πέρασμα των αιώνων.

Γι’ αυτό η διάκριση ανάμεσα στην ιδεολογία του BJP και την ιδεολογία του Βαϊπατζί είναι και λάθος. Σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε σκόπιμα από την ίδια τη Sangh Parivar, καθαρά σαν πολιτική τακτική. Η ινδουιστική εθνικιστική ιδεολογία του BJP, η προσήλωσή του στον καπιταλισμό μέσα και έξω από τη χώρα, η έντονη αντιπάθειά του για το σοσιαλισμό, η αποστροφή του από τον αντιιμπεριαλισμό και την αδέσμευτη πολιτική, καθώς και η προτίμησή του να συμμαχήσει με τις ΗΠΑ ήταν στην ουσία οι βασικές παράμετροι της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Βαϊπατζί.

Ο Βαϊπατζί για να εξασφαλίσει η εξωτερική πολιτική του να μην παρεκκλίνει από αυτές τις ιδεολογικές παραμέτρους, αναδιοργάνωσε επίσης την πολιτική και τη διοικητική δομή της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην εξωτερική πολιτική.[…]

ΟΙ ΙΝΔΟΠΑΚΙΣΤΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΗΠΑ

Το BJP και η κυβέρνηση Βαϊπατζί παρουσίαζαν τη Δήλωση της Λαχόρης του 1999 σαν παράδειγμα της επιδεικτικά φιλικής στάσης τους προς το Πακιστάν, καθώς και του φιλελεύθερου και μετριοπαθούς χαρακτήρα της προσωπικής ηγεσίας του Βαϊπατζί. Στην πραγματικότητα, όμως, αποκάλυψε μονάχα την προθυμία τους να υποτάξουν την εξωτερική πολιτική τους σε αυτά που τους υπαγόρευαν οι ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ είχαν καταδικάσει τις πυρηνικές δοκιμές της Ινδίας στο Ποκχράν, καθώς και τις πακιστανικές πυρηνικές δοκιμές, που ακολούθησαν. Είχε κινητοποιήσει τα κράτη Ρ-5 για να ασκήσει συνδυασμένη διπλωματική πίεση στην Ινδία και στο Πακιστάν για να ξεκινήσουν αμέσως τις διαπραγματεύσεις. Οι ΗΠΑ με τους στρατηγικούς συμμάχους τους, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας, επίσης επέβαλαν οικονομικές κυρώσεις και στις δυο αυτές χώρες μετά από τις πυρηνικές εκρήξεις. Το Συμβούλιο Ασφάλειας, κατόπιν πρωτοβουλίας των ΗΠΑ, πέρασε ένα ψήφισμα καταδικάζοντας τις πυρηνικές δοκιμές και πιέζοντας την Ινδία και το Πακιστάν να ξεκινήσουν άμεσα το διάλογο.

Κάτω από αυτή την εντατική διεθνή διπλωματική πίεση, που την ξεκίνησαν οι ΗΠΑ, η κυβέρνηση Βαϊπατζί άρχισε το διάλογο, που οδήγησε τελικά στη Δήλωση της Λαχόρης. Σε αυτήν και τα δύο κράτη συμφώνησαν να «εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους να λύσουν όλα τα ζητήματα συμπεριλαμβανομένου αυτού του Τζάμμου και του Κασμίρ». Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες δεν εντατικοποιήθηκαν καθόλου, αντίθετα μάλιστα, ουσιαστικά άφησαν τη διαδικασία του διαλόγου να φθίνει σε μια συγχορδία με την πολιτική απέναντι στο Πακιστάν, όπως την ασκούσε το BJP, ώσπου να καταποντιστεί πια η πολιτική αυτή από την κρίση του Καργκίλ.

Οι πυρηνικές εκρήξεις στο Ποκχράν το 1998, καθώς και τα γεγονότα που ακολούθησαν και οδήγησαν στη Δήλωση της Λαχόρης του επόμενου χρόνου, αντανακλούσαν τις παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής του BJP και της πιστής εφαρμογής της από την κυβέρνηση Βαϊπατζί.

Ο τελευταίος, παραγγέλλοντας τις πυρηνικές δοκιμές είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του απέναντι στην ιδεολογία του BJP του ινδουιστικού εθνικισμού και της ινδουιστικής εθνικής εξουσίας. Επίσης, το να δημιουργήσει μια στενή διπλωματική και στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ ήταν ένας από τους κυριότερους στόχους της εξωτερικής πολιτικής του BJP, που ήταν απόρροια του ταξικού χαρακτήρα του. Ως εκ τούτου η κυβέρνηση του Βαϊπατζί ενέδωσε στη διπλωματική πίεση των ΗΠΑ και των στρατηγικών συμμάχων τους και ξεκίνησε έναν διάλογο με το Πακιστάν, αλλά στην ουσία δεν παρέκκλινε ούτε στο ελάχιστο από την εξωτερική πολιτική του BJP απέναντι στο τελευταίο. Επίσης, η κρίση του Καργκίλ του 1999 φανέρωσε την αυξανόμενη συνεργασία ανάμεσα στις κυβερνήσεις της Ινδίας και των ΗΠΑ. Οταν ο ινδικός στρατός άρχισε την επίθεσή του στις πακιστανικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν διεισδύσει και είχαν δημιουργήσει θέσεις άμυνας, η κυβέρνηση Κλίντον καθοδήγησε αμέσως την κυβέρνηση Βαϊπατζί να μην επιτρέψει σε καμία περίπτωση τα ινδικά στρατεύματα να τις περάσουν. Η κυβέρνηση Βαϊπατζί δέχτηκε αυτή την καθοδήγηση και ζήτησε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ να αναγκάσει το Πακιστάν να τερματίσει την επιθετική του κατοχή των ινδικών εδαφών.

Η κυβέρνηση Κλίντον, φανερά ευχαριστημένη με τη θετική ανταπόκριση της Ινδίας στην πρωτοβουλία των ΗΠΑ, που οδήγησε στη Δήλωση του Λαχόρης, καθώς και με την συγκατάθεσή της με την καινούργια ντιρεκτίβα του Καργκίλ, αποφάσισε να δείξει στην Ινδία την ικανοποίησή της. Ο Πρόεδρος Κλίντον κάλεσε τον Πρωθυπουργό Ναβάζ Σαρίφ στην Ουάσιγκτον, όπου τα δύο κράτη έβγαλαν μια κοινή δήλωση, που περιλάμβανε την αποχώρηση των πακιστανικών στρατευμάτων στην πακιστανική πλευρά. Πράγματι, οι ινδικές δυνάμεις είχαν πολεμήσει γενναία και είχαν θυσιάσει πολλά για να διώξουν τους Πακιστανούς εισβολείς από το ινδικό έδαφος. Ωστόσο, παραμένει και το γεγονός, ότι η διπλωματική πίεση των ΗΠΑ στο Πακιστάν αποτέλεσε σημαντική επιπρόσθετη αιτία της αποτυχίας του τελευταίου στην περιπέτεια του Καργκίλ.

Η Σύνοδος Κορυφής της Αgra τον Ιούλη του 2001 ήταν μια παρόμοια τακτική από την πλευρά της κυβέρνησης Βαϊπατζί. Ενέδωσε στην πίεση των ΗΠΑ για επανάληψη του διαλόγου με το Πακιστάν, αλλά ταυτόχρονα αρνήθηκε να ξεφύγει από την πολιτική του BJP, ως προς το Πακιστάν. Η αμερικανική διπλωματική πίεση στην Ινδία και το Πακιστάν για επανάληψη των διαπραγματεύσεων είχε αυξηθεί μετά από την κρίση του Καργκίλ σαν αποτέλεσμα της οποίας ο Πρωθυπουργός Βαϊπατζί προσκάλεσε τον στρατηγό Μουσαράφ για διαπραγματεύσεις στην Αgra. Τα ινδικά ΜΜΕ κατασκεύασαν μια υπερδημοσιότητα γύρω από την πρωτοβουλία του Βαϊπατζί,

εμπνευσμένη από την κυβέρνηση. Οπως είναι γνωστό, όμως, η Συνάντηση Κορυφής της Agra του 14-16 Ιούλη κατέληξε σε μια σχεδόν πλήρη αποτυχία. Στις 16 Ιουλίου, στην πιο κρίσιμη συνάντηση, ο Βαϊπατζί επέμεινε να συζητηθεί ένα ολόκληρο φάσμα ινδοπακιστανικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής τρομοκρατίας, καθώς και του Κασμίρ, υποβαθμίζοντας έτσι το ζήτημα του Κασμίρ, στο οποίο το Πακιστάν πάντα έδινε την πιο ψηλή προτεραιότητα. Ο στρατηγός Μουσαράφ, από την άλλη, επέμεινε όπως αναμενόταν, στο να συζητηθεί πρώτα το Κασμίρ πριν από τα άλλα θέματα. Επίσης απέρριψε τη στάση του Βαϊπατζί σχετικά με τη δια συνοριακή τρομοκρατία, την οποία περίγραψε σαν «απελευθερωτικό αγώνα» του λαού του Κασμίρ. Η διαφωνία πήρε τέτοια οξύτητα, που ο στρατηγός και η αντιπροσωπεία του εγκατέλειψαν την Agra άρον-άρον μετά από τα μεσάνυχτα. Εδώ πάλι ο Βαϊπατζί είχε ενδόσει στις πιέσεις των ΗΠΑ και είχε πάρει την πρωτοβουλία για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με το Πακιστάν. Δεν παρέκκλινε και δεν μπορούσε να παρεκκλίνει από τη ινδουιστική εθνικιστική ιδεολογία του ίδιου του κόμματός του, ούτε από την ιστορική του αντιπάθεια για το Πακιστάν ανοίγοντας εκ νέου το ζήτημα του Κασμίρ, παρόλη τη γενική φιλοκαπιταλιστική και φιλοαμερικανική κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής του. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, ότι η Συνάντηση Κορυφής της Agra ήταν δουλειά του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ. Η πρόσκληση του Βαϊπατζί προς τον Μουσαράφ είχε προηγηθεί από ξεχωριστές τριμερείς συνομιλίες υψηλού επιπέδου στην Ουάσιγκτον, οργανωμένες με πρωτοβουλία της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Ο Μουσαράφ δήλωσε στο Ισλαμαμπάντ, παραμονές της αναχώρησής του για την Ινδία για να παραβρεθεί στη Συνάντηση Κορυφής της Agra, ότι ο Βαϊπατζί είχε αναγκαστεί να τον προσκαλέσει για συνομιλίες πιεσμένος από τις ΗΠΑ. Μετά πήρε τη δήλωσή του πίσω, μάλλον οι ΗΠΑ τον συμβούλεψαν να το κάνει. Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε πρώτο την ημερομηνία της Συνάντησης της Agra, όχι η Ινδία ούτε το Πακιστάν. Η Ατζέντα περιλάμβανε τη διεθνή διακίνηση ναρκωτικών, μια αμερικάνικη προτεραιότητα και περίεργο θέμα για μια Ατζέντα ινδοπακιστανικής κορυφής, που περιλάμβανε θέματα υψηλής πολιτικής και διπλωματικής σημασίας. Αμέσως μετά από την αποτυχία της συνάντησης κορυφής, τα ΜΜΕ των ΗΠΑ ανέφεραν ότι κανένα από τα τρία σχέδια που παρουσιάστηκαν εκεί δεν είχε γίνει δεκτό. Επειδή η Ινδία και το Πακιστάν δεν είχαν υποβάλει παρά από ένα σχέδιο ο καθένας, αυτό σήμαινε φανερά ότι το τρίτο σχέδιο ήταν αμερικανικής προέλευσης.

Το ότι η επίδραση των ΗΠΑ πάνω στην Ινδία σχετικά με τις ινδοπακιστανικές σχέσεις είχε αυξηθεί με ταχείς ρυθμούς στη διάρκεια της διακυβέρνησης του Βαϊπατζί, αποδείχθηκε και από τα γεγονότα, που ακολούθησαν την τρομοκρατική επίθεση στο ινδικό Κοινοβούλιο στις 13 Δεκεμβρίου του 2001. Η κυβέρνηση Βαϊπατζί, σύμφωνα με τον ταξικό χαρακτήρα και την ταξική ιδεολογία του BJP, προετοίμασε απερίσκεπτα μια στρατιωτική επίθεση κατά του Πακιστάν και συγκέντρωσε γι’ αυτό το σκοπό στρατεύματα στα πακιστανικά σύνορα. Πρόβαλε το επιχείρημα, ότι η Ινδία είχε το δικαίωμα να χτυπήσει προληπτικά το Πακιστάν, όπως ακριβώς οι ΗΠΑ είχαν χρησιμοποιήσει αυτό το δικαίωμα για να επιτεθούν στο Αφγανιστάν. Το Πακιστάν απάντησε αμέσως στην κίνηση αυτή της Ινδίας εξαπολύοντας δοκιμαστικά μερικά πυρηνικά βλήματα δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την ετοιμότητά του να απαντήσει με πυρηνικά όπλα σε μια συμβατική επίθεση εκ μέρους της Ινδίας. Ο στρατηγός Μουσαράφ δήλωσε επίσης ότι, παίρνοντας υπόψη την υπεροχή της Ινδίας σε συμβατικά όπλα, το Πακιστάν δε θα δίσταζε να κάνει ένα πρώτο πυρηνικό χτύπημα κατά της Ινδίας. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ αρνήθηκε να δεχτεί το επιχείρημα της Ινδίας, ως προς το δικαίωμα του προληπτικού χτυπήματος, λέγοντας ότι οι δύο περιπτώσεις που είχε αναφέρει η Ινδία δεν ήταν συγκρίσιμες.

Τα ινδικά στρατεύματα έμειναν για μερικούς μήνες στα σύνορα με το Πακιστάν ώσπου να αποσυρθούν κάτω από την αμείλιχτη διπλωματική πίεση εκ μέρους των ΗΠΑ και των στρατηγικών συμμάχων τους. Ανώτεροι αξιωματικοί της κυβέρνησης Μπους καυχήθηκαν αμέσως μετά, ότι οι ΗΠΑ με τη διπλωματική τους πίεση πάνω στην Ινδία κατάφερε να αποτρέψει έναν πυρηνικό πόλεμο στη Νότια Ασία.

Ηταν και εξακολουθεί να είναι επιτακτική ανάγκη για την Ινδία, καθώς και για το Πακιστάν να επιλύσουν το ζήτημα του Κασμίρ μέσω της ειρηνικής διπλωματικής οδού. Ομως, η διαδικασία της συμφιλίωσης πρέπει να είναι εθελοντική, σύμφωνη με τα κυριαρχικά δικαιώματα των δύο αυτών κρατών και απαλλαγμένη από ιδιωτική ανάμιξη από τα έξω. Ομως, η κυβέρνηση του Βαϊπατζί, ακολουθώντας τις παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής του BJP, δεν το κατάφερε να πάρει οποιαδήποτε ανεξάρτητη πρωτοβουλία για τη βελτίωση των ινδοπακιστανικών σχέσεων σε καμία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις και απλώς ενέδοσε κάθε φορά στις πιέσεις των ΗΠΑ είτε για να επαναλάβει το διάλογο, είτε για να απόσχει από στρατιωτικές ενέργειες. Η κυβέρνηση Βαϊπατζί, ενώ επέμενε στη γραμμή της διμερούς αντιμετώπισης, που συμφωνήθηκε το 1972 με τη Σύμβαση Σιμλά, επανειλημμένως υπέβαλε τον εαυτό της στην ανάμιξη των ΗΠΑ σε ό,τι αφορά την πολιτική της απέναντι στο Πακιστάν. Την ίδια στιγμή κατέβαλλε πάντα τεράστιες προσπάθειες να εμμείνει στην προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής του BJP απέναντι στο Πακιστάν και να ματαιώσει με κάθε ευκαιρία τη διαδικασία του διαλόγου. Με τον ταξικό χαρακτήρα του καθεστώτος Μουσαράφ στο Πακιστάν και της κυβέρνησης Βαϊπατζί στην Ινδία μάλλον δεν είναι εύκολο να βρεθεί λύση για το πρόβλημα του Κασμίρ. Ωστόσο, το πιο ενοχλητικό γνώρισμα των ινδοπακιστανικών σχέσεων επί Βαϊπατζί είναι η αυξανόμενη ανάμιξη των ΗΠΑ στην εξωτερική πολιτική της Ινδίας, καθώς και η εθελοντική αποδοχή αυτής της ανάμιξης εκ μέρους της κυβέρνησης της χώρας. Η εξωτερική αυτή ανάμιξη και η εθελοντική της αποδοχή μοιάζει να είναι μια τρέχουσα διαδικασία και οι προετοιμασίες μιας ακόμη ινδοπακιστανικής συνάντησης κορυφής συνεχίζονται, ενώ γίνεται συνεχώς λόγος για έναν αμερικανικό «οδικό χάρτη» για το Κασμίρ.

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΙΝΔΙΑΣ - ΗΠΑ ΣΕ ΑΛΛΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ

Πέρα από τις σχέσεις με τις ΗΠΑ η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Βαϊπατζί έγινε και σε άλλους τομείς ακόμα πιο πολύ δουλοπρεπής προς το συμφέρον των ΗΠΑ. Οταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε το καινούργιο της Σύστημα Βλημάτων Εθνικής Αμυνας τον Απρίλη του 2001, παραβιάζοντας τη Συνθήκη ΑΒΜ του 1972 με τη Σοβιετική Ενωση, η κυβέρνηση Βαϊπατζί αμέσως ανακοίνωσε την αμέριστη υποστήριξή του. Ουσιαστικά η Ινδία ήταν το πρώτο κράτος που υποστήριξε το καινούργιο πυρηνικό δόγμα των ΗΠΑ. Ωστόσο, το NMD (Νέο Σύστημα Αμυνας) δεν άργησε να συναντήσει την αντίθεση όχι μόνο της Ρωσίας, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Από πολλές απόψεις αυτό αποτέλεσε σημείο στροφής στην εξωτερική πολιτική της Ινδίας. Διότι η Ινδία πάντα ήταν αντίθετη στην πυρηνική πολιτική των υπερδυνάμεων, αρνήθηκε να γίνει μέλος της NPT και της CTBT προτείνοντας τον ολικό αφοπλισμό, σαν μοναδικός τρόπος να αποκτηθεί η παγκόσμια ειρήνη. Εκείνη την εποχή περίπου, η κυβέρνηση Βαϊπατζί άρχισε να αναπτύσσει επίσης μια στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ, μέσω της υψηλού επιπέδου διπλωματίας και μέχρι σήμερα πραγματοποιείται σειρά από κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και στους τρεις τομείς των ενόπλων δυνάμεων. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί καθαρή ένδειξη της νέας φιλοαμερικανικής στροφής της εξωτερικής πολιτικής της Ινδίας, καθώς και της πολιτικής άμυνάς της. Στο μεταξύ αυξήθηκε και η συνεργασία ανάμεσα στις υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας των δύο χωρών.

Η άκριτα φιλοαμερικανική εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Βαϊπατζί εκδηλώθηκε επίσης, όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ διακύρυξε «τον πρώτο πόλεμο του 21ου αιώνα» ενάντια στη «διεθνή τρομοκρατία», μετά από την τρομοκρατική επίθεση στο Κέντρο Παγκοσμίου Εμπορίου και στο Πεντάγωνο στις 9 Σεπτέμβρη του 2001.

Μόλις η κυβέρνηση Μπους ανακοίνωσε το διεθνή της πόλεμο κατά άγνωστων τρομοκρατών και κατά χωρών που δήθεν τους φιλοξενούν, η κυβέρνηση Βαϊπατζί πρόσφερε στις ΗΠΑ για τον πόλεμο αυτό τη χρήση του ινδικού εναέριου χώρου, των βάσεων εναέριων δυνάμεων της χώρας, καθώς και την υποστήριξη στον τομέα των πληροφοριών και της επιμελητείας. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε ζητήσει από την Ινδία μια τέτοια υποστήριξη και στην ουσία δε δέχθηκε την προσφορά της κυβέρνησης Βαϊπατζί, διότι δεν τη χρειάστηκε. Ωστόσο, αυτή η μη ζητούμενη και αμέριστη υποστήριξη για το νέο ιμπεριαλιστικό δόγμα των ΗΠΑ, καθώς και για την ακόλουθη επίθεση στο Αφγανιστάν, έδειξε την απόσταση που είχε διανύσει σε σύντομο χρονικό διάστημα η εξωτερική πολιτική της Ινδίας μετά από την άνοδο στην εξουσία του BJP τo 1998.

Το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της αδέσμευτης πολιτικής ήταν η απάντηση της κυβέρνησης Βαϊπατζί στην αμερικανοβρετανική εισβολή στο Ιράκ το Μάρτη του 2003. Αυτή η μονομερής και ιδιωτική εισβολή ήταν μια απόλυτη παραβίαση του Χάρτη του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαίου. Ηταν καθαρά ενέργεια ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, που συντελέστηκε ακολουθώντας ένα προμελετημένο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σχέδιο στα διεθνή πλαίσια, όπως διαμορφώθηκαν μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Ο δηλωμένος στόχος των ΗΠΑ της καταστροφής των αποθεμάτων όπλων μαζικής καταστροφής, που το Ιράκ δήθεν διέθετε, δεν είχε βάση στην πραγματικότητα, ούτε ίσχυε σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Ο άλλος δηλωμένος στόχος, δηλαδή η απελευθέρωση του ιρακινού λαού από την τυραννία μέσω της στρατιωτικής επιθετικότητας ήταν και υποκριτικός και παράνομος. Οι πραγματικοί στόχοι της επιθετικότητας των ΗΠΑ κατά του Ιράκ ήταν καθαρά ιμπεριαλιστικοί. Ισως ο πιο σημαντικός στόχος να ήταν το ξαναζωντάνεμα, μέσω του πολέμου, της φθίνουσας αμερικανικής οικονομίας. Ο δεύτερος στόχος ήταν η ανανέωση του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, των εταιριών πετρελαίου και άλλων πολυεθνικών, που δρουν σαν πρωταρχική κινητήρια δύναμη της οικονομίας των ΗΠΑ. Ο τρίτος στόχος ήταν η εξασφάλιση φτηνών και σταθερών προμηθειών πετρελαίου για τις ΗΠΑ και τους στρατηγικούς συμμάχους τους. Ο τέταρτος στόχος ήταν να επιτρέψει στις πολυεθνικές των ΗΠΑ να αρπάξουν υπερκέρδη από την ανοικοδόμηση του Ιράκ. Ο πέμπτος στόχος ήταν η δημιουργία μιας μόνιμης ασφάλειας στον περίγυρο του Ισραήλ, του πιο γερού συμμάχου δηλαδή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Ο έκτος στόχος ήταν να επανασυνδέσουν με το δολάριο το εμπόριο ιρακινού πετρελαίου, που είχε αποσυνδεθεί από το δολλάριο και συνδεθεί με το ευρώ από το καθεστώς του Σαντάμ. Και ο τελευταίος στόχος, αλλά γι’ αυτό όχι και λιγότερο σημαντικός, της επιθετικότητας των ΗΠΑ κατά του Ιράκ ήταν να βελτιώσει τις προοπτικές του Τζορτζ Μπους να επανεκλεγεί το 2004.

Παρόλα αυτά η κυβέρνηση Βαϊπατζί αρνήθηκε για πολύν καιρό να αντιδράσει αρνητικά στην αμερικανοβρετανική επιθετικότητα κατά του Ιράκ. Κάτω από την ανελέητη πίεση των μαζικών οργανώσεων, των κομμάτων της αντιπολίτευσης και του Τύπου, υποχρεώθηκε τελικά να αποδεχθεί ένα ψήφισμα στο Κοινοβούλιο κατά της εισβολής στο Ιράκ. Ομως, η κυβέρνηση επέμεινε να χρησιμοποιηθεί στο ψήφισμα η ινδουιστική λέξη ninda, που μεταφράζεται μάλλον ως αποδοκιμασία και όχι καταδίκη.

Η αμερικανοβρετανική ιμπεριαλιστική επιθετικότητα κατά του Ιράκ προκάλεσε ήδη τεράστιες καταστροφές στη ζωή, τις ιδιοκτησίες, τις πολιτισμικές υποδομές και στους πολιτιστικούς θησαυρούς του Ιράκ, πέρα από την καταστροφή της εθνικής ελευθερίας του ιρακινού λαού. Αυτό πάει να πει ιμπεριαλισμός με τα όλα του. Επειδή η ιμπεριαλιστική κατοχή του Ιράκ συνεχίζεται χωρίς τέλος και η αντίσταση του ιρακινού λαού μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, οι ΗΠΑ θέλουν την Ινδία να διαθέσει μια ολόκληρη διμοιρία στρατιωτών για τη «σταθεροποίηση» της ιμπεριαλιστικής αυτής κατοχής. Θα τολμούσαν οι ΗΠΑ στην περίοδο πριν από το BJP να είχαν ζητήσει κάτι τέτοιο από την Ινδία σε παρόμοιες συνθήκες; Ομως, η κυβέρνηση Βαϊπατζί, αντί να απορρίψει κατευθείαν την απαίτηση αυτή των ΗΠΑ, διαπραγματεύθηκε τους όρους, κάτω από τους οποίους τα ινδικά στρατεύματα θα σταλούν στο Ιράκ. Οι ΗΠΑ έχουν αποκλείσει μια ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ να αντικαταστήσει την τεράστια πολεμική μηχανή στο Ιράκ. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε ινδικά στρατεύματα που ενδεχομένως σταλούν στο Ιράκ κάτω από κατοχή των ΗΠΑ, θα ήταν καθαρά μισθοφόροι σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και θα λειτουργούσαν σαν επικουρικές δυνάμεις για τις κατοχικές δυνάμεις των ΗΠΑ εκεί. Θα σήμαινε επίσης άμεση συμμετοχή της Ινδίας στην ενίσχυση και τη συνέχιση του αμερικανοβρετανικού ιμπεριαλισμού στο Ιράκ. Το να σκεφτείς στα σοβαρά για μια τέτοια απαίτηση εκ μέρους των ΗΠΑ, είναι ντροπή και είναι αδιανόητο για τη μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο, που έχει αποικιακή ιστορία και διαθέτει μια αντιιμπεριαλιστική παράδοση. Ομως, έχουμε λόγους να πιστέψουμε ότι η κυβέρνηση Βαϊπατζί ήδη έχει αναλάβει την υποχρέωση να συγκατατεθεί με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και προσπαθεί να κερδίσει χρόνο με το πρόσχημα της αναζήτησης διευκρινήσεων και εξασφάλισης των επιθυμιών των γειτονικών χωρών του Ιράκ. Αν αυτή η πιθανολογία προκύψει αληθινή και ινδικά στρατεύματα θα σταλούν πράγματι στο Ιρακ για να βοηθήσουν την αμερικανική κατοχή, αυτό θα σήμαινε πλέον την πλήρη ανατροπή της ινδικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς και μια ξεδιάνθρωπη συνεργασία με τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ.

Ενα άλλο φιλοϊμπεριαλιστικό γνώρισμα εν εξελίξει της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Βαϊπατζί είναι ο τρέχων σχηματισμός ενός νέου άξονα Ινδίας - ΗΠΑ -Ισραήλ, με πρωτοβουλία της Ινδίας. Αυτή η καινούργια πρωτοβουλία της Ινδίας ενώ είναι εντελώς σύμφωνη με τις αντιμουσουλμανικές, αντιπακιστανικές και φιλοαμερικανικές παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής του BJP, αντιπροσωπεύει μια πλήρη ανατροπή της ινδικής πολιτικής, ως προς τη Δυτική Ασία, όπως την ξέραμε μετά από την ανεξαρτησία της χώρας. Μέχρι την έναρξη της εποχής Βαϊπατζί, η ινδική εξωτερική πολιτική υπερασπιζόταν με συνέπεια την αραβική υπόθεση κατά του Ισραήλ και ήταν ενάντια στην ισραηλινή κατοχή αραβικού εδάφους, που ήταν μια παραβίαση πολλών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφάλειας του ΟΗΕ. Παράλληλα, το Ισραήλ ήταν πάντα ένας στενός στρατηγικός σύμμαχος και ένα δυνάμει στρατιωτικό φυλάκιο των ΗΠΑ στη Δυτική Ασία. Η όλο και αυξανόμενη διπλωματική και στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ από την εποχή Βαϊπατζί, που κορυφώνεται με την εμφάνιση ενός άξονα Ινδίας-ΗΠΑ-Ισραήλ, σημαίνει την κλιμάκωση μιας νέας εξωτερικής πολιτικής της Ινδίας, η οποία είναι φιλοϊμπεριαλιστική και αντιμουσουλμανική μαζί και προιόν του ταξικού χαρακτήρα και της ιδεολογίας της Sangh Parivar.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Αυτή η κίνηση προς τα πίσω της ινδικής εξωτερικής πολιτικής δεν ήταν η λογική ή αναπόφευκτη απόρροια της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ενωσης και του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ ήταν πια η μόνη υπερδύναμη στον κόσμο. Διότι αυτή η ριζική αλλαγή του διεθνούς πλαισίου της εξωτερικής πολιτικής της Ινδίας απλώς είχε μεγαλώσει την απειλή του παγκοσμίου ιμπεριαλισμού, κάτι το οποίο ζητούσε περισσότερη επαγρύπνηση και αντίσταση εκ μέρους των κρατών του Τρίτου Κόσμου, εκ μέρους μεγάλων κρατών με πολυάριθμο πληθυσμό και μια παράδοση αντιιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής, όπως η Ινδία. Ακόμα μικρές χώρες σαν τη Κούβα και τη Βόρεια Κορέα επέμειναν σφόδρα στην αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική τους, πολύ μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. […] Οπως είπαμε, όμως, πιο πριν, η ανταπόκριση ενός κράτους σε αλλαγές στα εξωτερικά ερεθίσματα εξαρτάται βασικά από τον ταξικό χαρακτήρα των κυρίαρχων μονάδων της δομής του. Η υιοθέτηση μιας παγκόσμιας αντιιμπεριαλιστικής στρατηγικής σαν απάντηση στη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και στην εμφάνιση των ΗΠΑ σαν αμείλικτης και ασύδοτης ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης θα ήταν ξένο πράγμα προς τον ταξικό χαρακτήρα του BJP και στις ιδεολογικές παραμέτρους της Sangh Parivar.

Ούτε μπορούμε να περιμένουμε μια πλήρη ανατροπή της φιλοϊμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Βαϊπατζί εκ μέρους μιας μελλοντικής ινδικής κυβέρνησης, που θα κυριαρχείται από ένα άλλο αστικό κόμμα, ο ταξικός χαρακτήρας του οποίου δε θα διαφέρει σε βασικά ζητήματα από το χαρακτήρα του BJP, παρόλες τις ενδεχόμενες διαφορές στο ζήτημα των κοινοτήτων. Ο ιμπεριαλισμός με τη μία μορφή ή την άλλη, είναι ουσιαστικά το προϊόν των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού σε προχωρημένο στάδιο της ανάπτυξής του. Γι’ αυτό μόνο ένα κράτος με διαφορετικό ταξικό περιεχόμενο μπορεί να αντισταθεί στα σοβαρά στον ιμπεριαλισμό. Μόνο ένα τέτοιο κράτος μπορεί να υιοθετήσει μια μετασχηματιστική και χειραφετητική προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις και στην εξωτερική πολιτική. Ως εκ τούτου, η εξωτερική πολιτική της Ινδίας μπορεί να αναπτύξει έναν σταθερό και μακροπρόθεσμο αντιιμπεριαλιστικό και χειραφετητικό χαρακτήρα μονάχα, όταν οι δυνάμεις του επιστημονικού σοσιαλισμού στη χώρα είναι σε θέση να ασκήσουν αποφασιστική επίδραση στη διαμόρφωση, στην κατεύθυνση της ινδικής εξωτερικής πολιτικής. Γι’ αυτό το λόγο αποτελεί επιτακτική ανάγκη για τις αριστερές δυνάμεις στην Ινδία να συγκεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη δική τους ανεξάρτητη ανάπτυξη σε όλη τη χώρα και να βρουν τις κατάλληλες στρατηγικές και τακτικές γι’ αυτό το στόχο.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Jayantanuja Bandyopadhyaya είναι πρώην καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο JADAVPUR, Καλκούτα, Ινδία. Αναδημοσίευση μέρους άρθρου με τίτλο: «Από χώρα αδέσμευτη σε φιλοϊμπεριαλιστική χώρα: Τάξεις και εξωτερική πολιτική στην Ινδία». Από το περιοδικό: «Ο Μαρξιστής». Θεωρητική τετράμηνη Επιθεώρηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδίας (μαρξιστικό), Απρίλης-Ιούνης 2003.

[1] BJP: Το ινδουϊστικό εθνικιστικό κυβερνων κόμμα σε Ομοσπονδιακό επίπεδο.

[2] Παραστρατιωτική οργάνωση συνδεμένη με το BJP.