Το BJP και η κυβέρνηση Βαϊπατζί παρουσίαζαν τη Δήλωση της Λαχόρης του 1999 σαν παράδειγμα της επιδεικτικά φιλικής στάσης τους προς το Πακιστάν, καθώς και του φιλελεύθερου και μετριοπαθούς χαρακτήρα της προσωπικής ηγεσίας του Βαϊπατζί. Στην πραγματικότητα, όμως, αποκάλυψε μονάχα την προθυμία τους να υποτάξουν την εξωτερική πολιτική τους σε αυτά που τους υπαγόρευαν οι ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ είχαν καταδικάσει τις πυρηνικές δοκιμές της Ινδίας στο Ποκχράν, καθώς και τις πακιστανικές πυρηνικές δοκιμές, που ακολούθησαν. Είχε κινητοποιήσει τα κράτη Ρ-5 για να ασκήσει συνδυασμένη διπλωματική πίεση στην Ινδία και στο Πακιστάν για να ξεκινήσουν αμέσως τις διαπραγματεύσεις. Οι ΗΠΑ με τους στρατηγικούς συμμάχους τους, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας, επίσης επέβαλαν οικονομικές κυρώσεις και στις δυο αυτές χώρες μετά από τις πυρηνικές εκρήξεις. Το Συμβούλιο Ασφάλειας, κατόπιν πρωτοβουλίας των ΗΠΑ, πέρασε ένα ψήφισμα καταδικάζοντας τις πυρηνικές δοκιμές και πιέζοντας την Ινδία και το Πακιστάν να ξεκινήσουν άμεσα το διάλογο.
Κάτω από αυτή την εντατική διεθνή διπλωματική πίεση, που την ξεκίνησαν οι ΗΠΑ, η κυβέρνηση Βαϊπατζί άρχισε το διάλογο, που οδήγησε τελικά στη Δήλωση της Λαχόρης. Σε αυτήν και τα δύο κράτη συμφώνησαν να «εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους να λύσουν όλα τα ζητήματα συμπεριλαμβανομένου αυτού του Τζάμμου και του Κασμίρ». Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες δεν εντατικοποιήθηκαν καθόλου, αντίθετα μάλιστα, ουσιαστικά άφησαν τη διαδικασία του διαλόγου να φθίνει σε μια συγχορδία με την πολιτική απέναντι στο Πακιστάν, όπως την ασκούσε το BJP, ώσπου να καταποντιστεί πια η πολιτική αυτή από την κρίση του Καργκίλ.
Οι πυρηνικές εκρήξεις στο Ποκχράν το 1998, καθώς και τα γεγονότα που ακολούθησαν και οδήγησαν στη Δήλωση της Λαχόρης του επόμενου χρόνου, αντανακλούσαν τις παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής του BJP και της πιστής εφαρμογής της από την κυβέρνηση Βαϊπατζί.
Ο τελευταίος, παραγγέλλοντας τις πυρηνικές δοκιμές είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του απέναντι στην ιδεολογία του BJP του ινδουιστικού εθνικισμού και της ινδουιστικής εθνικής εξουσίας. Επίσης, το να δημιουργήσει μια στενή διπλωματική και στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ ήταν ένας από τους κυριότερους στόχους της εξωτερικής πολιτικής του BJP, που ήταν απόρροια του ταξικού χαρακτήρα του. Ως εκ τούτου η κυβέρνηση του Βαϊπατζί ενέδωσε στη διπλωματική πίεση των ΗΠΑ και των στρατηγικών συμμάχων τους και ξεκίνησε έναν διάλογο με το Πακιστάν, αλλά στην ουσία δεν παρέκκλινε ούτε στο ελάχιστο από την εξωτερική πολιτική του BJP απέναντι στο τελευταίο. Επίσης, η κρίση του Καργκίλ του 1999 φανέρωσε την αυξανόμενη συνεργασία ανάμεσα στις κυβερνήσεις της Ινδίας και των ΗΠΑ. Οταν ο ινδικός στρατός άρχισε την επίθεσή του στις πακιστανικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν διεισδύσει και είχαν δημιουργήσει θέσεις άμυνας, η κυβέρνηση Κλίντον καθοδήγησε αμέσως την κυβέρνηση Βαϊπατζί να μην επιτρέψει σε καμία περίπτωση τα ινδικά στρατεύματα να τις περάσουν. Η κυβέρνηση Βαϊπατζί δέχτηκε αυτή την καθοδήγηση και ζήτησε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ να αναγκάσει το Πακιστάν να τερματίσει την επιθετική του κατοχή των ινδικών εδαφών.
Η κυβέρνηση Κλίντον, φανερά ευχαριστημένη με τη θετική ανταπόκριση της Ινδίας στην πρωτοβουλία των ΗΠΑ, που οδήγησε στη Δήλωση του Λαχόρης, καθώς και με την συγκατάθεσή της με την καινούργια ντιρεκτίβα του Καργκίλ, αποφάσισε να δείξει στην Ινδία την ικανοποίησή της. Ο Πρόεδρος Κλίντον κάλεσε τον Πρωθυπουργό Ναβάζ Σαρίφ στην Ουάσιγκτον, όπου τα δύο κράτη έβγαλαν μια κοινή δήλωση, που περιλάμβανε την αποχώρηση των πακιστανικών στρατευμάτων στην πακιστανική πλευρά. Πράγματι, οι ινδικές δυνάμεις είχαν πολεμήσει γενναία και είχαν θυσιάσει πολλά για να διώξουν τους Πακιστανούς εισβολείς από το ινδικό έδαφος. Ωστόσο, παραμένει και το γεγονός, ότι η διπλωματική πίεση των ΗΠΑ στο Πακιστάν αποτέλεσε σημαντική επιπρόσθετη αιτία της αποτυχίας του τελευταίου στην περιπέτεια του Καργκίλ.
Η Σύνοδος Κορυφής της Αgra τον Ιούλη του 2001 ήταν μια παρόμοια τακτική από την πλευρά της κυβέρνησης Βαϊπατζί. Ενέδωσε στην πίεση των ΗΠΑ για επανάληψη του διαλόγου με το Πακιστάν, αλλά ταυτόχρονα αρνήθηκε να ξεφύγει από την πολιτική του BJP, ως προς το Πακιστάν. Η αμερικανική διπλωματική πίεση στην Ινδία και το Πακιστάν για επανάληψη των διαπραγματεύσεων είχε αυξηθεί μετά από την κρίση του Καργκίλ σαν αποτέλεσμα της οποίας ο Πρωθυπουργός Βαϊπατζί προσκάλεσε τον στρατηγό Μουσαράφ για διαπραγματεύσεις στην Αgra. Τα ινδικά ΜΜΕ κατασκεύασαν μια υπερδημοσιότητα γύρω από την πρωτοβουλία του Βαϊπατζί,
εμπνευσμένη από την κυβέρνηση. Οπως είναι γνωστό, όμως, η Συνάντηση Κορυφής της Agra του 14-16 Ιούλη κατέληξε σε μια σχεδόν πλήρη αποτυχία. Στις 16 Ιουλίου, στην πιο κρίσιμη συνάντηση, ο Βαϊπατζί επέμεινε να συζητηθεί ένα ολόκληρο φάσμα ινδοπακιστανικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής τρομοκρατίας, καθώς και του Κασμίρ, υποβαθμίζοντας έτσι το ζήτημα του Κασμίρ, στο οποίο το Πακιστάν πάντα έδινε την πιο ψηλή προτεραιότητα. Ο στρατηγός Μουσαράφ, από την άλλη, επέμεινε όπως αναμενόταν, στο να συζητηθεί πρώτα το Κασμίρ πριν από τα άλλα θέματα. Επίσης απέρριψε τη στάση του Βαϊπατζί σχετικά με τη δια συνοριακή τρομοκρατία, την οποία περίγραψε σαν «απελευθερωτικό αγώνα» του λαού του Κασμίρ. Η διαφωνία πήρε τέτοια οξύτητα, που ο στρατηγός και η αντιπροσωπεία του εγκατέλειψαν την Agra άρον-άρον μετά από τα μεσάνυχτα. Εδώ πάλι ο Βαϊπατζί είχε ενδόσει στις πιέσεις των ΗΠΑ και είχε πάρει την πρωτοβουλία για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με το Πακιστάν. Δεν παρέκκλινε και δεν μπορούσε να παρεκκλίνει από τη ινδουιστική εθνικιστική ιδεολογία του ίδιου του κόμματός του, ούτε από την ιστορική του αντιπάθεια για το Πακιστάν ανοίγοντας εκ νέου το ζήτημα του Κασμίρ, παρόλη τη γενική φιλοκαπιταλιστική και φιλοαμερικανική κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής του. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, ότι η Συνάντηση Κορυφής της Agra ήταν δουλειά του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ. Η πρόσκληση του Βαϊπατζί προς τον Μουσαράφ είχε προηγηθεί από ξεχωριστές τριμερείς συνομιλίες υψηλού επιπέδου στην Ουάσιγκτον, οργανωμένες με πρωτοβουλία της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Ο Μουσαράφ δήλωσε στο Ισλαμαμπάντ, παραμονές της αναχώρησής του για την Ινδία για να παραβρεθεί στη Συνάντηση Κορυφής της Agra, ότι ο Βαϊπατζί είχε αναγκαστεί να τον προσκαλέσει για συνομιλίες πιεσμένος από τις ΗΠΑ. Μετά πήρε τη δήλωσή του πίσω, μάλλον οι ΗΠΑ τον συμβούλεψαν να το κάνει. Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε πρώτο την ημερομηνία της Συνάντησης της Agra, όχι η Ινδία ούτε το Πακιστάν. Η Ατζέντα περιλάμβανε τη διεθνή διακίνηση ναρκωτικών, μια αμερικάνικη προτεραιότητα και περίεργο θέμα για μια Ατζέντα ινδοπακιστανικής κορυφής, που περιλάμβανε θέματα υψηλής πολιτικής και διπλωματικής σημασίας. Αμέσως μετά από την αποτυχία της συνάντησης κορυφής, τα ΜΜΕ των ΗΠΑ ανέφεραν ότι κανένα από τα τρία σχέδια που παρουσιάστηκαν εκεί δεν είχε γίνει δεκτό. Επειδή η Ινδία και το Πακιστάν δεν είχαν υποβάλει παρά από ένα σχέδιο ο καθένας, αυτό σήμαινε φανερά ότι το τρίτο σχέδιο ήταν αμερικανικής προέλευσης.
Το ότι η επίδραση των ΗΠΑ πάνω στην Ινδία σχετικά με τις ινδοπακιστανικές σχέσεις είχε αυξηθεί με ταχείς ρυθμούς στη διάρκεια της διακυβέρνησης του Βαϊπατζί, αποδείχθηκε και από τα γεγονότα, που ακολούθησαν την τρομοκρατική επίθεση στο ινδικό Κοινοβούλιο στις 13 Δεκεμβρίου του 2001. Η κυβέρνηση Βαϊπατζί, σύμφωνα με τον ταξικό χαρακτήρα και την ταξική ιδεολογία του BJP, προετοίμασε απερίσκεπτα μια στρατιωτική επίθεση κατά του Πακιστάν και συγκέντρωσε γι’ αυτό το σκοπό στρατεύματα στα πακιστανικά σύνορα. Πρόβαλε το επιχείρημα, ότι η Ινδία είχε το δικαίωμα να χτυπήσει προληπτικά το Πακιστάν, όπως ακριβώς οι ΗΠΑ είχαν χρησιμοποιήσει αυτό το δικαίωμα για να επιτεθούν στο Αφγανιστάν. Το Πακιστάν απάντησε αμέσως στην κίνηση αυτή της Ινδίας εξαπολύοντας δοκιμαστικά μερικά πυρηνικά βλήματα δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την ετοιμότητά του να απαντήσει με πυρηνικά όπλα σε μια συμβατική επίθεση εκ μέρους της Ινδίας. Ο στρατηγός Μουσαράφ δήλωσε επίσης ότι, παίρνοντας υπόψη την υπεροχή της Ινδίας σε συμβατικά όπλα, το Πακιστάν δε θα δίσταζε να κάνει ένα πρώτο πυρηνικό χτύπημα κατά της Ινδίας. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ αρνήθηκε να δεχτεί το επιχείρημα της Ινδίας, ως προς το δικαίωμα του προληπτικού χτυπήματος, λέγοντας ότι οι δύο περιπτώσεις που είχε αναφέρει η Ινδία δεν ήταν συγκρίσιμες.
Τα ινδικά στρατεύματα έμειναν για μερικούς μήνες στα σύνορα με το Πακιστάν ώσπου να αποσυρθούν κάτω από την αμείλιχτη διπλωματική πίεση εκ μέρους των ΗΠΑ και των στρατηγικών συμμάχων τους. Ανώτεροι αξιωματικοί της κυβέρνησης Μπους καυχήθηκαν αμέσως μετά, ότι οι ΗΠΑ με τη διπλωματική τους πίεση πάνω στην Ινδία κατάφερε να αποτρέψει έναν πυρηνικό πόλεμο στη Νότια Ασία.
Ηταν και εξακολουθεί να είναι επιτακτική ανάγκη για την Ινδία, καθώς και για το Πακιστάν να επιλύσουν το ζήτημα του Κασμίρ μέσω της ειρηνικής διπλωματικής οδού. Ομως, η διαδικασία της συμφιλίωσης πρέπει να είναι εθελοντική, σύμφωνη με τα κυριαρχικά δικαιώματα των δύο αυτών κρατών και απαλλαγμένη από ιδιωτική ανάμιξη από τα έξω. Ομως, η κυβέρνηση του Βαϊπατζί, ακολουθώντας τις παραμέτρους της εξωτερικής πολιτικής του BJP, δεν το κατάφερε να πάρει οποιαδήποτε ανεξάρτητη πρωτοβουλία για τη βελτίωση των ινδοπακιστανικών σχέσεων σε καμία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις και απλώς ενέδοσε κάθε φορά στις πιέσεις των ΗΠΑ είτε για να επαναλάβει το διάλογο, είτε για να απόσχει από στρατιωτικές ενέργειες. Η κυβέρνηση Βαϊπατζί, ενώ επέμενε στη γραμμή της διμερούς αντιμετώπισης, που συμφωνήθηκε το 1972 με τη Σύμβαση Σιμλά, επανειλημμένως υπέβαλε τον εαυτό της στην ανάμιξη των ΗΠΑ σε ό,τι αφορά την πολιτική της απέναντι στο Πακιστάν. Την ίδια στιγμή κατέβαλλε πάντα τεράστιες προσπάθειες να εμμείνει στην προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής του BJP απέναντι στο Πακιστάν και να ματαιώσει με κάθε ευκαιρία τη διαδικασία του διαλόγου. Με τον ταξικό χαρακτήρα του καθεστώτος Μουσαράφ στο Πακιστάν και της κυβέρνησης Βαϊπατζί στην Ινδία μάλλον δεν είναι εύκολο να βρεθεί λύση για το πρόβλημα του Κασμίρ. Ωστόσο, το πιο ενοχλητικό γνώρισμα των ινδοπακιστανικών σχέσεων επί Βαϊπατζί είναι η αυξανόμενη ανάμιξη των ΗΠΑ στην εξωτερική πολιτική της Ινδίας, καθώς και η εθελοντική αποδοχή αυτής της ανάμιξης εκ μέρους της κυβέρνησης της χώρας. Η εξωτερική αυτή ανάμιξη και η εθελοντική της αποδοχή μοιάζει να είναι μια τρέχουσα διαδικασία και οι προετοιμασίες μιας ακόμη ινδοπακιστανικής συνάντησης κορυφής συνεχίζονται, ενώ γίνεται συνεχώς λόγος για έναν αμερικανικό «οδικό χάρτη» για το Κασμίρ.