Στην εισήγηση του Ζιουγκάνοφ, όπως και στο άρθρο «Οι κομμουνιστές και οι τάξεις στη Ρωσία» περιέχονται πολλές σωστές κι όμορφες κουβέντες που αγγίζουν την ψυχή, για την άθλια κατάσταση της Ρωσίας, για τον αντιλαϊκό χαρακτήρα του καθεστώτος, για την αναγκαιότητα να ανασυγκροτηθεί η δουλιά με βάση την υπερ-συνθετότητα της κατάστασης και τις απαιτήσεις της εποχής. Υπάρχουν επίσης εδώ και απόλυτα σωστές μεμονωμένες σκέψεις και συμπεράσματα. Ομως αυτές οι κουβέντες και θέσεις, δυστυχώς, δε συνδέονται με ένα ενιαίο νήμα, πλήρως μαρξιστικό, δηλαδή με επιστημονική προσέγγιση. Γι’ αυτό και τολμούμε να πούμε πως στην καλύτερη περίπτωση αυτά τα ντοκουμέντα έχουν προπαγανδιστική αξία για το ΚΚΡΟ και δεν μπορούν να γίνουν δεκτά ως πρακτική καθοδήγηση για τους κομμουνιστές, που αντιμετωπίζουν τον κομμουνισμό ως επιστήμη.
Από τις πρώτες γραμμές της εισήγησης και του άρθρου χτυπάει στο μάτι το γεγονός πως η εξέταση του ζητήματος της ταξικής διάταξης των δυνάμεων γίνεται ως απλή εκλογική ανάλυση, μετά τις περασμένες εκλογικές μάχες και μπροστά στις επόμενες εκλογικές διαμάχες. Η ταξινόμηση των κοινωνικών στρωμάτων γίνεται στη βάση των εισοδημάτων και ουσιαστικά αποσπασμένα από την εξέταση της αντικειμενικής κατάστασης εκείνων ή των άλλων στρωμάτων (ομάδων, τάξεων) από το σύστημα της κοινωνικής παραγωγής και του τρόπου απόκτησης των εισοδημάτων. Ακριβώς γι’ αυτό ο Γκ. Ζιουγκάνοφ χρησιμοποιεί κυρίως την έννοια «στρώματα και ομάδες» και αρκετά απρόθυμα την κατηγορία των τάξεων. Πολύ περισσότερο δεν χρησιμοποιεί το λενινιστικό ορισμό των τάξεων: «Μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μία μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλιά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ’ ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας»[2].
Ο Ζιουγκάνοφ γρήγορα και με σιγουριά θεωρεί πως στη Ρωσία «λίγο πολύ έχει διαμορφωθεί το ανώτατο στρώμα της αστικής κοινωνίας. Το στρώμα των μεγαλο-ιδιοκτητών, η κορυφή της νέας αστικής τάξης» (3-5% του πληθυσμού). Προς το παρόν δε θα ασχοληθούμε με την ορθότητα και επάρκεια αυτού του ισχυρισμού, αλλά θα προχωρήσουμε στο παραπέρα λογικό πέρασμα.
«Στην άλλη πλευρά», λέει ο Ζιουγκάνοφ, «σε σημαντικό βαθμό πρόλαβε και διαμορφώθηκε το πλέον χαμηλό κοινωνικό στρώμα της ρωσικής κοινωνίας, το περιθωριακό ακόμα λούμπεν υπόστρωμα». Για έναν μαρξιστή, που εξετάζει τα ζητήματα διαλεκτικά, έχουμε μια ασυνήθιστη εικόνα, γιατί οι κομμουνιστές συνηθίσαμε να ξεκινάμε από την αντικειμενικά υπαρκτή και κύρια αντίθεση του καπιταλισμού, ανάμεσα στην Εργασία και το Κεφάλαιο, αντιπαραθέτοντας στην τάξη των αστών τον ανειρήνευτο εχθρό της και τον αυριανό νεκροθάφτη της, το προλεταριάτο.
Ομως σύμφωνα με το Γκ. Ζιουγκάνοφ δύο είναι οι βασικές ομάδες, η ολιγαρχία και οι λούμπεν, ενώ «ανάμεσα σε αυτές τις κοινωνικο-ταξικές ομάδες βρίσκεται σήμερα όλο το υπόλοιπο τμήμα της κοινωνίας που βρίσκεται σε μια κατάσταση ιδιόμορφης ρευστότητας». Ετσι λοιπόν η εργατική τάξη αντί της θέσης που της ανήκει στην πρώτη γραμμή του μετώπου της ταξικής πάλης με την αστική τάξη, βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε άλλους στη μακρά σειρά του πολύχρωμου εκλογικού φάσματος. Με αυτή τη θέση πραγματικά δεν είναι βολικό να πας σε επίθεση, πέρα από εκείνη που γίνεται στις εκλογικές κάλπες.
Παραπέρα αξίζει να σημειωθεί πως ο ηγέτης του ΚΚΡΟ βλέπει τη σημερινή δομή ως αδιαμόρφωτη, ιδιόμορφη όπου σιγά-σιγά κρυώνει το «μάγμα», το οποίο «σε ορισμένα μέρη κρυσταλλοποιείται σε εκείνα ή άλλα στρώματα και ομάδες». Φαίνεται ιδιαίτερα όμορφο, όμως επί της ουσίας μάλλον το συγκεκριμένο μοντέλο δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Παρά την αναμφισβήτητη ύπαρξη κοινωνικής κίνησης (κυρίως έχει το χαρακτήρα της αναδιανομής της ιδιοκτησίας, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση, τον αγώνα για θέση στην αγορά κλπ.), υπάρχει το θλιβερό γεγονός ότι πάνω από 70% της λαϊκής οικονομίας πέρασε ήδη από τη διαδικασία της ιδιωτικοποίησης, ενώ το κρατικό μερίδιο που απόμεινε ιδιωτικοποιείται κυρίως από τις ομάδες των ιδιοκτητών που έχουν ήδη διαμορφωθεί. Μάλιστα, το μη ιδιωτικοποιημένο κομμάτι εντάσσεται στο υφιστάμενο σύστημα με τη μορφή της κρατικο-καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Γι’ αυτό αν εκτιμήσουμε πως διαμορφώθηκε «μόνο το ανώτατο στρώμα» της αστικής κοινωνίας, κάνουμε λάθος. Ως επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος ακόμη και η επίσημη στατιστική αναφέρει πως στο 10% των πιο εξασφαλισμένων πολιτών ανήκει το 30% των εισοδημάτων της χώρας, ενώ στο 20% των πλουσιοτέρων Ρώσων ανήκει, ήδη, σχεδόν το μισό. Στο μερίδιο του 20% των φτωχότερων πολιτών της Ρωσίας απομένει το 2% του συνόλου των εισοδημάτων. Ετσι, λοιπόν, η εικόνα έχει πια γίνει αρκετά συγκεκριμένη, μας λέει πως ο διαχωρισμός σε τάξεις έχει ήδη γίνει. Η υπόθεση του Ζιουγκάνοφ πως το «μάγμα» «σε ορισμένα μέρη κρυσταλλοποιείται σε εκείνα ή άλλα στρώματα και ομάδες» συνεχίζοντας τη διαδικασία διαμόρφωσης των τάξεων, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι δομές διαμορφώθηκαν ακόμη την εποχή του Μπ. Γιέλτσιν, την περίοδο της αρχικής καταλήστευσης της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Πολύ περισσότερο που με απόλυτη βεβαιότητα μπορούμε να πούμε πως στη λεγόμενη «κοινωνική ρευστότητα» κανένας από τους εργάτες (τους εφαρμοστές, τους φουρνάρηδες, τους μεταλλουργούς, τους ανθρακωρύχους, και ακόμη τους δασκάλους και τους γιατρούς, που ο Ζιουγκάνοφ επίσης εντάσσει στην εργατική τάξη) δεν κρυσταλλοποιείται στην τάξη των αστών.
Χτίζοντας σήμερα θεωρητικά μοντέλα «ρευστότητας» και «κρυσταλλοποίησης» και από αυτά τη νέα εργατική τάξη του 21ου αιώνα, ο Πρόεδρος του ΚΚΡΟ δηλώνει πως «η εργατική τάξη αλλάζει από εποχή σε εποχή». (Ποιος μπορεί εδώ να διαφωνήσει;). Και παρακάτω βεβαιώνει (προσοχή!): «Η καθυστέρηση εκτίμησης και υπολογισμού αυτών των αλλαγών έγινε μια από τις αιτίες της απώλειας της υποστήριξης προς το ΚΚΣΕ από σημαντικά στρώματα εργαζομένων». Αυτή η εκτίμηση έχει γίνει ήδη αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στα κόμματά μας.
Για άλλη μια φορά επισείουμε την προσοχή στο εσφαλμένο της συγκεκριμένης θέσης. Παρά το γεγονός πως αναμφισβήτητα έπρεπε να παίρνει υπόψη τις αλλαγές στο χαρακτήρα της εργασίας και στις νέες συνθήκες που εισάγονται από την τεχνολογική πρόοδο, είναι απόλυτα καθαρό πως το ΚΚΣΕ χαντακώθηκε όχι από την καθυστέρηση του υπολογισμού των εφαρμογών των νέων τεχνολογιών, αλλά από την αλλοίωση και την προδοσία των συμφερόντων και της υπόθεσης της παραδοσιακής εργατικής τάξης. Ακριβώς οι εργατικές κολλεκτίβες, όλη η τεράστια μάζα των εργαζομένων της Σοβιετικής Ενωσης γύρισε την πλάτη στο ΚΚΣΕ που δεν εξέφραζε πλέον τα συμφέροντά τους, αλλά σχετιζόταν στη συνείδησή τους με τους καλοταϊσμένους κομματικούς και κρατικούς υπαλλήλους, με την όλο και πιο φανερή διαστρωμάτωση της κοινωνίας, με την αυξανόμενη αδικία. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι της εργασίας έμειναν απαθείς στην απαγόρευση της δράσης του ΚΚΣΕ. Δεν ήταν πλέον το κόμμα τους. Σήμερα, ξεκινώντας από τα διδάγματα του παρελθόντος, καθώς και από την πραγματικότητα που παρατηρούμε, δεν μπορεί να μην βλέπουμε την υπαρκτή, ζωντανή και αγωνιζόμενη, υφιστάμενη ήττες και αυξάνουσα την πείρα της, την πλήρως υπαρκτή εργατική τάξη της Ρωσίας.
Το ΚΚΡΟ δεν της δίνει μια αποφασιστική θέση στα μοντέλα του, λέγοντας πως ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί ως τάξη, πως ακόμη είναι σε εξέλιξη η διαμόρφωση της ταξικής της συνείδησης. Δίκαια υπογραμμίζεται πως προς το παρόν το κόμμα μιλά με τον εργαζόμενο άνθρωπο σε διαφορετικές γλώσσες, ο Γκ. Ζιουγκάνοφ προσπαθεί να δει την προοπτική της διανοητικής ανανέωσης της εργατικής τάξης. Η επιδίωξη αυτή αξίζει βέβαια έπαινο, όμως την ίδια ώρα το ΚΚΡΟ, κοντόφθαλμα, δεν αντιλαμβάνεται τις εκδηλώσεις της υπαρκτής εργατικής ζωής. Ακριβώς και γι’ αυτό στην εισήγηση ουσιαστικά δεν υπάρχει όχι μόνο ανάλυση της στατιστικής, αλλά ούτε η απλή αναφορά σε παραδείγματα κομματικής συμμετοχής σε απεργίες, στην απεργία πείνας των ανθρακωρύχων, υπεράσπισης των εργασιακών δικαιωμάτων των ανθρώπων. Δε γίνεται καμιά ανάλυση μιας τέτοιας σημαντικής πλευράς της δουλιάς σήμερα, όπως είναι ο οικονομικός αγώνας των εργατικών κολλεκτίβων. Πολύ περισσότερο που η ηγεσία του ΚΚΡΟ δεν έχει γνώση για την ύπαρξη και ανάπτυξη μιας τέτοιας τάσεις, όπως τα ταξικά συνδικάτα («Ζαστσίτα» (Υπεράσπιση), οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, το συνδικάτο των μηχανοδηγών, η Συνομοσπονδία Εργασίας κ.ά.), για την ίδρυση της Ομοσπονδίας των Συνδικάτων της Ρωσίας, εναλλακτική προς την ΟΑΣΡ[3] του Σμάκοφ. Λέγοντας όμορφες κουβέντες για την αναγκαιότητα της κομματικής δουλιάς μέσω των συνδικάτων και μαζί με τα συνδικάτα, το κόμμα δεν κάνει βήματα στην οργάνωση της πρακτικής δουλιάς σε αυτήν την κατεύθυνση. Και αυτό ερμηνεύεται με τις ήδη γνωστές πολιτικές θέσεις του ΚΚΡΟ, το ποντάρισμα στις εκλογές. Αλλη στρατηγική νίκης, δε διαφαίνεται στον πολιτικό απολογισμό της ΚΕ και στο άρθρο του Γκενάντι Ζιουγκάνοφ.