ΣΤΟ ΣΩΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ... ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ


του Βίκτορ Α.Τιούλκιν

Η αντικειμενική ανάλυση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στη χώρα, και ανάλογα, η διάταξη και ο συσχετισμός των ταξικών δυνάμεων αποτελεί υποχρεωτική, σημαντικότατη λειτουργία στη δραστηριότητα του κόμματος εκείνου που επιδιώκει την επιστημονικότητα για το πρόγραμμά του, και είναι η βάση για την επεξεργασία της πρακτικής πολιτικής των κομμουνιστών. Φυσικά εξετάζοντας αυτό το ζήτημα ως προς τη σημερινή Ρωσία και αναλύοντας την κατάσταση του αριστερού κινήματος, είναι αδύνατο να αποφύγουμε να στρέψουμε την προσοχή μας στη μεγαλύτερη οργάνωση που θεωρεί τον εαυτό της αντιπολίτευση στο αστικό καθεστώς, δηλαδή το ΚΚΡΟ.

Για κάποιο διάστημα το ΚΚΡΟ ήταν ολοκληρωτικά απασχολημένο με τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, γι’ αυτό και εμείς, ως σύμμαχοι στο αριστερό κίνημα, εκφράζαμε με αρκετό τακτ την κριτική μας σχετικά με το πώς το ΚΚΡΟ έφτασε σ’ αυτό το σημείο, ευχόμενοι στους συντρόφους να αναρρώσουν γρήγορα. Σήμερα τα συνέδρια και οι ολομέλειες πέρασαν, οι «τυφλοπόντικες»[1] βγήκαν στην επιφάνεια και μάλιστα έχασαν τα κομματικά βιβλιάρια, το στάτους-κβο αποκαταστάθηκε και μάλιστα επικυρώθηκε με το ανώτατο κύρος του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Πολύ περισσότερο που το ΚΚΡΟ ασχολήθηκε με το ζήτημα της διάταξης των κομματικών δυνάμεων στη Ρωσία, δημοσιεύοντας στο κεντρικό όργανο του κόμματος, στην επέτειο των γεγονότων του Αυγούστου 1991 («Πράβντα» 19.8.04), ένα προγραμματικό άρθρο του Γκ. Ζιουγκάνοφ: «Οι κομμουνιστές και οι τάξεις στη Ρωσία». Επίσης, στην εισήγηση του Γκ. Ζιουγκάνοφ στο 10ο συνέδριο υπογραμμίζεται πως: «Εμείς μπορούμε να αναλύσουμε την κατάστασή μας τίμια». Αυτό μπορούμε να πούμε πως είναι πρόκληση διαλόγου. Υπάρχουν επίσης μια σειρά συνθήκες που μας υποχρεώνουν να ανταποκριθούμε. Η δήλωση από την ίδια Πολιτική Εισήγηση της ΚΕ πως στη Ρωσία το ΚΚΡΟ «είναι η μοναδική αντιπολιτευτική οργάνωση που υπερασπίζεται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, της διανόησης». Είναι κατανοητό, πως αν η υπόθεση έχει πραγματικά έτσι, τότε χρέος (όχι απλώς δυνατότητα) για τους πραγματικούς κομμουνιστές από άλλες οργανώσεις είναι να στηρίξουν το ΚΚΡΟ και να θέσουν σε εφαρμογή τη γραμμή του. Αλλά, πρώτ’ απ’ όλα, πρέπει για άλλη μια φορά να ελέγξουμε, να επαληθεύσουμε με την επιστήμη που λέγεται επιστημονικός κομμουνισμός (...)

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΑΛΛΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ...

Στην εισήγηση του Ζιουγκάνοφ, όπως και στο άρθρο «Οι κομμουνιστές και οι τάξεις στη Ρωσία» περιέχονται πολλές σωστές κι όμορφες κουβέντες που αγγίζουν την ψυχή, για την άθλια κατάσταση της Ρωσίας, για τον αντιλαϊκό χαρακτήρα του καθεστώτος, για την αναγκαιότητα να ανασυγκροτηθεί η δουλιά με βάση την υπερ-συνθετότητα της κατάστασης και τις απαιτήσεις της εποχής. Υπάρχουν επίσης εδώ και απόλυτα σωστές μεμονωμένες σκέψεις και συμπεράσματα. Ομως αυτές οι κουβέντες και θέσεις, δυστυχώς, δε συνδέονται με ένα ενιαίο νήμα, πλήρως μαρξιστικό, δηλαδή με επιστημονική προσέγγιση. Γι’ αυτό και τολμούμε να πούμε πως στην καλύτερη περίπτωση αυτά τα ντοκουμέντα έχουν προπαγανδιστική αξία για το ΚΚΡΟ και δεν μπορούν να γίνουν δεκτά ως πρακτική καθοδήγηση για τους κομμουνιστές, που αντιμετωπίζουν τον κομμουνισμό ως επιστήμη.

Από τις πρώτες γραμμές της εισήγησης και του άρθρου χτυπάει στο μάτι το γεγονός πως η εξέταση του ζητήματος της ταξικής διάταξης των δυνάμεων γίνεται ως απλή εκλογική ανάλυση, μετά τις περασμένες εκλογικές μάχες και μπροστά στις επόμενες εκλογικές διαμάχες. Η ταξινόμηση των κοινωνικών στρωμάτων γίνεται στη βάση των εισοδημάτων και ουσιαστικά αποσπασμένα από την εξέταση της αντικειμενικής κατάστασης εκείνων ή των άλλων στρωμάτων (ομάδων, τάξεων) από το σύστημα της κοινωνικής παραγωγής και του τρόπου απόκτησης των εισοδημάτων. Ακριβώς γι’ αυτό ο Γκ. Ζιουγκάνοφ χρησιμοποιεί κυρίως την έννοια «στρώματα και ομάδες» και αρκετά απρόθυμα την κατηγορία των τάξεων. Πολύ περισσότερο δεν χρησιμοποιεί το λενινιστικό ορισμό των τάξεων: «Μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μία μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλιά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ’ ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας»[2].

Ο Ζιουγκάνοφ γρήγορα και με σιγουριά θεωρεί πως στη Ρωσία «λίγο πολύ έχει διαμορφωθεί το ανώτατο στρώμα της αστικής κοινωνίας. Το στρώμα των μεγαλο-ιδιοκτητών, η κορυφή της νέας αστικής τάξης» (3-5% του πληθυσμού). Προς το παρόν δε θα ασχοληθούμε με την ορθότητα και επάρκεια αυτού του ισχυρισμού, αλλά θα προχωρήσουμε στο παραπέρα λογικό πέρασμα.

«Στην άλλη πλευρά», λέει ο Ζιουγκάνοφ, «σε σημαντικό βαθμό πρόλαβε και διαμορφώθηκε το πλέον χαμηλό κοινωνικό στρώμα της ρωσικής κοινωνίας, το περιθωριακό ακόμα λούμπεν υπόστρωμα». Για έναν μαρξιστή, που εξετάζει τα ζητήματα διαλεκτικά, έχουμε μια ασυνήθιστη εικόνα, γιατί οι κομμουνιστές συνηθίσαμε να ξεκινάμε από την αντικειμενικά υπαρκτή και κύρια αντίθεση του καπιταλισμού, ανάμεσα στην Εργασία και το Κεφάλαιο, αντιπαραθέτοντας στην τάξη των αστών τον ανειρήνευτο εχθρό της και τον αυριανό νεκροθάφτη της, το προλεταριάτο.

Ομως σύμφωνα με το Γκ. Ζιουγκάνοφ δύο είναι οι βασικές ομάδες, η ολιγαρχία και οι λούμπεν, ενώ «ανάμεσα σε αυτές τις κοινωνικο-ταξικές ομάδες βρίσκεται σήμερα όλο το υπόλοιπο τμήμα της κοινωνίας που βρίσκεται σε μια κατάσταση ιδιόμορφης ρευστότητας». Ετσι λοιπόν η εργατική τάξη αντί της θέσης που της ανήκει στην πρώτη γραμμή του μετώπου της ταξικής πάλης με την αστική τάξη, βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε άλλους στη μακρά σειρά του πολύχρωμου εκλογικού φάσματος. Με αυτή τη θέση πραγματικά δεν είναι βολικό να πας σε επίθεση, πέρα από εκείνη που γίνεται στις εκλογικές κάλπες.

Παραπέρα αξίζει να σημειωθεί πως ο ηγέτης του ΚΚΡΟ βλέπει τη σημερινή δομή ως αδιαμόρφωτη, ιδιόμορφη όπου σιγά-σιγά κρυώνει το «μάγμα», το οποίο «σε ορισμένα μέρη κρυσταλλοποιείται σε εκείνα ή άλλα στρώματα και ομάδες». Φαίνεται ιδιαίτερα όμορφο, όμως επί της ουσίας μάλλον το συγκεκριμένο μοντέλο δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Παρά την αναμφισβήτητη ύπαρξη κοινωνικής κίνησης (κυρίως έχει το χαρακτήρα της αναδιανομής της ιδιοκτησίας, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση, τον αγώνα για θέση στην αγορά κλπ.), υπάρχει το θλιβερό γεγονός ότι πάνω από 70% της λαϊκής οικονομίας πέρασε ήδη από τη διαδικασία της ιδιωτικοποίησης, ενώ το κρατικό μερίδιο που απόμεινε ιδιωτικοποιείται κυρίως από τις ομάδες των ιδιοκτητών που έχουν ήδη διαμορφωθεί. Μάλιστα, το μη ιδιωτικοποιημένο κομμάτι εντάσσεται στο υφιστάμενο σύστημα με τη μορφή της κρατικο-καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Γι’ αυτό αν εκτιμήσουμε πως διαμορφώθηκε «μόνο το ανώτατο στρώμα» της αστικής κοινωνίας, κάνουμε λάθος. Ως επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος ακόμη και η επίσημη στατιστική αναφέρει πως στο 10% των πιο εξασφαλισμένων πολιτών ανήκει το 30% των εισοδημάτων της χώρας, ενώ στο 20% των πλουσιοτέρων Ρώσων ανήκει, ήδη, σχεδόν το μισό. Στο μερίδιο του 20% των φτωχότερων πολιτών της Ρωσίας απομένει το 2% του συνόλου των εισοδημάτων. Ετσι, λοιπόν, η εικόνα έχει πια γίνει αρκετά συγκεκριμένη, μας λέει πως ο διαχωρισμός σε τάξεις έχει ήδη γίνει. Η υπόθεση του Ζιουγκάνοφ πως το «μάγμα» «σε ορισμένα μέρη κρυσταλλοποιείται σε εκείνα ή άλλα στρώματα και ομάδες» συνεχίζοντας τη διαδικασία διαμόρφωσης των τάξεων, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι δομές διαμορφώθηκαν ακόμη την εποχή του Μπ. Γιέλτσιν, την περίοδο της αρχικής καταλήστευσης της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Πολύ περισσότερο που με απόλυτη βεβαιότητα μπορούμε να πούμε πως στη λεγόμενη «κοινωνική ρευστότητα» κανένας από τους εργάτες (τους εφαρμοστές, τους φουρνάρηδες, τους μεταλλουργούς, τους ανθρακωρύχους, και ακόμη τους δασκάλους και τους γιατρούς, που ο Ζιουγκάνοφ επίσης εντάσσει στην εργατική τάξη) δεν κρυσταλλοποιείται στην τάξη των αστών.

Χτίζοντας σήμερα θεωρητικά μοντέλα «ρευστότητας» και «κρυσταλλοποίησης» και από αυτά τη νέα εργατική τάξη του 21ου αιώνα, ο Πρόεδρος του ΚΚΡΟ δηλώνει πως «η εργατική τάξη αλλάζει από εποχή σε εποχή». (Ποιος μπορεί εδώ να διαφωνήσει;). Και παρακάτω βεβαιώνει (προσοχή!): «Η καθυστέρηση εκτίμησης και υπολογισμού αυτών των αλλαγών έγινε μια από τις αιτίες της απώλειας της υποστήριξης προς το ΚΚΣΕ από σημαντικά στρώματα εργαζομένων». Αυτή η εκτίμηση έχει γίνει ήδη αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στα κόμματά μας.

Για άλλη μια φορά επισείουμε την προσοχή στο εσφαλμένο της συγκεκριμένης θέσης. Παρά το γεγονός πως αναμφισβήτητα έπρεπε να παίρνει υπόψη τις αλλαγές στο χαρακτήρα της εργασίας και στις νέες συνθήκες που εισάγονται από την τεχνολογική πρόοδο, είναι απόλυτα καθαρό πως το ΚΚΣΕ χαντακώθηκε όχι από την καθυστέρηση του υπολογισμού των εφαρμογών των νέων τεχνολογιών, αλλά από την αλλοίωση και την προδοσία των συμφερόντων και της υπόθεσης της παραδοσιακής εργατικής τάξης. Ακριβώς οι εργατικές κολλεκτίβες, όλη η τεράστια μάζα των εργαζομένων της Σοβιετικής Ενωσης γύρισε την πλάτη στο ΚΚΣΕ που δεν εξέφραζε πλέον τα συμφέροντά τους, αλλά σχετιζόταν στη συνείδησή τους με τους καλοταϊσμένους κομματικούς και κρατικούς υπαλλήλους, με την όλο και πιο φανερή διαστρωμάτωση της κοινωνίας, με την αυξανόμενη αδικία. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι της εργασίας έμειναν απαθείς στην απαγόρευση της δράσης του ΚΚΣΕ. Δεν ήταν πλέον το κόμμα τους. Σήμερα, ξεκινώντας από τα διδάγματα του παρελθόντος, καθώς και από την πραγματικότητα που παρατηρούμε, δεν μπορεί να μην βλέπουμε την υπαρκτή, ζωντανή και αγωνιζόμενη, υφιστάμενη ήττες και αυξάνουσα την πείρα της, την πλήρως υπαρκτή εργατική τάξη της Ρωσίας.

Το ΚΚΡΟ δεν της δίνει μια αποφασιστική θέση στα μοντέλα του, λέγοντας πως ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί ως τάξη, πως ακόμη είναι σε εξέλιξη η διαμόρφωση της ταξικής της συνείδησης. Δίκαια υπογραμμίζεται πως προς το παρόν το κόμμα μιλά με τον εργαζόμενο άνθρωπο σε διαφορετικές γλώσσες, ο Γκ. Ζιουγκάνοφ προσπαθεί να δει την προοπτική της διανοητικής ανανέωσης της εργατικής τάξης. Η επιδίωξη αυτή αξίζει βέβαια έπαινο, όμως την ίδια ώρα το ΚΚΡΟ, κοντόφθαλμα, δεν αντιλαμβάνεται τις εκδηλώσεις της υπαρκτής εργατικής ζωής. Ακριβώς και γι’ αυτό στην εισήγηση ουσιαστικά δεν υπάρχει όχι μόνο ανάλυση της στατιστικής, αλλά ούτε η απλή αναφορά σε παραδείγματα κομματικής συμμετοχής σε απεργίες, στην απεργία πείνας των ανθρακωρύχων, υπεράσπισης των εργασιακών δικαιωμάτων των ανθρώπων. Δε γίνεται καμιά ανάλυση μιας τέτοιας σημαντικής πλευράς της δουλιάς σήμερα, όπως είναι ο οικονομικός αγώνας των εργατικών κολλεκτίβων. Πολύ περισσότερο που η ηγεσία του ΚΚΡΟ δεν έχει γνώση για την ύπαρξη και ανάπτυξη μιας τέτοιας τάσεις, όπως τα ταξικά συνδικάτα («Ζαστσίτα» (Υπεράσπιση), οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, το συνδικάτο των μηχανοδηγών, η Συνομοσπονδία Εργασίας κ.ά.), για την ίδρυση της Ομοσπονδίας των Συνδικάτων της Ρωσίας, εναλλακτική προς την ΟΑΣΡ[3] του Σμάκοφ. Λέγοντας όμορφες κουβέντες για την αναγκαιότητα της κομματικής δουλιάς μέσω των συνδικάτων και μαζί με τα συνδικάτα, το κόμμα δεν κάνει βήματα στην οργάνωση της πρακτικής δουλιάς σε αυτήν την κατεύθυνση. Και αυτό ερμηνεύεται με τις ήδη γνωστές πολιτικές θέσεις του ΚΚΡΟ, το ποντάρισμα στις εκλογές. Αλλη στρατηγική νίκης, δε διαφαίνεται στον πολιτικό απολογισμό της ΚΕ και στο άρθρο του Γκενάντι Ζιουγκάνοφ.

ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Ή ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ;

Η υποκειμενική προσέγγιση στην εκτίμηση των εντελώς υλικών διαδικασιών της διαμόρφωσης των τάξεων οδηγεί το ΚΚΡΟ σε λαθεμένη, απλοποιημένη ερμηνεία της σημερινής κατάστασης, μεταξύ των άλλων και του ρόλου του Πούτιν. Στην εισήγησή του ο Ζιουγκάνοφ παραπονείται ότι ο Πούτιν «δε βρήκε και ούτε έψαξε να βρει διέξοδο από την κρίση. Η πολιτική των μεταρρυθμίσεων είναι διεφθαρμένη στη βάση της και καμιά κουτοπονηριά δε βοηθά. Και υπάρχουν λίγες πιθανότητες το καθεστώς να πάει σε κάποιο συμβιβασμό που θα επέτρεπε να αποφύγει την καταστροφή. Το κόμμα μας (το ΚΚΡΟ) επανειλημμένα πρότεινε συγκεκριμένα προγράμματα διεξόδου της χώρας από την κρίση, αλλά το καθεστώς αρνήθηκε…». Ο Πούτιν παρουσιάζεται έτσι απλώς ως ηγέτης με κακή κατανόηση που είναι εγκάθετος των γραφειοκρατών και γι’ αυτό μικρός βοναπάρτης. Μάλιστα τον χαρακτηρίζει «αποτυχία της ιστορίας».

Ομως η αντικειμενική ανάλυση δείχνει πως ο Πούτιν και το καθεστώς του είναι έξυπνος και σοβαρός αντίπαλος. Δε συνεχίζουν απλώς την υπόθεση του Γιέλτσιν, αλλά υλοποιούν το καθήκον της καπιταλιστικοποίησης της Ρωσίας στις νέες συνθήκες. Ο Γιέλτσιν προχωρούσε μπροστά διαλύοντας το σοσιαλιστικό σύστημα. Ο Πούτιν επιλύει το καθήκον της ισχυροποίησης των κατακτημένων θέσεων, της σταθεροποίησης του αστικού συστήματος. Και πρέπει να παραδεχτούμε πως λύνει αυτό το καθήκον σύνθετα, στοχοπροσηλωμένα, σχεδιασμένα, σκληρά. Αν και, όταν υπάρχει αναγκαιότητα, ο Πούτιν μπορεί να κάνει ότι δήθεν υποχωρεί, όπως έγινε όταν πήρε για ύμνο της Ρωσίας τη μουσική του Αλεξάντροφ, στη συνέχεια κάνει δύο βήματα μπροστά και για παράδειγμα υπό τον Υμνο της ΕΣΣΔ υψώνει τη σημαία του Βλάσοφ[4]. Ετσι οι ηθικο-ψυχολογικές απώλειες των κομμουνιστών από τους ελιγμούς και τη θολούρα στην κοινωνική συνείδηση αναμφίβολα είναι μεγάλες.

Ολες οι ενέργειες του Πούτιν στον τομέα της μεταρρύθμισης του πολιτικού συστήματος, της αλλαγής της εκλογικής νομοθεσίας, της έγκρισης του νέου Εργατικού Κώδικα, της μεταρρύθμισης της οικονομίας και των ανάλογων αλλαγών στη νομοθετική βάση - όλα αυτά κινούνται στην κατεύθυνση της αύξησης του μεριδίου και του ρόλου του ιδιωτικού κεφαλαίου, τόσο στην οικονομική όσο και στην πολιτική ζωή της χώρας. Αν δεν κατανοείται αυτό και υποτιμάται η δύναμη του Πούτιν, είναι απαράδεκτο. Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι οι ενέργειές του από μόνες τους, αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσουν στην κρίση, στην κατάρρευση του συστήματος και μάλιστα της χώρας. Το πιθανότερο που θα πρέπει να περιμένουμε για τη σωτηρία του ρωσικού καπιταλισμού είναι η ενίσχυση των δικτατορικών χαρακτηριστικών του καθεστώτος, έως και στοιχείων φασιστικοποίησης. Ετσι λοιπόν ο Πούτιν δεν είναι «αποτυχία της ιστορίας» που δεν έχει ανάλογο (αν και πράγματι ανάλογο η παλινόρθωση του καπιταλισμού δεν έχει). Είναι η συνέχιση της αντεπανάστασης, ενός φαινομένου εντελώς πιθανού και υποτιθέμενου και από τους κλασικούς. Για παράδειγμα ο Β. Ι. Λένιν, δουλεύοντας πάνω στο δεύτερο Πρόγραμμα του Κόμματος έπαιρνε υπόψη του και την περίπτωση της υποχώρησης, αλλά ταυτόχρονα καθόριζε με ακρίβεια τους στόχους και δρόμους του αγώνα, με βάση τη συσσωρευμένη πείρα: «Το κόμμα μας δεν θα αρνηθεί να χρησιμοποιήσει και τον αστικό κοινοβουλευτισμό, αν η πορεία της πάλης μας ρίξει για ορισμένο χρονικό διάστημα πίσω στην ιστορική βαθμίδα που τώρα η επανάστασή μας την έχει ξεπεράσει. Ομως, σε κάθε περίπτωση και σε οποιεσδήποτε συνθήκες, το Κόμμα θα παλέψει για τη Σοβιετική Δημοκρατία, που είναι ένας ανώτερος από άποψη δημοκρατισμού τύπος κράτους και μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, για την αποτίναξη του ζυγού των εκμεταλλευτών και την κατάπνιξη της αντίστασής τους»[5].

Πρέπει να παραδεχτούμε πως ο Πούτιν καταλαβαίνει και εκφράζει στην πράξη τα συμφέροντα της τάξης του καλύτερα από το Ζιουγκάνοφ και ορισμένους δικούς μας κομμουνιστές και «πατριώτες της χιλιόχρονης Ρωσίας». Και εδώ συνεχίζοντας τη σκέψη του Β. Ι. Λένιν, πρέπει να σημειώσουμε πως στην ιστορία είναι γνωστή μόνο μια εξέλιξη των γεγονότων: Στην αρχή στην οικονομική και πολιτική πάλη της εργατικής τάξης γεννήθηκαν τα σοβιέτ, τα οποία στη συνέχεια εγκαθίδρυσαν τη σοβιετική εξουσία, μετά το σοβιετικό κράτος και μόνο στη συνέχεια εγκρίθηκε το Σοβιετικό Σύνταγμα και ιδρύθηκε η Σοβιετική Ενωση. Αλλη εξέλιξη των γεγονότων δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν μπορεί κανένα όργανο αστικής λαϊκής εξουσίας να χαρίσει στο λαό το σοσιαλισμό και να μετεξελιχθεί το ίδιο σε σοβιετική εξουσία. Σήμερα η δουλιά των κομμουνιστών πρέπει να στρέφεται στη δημιουργία τέτοιων εστιών αγώνα της πραγματικής ζωής, όπως είναι οι απεργιακές επιτροπές, τα ταξικά συνδικάτα, άλλες μορφές όπου μπορούν να γίνουν τα έμβρυα των αυριανών σοβιέτ. Στην κατανόηση αυτού του ζητήματος που καθορίζει το μοναδικό δυνατό δρόμο προς το σοσιαλισμό, στους συντρόφους του ΚΚΡΟ, όπως και πριν, παρατηρείται πραγματική αποτυχία.

…ΜΕ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στο ζήτημα της δουλιάς με τους εργαζόμενους παρατηρούμε λαθεμένα συμπεράσματα για το ότι μάλιστα «και η στενή συνδικαλιστική (τρεϊντγιουνιονιστική) συνείδηση, δηλαδή η ικανότητα να αγωνιστείς συλλογικά για τα οικονομικά δικαιώματα, για καλύτερες συνθήκες πώλησης της εργατικής δύναμης, είναι κάτι το απρόσιτο για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ρώσων εργαζομένων». Σύμφωνα με το Ζιουγκάνοφ με αυτή τη δουλιά θα πρέπει να ασχοληθούμε στο μέλλον, κάτι που στη βάση της ανάλυσης της σημερινής αντικειμενικής πραγματικότητας είναι ριζικά λαθεμένο. Αφού ακόμη και η απεργία πείνας, η πιο πρωτόγονη και αναμφίβολα χωρίς προοπτική μορφή αγώνα, παρ’ όλα αυτά μαρτυρά τις προσπάθειες και τη επιθυμία κάπως ν’ αγωνιστείς. Ακόμη και σήμερα οι καθοδηγητές του ΚΚΡΟ δεν το παρατηρούν αυτό, όπως δεν το παρατηρούσαν την εποχή του «αγώνα των σιδηροτροχιών» και της υποτίμησης του Αυγούστου του 1998[6], των διάφορων «μη εποικοδομητικών» μορφών διαμαρτυρίας. Αντίθετα εκείνη την εποχή η ηγεσία του ΚΚΡΟ ήταν απασχολημένη να βρει εποικοδομητικό, ειρηνικό δρόμο διεξόδου από την κρίση, υποστήριζε τη λεγόμενη «κυβέρνηση λαϊκής εμπιστοσύνης» του Πριμακόφ, έτσι και σήμερα είναι ήδη απασχολημένη με τις πιθανές σχέσεις με τους μεγάλους ιδιοκτήτες. Για παράδειγμα στο άρθρο του ο Γκ. Ζιουγκάνοφ σκέφτεται: «Δεν μπορεί να μην προκύψει το ζήτημα της εμφάνισης και ενός από θέσεις αρχών διαφορετικού είδους επιχειρηματιών. Πρόκειται για ανθρώπους που ασχολούνται με την παραγωγή υλικών και πνευματικών αγαθών. Που έχουν κερδίσει την περιουσία τους όχι με την κλοπή της κοινωνικής ιδιοκτησίας, αλλά με τη προσωπική εργασία τους» (η υπογράμμιση του Β. Τ.). Ολα αυτά για άλλη μια φορά υπογραμμίζουν την απόσπαση των θεωρητικών και πρακτικών σχεδίων της ηγεσίας του ΚΚΡΟ από την πραγματική, καθημερινή ζωή των εργαζομένων, από τις πρακτικές τους φροντίδες και αγώνα. Ακριβώς, η αντιμετώπιση αυτών των στρωμάτων ως απλή εκλογική βάση ερμηνεύει την έλλειψη προσοχής και την απροθυμία του κόμματος ν’ ασχοληθεί με τα ζητήματα της οργάνωσης του πρακτικού αγώνα.

Η χρήση συναισθηματικών επιχειρημάτων, μακρινών από κάθε επιστημονικότητα, είναι χαρακτηριστική για τον εισηγητή,[7] όταν χαρακτηρίζει μια σειρά γεγονότων διαφορετικής φύσης. Για παράδειγμα ο Πούτιν κατηγορείται για την «εξολόθρευση του στρατού ρωσικού τύπου». Και αντίθετα μπροστά στο κόμμα μπαίνει το καθήκον της «σωτηρίας του ρωσικού λαού και μαζί με αυτόν και της σωτηρίας του ρωσικού κράτους, όλων των λαών που είναι ενταγμένοι ως ένα καταπληκτικό μωσαϊκό στο μεγάλο κράτος». Και απολύτως αποσιωπάται ο ταξικός χαρακτήρας αυτού του κράτους και του στρατού. Ο Ζιουγκάνοφ ονειρεύεται πως «ήδη τώρα είναι δυνατή τεχνικά μια τέτοια παγκόσμια «πληροφοριακή απεργία», η οποία θα κλονίσει ως τις βάσεις όλον τον κόσμο της ιδιωτικο-καπιταλιστικής ιδιοκτησίας», ενώ ειλικρινά σχεδιάζει ν’ απευθυνθεί «σε εκείνους τους πατριώτες επιχειρηματίες, τους οποίους στον καιρό μας είχαμε στείλει στην επιχειρηματική δραστηριότητα και οι οποίοι είχαν κατακτήσει σημαντικές θέσεις και καλά αποτελέσματα στις τραπεζικές υποθέσεις και τις βιομηχανικές συντεχνίες». Απομένει να του ευχηθούμε καλές επιτυχίες και να προσθέσουμε: «Μακάριοι όσοι πιστεύουν. Ο Θεός μαζί σας παιδιά!». Εφόσον μόνον όσοι πιστεύουν στον Υψιστο μπορούν να κάνουν τέτοια πλάνα.

Παρεμπιπτόντως για την πίστη. Ως ποιοτικά θετική κατάκτηση του κόμματος ο Ζιουγκάνοφ παρουσιάζει τη συσσωρευμένη εμπειρία από την επαφή με τους ορθόδοξους χριστιανούς. Ως τεράστια κατάκτηση αναφέρεται το γεγονός πως «στους ψηφοφόρους του ΚΚΡΟ οι θρησκευόμενοι είναι σήμερα μιάμιση φορά περισσότεροι απ’ ό,τι στο εκλογικό σώμα οποιουδήποτε άλλου κόμματος της χώρας. Πολλά είναι τα θρησκευόμενα μέλη του ΚΚΡΟ». Εμείς δε γνωρίζουμε αν βοηθούν ή όχι τα μέλη του ΚΚΡΟ και το Ζιουγκάνοφ προσωπικά οι προσευχές και ποιες από αυτές, όμως μετά από αυτό απομένει ν’ αναρωτηθούμε γιατί το κόμμα του επιστημονικού κομμουνισμού (έτσι θεωρεί τον εαυτό του το ΚΚΡΟ) δε θέτει ως καθήκον το ολοκληρωτικό πέρασμα των μελών της οργάνωσής τους στην ορθοδοξία. Υπογραμμίζουμε την αντιδραστικότητα της θέσης που έχει λάβει ο κύριος Ρίντιγκερ[8], πατριάρχης της ρωσικής ορθόδοξης εκκλησίας, ο οποίος άνευ όρων στηρίζει την «αποτυχία της ιστορίας», κάτι που φαίνεται με γυμνό μάτι.

ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ

Είναι λοιπόν φυσικό που ο ηγέτης δε βλέπει τη διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση μέσα από τη οργάνωση του προλεταριάτου σε τάξη, ούτε στην άνοδο της πάλης έως το πολιτικό επίπεδο και στην κλίμακα όλης της Ρωσίας (π.χ. η οργάνωση πανρωσικής πολιτικής απεργίας), αλλά στην οργάνωση δημοψηφίσματος. (Την ιδέα διοργάνωσης δημοψηφίσματος την είχε προτείνει το ΚΕΚΡ ακόμη από το 1999 με θέμα «την επανεξέταση των αποτελεσμάτων της ιδιωτικοποίησης» και την υποστηρίζουμε ως τα σήμερα, αλλά ως ένα στοιχείο χρησιμοποίησης της αστικής δημοκρατίας για την ανάκτηση της συνείδησης των μαζών και κάποιου φρένου στην επίθεση της αντίδρασης). Ομως το δημοψήφισμα, όπως το προτείνει το ΚΚΡΟ, εξετάζεται σοβαρά ως ενδεχόμενο πραγματικής δυνατότητας ριζοσπαστικών αλλαγών. Στην εισήγηση της ΚΕ σημειώνεται πως «η δημοκρατική διέξοδος από την κρίση υπήρχε και υπάρχει. Είναι η διεξαγωγή παλλαϊκού δημοψηφίσματος … αυτό θα επέτρεπε να αλλάξει η κοινωνικο-οικονομική πολιτική προς όφελος του λαού και του κράτους». Οι σύντροφοι θεώρησαν ότι είναι περιττό να αναφέρουν στην εισήγηση της ΚΕ και να διευκρινίσουν πως ο λαός διαιρείται σε τάξεις και πως το κράτος είναι έννοια ταξική. Ομως στην εισήγηση της ΚΕ του ΚΚΡΟ με χαρά σημειώνεται πως «έχουμε πλέον εκείνο, γύρω από το οποίο θα οργανώσουμε τη δουλιά μας στο κέντρο και κατά τόπους». Να συμπεράνουμε ότι πριν δεν υπήρχε κάτι γύρω από το οποίο να δράσουν και τώρα, πέρα από το δημοψήφισμα, η ηγεσία του ΚΚΡΟ δε βλέπει άλλους δρόμους;

Αυτό είναι πραγματικά λυπηρό όπως και η δήλωση του Ζιουγκάνοφ: «Για άλλη μια φορά υπογραμμίζω, η προετοιμασία και διεξαγωγή του παλλαϊκού δημοψηφίσματος είναι ο πραγματικά δημοκρατικός ειρηνικός δρόμος διεξόδου της χώρας από τη συνεχιζόμενη κρίση», … «από αυτό εξαρτάται η τύχη του κόμματος και η τύχη της Ρωσίας». Τα παραπάνω εκτιμούνται από εμάς ως εξής: Καμιά ριζική διέξοδος δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει σε αυτόν το δρόμο. Η προετοιμασία και διεξαγωγή του δημοψηφίσματος μπορεί να αποτελέσει μόνο βοηθητικό μέσο στη διαφωτιστική-προπαγανδιστική δουλιά των κομμουνιστών, στην οργάνωση και συσπείρωση των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, στην υλοποίηση του κύριου καθήκοντος, της οργάνωσης του προλεταριάτου σε τάξη.

Χαρακτηρίζοντας την καπιταλιστική παλινόρθωση που εκτυλίσσεται στη χώρα μας, ο Γκ. Ζιουγκάνοφ γράφει: «… ιδιομορφία του ρωσικού καπιταλισμού είναι πως αυτός αποτελεί γέννημα της γραφειοκρατίας». Χωρίς να αρνούμαστε το σημαντικό ρόλο της γραφειοκρατίας στην υπόθεση της αντεπανάστασης και στο σημερινό στάδιο οικοδόμησης του καπιταλισμού, θέλουμε παρ’ όλα αυτά να σημειώσουμε πως ιδιομορφία του ρωσικού καπιταλισμού, πρώτ’ απ’ όλα, βρίσκεται στο ότι την πολιτική γραμμή προς αυτόν την πήρε εκείνο το κόμμα που ονόμαζε τον εαυτό του κομμουνιστικό. Ακριβώς στο 28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ κάτω από τις κόκκινες σημαίες αποφασίστηκε η γραμμή προς την αγορά και στη συνέχεια από τη γκορμπατσοφική ΚΕ του ΚΚΣΕ και αυτή της ιδιωτικοποίησης. Και πολλά από τα σημερινά θεωρητικά κατασκευάσματα, όπως «η ισοδυναμία όλων των μορφών ιδιοκτησίας», «η ρυθμιζόμενη αγορά», «αυθεντική λαϊκή εξουσία», «η κοινωνία των πληροφοριών», «με τους θεσμούς αυτοδιοίκησης των πολιτών», έχουν την αρχή τους από εκεί, στο αλλοιωμένο ΚΚΣΕ, όπως άλλωστε και πολλά πολιτικά πρόσωπα που δρουν στη σημερινή Ρωσία, μεταξύ αυτών και στο αριστερό κίνημα.

ΠΟΙΟΣ ΚΡΥΒΕΙ ΤΟ ΟΠΛΟ

Στην εισήγηση ποδηγετείται το ρωσικό θέμα, ανάμεσα στα άλλα ως συνένωση του επιστημονικού σοσιαλισμού και του ρωσικού πατριωτισμού και διαπιστώνεται πως αυτό είναι η βάση της «ρωσικής ιδέας του 21ου αιώνα!». Μάλιστα ο Ζιουγκάνοφ κάνει προσπάθεια να αποποιηθεί την γκάφα που είχε κάνει πριν κάμποσα χρόνια, σε σχέση με το ότι έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια για επανάσταση. Σήμερα ο πρόεδρος του κόμματος λέει ότι «η σοσιαλιστική επανάσταση όπως πριν είναι δυνατή. Στις σημερινές συνθήκες μπορεί να γίνει ως αποτέλεσμα του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα».

Μάλλον, σε σχέση με την προηγούμενη θέση του Ζιουγκάνοφ, αυτό είναι βήμα μπροστά, πολύ περισσότερο που βεβαιώνεται «ο αναπόφευκτος χαρακτήρας της εθνικο-απελευθερωτικής επανάστασης, ως αντι-αστικής και αντικαπιταλιστικής». Ομως συνολικά η ποδηγέτηση της προτεραιότητας του ρώσικου ζητήματος ως κύριου και ακόμη υπερταξικού, η ταύτιση του ρώσικου κράτους με το σοβιετικό κράτος ως θαύματος της ιστορίας κ.ά. οδηγεί απλά στο «ξέπλυμα» της ταξικής πάλης ως βασικής, καθοριστικής για το χαρακτήρα της στιγμής, μάλιστα όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν αποκαλύπτεται πως ακριβώς ο καπιταλισμός, η πορεία προς την αγορά, ακριβώς η εγκαθίδρυση της εξουσίας του κεφαλαίου οδήγησαν το ρώσικο λαό και όλους του σοβιετικούς λαούς σε αυτήν την υποβαθμισμένη κατάσταση. Πως το ξεπέρασμα αυτής της υποβαθμισμένης κατάστασης μπορεί να υπάρξει μόνο με τον κοινό ταξικό αγώνα των ανθρώπων της δουλιάς διαφορετικών εθνοτήτων ενάντια στους εκμεταλλευτές και τα παράσιτα όλων των εθνοτήτων. Η διαβεβαίωση της εισήγησης της ΚΕ του ΚΚΡΟ πως «ο ρώσικος λαός 70 χρόνια ασχολούνταν με την οικοδόμηση καταπληκτικών μηχανημάτων, αφομοίωσης του δρόμου του Βορρά, οικοδομούσε διηπειρωτικούς λεωφόρους, έφτιαχνε υδατοφράκτες, τουρμπίνες, αντιδραστήρες, έβγαινε στο διάστημα, κατασκεύαζε μοναδικά οπλικά συστήματα», αποσιωπώντας την ίδια ώρα, πως πρώτ’ απ’ όλα, ο ρώσικος λαός στην οικογένεια όλων των σοβιετικών λαών οικοδομούσε το σοσιαλισμό, σημαίνει πως είτε δεν είναι κατανοητό είτε υπάρχει πρόθεση αγνόησης, πως ο μοναδικός δρόμος επίλυσης του εθνικού ζητήματος, μεταξύ αυτού και του ρωσικού, είναι η αποκατάσταση της Σοβιετικής εξουσίας ως εξουσίας των εργαζομένων όλων των εθνοτήτων, οι μορφές υλοποίησης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Γι’ αυτό πρωταρχικό ζήτημα στην επίλυση της κρίσης στη Ρωσία, μεταξύ αυτού και της εθνικής, είναι το ταξικό ζήτημα.

Οποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, όποιος δηλώνει πως «από τα χέρια του ρωσικού λαού έχουν αποσπαστεί τα εργαλεία», είναι ο ίδιος που κρύβει από τον πολυεθνικό ρώσικο λαό αυτά τα εργαλεία. Με καλέσματα και αιτήματα του είδους: «ίση εκπροσώπηση των Ρώσων…», «τιμωρία της ρωσοφοβίας», «ανάλογη εκπροσώπηση των Ρώσων στα ΜΜΕ», μπορείς να κερδίσεις μερικές ψήφους στις εκλογές, αλλά δε θα μπορέσεις να οργανώσεις τους ανθρώπους για αγώνα. Αυτό δεν είναι όπλο των κομμουνιστών αλλά παράπονα μικροαστών «επαναστατών».

ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Στο κλείσιμο της εισήγησής του, σωστά ο Γκ. Ζιουγκάνοφ απευθύνεται για βοήθεια στα διδάγματα του Β. Ι. Λένιν, θέτοντας το ερώτημα: πώς εξασφαλίζεται η πειθαρχία του επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου; Στο οποίο ο Λένιν απαντούσε ως εξής: «Πρώτο, με τη συνειδητότητα της προλεταριακής πρωτοπορίας και την αφοσίωσή της στην επανάσταση, την αντοχή της, την αυτοθυσία της, τον ηρωισμό της. Δεύτερο, με την ικανότητά να συνδέεται, να πλησιάζει και ως ένα βαθμό, αν θέλετε, να συγχωνεύεται με την πιο πλατιά μάζα των εργαζομένων…. Τρίτο, με την ορθότητα της πολιτικής καθοδήγησης, που την πραγματοποιεί αυτή η πρωτοπορία, με την ορθότητα της πολιτικής στρατηγικής και τακτικής της, με τον όρο ότι οι πιο πλατιές μάζες θα πείθονται από την ίδια τους την πείρα γι’ αυτή την ορθότητα»[9].

Η σημερινή ανάλυση δείχνει πως, πρώτον το ΚΚΡΟ μάλλον δεν αποτελεί πρωτοπορία του προλεταριάτου και ούτε επιδιώκει να γίνει. Δεύτερο, αν και παρατηρείται η τάση πλησιάσματος, ένωσης με κάποιες μάζες, αυτό γίνεται μόνο στις εκλογικές διαδικασίες. Τρίτον, η ορθότητα της πολιτικής καθοδήγησης, της στρατηγικής και τακτικής, πραγματικά ελέγχεται με την πείρα και την προηγούμενη πρακτική της ηγεσίας του ΚΚΡΟ, που δημιούργησε μια σειρά από Ρίμπκιν, Ποντμπεριόζκιν, Σεμάγκο, Σελεζνιόφ, Σιμίγκιν κ.ά. Γι’ αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ορθός δρόμος που επέλεξε το ΚΚΡΟ προφανώς δεν οδηγεί στην κατεύθυνση που έδειξε ο σύντροφος Λένιν. Και η διαβεβαίωση πως: «Είναι αδύνατο να γυρίσουν το ΚΚΡΟ από το δρόμο που αιώνες βίωσε η Ρωσία», πρέπει να εξεταστεί ως διάγνωση του κόμματος. Ειδικά σε συνδυασμό με το κλείσιμο του άρθρου του Γκ. Ζιουγκάνοφ πως μπορεί «να αναπτυχθεί η κατώτατη αυτοοργάνωση αυτό που λέμε κοινωνία των πολιτών. Να αναγεννηθεί η «μεσαία τάξη» που είναι ο κοινωνικός πυρήνας σταθερότητας της κοινωνίας». Μάλιστα είναι άβολο να εξηγείς πως για τους μαρξιστές η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών (σύμφωνα με το Μαρξ και Λένιν) είναι οι κοινωνικές σχέσεις του αναπτυγμένου καπιταλισμού, αυτή η αστική δημοκρατία η οποία αποτελεί μορφή της δικτατορίας της αστικής τάξης. Και η αναγέννηση της λεγόμενης «μεσαίας τάξης» ως σταθεροποιητή της κοινωνίας, αναμφισβήτητα θα εγκριθεί και από το σημερινό Πρόεδρο, μιας και αυτή η έννοια μαζεύει εκπροσώπους διαφορετικών τάξεων, που έχουν όχι και λίγα εισοδήματα και ξεχωρίζει ανθρώπους όχι στη βάση της θέσης τους στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, αλλά με ένα κριτήριο, το εισόδημα, κάτι που πάντα ικανοποιούσε τους χυδαίους μαρξιστές. Αυτές οι θεωρητικές αναζητήσεις της ηγεσίας του ΚΚΡΟ μάλλον δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές και πολύ περισσότερο αποδεκτές από την τάξη που είναι πρωτοπόρα, τη ρωσική εργατική τάξη, τα εισοδήματα της οποίας είναι σημαντικά κατώτερα από αυτά που θεωρούνται μεσαία.

Ολη η παραπάνω ανάλυση μας υποχρεώνει εμάς τους ορθόδοξους επαναστάτες μαρξιστές, να πούμε στους συμμάχους μας στην αντιπολίτευση, τους συντρόφους μας του ΚΚΡΟ, πως το 10ο Συνέδριο μπορεί να ήταν για το ΚΚΡΟ ιστορικό, από την άποψη της οργανωτικής ανασυγκρότησής του σε ηγετικό κόμμα, το διαχωρισμό του από τους «τυφλοπόντικες» κλπ., αλλά από την άποψη της θεωρίας δεν τους έβγαλε εκεί που δείχνει ο δείκτης της πυξίδας του επιστημονικού κομμουνισμού. Ο κομμουνισμός είναι επιστήμη και πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε ανάλογα.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Βίκτορ Τιούλκιν είναι ΓΓ του Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας - Κόμμα των Κομμουνιστών της Ρωσίας. Απόσπασμα του άρθρου με τον ομώνυμο τίτλο, από το περιοδικό «Ο Μαρξισμός και η σύγχρονη εποχή», της Ενωσης Κομμουνιστών Ουκρανίας, τεύχος 2(28)/2004.

[1] Σημ. μτφρ.: «Τυφλοπόντικες» αποκαλούνται στη Ρωσία οι πράκτορες του αντιπάλου. Και η πλευρά Ζουγκάνοφ είχε χαρακτηρίσει ως τέτοιους μερικούς από τους εσωκομματικούς αντιπάλους της, στην τελευταία εσωκομματική κρίση στο ΚΚΡΟ.

[2] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, 5η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39, σελ. 15.

[3] ΟΑΣΡ: Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Συνδικάτων Ρωσίας.

[4] Σημ. μτφρ.: Ο στρατηγός Βλάσοφ ήταν επικεφαλής των ρωσικών προδοτικών στρατευμάτων που πολέμησαν στο πλευρό των ναζί. Για σημαία του χρησιμοποιούσε τη σημερινή τρίχρωμη σημαία της Ρωσίας.

[5] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, 5η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή», τ. 36, σελ. 58.

[6] Σημ. μτφρ.: Εδώ γίνεται λόγος για την οικονομική κρίση του Αυγούστου του 1998 και την υποτίμηση του ρωσικού νομίσματος, με την οποία, εκτός των άλλων, ελαχιστοποιήθηκαν οι οφειλές μισθών που είχαν οι επιχειρηματίες προς τους εργαζόμενους και μπορούσαν να φτάνουν το μισό ή και ένα χρόνο.

[7] Σημ. μτφρ.: Εδώ γίνεται αναφορά στην Πολιτική εισήγηση στο 10ο συνέδριο του ΚΚΡΟ.

[8] Σημ. μτφρ.: Το κοσμικό όνομα του σημερινού Πατριάρχη Αλέξιου της Ρωσίας, που είναι εσθονικής καταγωγής.

[9] Β.Ι. Λένιν, Απαντα, 5η έκδοση, «Σύγχρονη Εποχή», τ. 41, σελ. 7.