της Σύνταξης


ΚΟΜΕΠ

Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές είχε επιτευχθεί η «επί της αρχής» συμφωνία ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους δανειστές, η οποία έδωσε το «πράσινο φως» για την επάνοδο των εκπροσώπων των λεγόμενων θεσμών στην Ελλάδα. Στη βάση αυτής της συμφωνίας θα επιδιωχθεί η σύναψη σχετικής τεχνικής συμφωνίας που θα συγκεκριμενοποιεί τα μέτρα που απαιτούνται για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης.

Με αυτή τη συμφωνία η κυβέρνηση συναίνεσε στην προνομοθέτηση μιας σειράς νέων αντιλαϊκών μέτρων (μείωση αφορολόγητου, μειώσεις συντάξεων κλπ.) που θα έρθουν να προστεθούν στα ήδη τρέχοντα μέτρα πριν ή/και μετά το πέρας του τρέχοντος προγράμματος (τον Αύγουστο του 2018). Παράλληλα, η κυβέρνηση φαίνεται ότι έχει συμφωνήσει καταρχήν και σε ανατροπές στα εργασιακά, καθώς και στη λεγόμενη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική.

Ο επικεφαλής του Eurogroup συνόψισε ως εξής το περιεχόμενο της συμφωνίας: «…βρέθηκε κοινό έδαφος μετά την εντατικοποίηση των συνομιλιών την προηγούμενη βδομάδα και τα κλιμάκια θα επιστρέψουν πολύ σύντομα στην Ελλάδα για να δουλέψουν σε ένα νέο πακέτο μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα, το φορολογικό σύστημα και την αγορά εργασίας […] Υπάρχει συμφωνία για ένα σημαντικό πακέτο μεταρρυθμίσεων, όπως έχει ζητήσει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο».

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απέδειξε για μία ακόμα φορά ότι δεν έχει κανένα «φετίχ» με την ανατροπή των λαϊκών δικαιωμάτων, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά για το αφορολόγητο ο γραμματέας της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ Π. Ρήγας. Πορεύεται εντός και εκτός χώρας με μοναδικό γνώμονα τα συμφέροντα της αστικής τάξης, του ελληνικού καπιταλισμού. Τα παραπάνω μέτρα που επιδιώκεται να προστεθούν το επόμενο διάστημα στη νομοθετική «φαρέτρα» του κεφαλαίου –σε συνδυασμό με την επιδιωκόμενη ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και την περαιτέρω ρύθμιση του χρέους– συμβάλλουν καθοριστικά στην προσπάθεια ανάκαμψης των καπιταλιστικών κερδών. Αυτή την προσπάθεια εξυπηρετούν άλλωστε και οι μυστικές ιδιωτικές συναντήσεις του πρωθυπουργού με τα ηγετικά στελέχη επιχειρηματικών μεγαθηρίων (L’ Oreal και Rothschild) στο Παρίσι που είδαν τελικά το φως της δημοσιότητας. Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δ. Παπαδημούλης ανέδειξε καθαρά τα ελατήρια της κυβερνητικής πολιτικής: «η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας θα πρέπει να έρθει στο προσκήνιο, έτσι ώστε η Ελλάδα να προσφέρει καλύτερα προϊόντα και να είναι φιλική προς τους επενδυτές».

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των γεγονότων που σχετίζονται με τη λεγόμενη διαπραγμάτευση είναι και ο προπαγανδιστικός τους χειρισμός από την κυβέρνηση. Μετά τον τραγέλαφο του «παράλληλου προγράμματος», μετά την ανοιχτή κοροϊδία της …εφάπαξ «13ης σύνταξης», ήρθε η σειρά των υποτιθέμενα φιλολαϊκών «αντιμέτρων» και του «ουδέτερου δημοσιονομικού ισοζυγίου», στη λογική του οποίου βασίζεται το προπαγανδιστικό πυροτέχνημα του «ούτε ένα ευρώ λιτότητα». Η κοροϊδία συνίσταται καταρχήν στο ότι, εν αντιθέσει με την άμεση νομοθέτηση των μειώσεων σε συντάξεις και αφορολόγητο, τα υπόλοιπα μέτρα θα υπάρχει δυνατότητα να παρθούν μόνο στο βαθμό που προκύπτει «δημοσιονομικός χώρος», δηλαδή μόνο στο βαθμό που προχωρεί η επίθεση ενάντια στα λαϊκά δικαιώματα για την ανάκαμψη των κερδών των μονοπωλιακών ομίλων καθώς και για τη διασφάλιση για αρκετά χρόνια ακόμα πρωτογενών πλεονασμάτων του ύψους του 3,5% του ΑΕΠ. Το κύριο όμως είναι ότι τα όποια «αντιμέτρα» θα πρέπει να έχουν τη σύμφωνη γνώμη των θεσμών και «αναπτυξιακό προσανατολισμό», δηλαδή να στρέφονται στην κατεύθυνση στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας (με το ΔΝΤ και το ΣΕΒ να υποστηρίζουν ανοιχτά την ανάγκη μείωσης των φορολογικών συντελεστών των ψηλών εισοδημάτων και κερδών). Ό,τι περισσέψει θα αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση για την ενίσχυση των μηχανισμών διαχείρισης της ακραίας φτώχειας που δημιουργεί η πολιτική της με νέα επιβάρυνση των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων. Τέλος, η κυβέρνηση περιορίζει την κουβέντα στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα των παρεμβάσεών της, αποκρύπτοντας το περιεχόμενο και τη συμφωνία στον πυρήνα των παρεμβάσεων στις εργασιακές σχέσεις.

Η πορεία των διαπραγματεύσεων ανέδειξε ξανά τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων που εκφράζονται σε μεγάλο βαθμό μέσω των λεγόμενων θεσμών. Αυτό δεν πρέπει να κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι στην πρόσφατη συνάντηση της Γερμανίδας Καγκελαρίου Α. Μέρκελ με τη Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ Κ. Λαγκάρντ διαφάνηκε κάποια ορισμένη προσέγγιση στη βάση της από κοινού αποδοχής της ιεράρχησης των αντιλαϊκών μέτρων και της μελλοντικής κατάληξης των επίμαχων ζητημάτων της διαχείρισης του ελληνικού χρέους και της συμμετοχής του ΔΝΤ στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα της Ελλάδας. Η ρευστότητα στη στάση των θεσμών αναδεικνύεται και από την πρώτη επίσημη δήλωση του νέου υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ ο οποίος –έχοντας συζητήσει σχετικά με την Κ. Λαγκάρντ– ανέφερε ότι το ζήτημα της Ελλάδας «είναι κυρίως Ευρωπαϊκό πρόβλημα» καθώς και ότι «το πιθανότερο αποτέλεσμα, που έχει συμβεί και στο παρελθόν, είναι οι Ευρωπαίοι να βρουν έναν τρόπο να προχωρήσουν χωρίς χρηματοδότηση του Ταμείου».

Σε κάθε περίπτωση, αποδεικνύεται ότι το ζήτημα της Ελλάδας εντάσσεται στο γενικότερο ανταγωνισμό μεταξύ διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων και κρατών σχετικά με την προοπτική της ΕΕ. Την τελευταία περίοδο –και ιδιαίτερα στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής της Μάλτας– αναδείχτηκαν με τρανταχτό τρόπο τα προβλήματα συνοχής της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Χαρακτηριστικό είναι ότι, ενώ δεν ήταν το βασικό ζήτημα συζήτησης, κυριάρχησαν τα ζητήματα που συνδέονται με το «μέλλον της ΕΕ» ενόψει του εορτασμού της 60ής επετείου των Συνθηκών της Ρώμης στις 25 Μάρτη.

Γίνεται εύκολα κατανοητό το βάρος της δήλωσης της Α. Μέρκελ: «Τα τελευταία χρόνια έδειξαν πως θα υπάρξει μία ΕΕ πολλαπλών ταχυτήτων και ότι δεν πρέπει να συμμετέχουν πάντα όλες οι χώρες-μέλη στα ίδια στάδια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» ή της δήλωσης του Φρ. Ολάντ: «μπορούν να υπάρξουν πολλές ταχύτητες στην Ευρώπη […] σίγουρα κάποιοι θα προχωρήσουμε περισσότερο». Παράλληλα, οι χώρες της λεγόμενης Benelux (Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο) φαίνεται ότι λειτουργούν ως «λαγοί» τέτοιων σχεδιασμών. Σε κοινή δήλωσή τους αναφέρουν: «Οι διαφορετικοί δρόμοι ολοκλήρωσης και η ενισχυμένη συνεργασία μπορούν να δώσουν πραγματικές απαντήσεις στις ποικιλόμορφες προκλήσεις, τις οποίες αντιμετωπίζουν τα κράτη-μέλη».

Σε αυτό το περιβάλλον παρεμβαίνουν ποικιλοτρόπως και οι ΗΠΑ. Εκτός από τις δηλώσεις του νέου υπουργού Οικονομικών με αφορμή την Ελλάδα, εντύπωση προκάλεσαν το τελευταίο διάστημα οι δηλώσεις του Τ. Μάλοχ, επικρατέστερου για τη θέση του Αμερικανού πρέσβη στην ΕΕ και στενού συνεργάτη του Ν. Τραμπ, σύμφωνα με τις οποίες «σε 18 μήνες ίσως δεν υπάρχει καν ευρώ». Σύμφωνα πάλι με συνέντευξη του ίδιου στη «Realnews»: «Η “δολαροποίηση” (της Ελλάδας) είναι μία ενδιαφέρουσα πρόταση» σε συνδυασμό με το «…κούρεμα (τους χρέους) στους δανειστές, κυρίως στη Γερμανία και στις τράπεζές της, και μετά επιστροφή στη δραχμή»… Αντίστοιχες παρεμβάσεις έγιναν και από τον πρέσβη της Ρωσίας στην ΕΕ, ο οποίος δήλωσε ότι υπάρχει ισχυρό ενδεχόμενο για μια «μικρότερη και πιο συνεκτική ΕΕ». Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα των προσεχών εκλογών σε Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Νορβηγία, θα συνδεθεί και με επιδιώξεις διάφορων τμημάτων αστικών τάξεων της ΕΕ σε σχέση με το μέλλον της.

Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών φαίνεται και από την ανοιχτή επίθεση του Π. Ναβάρο, συμβούλου του Τραμπ για θέματα Εμπορίου στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, ενάντια στις Γερμανία, Ιαπωνία και Κίνα σχετικά με τη νομισματική και συναλλαγματική τους πολιτική. Η επίθεση αυτή, πέρα από τις απαντήσεις των συγκεκριμένων κρατών, προκάλεσε και μία προσπάθεια προσέγγισης της Γερμανίας με τις άλλες δύο χώρες που εκφράστηκε σε σχετικές επισκέψεις και επαφές της Καγκελαρίου Α. Μέρκελ και του υπουργού Οικονομικών Ζ. Γκάμπριελ με τις κυβερνήσεις της Κίνας και της Ιαπωνίας. Επίσης, η διαφαινόμενη ενίσχυση στοιχείων οικονομικού προστατευτισμού από τη διαχείριση Τραμπ έδωσε χώρο στον Κινέζο πρωθυπουργό να παρουσιαστεί στο Φόρουμ του Νταβός ως παγκόσμιος θεματοφύλακας «του ελεύθερου εμπορίου και των επενδύσεων» και ως διαπρύσιος πολέμιος του προστατευτισμού, ενώ από την άλλη τροφοδότησε την ενίσχυση αντίστοιχων τάσεων στη Βρετανία που εκφράστηκαν μέσω της υπεράσπισης από τη Μέι ενός «σκληρού BREXIΤ», σε συνδυασμό με την περαιτέρω οικονομική προσέγγιση με τις ΗΠΑ.

Οι καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί δεν εκφράζονται μόνο σε διακρατικό επίπεδο αλλά και στο εσωτερικό του κάθε καπιταλιστικού κράτους, ενώ –όπως έδειξαν οι εξελίξεις στις ΗΠΑ– οι εξωτερικοί και εσωτερικοί ανταγωνισμοί διαπλέκονται μεταξύ τους. Η εκλογή Τραμπ πυροδότησε την ανοιχτή παρέμβαση μηχανισμών του αστικού κράτους (π.χ. τμήμα των μυστικών υπηρεσιών και δικαστικές αποφάσεις εναντίον επιλογών της κυβέρνησης) αλλά και μεταξύ διάφορων τμημάτων της αστικής τάξης, με κάποιες εταιρίες (κυρίως μεταποιητικές με πρωτεργάτριες τη Boeing και την GE) να τάσσονται ανοιχτά υπέρ των σχεδίων Τραμπ, ενώ άλλες (κυρίως στους κλάδους του λιανικού εμπορίου και των σύγχρονων τεχνολογιών) να τάσσονται ανοιχτά ενάντιά τους, προχωρώντας και σε ανάλογες κινήσεις. Οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις είχαν επίδραση στην τελική σύνθεση της νέας κυβέρνησης και στην αναβάθμιση του ειδικού βάρους του Αμερικανού αντιπροέδρου Μάικ Πενς που επισκέφτηκε τις Βρυξέλλες και επανέλαβε τη δέσμευση των ΗΠΑ για ισχυρή εταιρική σχέση με την ΕΕ. Αντίστοιχο χαρακτήρα έχουν και οι έριδες στο εσωτερικό της βρετανικής τάξης για την προοπτική και τον τρόπο του BREXIT, στη γερμανική αστική τάξη σε σχέση με τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ κλπ.

Η οξύτητα των ανταγωνισμών παίρνει και στρατιωτική έκφραση στις διάφορες εστίες πολεμικής αντιπαράθεσης ή απειλής μιας τέτοιας αντιπαράθεσης σε όλη την υφήλιο. Στη Συρία οι ανταγωνισμοί των διάφορων καπιταλιστικών κρατών διαπλέκονται άμεσα με τους ανταγωνισμούς τμημάτων στο εσωτερικό της Συρίας. Αυτό εκφράζεται στις διαπραγματεύσεις μεταξύ συριακής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης τόσο στην Αστάνα του Καζακστάν όσο και στη Γενεύη. Τα διαφαινόμενα στρατόπεδα που φαίνεται να συγκροτήθηκαν το προηγούμενο διάστημα σε αναφορά με την εξεύρεση «πολιτικής λύσης» στη Συρία (από τη μια Ρωσία - Ιράν - Τουρκία κι εσχάτως Ιορδανία και από την άλλη ΟΗΕ, ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία) δεν πρέπει να θεωρούνται καθόλου συμπαγή και μόνιμα. Η κινητικότητα άλλωστε σε αυτό το πεδίο –η οποία θα επηρεαστεί από τη συγκεκριμένη τοποθέτηση στο ζήτημα της νέας κυβέρνησης Τραμπ– αποδεικνύεται τόσο από την πρόσφατη τουρκική πρόταση για ανάπτυξη κοινής χερσαίας τουρκο-αμερικανικής επιχείρησης για την ανακατάληψη της Ράκα όσο και από την επανεμφάνιση κάποιων «σύννεφων» πάνω από τις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας μετά τις επαφές Ρώσων αξιωματούχων στη Μόσχα με κουρδικές συριακές δυνάμεις.

Μέρος των αντιμαχόμενων σχεδιασμών για την περιοχή της Ν/Α Μεσογείου και για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην περιοχή αποτελούν και οι εξελίξεις μετά την επανέναρξη στη Γενεύη των συνομιλιών για το Κυπριακό, στη βάση του νέου σχεδίου διχοτόμησης και δημιουργίας δύο «συνιστώντων κρατών». Η εμπλοκή στις σχετικές συνομιλίες –και συγκεκριμένα στα ζητήματα της Ασφάλειας και των Εγγυήσεων, του Εδαφικού, της Διακυβέρνησης και θεμάτων που συνδέονται με την ΕΕ– αποτυπώνεται στην αποχώρηση του Μ. Ακιντζί κατά τη συνάντησή του με τον Ν. Αναστασιάδη και στην αναβολή προγραμματισμένης συνάντησης μεταξύ τους. Παράλληλα, η τουρκοκυπριακή πλευρά αξιοποιεί τις τελευταίες ημέρες προς όφελός της την έγκριση από την κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων –μετά από πρόταση του φασιστικού μορφώματος ΕΛΑΜ– της πρότασης να ενταχτεί από το 2018 η ημερομηνία διεξαγωγής του δημοψηφίσματος του 1950 για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, στις επετείους που τιμούνται στα Γυμνάσια και τα Λύκεια της χώρας. Ταυτόχρονα το τουρκικό κράτος συνεχίζει τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου και θαλάσσιου χώρου.

Το τελευταίο διάστημα οξύνθηκαν οι αντιπαραθέσεις και στην περιοχή των Βαλκανίων, η οποία έχει μεγάλη γεωστρατηγική και οικονομική σημασία (αφού αποτελεί πεδίο ανταγωνιστικών ενεργειακών σχεδιασμών). Στο έδαφος των Βαλκανίων συγκρούονται οι επιδιώξεις κρατών όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Γερμανία και η Τουρκία σε διαπλοκή με τις επιδιώξεις των αστικών τάξεων των κρατών της περιοχής. Πιο συγκεκριμένα, το τελευταίο διάστημα ενισχύθηκε η προσέγγιση της Ρωσίας με τη Σερβία και οξύνθηκαν οι σχέσεις της τελευταίας με το Κοσσυφοπέδιο, την Αλβανία, την Κροατία και το Μαυροβούνιο. Σε αυτό το πλαίσιο έλαβε χώρα και η επίσημη επίσκεψη του Α. Τσίπρα στο Βελιγράδι. Στις δηλώσεις των δύο ηγετών υπογραμμίστηκαν οι κοινοί στόχοι των αστικών τάξεων της Ελλάδας και της Σερβίας στην περιοχή και τα πεδία των επιχειρηματικών συμπράξεών τους. Χαρακτηριστική για τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης είναι η δήλωση του Τσίπρα στο επιχειρηματικό φόρουμ των δύο κρατών: «Η Ελλάδα και η επιχειρηματική της κοινότητα ήταν, είναι και θα είναι παρούσες στα Βαλκάνια, στη Σερβία, παρούσες και ενεργές».

Αντίστοιχα χαρακτηριστικά είχε και η διήμερη επίσκεψη Τσίπρα στην Ουκρανία και η συνάντησή του με τον πραξικοπηματία και φιλικό προς τους ναζιστές Ουκρανό πρωθυπουργό Π. Ποροσένκο (τον οποίο ο Τσίπρας χαρακτήρισε «ρεαλιστή και διορατικό ηγέτη») σε μια περίοδο κατά την οποία υπήρξε ανάφλεξη των στρατιωτικών συμπλοκών στη χώρα και η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ επανέφερε το ζήτημα επιστροφής της Κριμαίας από τη Ρωσία στην Ουκρανία. Πέρα από την άμεση προώθηση των συμφερόντων των Ελλήνων επιχειρηματιών στην περιοχή, ο Α. Τσίπρας επιδίωξε να παίξει και το ρόλο διαμεσολαβητή στις ιμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις στην περιοχή στα πλαίσια της κυβερνητικής «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής».

Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό κυριαρχούν από τη μία η ουσιαστική σύμπνοια των αστικών κομμάτων με την «καρδιά» της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής και από την άλλη η προσπάθεια διαχωρισμού από τις επιλογές της ως μέσο προώθησης των ιδιαίτερων πολιτικών τους επιδιώξεων. Παράλληλα, η κυβέρνηση ασκεί πιέσεις στα υπόλοιπα αστικά κόμματα για στήριξη των αντιλαϊκών επιλογών τους, με το βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δ. Σεβαστάκη να φτάνει να δηλώνει: «ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και η ΝΔ θα μπορούσαν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να συνομιλήσουν […] Άλλωστε οι διαφορές μεταξύ των δύο είναι περιορισμένες…». Επίσης, το τελευταίο διάστημα στην πολιτική αντιπαράθεση κυριάρχησαν οι προτάσεις Φίλη για αλλαγή συμμαχιών του ΣΥΡΙΖΑ (προκρίνοντας την αντικατάσταση των ΑΝΕΛ από τη Δημοκρατική Συμπαράταξη), η επανεμφάνιση του Γ. Παπανδρέου και η ένταξη της ΚΙΔΗΣΟ στη Δημοκρατική Συμπαράταξη, η πρωτοβουλία των Γ. Φλωρίδη, Α. Διαμαντοπούλου και Γ. Ραγκούση και η συνέχιση του φυλλορροήματος του Ποταμιού προς ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

Απέναντι στις επιδιώξεις του αστικού στρατοπέδου το τελευταίο διάστημα υψώθηκαν λαϊκές αντιδράσεις που άνοιξαν ρήγματα στο σκηνικό ταξικής ειρήνης που προσπαθεί να στήσει η αστική τάξη. Σταθμοί σε αυτή την προσπάθεια αντιπαλέματος της κυρίαρχης πολιτικής αποτέλεσαν από τη μία οι 20ήμερες κινητοποιήσεις των αγροτών στα μπλόκα που κορυφώθηκαν με συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας και από την άλλη τα συλλαλητήρια που διοργάνωσε το ΠΑΜΕ σε μια σειρά πόλεις την Τρίτη 21 Φλεβάρη, την επόμενη μέρα της «επί της αρχής» συμφωνίας της κυβέρνησης με τους δανειστές. Επίσης, η προετοιμασία των επόμενων βημάτων της δράσης των σωματείων μπήκε στο επίκεντρο της σύσκεψης σωματείων και συνδικαλιστών της Αττικής που πραγματοποιήθηκε μετά από κάλεσμα της ΕΕ του ΠΑΜΕ στο ξενοδοχείο «Athens Ledra».

Όσον αφορά το περιεχόμενο του τεύχους, η ενότητα «Ιστορία» είναι αφιερωμένη στο στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, από το οποίο συμπληρώνονται φέτος 50 χρόνια. Η ενότητα περιλαμβάνει σχετική Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ, καθώς και άρθρο με τίτλο «Το νομικό και πολιτικό πλαίσιο της περιόδου 1950-1967». Στο άρθρο παρουσιάζονται οι πολιτικές εξελίξεις της περιόδου, η λειτουργία των θεσμών του αστικού κράτους και οι ιδεολογικές αναφορές αποτέλεσαν το έδαφος για το στρατιωτικό πραξικόπημα και την ένταση του αντικομμουνισμού, των διώξεων, της επίθεσης στο εργατικό-λαϊκό κίνημα στις διάφορες φάσεις αυτής της περιόδου.

Στην ενότητα «Ιδεολογία - Πολιτική» περιλαμβάνεται το άρθρο με τίτλο «Η θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και οι διαστρεβλώσεις της», το οποίο απαντάει σε στοιχεία της οπορτουνιστικής κριτικής στο ΚΚΕ για το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Σε αυτό παρουσιάζονται οι συνθήκες, η σημασία και τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης του Λένιν για το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού. Από αυτή την οπτική αναδεικνύεται η διαστρέβλωση της λενινιστικής αντίληψης από τους οπορτουνιστές και κατ’ επέκταση η αδυναμία τους να αξιοποιήσουν τη μέθοδό της για την ερμηνεία των σύγχρονων εξελίξεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Το κείμενο ασκεί κριτική και στις οπορτουνιστικές ερμηνείες της «εξάρτησης» που συνδέονται άμεσα με τη λαθεμένη αντίληψή τους για τον ιμπεριαλισμό.

Στην ενότητα «8η Μάρτη» περιλαμβάνεται το κείμενο «Η εξειδικευμένη δουλειά στις γυναίκες, στοιχείο της ισχυροποίησης του Κόμματος», που τοποθετείται σε μια σειρά ζητήματα που αναδείχτηκαν κατά την εσωκομματική προσυνεδριακή συζήτηση πάνω στα σχετικά σημεία των Θέσεων της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο. Πιο συγκεκριμένα, προσδιορίζει το αποτύπωμα που αφήνουν οι σύνθετες εξελίξεις στη συνείδηση των γυναικών, ερμηνεύοντας για παράδειγμα τις πρόσφατες κινητοποιήσεις γυναικών στις ΗΠΑ. Πάνω σε αυτό το αντικειμενικό έδαφος των πρόσθετων –συγκριτικά με τους άντρες– δυσκολιών που παρουσιάζει η ριζοσπαστικοποίηση της σκέψης των γυναικών, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα εξειδίκευσης της δουλειάς στις γυναίκες με ευθύνη καταρχήν των κομματικών οργάνων και γυναικείων στελεχών. Το κείμενο παρουσιάζει τα βασικά στοιχεία του περιεχομένου αυτής της εξειδικευμένης δουλειάς στη βάση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, ενώ στέκεται ιδιαίτερα στα ζητήματα της προετοιμασίας των γυναικών για το ενδεχόμενο ιμπεριαλιστικού πολέμου και της σχέσης του Κόμματος και του γυναικείου ριζοσπαστικού κινήματος.

Ξεχωριστή ενότητα αυτού του τεύχους αποτελεί ο Προσυνεδριακός Διάλογος πάνω στις Θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ, όπου περιλαμβάνονται όσα κείμενα αποφάσισε η Επιτροπή Δημόσιου Διαλόγου να δημοσιευτούν στην ΚΟΜΕΠ. Τα κείμενα δημοσιεύονται με μία ορισμένη ορθογραφική και συντακτική επιμέλεια, ενώ την κύρια ευθύνη συντακτικών ζητημάτων την έχουν οι συντάκτες τους.

Τέλος, σε αυτό το τεύχος της ΚΟΜΕΠ δημοσιεύονται τα ντοκουμέντα από 1.1.2017 έως 17.2.2017.