Η ανάγκη επιτάχυνσης της εξόδου από την κρίση και εισόδου σε μια φάση σχετικής σταθερότητας και αναζωογόνησης της οικονομίας της ευρωζώνης είναι επομένως φυσικό να απασχολεί έντονα τα κοινοτικά επιτελεία.
Σταδιακά δυναμώνει η επιρροή των δυνάμεων που προτείνουν μια πιο ευέλικτη νομισματική πολιτική, η οποία θα διευκολύνει την υλοποίηση πολιτικών τόνωσης των επενδύσεων και της εσωτερικής κατανάλωσης στα κράτη-μέλη. Οι προτάσεις αυτές εστιάζουν σε μια πιο ευέλικτη εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας που θα επιτρέψει μια σχετική χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και μια ελεγχόμενη βραχυπρόθεσμη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος ορισμένων κρατών-μελών.
Ομως δεν πρόκειται για προτάσεις ανατροπής ή θανάτου του Συμφώνου Σταθερότητας, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι αστοί αναλυτές. Ούτε αποτελούν ριζική στροφή προς μια νεοκεϋνσιανή διαχείριση της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής οικονομίας. Οι προτάσεις χαλαρότερης εφαρμογής του Συμφώνου είναι σε τελευταία ανάλυση αναγκαστικά οριοθετημένες από δύο βασικούς στόχους της κοινοτικής πολιτικής: Αφενός τη θωράκιση της λειτουργίας του ευρώ ως κοινού νομίσματος και τη διασφάλιση της σχετικής σταθερότητας των τιμών και αφετέρου την προστασία της κερδοφορίας των ευρωπαϊκών μονοπωλιακών ομίλων. Οι παράγοντες αυτοί επιβάλλουν μια αυστηρή αντιπληθωριστική οικονομική πολιτική και μια επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με κατεύθυνση τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης. Ετσι, τα κοινοτικά επιτελεία πελαγοδρομούν μάταια μεταξύ διαφορετικών παραλλαγών συσχετισμού νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής που αφήνουν βέβαια άθικτο το στρατηγικό πλαίσιο των αντιλαϊκών κατευθύνσεων του ευρωμονόδρομου.
Στη μάταιη προσπάθεια αναζήτησης κατάλληλου μείγματος οικονομικής διαχείρισης σε συνθήκες ύφεσης στην ευρωζώνη και στο έδαφος της ανισόμετρης ανάπτυξης των κρατών-μελών σχηματίσθηκαν λοιπόν δύο πόλοι. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην απαίτηση αυστηρής εφαρμογής του Συμφώνου έπαιξε αρχκά η διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), και στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ στον αντίποδα οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας και το Eurogroup.
Σημαντικός σταθμός του διαλόγου ήταν ο Οκτώβρης του 2002. Στις 15.10.2002 ο Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, σε κοινή συνέντευξή του με το Γάλλο πρόεδρο Ζακ Σιράκ στο Μέγαρο των Ηλυσίων, έθεσε το θέμα μιας λιγότερο αυστηρής ερμηνείας του Συμφώνου λέγοντας: «Η σταθερότητα είναι μια έννοια που δεν μπορεί και δε θα πρέπει να θεωρείται με αυστηρότητα, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει την πολιτική της ανάπτυξης». Στις 21.10.2002 σε ομιλία του στο Ευρωκοινοβούλιο ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρομάνο Πρόντι εξηγούσε ότι η εφαρμογή του Συμφώνου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τη διαφορετικότητα των οικονομικών των κρατών-μελών και την εξέλιξη του καπιταλιστικού κύκλου της κρίσης στην Ευρώπη. Ο Πρόντι έθεσε σε αυτή τη συζήτηση το θέμα της υιοθέτησης πιο εκλεπτυσμένων κριτηρίων εφαρμογής του Συμφώνου. Η βασική επιχειρηματολογία του περιλαμβάνεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Τι έπρεπε να κάνουμε; Να επιδείξουμε απόλυτη ακαμψία; Να προσπαθήσουμε να αναγκάσουμε χώρες με μεγάλα ελλείμματα να εμμείνουν σε δημοσιονομικούς στόχους αγνοώντας τις αλλαγές στην οικονομία; Να προσθέσουμε ένα ακόμα λάθος στα προηγούμενα λάθη των χωρών που έχασαν την ευκαιρία της μεγέθυνσης για να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους; Αυτός θα ήταν εσφαλμένος τρόπος να εφαρμόσουμε το Σύμφωνο. Μια τέτοια προσέγγιση θα διακινδύνευε τις οικονομικές προοπτικές ολόκληρης της Ευρώπης. Αν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είχαν προσπαθήσει να επιβάλουν στόχους που δεν ήταν πλέον ρεαλιστικοί, θα είχαν κατηγορηθεί ότι θέτουν σε κίνδυνο την ανάπτυξη και την απασχόληση. Εγώ όμως θέλω η Ευρώπη να κερδίσει και τις δύο μάχες της Ανάπτυξης και της Απασχόλησης».
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και ο τότε πρόεδρός της Βιμ Ντούιζενμπεργκ με επίσημη ανακοίνωση στις 24.10.2002 τόνισαν την ανάγκη αυστηρής εφαρμογής του Συμφώνου. Στην ανακοίνωση αυτή υπήρχε σαφής απόρριψη της θέσης του Πρόντι: «Προβλήματα έχουν δημιουργηθεί όχι διότι οι κανόνες του Συμφώνου είναι ανελαστικοί, αλλά ως αποτέλεσμα της απροθυμίας ορισμένων χωρών να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους και να σεβαστούν τους κανόνες». Ο Ντούιζενμπεργκ τόνιζε τότε ότι η πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας σχετίζεται με τα διαρθρωτικά της προβλήματα και όχι με την ανεπάρκεια της συνολικής κατανάλωσης. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική έπρεπε να παραμείνει «προσηλωμένη στην αποτροπή των πληθωριστικών πιέσεων».
Σε μια προσπάθεια σύνθεσης η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα τέλη Οκτώβρη του 2002 πρότεινε σαν κύριο δείκτη για τον έλεγχο του πληθωρισμού το δείκτη εξέλιξης του συνολικού δημόσιου χρέους. Η πρόταση (Πρόντι-Σόλμπες) επιτρέπει πλέον μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση του ετήσιου πρωτογενούς ελλείμματος από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Ομως η ευελιξία αυτή θα περιορίζεται σημαντικά για τις χώρες που παρουσιάζουν υψηλό δημόσιο χρέος. Ετσι έβγαιναν από το πρώτο πλάνο ελέγχου χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία που είχαν τάσεις υψηλού ετήσιου ελλείμματος από το όριο του Συμφώνου Σταθερότητας, αλλά είχαν συγκριτικά χαμηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η πρόταση δεν έγινε δεκτή στη συγκεκριμένη φάση. Το Γενάρη του 2003 το Εκοφίν κινεί τη διαδικασία «υπερβολικού ελλείμματος» κατά της Γερμανίας και προειδοποιεί τη Γαλλία. Ακολουθούν δηλώσεις για την ανάγκη ελαστικοποίησης του Συμφώνου από τον πρόεδρο της Γαλλίας Σιράκ και το Γερμανό καγκελάριο Σρέντερ. Το Νοέμβρη του 2003 το Εκοφίν (με αντίθετη γνώμη της Ισπανίας, Ολλανδίας, Αυστρίας, Λουξεμβούργου) δεν επέβαλε κυρώσεις και περιορίστηκε σε συστάσεις για άμεση λήψη μέτρων μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος από τη Γερμανία και τη Γαλλία. Η αρχική σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαμορφώθηκε τελικά σε ένα απλό κάλεσμα λήψης πρόσθετων μέτρων μείωσης του ελλείμματος κατά 0,8% για τη Γαλλία και κατά 0,6% του ΑΕΠ για τη Γερμανία το 2004. Αντίστοιχα νέα μείωση 0,6% και 0,5% το 2005.
Το Γενάρη του 2004 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίζει (με αντίθετη γνώμη Γερμανίας, Γαλλίας) να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά του Εκοφίν για την απόφαση της 25ης Νοέμβρη 2003, με την οποία ακυρώθηκε η διαδικασία κυρώσεων κατά της Γαλλίας και της Γερμανίας.
Παράλληλα όμως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοινώνει και πάλι την πρόθεσή της να προτείνει μερική αναμόρφωση του Συμφώνου συσχετίζοντας το όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος με το ύψος του δημόσιου χρέους σαν ποσοστό του ΑΕΠ, καθώς και με την ετήσια διάρθρωση των κρατικών δαπανών. Εισάγει επίσης το κριτήριο της ευελιξίας ανάλογα με τη φάση του οικονομικού κύκλου που βρίσκεται κάθε κράτος-μέλος.
Από τον πίνακα γίνεται αντιληπτό ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις περιορίζουν ασφυκτικά την ελευθερία κινήσεων για την αντιμετώπιση του ετήσιου δημοσιονομικού ελλείμματος σε χώρες με υψηλό χρέος όπως η Ελλάδα.
Εξέλιξη δημόσιου χρέους (% ΑΕΠ) περιόδου 2000-2003
| |
2000 |
2001 |
2002 |
2003 |
| ΕΕ-15 |
64 |
63,2 |
62,5 |
64 |
| ΕΕ-25 |
62,9 |
62,1 |
61,5 |
63 |
| Ελλάδα |
109,2 |
106,9 |
104,7 |
102,4 |
Πηγή: Eurostat
Το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομίας της ΕΕ που προγραμματίζεται για τον Απρίλη του 2004 αναμένεται να περιοριστεί στο αίτημα για ετήσια μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά 0,5% του ΑΕΠ προς τις «αποκλίνουσες» των όρων του Συμφώνου χώρες.
Σε μοχλό πίεσης για τη χαλαρότερη εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας έχει αναδειχτεί στην πράξη και η περιβόητη συσπείρωση των 250 Ευρωπαίων Οικονομολόγων που ασκούν κριτική στις κοινοτικές κατευθύνσεις οικονομικής πολιτικής από κεϋνσιανή σκοπιά, από το 1995. Στο 6ο μνημόνιό της που παρουσιάστηκε το 2003, η συγκεκριμένη συσπείρωση πρότεινε μεταξύ άλλων την εγκατάλειψη του Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε να μπορεί η δημοσιονομική πολιτική να προωθήσει τους στόχους της πλήρους απασχόλησης, της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Πρότεινε επίσης τη δημιουργία Ευρωπαϊκής οικονομικής κυβέρνησης, ως αντίβαρου στη δύναμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Ο περιορισμένος στόχος του συγκεκριμένου άρθρου δεν επιτρέπει μια αναλυτική παρουσίαση και κριτική του συνόλου των απόψεων του «Μνημονίου των 250».Συνοπτικά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η συσπείρωση των «250» συμβάλλει στην αστική προσπάθεια ενσωμάτωσης και χειραγώγησης του εργατικού κινήματος για αναζήτηση διεξόδου στο πλαίσιο της ΕΕ και του καπιταλιστικού συστήματος. Η συγκεκριμένη συσπείρωση αποτελεί σημαιοφόρο της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ. Γιατί θεωρεί ότι η διαχειριστική λύση που προτείνει δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά στο επίπεδο κάθε κράτους-μέλους. Απευθύνει μάλιστα και κάλεσμα στις ισχυρές δυνάμεις της ΕΕ για αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού καθώς και άλλα μέτρα, ώστε να αντιμετωπιστούν οι περιφερειακές ανισότητες στο εσωτερικό της ΕΕ.
Η συνολική πρότασή της είναι μεθοδολογικά λαθεμένη, αφού ερμηνεύει την καπιταλιστική κρίση και την αντιμετώπισή της με βάση τη σχέση προσφοράς-ζήτησης, την οποία αποσπά από το σύνολο των αντιθέσεων και αντιφάσεων των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Ο στόχος της «πλήρους απασχόλησης» που θέτει στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι απατηλός και αποπροσανατολιστικός για το εργατικό κίνημα. Η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, η ανισομετρία της ανάπτυξης μεταξύ τομέων και κλάδων, ο κύκλος της κρίσης, ο ρόλος που παίζει αντικειμενικά για το κεφάλαιο ο εφεδρικός στρατός των ανέργων, εξηγούν γιατί η ανεργία είναι σύμφυτη με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής.
Ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης πρότασης είναι εξίσου αντιλαϊκός, αφού φορτώνει απλά με διαφορετικό τρόπο τα βάρη της διαχείρισης της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Αυτοί θα κληθούν να πληρώσουν στη συνέχεια για τη μείωση του αυξανόμενου δημόσιου χρέους. Το εργατικό εισόδημα θα πλήξει επίσης ο υψηλός πληθωρισμός.
Τέλος, η συγκεκριμένη πρόταση είναι αντιφατική, αφού από τη μια αποδέχεται το μονόδρομο της ΟΝΕ και του ευρώ και από την άλλη εμφανίζεται να αδιαφορεί για την προστασία της λειτουργίας του ευρώ ως κοινού νομίσματος, από τους κινδύνους μιας χαλαρής - επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.