Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΕ


του Μάκη Παπαδόπουλου

Η επίκληση της ανάγκης τήρησης των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας χρησιμοποιήθηκε συχνά στο παρελθόν για να «νομιμοποιήσει» στη λαϊκή συνείδηση τις εξαγγελίες αντιλαϊκών μέτρων και αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής.

Από την άλλη πλευρά το τελευταίο διάστημα δυναμώνει η προσπάθεια εγκλωβισμού του εργατικού κινήματος στο στόχο της αναθεώρησης του Συμφώνου και γενικότερα στην αναζήτηση μιας εναλλακτικής πρότασης διαχείρισης, που θα αφήνει άθικτο το αντιλαϊκό στρατηγικό πλαίσιο του ευρωμονόδρομου.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να προσδιορίσει το χαρακτήρα και τα όρια της ενδοαστικής διαπάλης για το μέλλον του Συμφώνου, καθώς και τα καθήκοντα του ταξικού εργατικού κινήματος σε σχέση με το ζήτημα αυτό.

Η ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ

Με το συγκεκριμένο Σύμφωνο (1997) η ΕΕ επιχειρεί να θωρακίσει ουσιαστικά την ΟΝΕ. Η άρχουσα τάξη γνωρίζει ότι η πορεία του ευρώ θα δοκιμαστεί από τις ακόλουθες παραμέτρους:

α) Την επίδραση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης στο εσωτερικό της ευρωζώνης.

β) Το μη συγχρονισμό του καπιταλιστικού κύκλου της κρίσης στα κράτη μέλη της ΕΕ.

γ) Την ένταση του ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ.

Με το Σύμφωνο Σταθερότητας ο κοινοτικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί να διασφαλίσει την υλοποίηση της κοινής νομισματικής πολιτικής και τη θωράκιση του ευρώ σαν μέσου συγκόλλησης ανισόμετρων οικονομιών των κρατών-μελών. Στον καθορισμό των ισοδυναμιών μεταξύ των εθνικών νομισμάτων και στην υπογραφή του Συμφώνου Σταθερότητας πρωτοστάτησε η Γερμανία που αποτελούσε την ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης.

Το Σύμφωνο αποτελεί στην πράξη ένα πλαίσιο επιτήρησης και πειθάρχησης των εθνικών κυβερνήσεων σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική που θα ακολουθήσουν, με στόχο τον έλεγχο της πληθωριστικής εξέλιξης του κοινού νομίσματος. Η πάταξη του πληθωρισμού αποτελεί ουσιαστικά προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του κοινού νομίσματος. Στο σχετικό Κανονισμό αρ. 1466/97 του Συμβουλίου διακηρύσσεται ότι «το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης βασίζεται στην επιδίωξη υγιών δημόσιων οικονομικών, ως μέσου για την ενίσχυση των προϋποθέσεων, για την εξασφάλιση της σταθερότητας τιμών και την επίτευξη ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης».Αποσαφηνίζεται ο μεσοπρόθεσμος στόχος «μιας σχεδόν ισοσκελισμένης πλεονασματικής δημοσιονομικής κατάστασης» που «θα επιτρέψει στα κράτη-μέλη να αντιμετωπίσουν τις συνήθεις κυκλικές διακυμάνσεις διατηρώντας το δημοσιονομικό έλλειμμα εντός του ορίου της τιμής αναφοράς του 3% του ΑΕΠ».Με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιούνη 1997 τα κράτη-μέλη «δεσμεύονται να τηρήσουν το μεσοπρόθεσμο στόχο για μια σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική δημοσιονομική κατάσταση, όπως προβλέπεται στα εθνικά προγράμματα Σταθερότητας και να αναλαμβάνουν την αναγκαία, κατά την κρίση τους, διορθωτική δημοσιονομική δράση για την επίτευξη των στόχων των Προγραμμάτων».

Ο «πατέρας» του Συμφώνου, Γερμανός Υπουργός Οικονομικών την περίοδο της προετοιμασίας για την ΟΝΕ, Τέο Βάιγκελ, εξηγεί σε συνέντευξή του στη «Die Zeit» (31.10.2002): «Το ερώτημα ήταν: Τι γίνεται όταν μια χώρα εκπληρώνει όλα τα κριτήρια το 1997 και το 1998, αλλά κατόπιν αλλάζει η κυβέρνηση και επιχειρείται τότε να ασκηθεί μια άλλη πολιτική; Αποφασιστική σημασία έχει ένας αρνητικός στόχος που δε θα επιτρέπεται να ξεπεραστεί, διότι τότε η μια ή η άλλη χώρα δε θα μπορεί να ασκεί αχαλίνωτη πολιτική δανεισμού σε βάρος άλλων χωρών, χωρίς να τιμωρείται με υψηλότερα επιτόκια…Το δημόσιο έλλειμμα 3% του ΑΕΠ ήταν ένα σταθμισμένο μείγμα της κατάστασης που υπήρχε στην Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του ’90».

Ο αστικός προβληματισμός για το βαθμό και το ρυθμό εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας διαμορφώθηκε κάτω από το βάρος δύο παραγόντων:

 Την οικονομική ύφεση στην ευρωζώνη και την ταχύτερη ανάκαμψη της οικονομίας των ΗΠΑ από την τελευταία ύφεσή της.

 Τη δρομολόγηση της διεύρυνσης της ΕΕ (από ΕΕ των 15 κρατών-μελών σε ΕΕ των 25) που εντείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της Κοινότητας και δυσχεραίνει την ευελιξία της οικονομικής διαχείρισης, στο πλαίσιο μιας ενιαίας νομισματικής πολιτικής.

Σύμφωνα με στοιχεία (της Ευρ. Επιτροπής, του ΟΟΣΑ, του ΔΝΤ κλπ.) που παραθέτει η Εκθεση για τη νομισματική πολιτική του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2003, η αύξηση του ΑΕΠ ανήλθε στο 3,1% στις ΗΠΑ (έναντι 2,2% το 2002) και στο 2,7% στην Ιαπωνία (έναντι 0,2% το 2002). Αντίθετα στην ευρωζώνη η μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ καθηλώθηκε στο 0,4% έναντι 0,9% το 2002.

Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε το σοβαρό προβάδισμα των ΗΠΑ στην αύξηση της παραγωγικότητας έναντι της ΕΕ για ολόκληρη την περίοδο 1996-2002 με την προγενέστερη και ταχύτερη προώθηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε βάρος της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με την Εκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο εαρινό Συμβούλιο του 2004 το ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας ανά απασχολούμενο άτομο στην Ευρώπη μειώνεται από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και κυμαίνεται σήμερα μεταξύ 0,5 έως 1%, έναντι 2% στις ΗΠΑ.

Η αύξηση της αμερικάνικης υπεροχής δε στηρίχθηκε μόνο στην αξιοποίηση της γεωπολιτικής κυριαρχίας των ΗΠΑ και στην υποχώρηση του δολαρίου έναντι του ευρώ, η οποία ευνοεί τις εξαγωγικές επιδόσεις των αμερικάνικων μονοπωλιακών ομίλων. Η κυβέρνηση Μπους παρά τη νεοφιλελεύθερη ρητορεία της αναζήτησε κεϋνσιανά εργαλεία κρατικής ρύθμισης και αναπροσάρμοσε γενικότερα το μείγμα οικονομικής διαχείρισης, για να βγει γρήγορα η αμερικάνικη οικονομία από τη φάση της ύφεσης.

Συνοπτικά αναφέρουμε :

 Τη θεαματική αύξηση των κρατικών στρατιωτικών δαπανών στις ΗΠΑ (ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις Αφγανιστάν - Ιράκ, επενδύσεις «αντιτρομοκρατικής εκστρατείας» κλπ.) ως μοχλού της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

 Την αναβάθμιση μέτρων προστατευτισμού με στόχο τον περιορισμό των φθηνότερων εισαγόμενων προϊόντων (π.χ. Προτεινόμενοι δασμοί και στη συνέχεια πρόσθετη φορολογία στην περίπτωση των εισαγόμενων προϊόντων χάλυβα).

 Την αύξηση των φοροαπαλλαγών προς όφελος της αστικής τάξης, τη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και τη διατήρηση χαμηλών επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας (FED).

Φυσικά, η πολιτική αυτή όξυνε άλλα προβλήματα της οικονομίας των ΗΠΑ, όπως η αύξηση του εμπορικού και δημοσιονομικού ελλείμματος και η αύξηση των αναγκών δανεισμού του αμερικάνικου κράτους.

Η κοινοτική ανησυχία εντείνεται καθώς μεγαλώνει η ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της ΕΕ μετά τη δρομολόγηση της διεύρυνσής της. Στον πίνακα που ακολουθεί αποτυπώνεται η ανισόμετρη πορεία των κρατών-μελών στα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη.

ΑΕΠ σε σταθερές τιμές (ποσοστό ετήσιας μεταβολής)

Μέσος όρος

Εκτιμήσεις

1961-90

1991-95

1996-00

1999

2000

2001

2002

2003

Βέλγιο

3,4

1,6

2,7

3,2

3,8

0,6

0,7

0,8

Γερμανία

3,2

2,0

1,8

2,0

2,9

0,8

0,2

0,0

Ελλάδα

4,5

1,2

3,4

3,4

4,4

4,0

3,8

4,1

Ισπανία

4,6

1,5

3,8

4,2

4,2

2,8

2,0

2,3

Γαλλία

3,8

1,1

2,7

3,2

3,8

2,1

1,2

0,1

Ιρλανδία

4,2

4,7

9,8

11,3

10,1

6,2

6,9

1,6

Ιταλία

3,9

1,3

1,9

1,7

3,1

1,8

0,4

0,3

Λουξ/γο

3,7

4,0

7,1

7,8

9,1

1,2

1,3

1,2

Ολλανδία

3,4

2,1

3,7

4,0

3,5

1,2

0,2

-0,9

Αυστρία

3,6

2,0

2,7

2,7

3,4

0,8

1,4

0,9

Πορτογαλία

4,8

1,7

3,9

3,8

3,7

1,6

0,4

-0,8

Φινλανδία

3,9

-0,9

4,7

3,4

5,1

1,2

2,2

1,5

Ευρωζώνη

3,6

1,5

2,6

2,8

3,5

1,6

0,9

0,4

Δανία

2,7

2,0

2,7

2,6

2,9

1,4

2,1

0,8

Σουηδία

2,9

1,3

3,3

4,6

4,4

1,1

1,9

1,4

Μ.Βρετανία

2,5

1,7

3,1

2,8

3,8

2,1

1,7

2,0

ΕΕ

2,4

1,5

2,7

2,9

3,6

1,7

1,1

0,8

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Φθινοπ. Προβλέψεις 2003).

Η ανισομετρία είναι εντονότερη στο επίπεδο της διευρυμένης ΕΕ των 25, όπου το 25% του συνολικού πληθυσμού θα βρίσκεται σε περιφέρειες με κατά κεφαλήν ΑΕΠ κάτω του 75% του νέου κοινοτικού μέσου όρου. Το αντίστοιχο ποσοστό στη σημερινή ΕΕ των 15 είναι 18%. Το μέσο κατά κεφαλή εισόδημα των υπό ένταξη χωρών μόλις φτάνει στο 47% του μέσου όρου της ΕΕ των 15.

Οι αντιθέσεις αναμένεται να οξυνθούν μετά την πρόταση των 6 κρατών-μελών/καθαρών εισφορέων (net contributors - Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, Σουηδία, Ολλανδία, Αυστρία) να ζητήσουν πάγωμα του κοινοτικού προϋπολογισμού της ΕΕ στο 1% του ΑΕΠ για την περίοδο 2007-2013.

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ

Η ανάγκη επιτάχυνσης της εξόδου από την κρίση και εισόδου σε μια φάση σχετικής σταθερότητας και αναζωογόνησης της οικονομίας της ευρωζώνης είναι επομένως φυσικό να απασχολεί έντονα τα κοινοτικά επιτελεία.

Σταδιακά δυναμώνει η επιρροή των δυνάμεων που προτείνουν μια πιο ευέλικτη νομισματική πολιτική, η οποία θα διευκολύνει την υλοποίηση πολιτικών τόνωσης των επενδύσεων και της εσωτερικής κατανάλωσης στα κράτη-μέλη. Οι προτάσεις αυτές εστιάζουν σε μια πιο ευέλικτη εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας που θα επιτρέψει μια σχετική χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και μια ελεγχόμενη βραχυπρόθεσμη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος ορισμένων κρατών-μελών.

Ομως δεν πρόκειται για προτάσεις ανατροπής ή θανάτου του Συμφώνου Σταθερότητας, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι αστοί αναλυτές. Ούτε αποτελούν ριζική στροφή προς μια νεοκεϋνσιανή διαχείριση της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής οικονομίας. Οι προτάσεις χαλαρότερης εφαρμογής του Συμφώνου είναι σε τελευταία ανάλυση αναγκαστικά οριοθετημένες από δύο βασικούς στόχους της κοινοτικής πολιτικής: Αφενός τη θωράκιση της λειτουργίας του ευρώ ως κοινού νομίσματος και τη διασφάλιση της σχετικής σταθερότητας των τιμών και αφετέρου την προστασία της κερδοφορίας των ευρωπαϊκών μονοπωλιακών ομίλων. Οι παράγοντες αυτοί επιβάλλουν μια αυστηρή αντιπληθωριστική οικονομική πολιτική και μια επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων με κατεύθυνση τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης. Ετσι, τα κοινοτικά επιτελεία πελαγοδρομούν μάταια μεταξύ διαφορετικών παραλλαγών συσχετισμού νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής που αφήνουν βέβαια άθικτο το στρατηγικό πλαίσιο των αντιλαϊκών κατευθύνσεων του ευρωμονόδρομου.

Στη μάταιη προσπάθεια αναζήτησης κατάλληλου μείγματος οικονομικής διαχείρισης σε συνθήκες ύφεσης στην ευρωζώνη και στο έδαφος της ανισόμετρης ανάπτυξης των κρατών-μελών σχηματίσθηκαν λοιπόν δύο πόλοι. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην απαίτηση αυστηρής εφαρμογής του Συμφώνου έπαιξε αρχκά η διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), και στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ στον αντίποδα οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας και το Eurogroup.

Σημαντικός σταθμός του διαλόγου ήταν ο Οκτώβρης του 2002. Στις 15.10.2002 ο Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, σε κοινή συνέντευξή του με το Γάλλο πρόεδρο Ζακ Σιράκ στο Μέγαρο των Ηλυσίων, έθεσε το θέμα μιας λιγότερο αυστηρής ερμηνείας του Συμφώνου λέγοντας: «Η σταθερότητα είναι μια έννοια που δεν μπορεί και δε θα πρέπει να θεωρείται με αυστηρότητα, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει την πολιτική της ανάπτυξης». Στις 21.10.2002 σε ομιλία του στο Ευρωκοινοβούλιο ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρομάνο Πρόντι εξηγούσε ότι η εφαρμογή του Συμφώνου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τη διαφορετικότητα των οικονομικών των κρατών-μελών και την εξέλιξη του καπιταλιστικού κύκλου της κρίσης στην Ευρώπη. Ο Πρόντι έθεσε σε αυτή τη συζήτηση το θέμα της υιοθέτησης πιο εκλεπτυσμένων κριτηρίων εφαρμογής του Συμφώνου. Η βασική επιχειρηματολογία του περιλαμβάνεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Τι έπρεπε να κάνουμε; Να επιδείξουμε απόλυτη ακαμψία; Να προσπαθήσουμε να αναγκάσουμε χώρες με μεγάλα ελλείμματα να εμμείνουν σε δημοσιονομικούς στόχους αγνοώντας τις αλλαγές στην οικονομία; Να προσθέσουμε ένα ακόμα λάθος στα προηγούμενα λάθη των χωρών που έχασαν την ευκαιρία της μεγέθυνσης για να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους; Αυτός θα ήταν εσφαλμένος τρόπος να εφαρμόσουμε το Σύμφωνο. Μια τέτοια προσέγγιση θα διακινδύνευε τις οικονομικές προοπτικές ολόκληρης της Ευρώπης. Αν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είχαν προσπαθήσει να επιβάλουν στόχους που δεν ήταν πλέον ρεαλιστικοί, θα είχαν κατηγορηθεί ότι θέτουν σε κίνδυνο την ανάπτυξη και την απασχόληση. Εγώ όμως θέλω η Ευρώπη να κερδίσει και τις δύο μάχες της Ανάπτυξης και της Απασχόλησης».

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και ο τότε πρόεδρός της Βιμ Ντούιζενμπεργκ με επίσημη ανακοίνωση στις 24.10.2002 τόνισαν την ανάγκη αυστηρής εφαρμογής του Συμφώνου. Στην ανακοίνωση αυτή υπήρχε σαφής απόρριψη της θέσης του Πρόντι: «Προβλήματα έχουν δημιουργηθεί όχι διότι οι κανόνες του Συμφώνου είναι ανελαστικοί, αλλά ως αποτέλεσμα της απροθυμίας ορισμένων χωρών να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους και να σεβαστούν τους κανόνες». Ο Ντούιζενμπεργκ τόνιζε τότε ότι η πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας σχετίζεται με τα διαρθρωτικά της προβλήματα και όχι με την ανεπάρκεια της συνολικής κατανάλωσης. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική έπρεπε να παραμείνει «προσηλωμένη στην αποτροπή των πληθωριστικών πιέσεων».

Σε μια προσπάθεια σύνθεσης η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα τέλη Οκτώβρη του 2002 πρότεινε σαν κύριο δείκτη για τον έλεγχο του πληθωρισμού το δείκτη εξέλιξης του συνολικού δημόσιου χρέους. Η πρόταση (Πρόντι-Σόλμπες) επιτρέπει πλέον μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση του ετήσιου πρωτογενούς ελλείμματος από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Ομως η ευελιξία αυτή θα περιορίζεται σημαντικά για τις χώρες που παρουσιάζουν υψηλό δημόσιο χρέος. Ετσι έβγαιναν από το πρώτο πλάνο ελέγχου χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία που είχαν τάσεις υψηλού ετήσιου ελλείμματος από το όριο του Συμφώνου Σταθερότητας, αλλά είχαν συγκριτικά χαμηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Η πρόταση δεν έγινε δεκτή στη συγκεκριμένη φάση. Το Γενάρη του 2003 το Εκοφίν κινεί τη διαδικασία «υπερβολικού ελλείμματος» κατά της Γερμανίας και προειδοποιεί τη Γαλλία. Ακολουθούν δηλώσεις για την ανάγκη ελαστικοποίησης του Συμφώνου από τον πρόεδρο της Γαλλίας Σιράκ και το Γερμανό καγκελάριο Σρέντερ. Το Νοέμβρη του 2003 το Εκοφίν (με αντίθετη γνώμη της Ισπανίας, Ολλανδίας, Αυστρίας, Λουξεμβούργου) δεν επέβαλε κυρώσεις και περιορίστηκε σε συστάσεις για άμεση λήψη μέτρων μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος από τη Γερμανία και τη Γαλλία. Η αρχική σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαμορφώθηκε τελικά σε ένα απλό κάλεσμα λήψης πρόσθετων μέτρων μείωσης του ελλείμματος κατά 0,8% για τη Γαλλία και κατά 0,6% του ΑΕΠ για τη Γερμανία το 2004. Αντίστοιχα νέα μείωση 0,6% και 0,5% το 2005.

Το Γενάρη του 2004 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίζει (με αντίθετη γνώμη Γερμανίας, Γαλλίας) να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά του Εκοφίν για την απόφαση της 25ης Νοέμβρη 2003, με την οποία ακυρώθηκε η διαδικασία κυρώσεων κατά της Γαλλίας και της Γερμανίας.

Παράλληλα όμως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοινώνει και πάλι την πρόθεσή της να προτείνει μερική αναμόρφωση του Συμφώνου συσχετίζοντας το όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος με το ύψος του δημόσιου χρέους σαν ποσοστό του ΑΕΠ, καθώς και με την ετήσια διάρθρωση των κρατικών δαπανών. Εισάγει επίσης το κριτήριο της ευελιξίας ανάλογα με τη φάση του οικονομικού κύκλου που βρίσκεται κάθε κράτος-μέλος.

Από τον πίνακα γίνεται αντιληπτό ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις περιορίζουν ασφυκτικά την ελευθερία κινήσεων για την αντιμετώπιση του ετήσιου δημοσιονομικού ελλείμματος σε χώρες με υψηλό χρέος όπως η Ελλάδα.

Εξέλιξη δημόσιου χρέους (% ΑΕΠ) περιόδου 2000-2003

2000

2001

2002

2003

ΕΕ-15

64

63,2

62,5

64

ΕΕ-25

62,9

62,1

61,5

63

Ελλάδα

109,2

106,9

104,7

102,4

Πηγή: Eurostat

Το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομίας της ΕΕ που προγραμματίζεται για τον Απρίλη του 2004 αναμένεται να περιοριστεί στο αίτημα για ετήσια μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά 0,5% του ΑΕΠ προς τις «αποκλίνουσες» των όρων του Συμφώνου χώρες.

Σε μοχλό πίεσης για τη χαλαρότερη εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας έχει αναδειχτεί στην πράξη και η περιβόητη συσπείρωση των 250 Ευρωπαίων Οικονομολόγων που ασκούν κριτική στις κοινοτικές κατευθύνσεις οικονομικής πολιτικής από κεϋνσιανή σκοπιά, από το 1995. Στο 6ο μνημόνιό της που παρουσιάστηκε το 2003, η συγκεκριμένη συσπείρωση πρότεινε μεταξύ άλλων την εγκατάλειψη του Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε να μπορεί η δημοσιονομική πολιτική να προωθήσει τους στόχους της πλήρους απασχόλησης, της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Πρότεινε επίσης τη δημιουργία Ευρωπαϊκής οικονομικής κυβέρνησης, ως αντίβαρου στη δύναμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Ο περιορισμένος στόχος του συγκεκριμένου άρθρου δεν επιτρέπει μια αναλυτική παρουσίαση και κριτική του συνόλου των απόψεων του «Μνημονίου των 250».Συνοπτικά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η συσπείρωση των «250» συμβάλλει στην αστική προσπάθεια ενσωμάτωσης και χειραγώγησης του εργατικού κινήματος για αναζήτηση διεξόδου στο πλαίσιο της ΕΕ και του καπιταλιστικού συστήματος. Η συγκεκριμένη συσπείρωση αποτελεί σημαιοφόρο της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ. Γιατί θεωρεί ότι η διαχειριστική λύση που προτείνει δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά στο επίπεδο κάθε κράτους-μέλους. Απευθύνει μάλιστα και κάλεσμα στις ισχυρές δυνάμεις της ΕΕ για αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού καθώς και άλλα μέτρα, ώστε να αντιμετωπιστούν οι περιφερειακές ανισότητες στο εσωτερικό της ΕΕ.

Η συνολική πρότασή της είναι μεθοδολογικά λαθεμένη, αφού ερμηνεύει την καπιταλιστική κρίση και την αντιμετώπισή της με βάση τη σχέση προσφοράς-ζήτησης, την οποία αποσπά από το σύνολο των αντιθέσεων και αντιφάσεων των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Ο στόχος της «πλήρους απασχόλησης» που θέτει στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι απατηλός και αποπροσανατολιστικός για το εργατικό κίνημα. Η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, η ανισομετρία της ανάπτυξης μεταξύ τομέων και κλάδων, ο κύκλος της κρίσης, ο ρόλος που παίζει αντικειμενικά για το κεφάλαιο ο εφεδρικός στρατός των ανέργων, εξηγούν γιατί η ανεργία είναι σύμφυτη με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής.

Ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης πρότασης είναι εξίσου αντιλαϊκός, αφού φορτώνει απλά με διαφορετικό τρόπο τα βάρη της διαχείρισης της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Αυτοί θα κληθούν να πληρώσουν στη συνέχεια για τη μείωση του αυξανόμενου δημόσιου χρέους. Το εργατικό εισόδημα θα πλήξει επίσης ο υψηλός πληθωρισμός.

Τέλος, η συγκεκριμένη πρόταση είναι αντιφατική, αφού από τη μια αποδέχεται το μονόδρομο της ΟΝΕ και του ευρώ και από την άλλη εμφανίζεται να αδιαφορεί για την προστασία της λειτουργίας του ευρώ ως κοινού νομίσματος, από τους κινδύνους μιας χαλαρής - επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ

Η εαρινή Εκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Com (2004) 29 τελικό) προσδιορίζει με σαφήνεια τις επίσημες κοινοτικές θέσεις στο ζήτημα που εξετάζουμε. Η πρόταση της Επιτροπής για την προώθηση της περιβόητης «στρατηγικής της Λισσαβόνας» καλεί τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να εργαστούν για:

 Την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας κατά το 2004-2005, ιδίως για τα κράτη τα ελλείμματα των οποίων έχουν φτάσει σε υπερβολικά επίπεδα.

 Την αύξηση της προσαρμοστικότητας των εργαζομένων και των επιχειρήσεων.

 Τη μείωση και τον αναπροσανατολισμό των κρατικών ενισχύσεων.

Σχετικά με τον αναπροσανατολισμό γίνεται αναφορά για την ανάγκη ιδιαίτερης ενίσχυσης των επενδύσεων που θα εξοικονομούν χρόνο παραγωγής και μεταφοράς των εμπορευμάτων, καθώς και για τη διεύρυνση των δυνατοτήτων επιλογής τόπου εγκατάστασης της επένδυσης του κεφαλαιοκράτη. Με σαφήνεια αναφέρεται επίσης, η ανάγκη ανάληψης δράσεων για την παράταση του επαγγελματικού βίου και τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος προς όφελος του κεφαλαίου (π.χ. μέτρα αποθάρρυνσης της πρόωρης συνταξιοδότησης). Υπάρχει επομένως αταλάντευτη επιμονή στην προώθηση της αντιλαϊκής επίθεσης των βασικών κατευθύνσεων της Λισσαβόνας, που επιβεβαιώθηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης (Μάρτης 2002).

Η αντιλαϊκή επίθεση αγκαλιάζει ήδη το σύνολο των κρατών-μελών. Ενδεικτικά αναφέρουμε την Ατζέντα 2010 της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σρέντερ στη Γερμανία (νέες φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο, συγχώνευση του επιδόματος ανεργίας με το επίδομα κοινωνικής πρόνοιας για τους μακροχρόνια άνεργους, απελευθέρωση των απολύσεων κλπ.), καθώς και τη «μεταρρύθμιση Ραφαρέν» της γαλλικής κεντροδεξιάς κυβέρνησης (περικοπές παροχών στο εθνικό σύστημα υγείας, επέκταση της «απελευθέρωσης» σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, ανατροπές στο συνταξιοδοτικό-ασφαλιστικό σύστημα κλπ.). Οι αρνητικές συνέπειες της επίθεσης είναι ήδη ορατές στους εργαζόμενους τα προηγούμενα χρόνια. Πυροδότησαν μεγάλους συνδικαλιστικούς αγώνες και έπαιξαν κάποιο ρόλο στα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων της Δανίας, της Ιρλανδίας και της Σουηδίας, χωρών όπου υπήρχε συγκριτικά ισχυρό «κράτος πρόνοιας».

Στον πίνακα που ακολουθεί παρατηρούμε τη μείωση των δαπανών κοινωνικής προστασίας κατά 1% του ΑΕΠ στην ΕΕ των 15, την περίοδο 1996-2000. Παρατηρούμε μια σύγκλιση της Ελλάδας στο ζήτημα αυτό που οφείλεται αφενός στις περικοπές που έγιναν στα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη και αφετέρου στο χαμηλότερο σημείο αφετηρίας της δικής μας χώρας.

1991

1996

2000

ΕΕ -15

26,4

28,4

27,3

Γερμανία

26,1

29,9

29,5

Ελλάδα

21,8

22,9

26,4

Πορτογαλία

17,2

21,2

22,7

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Η κοινωνική κατάσταση στην ΕΕ, 2003).

Αντίστοιχες με τις προαναφερόμενες είναι οι πρόσφατες συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα, κατά την αξιολόγηση της επικαιροποίησης του Προγράμματος Σταθερότητας της χώρας, για την περίοδο 2003-2006.

Η Επιτροπή ζητά να ληφθούν μέτρα αντιμετώπισης του ψηλού δημόσιου χρέους, των καθυστερήσεων στη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην κατεύθυνση της μείωσης των συνταξιοδοτικών δαπανών, του αργού ρυθμού «απελευθέρωσης» του τομέα της Ενέργειας κλπ.

Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται και οι συστάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, σχετικά με την ανάγκη να ενταθεί η προσπάθεια δημοσιονομικής σταθεροποίησης της χώρας και να επιταχυνθεί το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η Εκθεση της ΤτΕ του Μαρτίου 2004 αναφέρει χαρακτηριστικά: «Είναι σκόπιμο η αύξηση των πραγματικών αποδοχών να υπολείπεται της αύξησης της παραγωγικότητας, μέχρι να εξαλειφθεί η διαφορά πληθωρισμού έναντι των άλλων χωρών της ζώνης της Ευρώ, οι οποίες είναι οι κυριότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας». Προτείνει επίσης τη συγκράτηση της ανόδου των κατώτατων αποδοχών σαν κίνητρο για την άνοδο της παραγωγικότητας και ζητά να μην κλείσει η ψαλίδα ανάμεσα στις πραγματικές κατώτατες αποδοχές και τις πραγματικές μέσες αποδοχές.

Στον πίνακα που ακολουθεί αποτυπώνεται η σημερινή ουσιαστική καθήλωση των κατώτατων αποδοχών των εργατοϋπαλλήλων στο πραγματικό επίπεδο που υπήρχε στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

Κατώτατες αποδοχές εργατοϋπαλλήλων

Ετος

Δείκτης 1995 = 100

1984

120,2

1985

118,7

1986

107,0

1987

101,2

1988

104,3

1989

110,2

1990

107,3

1991

103,3

1992

99,7

1993

98,0

1994

99,5

1995

100,0

1996

100,0

1997

102,4

1998

103,0

1999

103,9

2000

105,0

2001

105,1

2002

106,9

2003

108,5

Πηγή: Εκθεση για τη νομισματική πολιτική της ΤτΕ (Μάρτιος 2004).

Ετσι και αλλοιώς ως προς το Σύμφωνο Σταθερότητας, η ελληνική κεφαλαιοκρατία αντιμετωπίζει ισχυρότερο ανταγωνισμό στην ευρωζώνη και στην ΕΕ-25. Επομένως, οι πολιτικοί φορείς της θα εντείνουν την αντιλαϊκή επίθεση. Οι αρνητικές επιδράσεις της θα είναι μεγαλύτερες αν συνυπολογίσουμε την προοπτική εισόδου της Ελλάδας στη φάση της ύφεσης, κατά τα επόμενα χρόνια.

Από την πλευρά του εργατικού κινήματος και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, δε δικαιολογείται καμιά περίοδος αναμονής, ούτε και εγκλωβισμού στους πονοκεφάλους και στα διλήμματα των κοινοτικών επιτελείων για «χαλαρότερο ή αυστηρότερο Σύμφωνο Σταθερότητας».

Οι δύο βασικές διαχειριστικές προτάσεις (νεοφιλελεύθερη, νεοκεϋνσιανή) και τα διάφορα μίγματά τους έχουν ταξικό αντιλαϊκό προσανατολισμό και αποδεδειγμένη ιστορικά ανικανότητα να ματαιώσουν τον καπιταλιστικό κύκλο της κρίσης. Μπορούν απλά και ως ένα βαθμό να επιδρούν στο χρόνο εκδήλωσης, στη διάρκεια και στην ένταση της κρίσης.

Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να διαλέξουν αν το εισόδημά τους θα συρρικνώνεται από τον πληθωρισμό ή θα ελαττωθεί για να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός. Η εργατική τάξη δεν έχει κανένα λόγο να διαλέξει ανάμεσα στην άμεση θυσία του λαϊκού εισοδήματος για τον περιορισμό του χρέους και στα βάρη που θα επωμιστεί την επόμενη περίοδο για την αποκλιμάκωσή του, αν αυτό αυξηθεί προσωρινά.

Αντίθετα, τη στιγμή που οι πολιτικοί διαχειριστές των συμφερόντων του κοινοτικού ιμπεριαλισμού πελαγοδρομούν και ματαιοπονούν προσπαθώντας από τη μια να συγκρατήσουν το έλλειμμα και το χρέος και από την άλλη να τονώσουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση, χωρίς να θίξουν την καπιταλιστική κερδοφορία, το εργατικό κίνημα πρέπει να αναγνώσει την πολιτική ευκαιρία της δικής του αντεπίθεσης.

Η απάντηση του εργατικού κινήματος πρέπει να αναδεικνύει τα αίτια που γεννούν την κρίση και οξύνουν τις συνέπειές της για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Οφείλει να απεγκλωβίσει λαϊκές δυνάμεις από την αυταπάτη μιας ΕΕ με «ανθρώπινο πρόσωπο».

Η ΕΕ δεν μπορεί να απαλλαγεί από το κύκλο της καπιταλιστικής κρίσης. Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της είναι συνυφασμένος με την όξυνση της ταξικής ανισότητας σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα και το βάθεμα της ανισοτιμίας των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Γι’ αυτό και η γραμμή της ανυπακοής, της απειθαρχίας, της αποδέσμευσης από την ΕΕ είναι πολιτικός όρος για την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.