Η πιο σημαντική συνεισφορά2 του βιβλίου μας υπήρξε η απάντησή μας στο εξής ερώτημα: γιατί ο Γκορμπατσόφ υιοθέτησε αυτές τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές και γιατί έγιναν ευρύτερα αποδεκτές παρότι οδηγούσαν από την μία καταστροφή στην άλλη; Με λίγα λόγια θέσαμε το ερώτημα: πια ήταν η υλική βάση για τις πολιτικές του Γκορμπατσόφ;
Πριν απαντήσουμε είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε την ιδέα ότι η πτώση της Σοβιετική Ενωσης, του πρώτου και με τις βαθύτερες ρίζες σοσιαλιστικού κράτους, υπήρξε το μεγαλύτερο αίνιγμα απ’ όλες τις μη προβλεφθείσες καταστροφές της περιόδου 1989 - 1991. Ενας Βρετανός δημοσιογράφος περιέγραψε το μυστήριο ως εξής:
«Αυτό που χρήζει επεξήγησης είναι το πώς ένα διεθνές σύστημα κρατών κατέρρευσε δίχως την παρουσία εμφανών μορφών απειλών […] Αυτό που συνέβη […] ήταν ότι η ηγεσία του πιο ισχυρού κράτους σε αυτό το σύστημα αποφάσισε να εισάγει μια ριζοσπαστικά καινούργια δέσμη πολιτικών μέτρων στην ΕΣΣΔ και μέσω αυτών σε όλο το σύστημα ως σύνολο»3.
Το 1985 στην ΕΣΣΔ κανένα από τα σημάδια μιας οικονομικής ή πολιτικής κρίσης δεν υπήρξε. Δεν υπήρχε οικονομική κρίση, ανεργία, πληθωρισμός, δεν υπήρχαν μαζικές αναταραχές. Δεν υπήρχαν απεργίες, διαδηλώσεις και επεισόδια. Το πολύ που θα μπορούσε να πει κανείς είναι πως υπήρξε μια μακρόχρονη επιβράδυνση στο βαθμό ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας. Επιβράδυνση και όχι παρακμή. Σύμφωνα με ένα Σουηδό αστό οικονομολόγο, τον Anders Aslund, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η μέση οικονομική ανάπτυξη στην ΕΣΣΔ ήταν 3,2%4, σίγουρα ένα ανησυχητικό ζήτημα (επειδή ήταν κάτω από προηγούμενους, υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης), αλλά όχι κρίση.
Η επιχειρηματολογία μας γύρω από τα αίτια της κατάρρευσης έχει τρία συστατικά μέρη:
Πρώτον, ισχυριζόμαστε ότι επί σοβιετικού σοσιαλισμού υπήρχαν ορισμένα οικονομικά, πολιτικά και διεθνή προβλήματα, όπως η έλλειψη καταναλωτικών αγαθών, ιδιαίτερα αγαθών υψηλής ποιότητας, η συνεχιζόμενη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας και της οικονομικής ανάπτυξης. Δεν ήταν τα προβλήματα αυτά που ανέτρεψαν το σύστημα, αλλά ήταν οι προσπάθειες του Γκορμπατσόφ να τα λύσει που το υπονόμευσαν.
Δεύτερον, ισχυριζόμαστε πως στη σοβιετική πολιτική υπήρξαν δύο βασικές «παραδόσεις» σχετικά με την αντιμετώπιση προβλημάτων που προέκυπταν επί σοσιαλισμού. Η μια παράδοση, η οποία υπήρξε απόγονος των ιδεών του Μπουχάριν και της περιόδου της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) από το 1921 ως το 1928 και έμοιαζε επίσης με πολλές από τις πολιτικές του Χρουστσόφ, έβλεπε τη λύση των προβλημάτων του σοσιαλισμού στην υιοθέτηση ορισμένων καπιταλιστικών ιδεών, όπως η ενθάρρυνση των αγορών, ο ανταγωνισμός, η αποκέντρωση και η ιδιωτική επιχειρηματικότητα, καθώς και περισσότερο χαλαρές μέθοδοι στην εξουσία του Κόμματος. Αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η ρεβιζιονιστική τάση. Η άλλη παράδοση έβλεπε τη λύση στα προβλήματα του σοσιαλισμού σε περισσότερο σοσιαλισμό, δηλαδή στη μεγαλύτερη κρατική ιδιοκτησία, στον καλύτερο σχεδιασμό, στην περισσότερη πειθαρχία, στη μεγαλύτερη ταξική συνείδηση, στον ενισχυμένο ρόλο του ΚΚΣΕ κλπ. Αυτός υπήρξε ο ορθόδοξος δρόμος που σχετίστηκε με το Στάλιν, το Μόλοτοφ, τον Αντρόποφ και άλλους.
Ο Μπρέζνιεφ προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτές τις δύο «παραδόσεις», αποφεύγοντας επίμονα οποιεσδήποτε ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες ή μεταρρυθμίσεις. Οταν ο Γκορμπατσόφ ήρθε στην εξουσία το 1985, τα σοβαρά και χρόνια προβλήματα είχαν συσσωρευτεί. Υπήρξε μια ευρύτερη επιθυμία για μεταρρύθμιση. Στην αρχή ο Γκορμπατσόφ έλαβε ορισμένες ορθόδοξες πολιτικές πρωτοβουλίες και ζήτησε «περισσότερο σοσιαλισμό», αλλά καθώς οι μήνες περνούσαν, τα λόγια του Γκορμπατσόφ για το σοσιαλισμό γίνονταν όλο και περισσότερο ρητορική άνευ περιεχομένου. Υιοθέτησε όλο και περισσότερο ρεβιζιονιστικές πολιτικές που ευνοούσαν τις αγορές, την αποκέντρωση και την ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Οι πολιτικές του υπονόμευσαν το Κόμμα και την οικονομία και στο τέλος ανέτρεψαν το σοσιαλισμό, διαλύοντας τη Σοβιετική Ενωση.
Τρίτον, ισχυριζόμαστε πως ο λόγος που ο Γκορμπατσόφ υιοθέτησε ρεβιζιονιστικές πολιτικές έγκειται στην ανάπτυξη μιας δεύτερης οικονομίας νόμιμης και παράνομης ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι σοβιετικές ηγεσίες μετά το Στάλιν ενθάρρυναν ανοιχτά, σιωπηλά ανέχτηκαν ή αγνόησαν τη δεύτερη οικονομία. Κατά συνέπεια, η δεύτερη οικονομία γνώρισε ανάπτυξη επί Χρουστσόφ, έγινε πιο ισχυρή επί Μπρέζνιεφ και εκτοξεύτηκε επί Γκορμπατσόφ. Αναλογούσε σε ένα σημαντικό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας, αγκάλιασε εκατομμύρια ανθρώπων, διέφθειρε το Κόμμα και την κυβέρνηση και δημιούργησε μια σειρά άλλων κοινωνικών, πολιτικών και ηθικών προβλημάτων. Κυρίως, η δεύτερη οικονομία αναδημιούργησε μια τάξη μικροαστών επιχειρηματιών, καθώς και ένα παρασκήνιο κομματικών και κυβερνητικών αξιωματούχων (για να μην αναφέρουμε τους ιδιώτες πολίτες), οι οποίοι κέρδισαν οικονομικά ή ευνοήθηκαν με κάποιον άλλο τρόπο από αυτή τη δεύτερη οικονομία. Αυτή η πολυάριθμη και αναπτυσσόμενη ομάδα ανθρώπων είχαν υλικό συμφέρον στις ρεβιζιονιστικές πολιτικές που υπερασπίστηκε ο Γκορμπατσόφ και σε εκείνους βρήκε μια έτοιμη βάση στήριξης.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ενας μεγάλος αριθμός ακαδημαϊκών μελετών, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο βιβλίο, υποστηρίζουν την άποψη ότι η δεύτερη οικονομία ήταν μεγάλη, αναπτυσσόταν και απολάμβανε της επίσημης ανοχής ή ενθάρρυνσης. Για παράδειγμα, ο Steven L. Sampson ανέφερε πως η «παραγωγή των προσωπικών αγροτεμαχίων των συλλογικών αγροκτημάτων» αποτελούσε το 30 με 42% του συνόλου της αγροτικής παραγωγής στην ΕΣΣΔ.5 Ο Sampson έδωσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη μελέτη ενός εργοστασίου παραγωγής μπισκότων στη Σοβιετική Γεωργία, οι ιδιοκτήτες του οποίου δωροδόκησαν κυβερνητικούς αξιωματούχους, προκειμένου να παραλάβουν αρκετά συστατικά ώστε να παράγουν ως και τέσσερις φορές τον αριθμό των μπισκότων που τους επέτρεπε ο σχεδιασμός τους. Το επιπλέον προϊόν πωλούταν με έκπτωση σε εμπορικά καταστήματα, διαδικασία που περιελάμβανε «δωροδοκία κυριολεκτικά όλου του αστυνομικού τμήματος της περιοχής»6. Βάσει μελέτης του σοβιετικού Τύπου που εκδόθηκε το 1980, ο Dennis O’Hearn υπολόγισε πως πάνω από το 80% της σοβιετικής βενζίνης για αυτοκίνητα κατέληγε στη μαύρη αγορά. Το 80% του συνόλου της γούνας (muskrat) και το 25% του συνόλου της αλιείας ψαριών γλυκού νερού προερχόταν από απατεώνες και κατέληγε στη δεύτερη οικονομία. Το 25% της παραγωγής αλκοόλ γινόταν παράνομα. Στη Μόσχα το 70% των επιδιορθώσεων σπιτιών και της διακόσμησης λάμβανε χώρα στα πλαίσια της δεύτερης οικονομίας, ενώ το ποσοστό ήταν ακόμα υψηλότερο στη Γεωργία.7 Δύο Σοβιετικοί κοινωνιολόγοι υπολόγισαν πως η δεύτερη οικονομία είχε φτάσει σε τέτοιο μέγεθος τη δεκαετία του 1980, ώστε «83% του σοβιετικού πληθυσμού εργαζόταν στη σκιώδη οικονομία, προκειμένου να εξασφαλίσουν τρόφιμα και υπηρεσίες τις οποίες είχαν ανάγκη»8.
Η επίσημη στάση απέναντι στη δεύτερη οικονομία υπήρξε μακριά από όποια επαγρύπνηση. Μια μελέτη από τον William A. Clark σχετικά με την δίωξη των 855 Σοβιετικών αξιωματούχων, οι οποίοι καταδικάστηκαν μεταξύ του 1965 και 1990, ανέδειξε πως παρά την ύπαρξη πληθώρας αποδεικτικών στοιχείων γύρω από την «ανεπίσημη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα», υπήρξαν «πολύ λίγες περιπτώσεις αξιωματούχων που τιμωρήθηκαν για τέτοια συμπεριφορά»9.
Μια άλλη μελέτη από τον F. J. M. Feldbrugge γύρω από τα εγκλήματα που καταγράφηκαν στη «Σύγχρονη Σύνοψη του Σοβιετικού Τύπου» (Current Digest of the Soviet Press) για τα έτη 1982 και 1983, βρήκε πως πέραν των βαριών ποινών που αποδόθηκαν στους αξιωματούχους, οι οποίοι καταδικάστηκαν επειδή κέρδισαν τεράστια χρηματικά ποσά μέσα από δωροδοκίες, υπεξαίρεση και απάτη, η πλειοψηφία της παράνομης δραστηριότητας που είχε να κάνει με τη δεύτερη οικονομία αντιμετωπίζονταν με ανεκτικότητα, ήπιες ποινές ή ακόμα και με ενθάρρυνση.10
Επίσης, τα δεδομένα του Feldbrugge ενισχύουν τα συμπεράσματά μας σχετικά με τη χαμένη ευκαιρία της ηγεσίας του Αντρόποφ. Σύμφωνα με το Feldbrugge, κατά το τελευταίο έτος της κυβέρνησης Μπρέζνιεφ, τα δικαστήρια εξέτασαν οχτώ περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος ως «κανονικές» και δώδεκα περιπτώσεις ως «χρήσιμες ή ηθικά εξαίρετες». Κατά το πρώτο έτος της κυβέρνησης Αντρόποφ, ωστόσο, τα δικαστήρια δε θεώρησαν καμιά περίπτωση οικονομικού εγκλήματος ως «κανονική» και μόλις τρεις ως «χρήσιμες ή ηθικά εξαίρετες»11.
Θα θέλαμε να ενισχύσουμε και να εμβαθύνουμε την ανάλυση της δεύτερης οικονομίας που κάναμε στο «Προδομένος Σοσιαλισμός», απαντώντας σε τρία ερωτήματα. Το πρώτο έχει ως εξής: Γιατί προέκυψε η δεύτερη οικονομία; Η ανάπτυξη της δεύτερης οικονομίας υπήρξε σημάδι σημαντικών ελαττωμάτων στην πρώτη οικονομία, με άλλα λόγια, σοβαρών προβλημάτων του ίδιου του σοσιαλισμού; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι περίπλοκη. Μπορεί να μοιάζει εμφανές ότι αν ο σοσιαλισμός απέδιδε υψηλά εισοδήματα, υψηλής ποιότητας αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και αυξανόμενα βιοτικά επίπεδα, οι σοβιετικοί λαοί δε θα είχαν την ανάγκη να δραστηριοποιηθούν στη δεύτερη οικονομία ως πωλητές ή αγοραστές, εργοδότες ή εργαζόμενοι. Και όμως, ακόμα και στις ΗΠΑ, σε μια χώρα με υψηλά εισοδήματα και με προσφορά αγαθών και υπηρεσιών μεγαλύτερη από τα περισσότερα μέρη του κόσμου, ανθεί μια δεύτερη οικονομία με ναρκωτικά, πορνεία και την απασχόληση 12 εκατομμυρίων παράνομων μεταναστών. Παρόλα αυτά πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι η δεύτερη οικονομία είχε τις ρίζες της σε παράγοντες ειδικούς στο σοβιετικό σύστημα, αλλά όχι απαραίτητα ενδημικούς στο σοσιαλισμό.
Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι, πριν τον Γκορμπατσόφ, η δεύτερη οικονομία γνώρισε τη μεγαλύτερη ανάπτυξη επί Μπρέζνιεφ. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η ανάπτυξη της δεύτερης οικονομίας υπήρξε απόρροια των δύο σημαντικότερων στοιχείων της πολιτικής Μπρέζνιεφ: Πρώτον, της απόφασης να επιτευχθεί στρατιωτική ισοδυναμία με τις ΗΠΑ και δεύτερον, της απόφασης να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεγάλη οικονομική μεταρρύθμιση η πολιτική ανακατάταξη, αυξάνοντας ταυτόχρονα σταδιακά τα εισοδήματα των Σοβιετικών εργατών. Η πολιτική Μπρέζνιεφ θα μπορούσε να συνοψιστεί ως αγώνες στο εξωτερικό, ειρήνη στο εσωτερικό. Με τους δικούς της όρους, η πολιτική Μπρέζνιεφ απέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η Σοβιετική Ενωση πέτυχε στρατιωτική ισοδυναμία [σ.μ. με τις ΗΠΑ] και υπήρξε γενναιόδωρη με την υποστήριξη επαναστατικών και εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων στο εξωτερικό, όπως του αγώνα κατά του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική και της Κουβανικής επανάστασης. Η σοβιετική οικονομία αναπτύχθηκε αργά αλλά σταθερά, το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε, στο εσωτερικό επικράτησε ηρεμία.
Ωστόσο όπως ήταν φυσικό, οι αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες και η στήριξη αγώνων στο εξωτερικό απέσπασαν πόρους, τους οποίους οι Σοβιετικοί θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν διαφορετικά, στην αύξηση της ποσότητας και της ποιότητας των καταναλωτικών αγαθών. Συνεπώς, ενώ τα σοβιετικά εισοδήματα γνώρισαν άνοδο, δεν υπήρξε αντίστοιχη αύξηση σε καταναλωτικά αγαθά. Το κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ευνόησε την παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα και η αποφυγή εσωτερικών αναταραχών από πλευράς Μπρέζνιεφ κατέληξε στην απουσία ιδεολογικού και πολιτικού αγώνα ενάντια στη δεύτερη οικονομία, καθώς και στην έλλειψη αποφασιστικής νομικής δράσης εναντίον της. Ενας ερευνητής, ο James R. Millar, χαρακτήρισε αυτό το διακανονισμό «Η “Μικρή Συμφωνία” του Μπρέζνιεφ» (the Brezhnev «Little Deal»). Τον χαρακτήρισε ως ένα «νέο αλλά εννοούμενο παζάρεμα με τον αστικό πληθυσμό: να δείξει ανοχή στην επέκταση μιας ευρείας σειράς μικρών ιδιωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων, ορισμένων νόμιμων, άλλων στα όρια της παρανομίας και άλλων καθαρά και οφθαλμοφανέστατα παράνομων»12.
Λίγοι υποστηρικτές της Σοβιετικής Ενωσης, όπως και η διεθνής αλληλεγγύη της εργατικής τάξης, θα επέρριπταν σφάλμα στην ηγεσία Μπρέζνιεφ για τις αποφάσεις της γύρω από θέματα στρατιωτικής πολιτικής και διεθνούς βοήθειας. Υπό το φως των όσων επακολούθησαν, ωστόσο, είναι αναγκαίο να τεθούν ερωτήματα για το πόσο υπήρξε σοφή η ανοχή ή ενθάρρυνση της δεύτερης οικονομίας, τουλάχιστον στο βαθμό και με τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα.
Από εδώ προκύπτει το δεύτερο μας ερώτημα: Θα ήταν δυνατό για τη Σοβιετική Ενωση να πετύχει στρατιωτική ισοδυναμία με τις ΗΠΑ και να βοηθήσει τους αγώνες στο εξωτερικό χωρίς τη «Μικρή Συμφωνία»; Δίχως να επιχειρούμε ένα ουτοπικό ξαναγράψιμο της Ιστορίας, κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί διαφορετικούς τρόπους δράσης από εκείνον που ακολουθήθηκε. Κατά τη γνώμη μας, ο Αντρόποφ προσέφερε μια διαφορετική και υποσχόμενη πορεία, η οποία όμως διακόπηκε σύντομα λόγω του πρόωρου θανάτου του. Επίσης, όπως και η Κουβανική ηγεσία, η ηγεσία Μπρέζνιεφ θα μπορούσε να είχε παραδεχτεί πως ο δρόμος για το σοσιαλισμό έπαιρνε μια προσωρινή παράκαμψη, πως χρειαζόταν μια «ειδική περίοδος», προκειμένου να είναι σε θέση να προστατευτεί στρατιωτικά. Σε αυτή την περίοδο η χώρα θα αύξανε τις θυσίες της, την ταξική συνείδηση και την πειθαρχία, επιτρέποντας παράλληλα σε ορισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις να γνωρίσουν προσωρινή άνθηση, υπό αυστηρούς περιορισμούς και επαγρυπνούσα επιβολή του νόμου. Μια τέτοια πορεία θα είχε και τους δικούς της κινδύνους, όπως ανακαλύπτουν σήμερα οι Κουβανοί, αλλά θα ήταν καλύτερη από την αντίστοιχη που ακολούθησε ο Μπρέζνιεφ.
Από την εξέτασή μας της δεύτερης οικονομίας προκύπτει και ένα τρίτο ερώτημα. Από τη μία μεριά θεωρούμε πως η φτώχεια μελετών και δεδομένων σχετικά με τη δεύτερη οικονομία στους μαρξιστές υπήρξε απόρροια της έλλειψης επίσημης αναγνώρισης του φαινομένου, παρά μόνο ως κατάλοιπο του παλαιού καθεστώτος. Από την άλλη μεριά θεωρούμε πως η ηγεσία Μπρέζνιεφ ενθάρρυνε συνειδητά ορισμένες πτυχές της δεύτερης οικονομίας, ενώ ανέχτηκε άλλες. Μπορούν και τα δύο να είναι σωστά; Είναι δυνατόν η ηγεσία Μπρέζνιεφ επίσημα να αγνοεί τη δεύτερη οικονομία και ταυτόχρονα να την ενθαρρύνει και να την ανέχεται; Βεβαίως. Πράγματι η απόφαση να παραγνωρίσει επίσημα τη δεύτερη οικονομία και ταυτόχρονα να την ενθαρρύνει ή ανεπίσημα να την επιτρέψει, υπήρξε ένα βασικό μέρος της «Μικρής Συμφωνίας» του Μπρέζνιεφ. Ηταν μια προσπάθεια συγκομιδής ορισμένου οφέλους από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, να ικανοποιηθούν κάποιες καταναλωτικές απαιτήσεις και να αποφευχθεί μια κοινωνική δυσαρέσκεια, χωρίς παράλληλα να αναγνωρίζεται η σύγκρουση με την επίσημη ιδεολογία και τα προβλήματα που παρουσίαζαν αυτές οι πρακτικές. Κάποιος θα μπορούσε να εκτιμήσει τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μπρέζνιεφ και να δείξει κατανόηση στους στόχους που έβαλε, δίχως να αποδέχεται τα εν τέλει αυτοκαταστροφικά μέσα που επέλεξε, προκειμένου να τους πετύχει.