ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ


του Γιώργου Μαγγανά

Οι επέτειοι, όταν αφορούν σημαντικές προσωπικότητες, δίνουν αφορμή για συγγραφή άρθρων, διοργάνωση εκδηλώσεων που, συχνά και υπό το βάρος της επανάληψης και του καθιερωμένου, παρουσιάζουν σημάδια κοινοτοπίας και διολίσθησης σε διθυραμβικές αναφορές. Αναγνωρίζοντας αυτόν τον κίνδυνο, επιστήμονες, που εντρυφούν στο έργο μεγάλων διανοητών, καταφεύγουν στο αντίθετο άκρο. Εκείνο της προβολής της δικής τους ατομικής πρωτοτυπίας, που συνίσταται στην αποκάλυψη, νέων, υπαρκτών και μη, άγνωστων μέχρι σήμερα πτυχών του θεωρητικού έργου του τιμώμενου προσώπου.

Για τον Κ. Μαρξ και το έργο του έχουν γραφτεί εκατομμύρια, σημαντικών και λιγότερο αξιόλογων, σελίδων που κανείς ποτέ δε θα μπορέσει να διαβάσει στο σύνολό τους. Το να προσθέσει κανείς μερικές ακόμα εμπεριέχει τους κινδύνους που προαναφέρονται.

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές δίνουν τα άρθρα επί άρθρων, οι συζητήσεις, οι εκδόσεις που, σε κάθε περίπτωση, αναδεικνύουν δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά την αδιαφιλονίκητη επικαιρότητα και αξία του έργου του Μαρξ, την οποία, παρεμπιπτόντως, αμφισβητούν μόνο κάποιοι εκπρόσωποι της «κυβερνητικής ΔΑΠ» σε μερικά πανεπιστήμια, πλέοντας στα πελάγη της πολύ χαρακτηριστικής και ιδιόμορφης αφελούς τους μακαριότητας. Το δεύτερο αφορά τον τρόπο προσέγγισης του ίδιου του έργου του Μαρξ. Και εδώ διακρίνονται δυο βασικές τάσεις. Εκείνων που, θεωρώντας τον μαρξισμό γνώσιμο, καθοδήγηση για δράση, προσπαθούν να τον αφομοιώνουν και να τον εφαρμόζουν ανεξάρτητα από το βαθμό επιτυχίας και εκείνων που, στο όνομα της καθαρότητας του επιστημονικού λόγου και του μη εκχυδαϊσμού της θεωρίας, τον αποστειρώνουν από τα επαναστατικά του συμπεράσματα και τον μετατρέπουν σε αντικείμενο ενασχόλησης των «ειδικών», που μόνοι αυτοί είναι σε θέση να αντιληφθούν και να αποκαλύψουν στο στενό ακαδημαϊκό κύκλο τους τις λεπτές αποχρώσεις των συλλογισμών του Μαρξ. Με την προσέγγιση αυτή είναι έτοιμοι να συμφωνήσουν οι αναθεωρητές, που τοποθετούν το μαρξισμό δίπλα και ισότιμα με την όποια καινοφανή και βολική «νέα» θεωρία, οι σοσιαλδημοκράτες, για τους οποίους υπερπαραγωγή και υποκατανάλωση είναι το ίδιο και το αυτό, φτάνει να συνοδεύεται από ολίγον Γκίντενς (του τρίτου δρόμου), μέχρι και οι ακραιφνείς οπαδοί των λεγόμενων νεοκλασικών, χυδαίων αστικών οικονομικών θεωριών, για τους οποίους ο μαρξισμός αποτελεί μια οξεία κοινωνιολογική κριτική ματιά στη βιομηχανική αστική κοινωνία του 19ου αιώνα. Οσοι, από τη δεύτερη αυτή ομάδα, προχωρήσουν λίγο πιο πέρα από το επιφανειακό κοίταγμα των όσων για χρόνια αναπαράγονται στα αστικά βιβλία της ιστορίας των οικονομικών θεωριών για το Μαρξ, αποκόβουν το λενινισμό από το σώμα της μαρξιστικής θεωρίας, αναμεταδίδουν στο περιβάλλον τους, κόμματα, συνδικάτα, φοιτητές, έναν «μαρξισμό» μηχανιστικό, αποστειρωμένο, τυποποιημένο και δυσνόητο - μη προσλήψιμο, κρατώντας για τον εαυτό τους το προνόμιο να «διαβάζουν ανάμεσα από τις γραμμές» του Κεφαλαίου, να «υποδεικνύουν» στο Μαρξ το τι εννοεί.

Είναι πασίγνωστη η τοποθέτηση του ίδιου του Μαρξ απέναντι στο έργο του και ιδιαίτερα το Κεφάλαιο, για το οποίο έλεγε, πως μόνη προσφορά του ήταν η αποκάλυψη της έννοιας της αξίας και του μηχανισμού παραγωγής της υπεραξίας. Ελεγε επίσης, ότι το κείμενο απευθύνεται στους εργάτες και υποστήριζε όλους τους τρόπους που θα το έκαναν προσιτό σε αυτούς. Το επιστημονικό βάθος και η πρωτοτυπία του Μαρξ δεν αυτοπεριορίστηκαν στην ακαδημαϊκή αναζήτηση, στην κατάκτηση των πιο ψηλών κορυφών της γνώσης. Κατευθύνθηκαν συνειδητά, για μια ολόκληρη ζωή, στο άνοιγμα του δρόμου για την επανάσταση, στην κατάκτηση από το επαναστατικό υποκείμενο των προϋποθέσεων για να την πραγματοποιήσει. Και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος, που το Κεφάλαιο είναι ένα αξεπέραστο επιστημονικό έργο, που ανοίγει δρόμους για να γνωρίσουμε και θέματα που δεν πραγματεύεται άμεσα, όπως οι ιστορικές βαθμίδες ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας πριν τον καπιταλισμό, η εμφάνιση του ιμπεριαλισμού, τα βασικά χαρακτηριστικά του κομμουνισμού. Το κάθε βήμα του Μαρξ στο κεφάλαιο αποκαλύπτει το ολοένα και πιο σύνθετο πλέγμα των σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, αποκαλύπτει τις αιτίες που κάνουν ιστορικά αναπόφευκτη την ανατροπή του καπιταλισμού. Γι’ αυτό, από την εποχή του Μαρξ, και ακριβώς λόγω της εργασίας του Μαρξ, η αστική οικονομική επιστήμη πέρασε σε θέσεις απολογητικής του συστήματος, χάνοντας το όποιο επιστημονικό περιεχόμενο τη χαρακτήριζε την εποχή της ανόδου της αστικής τάξης. Εφτασε να αρνείται το όνομα, που ή ίδια είχε δώσει, από το 17ο αιώνα, στον εαυτό της, αυτό της Πολιτικής Οικονομίας.

Κωδικοποιώντας τους βασικούς άξονες και τα συμπεράσματα της μελέτης του Μαρξ, όπως αποτυπώθηκαν μετά από εργασία δεκαετιών στο Κεφάλαιο και διατρέχοντας πάντα τον κίνδυνο σχηματοποίησης παρατηρούμε, ότι:

Ξεκινώντας την ανάλυσή του από την πιο στοιχειώδη κατηγορία της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλαδή το εμπόρευμα, προσεγγίζει και λύνει το πρόβλήμα της αξίας γενικά, ως κεντρικής κατηγορίας της εμπορευματικής παραγωγής. Στο θέμα αυτό σκόνταψαν τα πιο φωτεινά μυαλά της αστικής οικονομικής σκέψης. Για τον ακαδημαϊκό, αυτό θα μπορούσε να αποτελεί ζήτημα απλής, σχολαστικής ανάλυσης. Για το Μαρξ η ανάλυση της εμπορευματικής παραγωγής και σχέσης γενικά, απετέλεσε το κλειδί για την εξήγηση αυτού, που έγινε καθοριστικό στην αστική κοινωνία, της εμπορευματικής μορφής των σχέσεων των ανθρώπων, της εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων ιδιοτήτων. Στο σημείο αυτό έχει αξία να τονιστεί η διαφορά μεταξύ της εμπορευσιμότητας του ανθρώπου, στο δουλοκτητικό και το φεουδαρχικό σύστημα με όλες τους τις ιδιομορφίες και σημαντικές διαφορές, και της εμπορευσιμότητας των ιδιοτήτων του, όπως αυτές εμφανίζονται και πραγματοποιούνται σε συνθήκες νομικής και οικονομικής ισοτιμίας, με άλλα λόγια, σε συνθήκες ισότιμης ανταλλαγής, όπου, πλέον, ο εξαναγκασμός γίνεται οικονομικός.

Εχοντας αποκαλύψει το μυστικό της αξίας, λύνοντας δηλαδή το πρόβλημα, που δεν ήταν σε θέση να λύσουν οι προγενέστεροί του, προχώρησε σε ένα υπόδειγμα ιστορικο-λογικής ανάλυσης σχετικά με την εξέλιξη των μορφών της αξίας, δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας. Αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης είναι η αποκάλυψη της ουσίας του χρήματος ως γενικού ισοδυνάμου, η αποκάλυψη της διαχρονικής ιδιότητας του χρήματος να αποτελεί το ίδιο φορέα αξίας και, ως αποτέλεσμα αυτού, να επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες. Στο σημείο αυτό, η αστική οικονομία είτε σηκώνει τα χέρια ψηλά, είτε εκλαμβάνει το επιφαινόμενο σαν πραγματικό. Η ορθή κατανόηση της θεωρίας για το χρήμα, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση της θεωρίας της αξίας, συντελεί στην ορθή κατανόηση σύγχρονων φαινομένων, που σχετίζονται με το ζήτημα των τιμών, της χρηματικής κυκλοφορίας, των συμβόλων του χρήματος.

Επόμενο βήμα αποτέλεσε η διερεύνηση και αποκάλυψη των προϋποθέσεων μετατροπής του χρήματος σε κεφάλαιο. Και εδώ ο Μαρξ μας οδηγεί σε δυο αλληλένδετα συμπεράσματα: α) δεν είναι η κάθε συσσωρευμένη χρηματική μάζα κεφάλαιο, β) για να μετατραπεί σε κεφάλαιο πρέπει να τηρείται η προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία το χρήμα θα δαπανηθεί ή, καλύτερα θα προκαταβληθεί, για την απόκτηση μέσων παραγωγής και εργατικής δύναμης, πράγμα, που την μετατρέπει από φορέα αξίας γενικά σε φορέα της κυρίαρχης για τον καπιταλισμό κοινωνικής σχέσης. Η καινοτομία της σκέψης του Μαρξ δε συνίσταται στο γεγονός της αναγνώρισης της εργασίας, γενικά, ως αξιοδημιουργού δύναμης, αλλά στην επιστημονική ανακάλυψη, σύμφωνα με την οποία εμπόρευμα αποτελεί η εργατική δύναμη, οι ιδιότητες, δηλαδή, του ανθρώπου, που του επιτρέπουν να εργάζεται με συγκεκριμένο πάντα τρόπο, πράγμα, που για τον καπιταλιστή σημαίνει την ιδιότητα του εργάτη να παράγει αξία γενικά, που, ανεξάρτητα από τη χρησιμότητα του εμπορεύματος, είναι μεγαλύτερη από αυτήν που απαιτείται για την αναπαραγωγή των ιδιοτήτων του ίδιου του εργάτη.

Η αποκάλυψη αυτής της σχέσης απελευθερώνει το Μαρξ από τα δεσμά των προγενέστερων διανοητών, που δεν μπόρεσαν να συλλάβουν την ουσία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, παρά το γεγονός ότι έβλεπαν, με τις χαρακτηριστικές για την εποχή τους αντιφάσεις, στην εργασία τη μοναδική πηγή του πλούτου. Η παραγωγή υπεραξίας είναι ο τελικός σκοπός ενός συστήματος, που ανέπτυξε τις παραγωγικές δυνάμεις σε πρωτοφανή επίπεδα, που δημιούργησε τους αντικειμενικούς όρους για την απελευθέρωση της ανθρώπινης κοινωνίας συνολικά, απελευθέρωση, που ξεκινά με τη σοσιαλιστική επανάσταση. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να τελειώνει η μελέτη του καπιταλιστικού συστήματος από το Μαρξ. Ομως, αυτός προχώρησε στην παρουσίαση της πηγής των εισοδημάτων των δυο βασικών τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλαδή των μισθών, για τους εργάτες, και των παραλλαγμένων μορφών της υπεραξίας, κέρδος, εμπορικό κέρδος, τόκος, γαιοπρόσοδος, για τους καπιταλιστές. Σε κάθε περίπτωση το εισόδημα των αστών αποτελεί αξιακό ισοδύναμο απλήρωτης εργασίας των εργατών.

Η απλήρωτη αυτή εργασία, πέρα από τις ατομικές καταναλωτικές και, συχνά, παρασιτικές ανάγκες των καπιταλιστών, κατευθύνεται στη διεύρυνση της παραγωγής. Με άλλα λόγια η υπεραξία κεφαλαιοποιείται, συντελείται συσσώρευση κεφαλαίου, πράγμα, που οδηγεί στη διεύρυνση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στη μεγέθυνση της ανεργίας και στη μείωση του ποσοστού κέρδους. Η κάθε προσπάθεια αύξησης του κέρδους του κάθε καπιταλιστή ξεχωριστά, οδηγεί τελικά στο αντίθετο αποτέλεσμα. Την αντίφαση επιλύει, προσωρινά, η κρίση υπερπαραγωγής, που καταστρέφει όσες παραγωγικές δυνάμεις δε χωρά η καπιταλιστική μορφή άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας. Ωριμάζουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Εχοντας κληρονομήσει μια κοσμοθεωρία, που την χαρακτηρίζει η επιστημονική πληρότητα, η επαναλαμβανόμενη επαλήθευση των συμπερασμάτων της, οι εργάτες, συχνά, περιορίζονται σε μια αναγνώριση της αυταπόδεικτης αξίας της, αφήνοντας τις «λεπτομέρειες στους ειδικούς». Ετσι χάνονται για αυτούς πλευρές, που αφορούν τις πραγματικές σχέσεις μέσα στις οποίες ζουν. Είναι αλήθεια, ότι στις μέρες μας οι «ειδικοί» είναι ακόμα χρήσιμοι, έως και απαραίτητοι. Η αναγνώριση, όμως, αυτής της πραγματικότητας δεν απελευθερώνει την εργατική τάξη από το καθήκον να κάνει η ίδια, και όχι μέσω εκπροσώπων, κτήμα της την επαναστατική κοσμοθεωρία. Γι’ αυτό μόχθησε ο Μαρξ, γι’ αυτό προσπαθούν και σήμερα οι κομμουνιστές.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Γιώργος Μαγγανάς είναι μέλος του ΔΣ του ΚΜΕ.