Η επόμενη μέρα των βουλευτικών εκλογών της 25ης Γενάρη 2015 δεν ήταν ούτε μη αναμενόμενη, ούτε «πρωτοφανής στην ελληνική Ιστορία, ως ανάδειξη για πρώτη φορά αριστερής κυβέρνησης», όπως κατά κόρον προβλήθηκε από τα αστικά ΜΜΕ και αρχικά από ένα μέρος των στελεχών του κυβερνητικού κόμματος ΣΥΡΙΖΑ και από τον ίδιο τον πρόεδρό του και νυν πρωθυπουργό.
Και λέμε «αρχικά από ένα μέρος των στελεχών του», γιατί, σε λιγότερο από 24 ώρες από τη διαμόρφωση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το πέπλο της αριστεροσύνης επισκιάστηκε από το πέπλο της «κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης».
Το ΚΚΕ είχε προβλέψει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αναμενόμενο πρώτο κόμμα σε κοινοβουλευτική δύναμη, δε θα δυσκολευόταν να βρει εταίρους σε περίπτωση μη εξασφάλισης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας. Μάλιστα, σε αντίθεση με τα παραπλανητικά προεκλογικά του λόγια περί ιδεολογικής-πολιτικής συγγένειάς του μόνο με το ΚΚΕ, είναι φανερό ότι η ταχύτητα των διαβουλεύσεων για τη διαμόρφωση της νέας συγκυβέρνησης ήταν αποτέλεσμα και προεκλογικών διεργασιών.
Αρκετοί δημοσιογράφοι, πολιτικοί αναλυτές, αλλά και εκπρόσωποι άλλων αστικών κομμάτων, αρχικά πρόβαλαν ως απορία ή ως αντίφαση τον «αριστερό» χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ, ως κορμού της νέας «αριστερής» κυβέρνησης σε σχέση με το «δεξιό» χαρακτήρα των ΑΝΕΛ. Παράλληλα και ευρωενωσιακοί σύμμαχοι δήλωσαν καθαρά ότι θα προτιμούσαν το ΠΟΤΑΜΙ ως κυβερνητικό εταίρο του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί έχει πιο καθαρό ευρωενωσιακό προσανατολισμό. Όσο θα προχωρούν τα πεπραγμένα της κυβέρνησης, όπως ήδη συμβαίνει τρεις βδομάδες μετά τη συγκρότησή της, τόσο θα ξεθωριάζουν οι «αριστεροί» χρωματισμοί της. Κατά την τρίτη βδομάδα της ύπαρξής της κι ενώ το ελληνικό δημοσιονομικό ζήτημα συζητιόταν στις συνόδους του Eurogroup και Κορυφής, οι τόνοι που κυριάρχησαν ήταν αυτοί της «εθνικής υπερηφάνειας και αξιοπρέπειας» στη διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους, προκειμένου να επιτευχθεί μια «έντιμη συμφωνία».
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις –ανεξάρτητα από το βαθμό αξιοπιστίας– έδειξαν μια μεγαλύτερη απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ από εκείνη των πρόσφατων εκλογών, σε μεγάλο βαθμό προερχόμενη από τμήμα εκλογέων που είχαν ψηφίσει τη ΝΔ και σε μικρότερο απ’ όλα τα άλλα κόμματα, μη εξαιρουμένου και του ΚΚΕ. Δε μας εκπλήσσει μια τέτοια στάση, δεν είναι πρωτοφανής στις μετεκλογικές διαθέσεις, στις προσδοκίες που γεννά η έλευση μιας νέας κυβέρνησης. Αυτή η τάση είχε εκδηλωθεί, αν και σε μικρότερο βαθμό, και με τη διαμόρφωση της πρώτης κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου (ΠΑΣΟΚ) μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2009, που είχε διαδεχτεί την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή (ΝΔ) με το περίφημο «λεφτά υπάρχουν». Και τώρα λοιπόν, ήταν αναμενόμενο ένα τέτοιο ρεύμα προσδοκίας, ανεξάρτητα από το μη ρεαλιστικό του υπόβαθρο, με το οποίο θ’ ασχοληθούμε στη συνέχεια του παρόντος άρθρου.
Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Αλ. Τσίπρα «τα έδωσε όλα» σε προπαγανδιστικό επίπεδο. Στο όνομα της λαϊκής ετυμηγορίας και της δημοκρατίας καλλιέργησε προσδοκίες ασκώντας δήθεν μια σθεναρή διαπραγμάτευση «για το συμφέρον της Ελλάδας, που είναι και συμφέρον της Ευρώπης». Ταυτόχρονα, δεν παρέλειπε, κυρίως στο εσωτερικό, να φιλοτεχνεί και το «αριστερό» προφίλ, προβάλλοντας την πολιτική ορκωμοσία του πρωθυπουργού και μέρους των υπουργών, την επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, τη θητεία του πρωθυπουργού στην ΚΝΕ όταν ήταν μαθητής Λυκείου, ως στοιχείο του βιογραφικού του, πολύ περισσότερο την προ 25ετίας θητεία ως στελεχών στο ΚΚΕ υπουργών και υφυπουργών της κυβέρνησης.
Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι θα συνεχιστεί και θα ενταθεί αυτή η τακτική: Οι άξονες και στόχοι μιας ουσιαστικά και τυπικά καπιταλιστικής –άρα αντεργατικής– πολιτικής να πλασάρονται με «αριστερό», φιλολαϊκό ιδεολογικό μανδύα. Και τέτοιος μανδύας είναι η προπαγανδιστική επίθεση «ιδεολογικής συγγένειας» του ΣΥΡΙΖΑ προς το ΚΚΕ, τόσο σε επίπεδο πολιτικών κορυφών (βουλευτών, δημάρχων κλπ.) όσο και σε επίπεδο βάσης: στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στις εργατικές συνδικαλιστικές και άλλες μαζικές οργανώσεις.
Το ΚΚΕ έχει πλέον την ιστορική πείρα, αλλά και την ιδεολογική-πολιτική ωριμότητα, έγκαιρα, συλλογικά, σχεδιασμένα ν’ αποκαλύψει αυτή την τακτική και να θωρακίσει δυνάμεις ώστε να μην πέσουν στην παγίδα της χειραγώγησης. Ακόμα, γνωρίζουμε ότι η κυβερνητική επιχείρηση αποπροσανατολισμού θα χρησιμοποιήσει και υλικά μέσα εξαγοράς χειραγώγησης και αφοπλισμού εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, των νέων ιδιαίτερα, που συσπειρώνονται στον έναν ή τον άλλο βαθμό γύρω από το ΚΚΕ και τη νεολαία του, την ΚΝΕ. Αυτή η επιχείρηση θα αξιοποιήσει ταυτόχρονα μέτρα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης και μέτρα που συνδαυλίζουν τη συνεχιζόμενη διάσπαση της εργατικής ενότητας, την αντιπαράθεση εργατοϋπάλληλων με λαϊκά μεσαία στρώματα.
Ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη χρησιμοποιεί μορφές και μέσα κινητοποίησης των οργανωμένων δυνάμεών του στην κατεύθυνση στήριξης της κυβερνητικής πολιτικής, π.χ., με τις δήθεν «αυθόρμητες» διαδηλώσεις στήριξης. Η πρωτοτυπία του ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβερνητικού κόμματος της σοσιαλδημοκρατίας, δεν είναι η χρησιμοποίηση των οργανωμένων δυνάμεών του για μια ευρύτερη κινητοποίηση μαζών ως στήριξη των κυβερνητικών προθέσεων, κάτι που έχει γίνει και στο πιο μακρινό παρελθόν της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και στο σύγχρονο, σε χώρες, π.χ., της Λατινικής Αμερικής. Η πρωτοτυπία του είναι στην «ανωνυμία» και στο μη… οργανωμένο χαρακτήρα που αρχικά προσέδωσε σ’ αυτήν την κινητοποίηση, αξιοποιώντας και τ’ ανάλογα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός που στη συνέχεια διαψευδόταν στην πράξη από τα πανό της νεολαίας του και τα πλακάτ των συνιστωσών εντός κι εκτός ΣΥΡΙΖΑ.
Πρόκειται για μια προσαρμογή στη σχέση σοσιαλδημοκρατίας-μαζών, σε σύγκριση με τα μέσα που χρησιμοποίησε το ΠΑΣΟΚ πριν 35 χρόνια, όταν έγινε κυβερνητικό κόμμα. Όμως, όπως και στο παρελθόν έτσι και τώρα, πρόκειται για τον ίδιο στόχο: Την κυβερνητική χειραγώγηση εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, την αποδυνάμωση και τον εκφυλισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, των οργανωμένων και με ριζοσπαστικό-αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό κινημάτων των αγροτών, των αυτοαπασχολουμένων, της φοιτητικής-σπουδαστικής νεολαίας, των γυναικών.
Βέβαια και το οικονομικό κατεστημένο, μέσω των ΜΜΕ που διαθέτει, ενισχύει το κλίμα αποδοχής της ΕΕ, της απατηλής ελπίδας ότι μπορεί να υπάρξει συμβιβαστική συμφωνία σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Από αυτό προκύπτει και η απατηλή προσδοκία για μια καπιταλιστική ανάπτυξη με λαϊκή ευημερία. Είναι μια μορφή εγκλωβισμού της εργατικής-λαϊκής συνείδησης στις επιδιώξεις της καπιταλιστικής εξουσίας.
Χρειάζεται επαγρύπνηση κι ετοιμότητα από τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, αλλά και από τους συνεργαζόμενους μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, ώστε ν’ αντιπαλέψουν κάθε προσπάθεια απομαζικοποίησης, αλλά και κυβερνητικής χειραγώγησης. Αντικειμενικά, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ούτε προτίθεται, ούτε μπορεί να γίνει πολιτικός φορέας ικανοποίησης των εργατικών και λαϊκών αναγκών, στη βάση των οποίων οφείλουν να διαμορφώνονται τα αιτήματα, οι διεκδικήσεις, οι δράσεις του εργατικού και των άλλων λαϊκών κινημάτων.
Ήδη τα πρώτα δείγματα γραφής δόθηκαν από τη νέα κυβέρνηση: Ο Αλ. Τσίπρας υπέγραψε στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τα νέα ιμπεριαλιστικά μέτρα «κατά της τρομοκρατίας», που είναι μέτρα κατά των λαών. Ο υπουργός Εξωτερικών συμφώνησε με τις ευρωενωσιακές κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Η νέα συγκυβέρνηση έχει ανοιχτά τοποθετηθεί υπέρ της καπιταλιστικής επιχειρηματικότητας, υπέρ των ανάλογων συμμαχιών στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο. Οι όποιες διαφωνίες της με την κυρίαρχη γραμμή της Ευρωζώνης είναι στους όρους χρησιμοποίησης ή ανακύκλωσης μέρους του δανείου και στους όρους αποπληρωμής του. Ακόμα κι αν η κυβέρνηση συνδέει κάποιους από αυτούς τους όρους με τη μη εφαρμογή και νέων οριζόντιων μέτρων μείωσης μισθών-συντάξεων, σε καμία περίπτωση ούτε δηλώνει, ούτε προγραμματικά υποστηρίζει συνολικά μέτρα εξόδου από τη λιτότητα. Στην καλύτερη περίπτωση υπόσχεται «πάγωμα» του σημερινού επιπέδου λιτότητας και διαχείριση μιας ορισμένης ακραίας φτώχειας κι όχι την αναπλήρωση των απωλειών της 6ετίας.
Έτσι, ανεξάρτητα από τις καλοπροαίρετες ελπίδες που θα μπορούσαν να υπάρχουν, π.χ., σε συναγωνίστριες που συναντάμε στις Ομάδες και Συλλόγους της ΟΓΕ, τα αιτήματα των γυναικών της λαϊκής πλειοψηφίας για δωρεάν Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) και όλα τα σχετικά με την αποκατάσταση της υγείας δεν μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν από μια κυβέρνηση που αποδέχεται τους άξονες της ΕΕ στη λογική του «κόστους» υγείας, των ισοσκελισμένων Κρατικών Προϋπολογισμών και της επιχειρηματικότητας στον τομέα υγείας. Αυτή μας η θέση επιβεβαιώθηκε από τη συζήτηση στην ημερίδα για την ΠΦΥ που διοργάνωσε η ΟΓΕ στις Βρυξέλλες, ως συντονίστρια του Ευρωπαϊκού Τμήματος της Παγκόσμιας Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών (ΠΔΟΓ). Αποκαλύφτηκε ότι η κατακόρυφη επιδείνωση σε ό,τι υπήρχε ως Δημόσιο Σύστημα Υγείας αφορά όλες τις χώρες της ΕΕ, από την Κύπρο έως την Πορτογαλία και από την Αγγλία έως την Τουρκία, που οι τελευταίες δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης.
Είναι γενική τάση η αποδιάρθρωση –αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο– των δημόσιων συστημάτων υγείας, ο μη εκσυγχρονισμός τους σε τεχνικές υποδομές και σε πληρότητα εργατικού δυναμικού. Είναι πραγματικότητα η μη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές και τεχνολογικές κατακτήσεις, ανεξάρτητα από τη φάση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής (διεύρυνση ή συρρίκνωση) και ανεξάρτητα από το ιδεολογικό στίγμα μιας κυβέρνησης. Τα αίτια είναι αντικείμενο συζήτησης και μέσα στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα της Ευρώπης, όπου διοχετεύονται αποπροσανατολιστικές αστικές πολιτικές απόψεις επί του θέματος, π.χ., ότι ήταν επιλογές των συντηρητικών φιλελεύθερων κομμάτων σε αντίθεση με τα σοσιαλδημοκρατικά-εργατικά κόμματα που είχαν πάρει την κυβερνητική πρωτοβουλία. Αυτές οι απόψεις όμως δεν εξηγούν γιατί ούτε η σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση, ούτε καν η συμμετοχή Kομμουνιστικών Kομμάτων (ΑΚΕΛ) στην αστική διακυβέρνηση δεν εξασφάλισε τη συνέχεια αυτών των Συστημάτων Υγείας, έστω και στα επίπεδα που είχαν διαμορφωθεί.
Η αλήθεια είναι ότι οι νέες επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες απαιτούσαν νέες δημόσιες δαπάνες για την Yγεία, που είναι ενάντια στους άξονες της ΕΕ και στις ανάγκες της να ελέγχει τα δημοσιονομικά ελλείμματα που θα έθεταν σε τροχιά αποδυνάμωσης το κοινό νόμισμα, το ευρώ, ως μέσο αποθησαύρισης κλπ. Αντίθετα, τα τεράστια συσσωρευμένα κεφάλαια μέσω των επενδυτικών εταιριών βρήκαν διέξοδο κερδοφορίας στις ιδιωτικές δομές Υγείας, έκαναν γρήγορα τις αποσβέσεις τους με την πελατεία από τα Ασφαλιστικά Ταμεία.
Μια κυβέρνηση λοιπόν, η oποία αναγνωρίζει τόσο την κυριαρχία των μονοπωλιακών ομίλων όσο και την Ευρωπαϊκή Ένωσή τους, όσα αριστερά επίθετα κι αν χρησιμοποιεί, όσο κι αν προσαρμόζει την προπαγάνδα της στις επιθυμίες των λαϊκών δυνάμεων, οι πράξεις της θ’ ακολουθούν τις ράγες του καπιταλιστικού κέρδους, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τις εργατικές-λαϊκές ανάγκες γιατί τρέφεται από τη στέρηση κι όχι από την ικανοποίησή τους.
Παρόμοια παραδείγματα μπορούμε να δούμε μέσα στο κίνημα των μικρών και μεσαίων αγροτών, που οριακά εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή τους. Είναι επιφανειακή η εντύπωση ότι αυτή η αναπαραγωγή γίνεται με ελευθερία από τον κάθε αγροτοπαραγωγό επειδή κατέχει γη και κάποια άλλα δικά του μηχανικά μέσα. Στην πραγματικότητα, αυτή η αναπαραγωγή εξαρτάται από τις τράπεζες, τις βιομηχανίες, τους εμπόρους και συνολικά τους όρους που βάζει το κράτος τους. Συνολικά αυτοί οι όροι είναι κωδικοποιημένοι στην Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ, στη νέα ΚΑΠ, που η εφαρμογή της ξεκινά από το 2015. Η νέα ΚΑΠ είναι ακόμα πιο ευνοϊκή από την παλιά για τις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις που αφορούν βασικά αγροτικά προϊόντα. Στοχεύει στην περαιτέρω συγκεντροποίηση της αγροτικής παραγωγής. Για τους πολλούς αγρότες, η νέα ΚΑΠ σημαίνει μείωση τουλάχιστον κατά 45% στις ενισχύσεις και στο εισόδημά τους. Η νέα κυβέρνηση αποδέχεται τη νέα ΚΑΠ όπως και γενικά τους άξονες, τις θεσμικές δεσμεύσεις –όπως τις χαρακτηρίζει– της ΕΕ. Ακόμα κι αν προχωρήσει σε μια ορισμένη φορολογική ελάφρυνση των αγροτών κάτω από την πίεση των προηγούμενων κι επόμενων αγροτικών κι εργατικών κινητοποιήσεων, αυτή η ελάφρυνση δε θα έχει ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα αναπαραγωγής μεγάλου τμήματος των αγροτών και κτηνοτρόφων, κυρίως αιγοπροβάτων, για τους οποίους δε θα υπάρχει δυνατότητα εξασφάλισης άλλης προοπτικής, παρά της ανεργίας.
Αυτές είναι οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που υπάρχουν και με τη νέα κυβέρνηση, γι’ αυτό και δεν μπορεί να υπάρχει κοινό μέτωπο πάλης εργατών - βιοπαλαιστών αγροτών - αυτοαπασχολούμενων της πόλης με την κυβέρνηση, δηλαδή στάση ανοχής, αναμονής, σιωπηρής ή μαχητικής στήριξης των διαπραγματεύσεών της στην Ευρωζώνη. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αμφισβητεί ούτε την Ευρωζώνη, ούτε την ΕΕ συνολικά ως διακρατική ένωση των μονοπωλίων, ντόπιων και ξένων. Γι’ αυτόν το λόγο οι διαφωνίες της συγκυβέρνησης με την Ευρωζώνη δεν είναι τέτοιες που μπορούν να εξασφαλίσουν ένα μέτωπό της με τον εργαζόμενο λαό προς όφελος της λαϊκής ευημερίας. Ο εργαζόμενος λαός μόνο με την αυτοτελή αγωνιστική του δράση μπορεί να ασκήσει πραγματική πίεση στην εργοδοσία και το κράτος της, στη σημερινή διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Επομένως, στη σημερινή πολιτική φάση, με αναμενόμενες τις απατηλές εργατικές και λαϊκές προσδοκίες από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η πρωτοπόρα δράση των κομμουνιστών και των κομμουνιστριών καλείται να αποκτήσει νέα στοιχεία ικανότητας πρόβλεψης, προπαγανδιστικής εκλαΐκευσής της, αντοχής στις πιέσεις που ασκούν οι αποπροσανατολισμοί, οι συγχύσεις και οι ταλαντεύσεις των μαζών, ακόμα και αγωνιζόμενων τμημάτων τους, χωρίς ν’ αποκόπτονται από αυτές.
Στις νέες πολιτικές συνθήκες, το ΚΚΕ συνεχίζει να μελετά συστηματικά, να ερμηνεύει αντικειμενικά και ταξικά τις οικονομικές-πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, στην Ευρωζώνη, στην ΕΕ και παγκόσμια, να προβλέπει τις όποιες νέες τάσεις αρχίζουν να διαμορφώνονται, ν’ αποκαλύπτει το ταξικό τους περιεχόμενο, την προοπτική των επιπτώσεών τους, τόσο στους καπιταλιστές και τα ανώτερα μεσαία στρώματα όσο και στους εργατοϋπάλληλους και στα λαϊκά μεσαία στρώματα. Παρακολουθεί κι εξηγεί τις εξελίξεις όχι ως θεατής, αλλά ως καθοδηγητής της ταξικής πάλης.
Τόσο σε επίπεδο εκτίμησης όσο και σε επίπεδο πάλης, το ΚΚΕ πατά γερά στο νέο Πρόγραμμά του, διαμορφωμένο στο 19ο Συνέδριο (Απρίλης 2013), στην εκτίμησή του για την ανατροπή της ΕΣΣΔ, στα συμπεράσματα από την Ιστορία του Κόμματος στις κρίσιμες δεκαετίες 1940, 1950, 1960, στις εκτιμήσεις των εξελίξεων μετά από το τελευταίο του Συνέδριο, που αποτυπώνονται στις Αποφάσεις της ΚΕ, στις μελέτες (βιβλιογραφία, αρθρογραφία) των Τμημάτων της ΚΕ, στην πείρα της ταξικής πάλης και κατά τον 21ο αιώνα.