Αυτό φαίνεται άλλωστε καθαρά στην επόμενη εισήγηση από την οποία παραθέτουμε αποσπάσματα παρακάτω, η οποία συντάχθηκε τρεις μέρες αργότερα, στις 18.11.1960, στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τσεχοσλοβακία για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ (Υπουργείο Εξωτερικών), με τίτλο «μερικές πλευρές της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Τσεχοσλοβάκικη Σοσιαλιστική Δημοκρατία»[14]. Το κείμενο αυτό, όπως μας ενημερώνουν οι υπεύθυνοι της έκδοσης του αντίστοιχου τόμου των κρατικών αρχείων, αν και δεν αποτέλεσε μια τελική απόφαση, υιοθετήθηκε από τα αρμόδια επιτελεία «ως απόδειξη της κατεύθυνσης προς την οποία αναπτύσσεται η σκέψη μας».
Στο κείμενο, αφού εισαγωγικά εκτιμάται ότι οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ευνοϊκή στιγμή για μια νέα και διαφορετική προσέγγιση των τσεχοσλοβάκικων αρχών», διαπιστώνει ότι «η τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση δεν τηρεί επίσημα τώρα μια στάση εχθρότητας απέναντι στη νέα αμερικάνικη διοίκηση και διαθέτει, με μια σχετική έννοια, μεγαλύτερη ελευθερία ελιγμών στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ απ’ ό,τι ήταν η περίπτωση πριν λίγο καιρό. Φυσικά, η τσεχοσλοβάκικη πολιτική θα συνεχίσει να ακολουθεί τις βασικές κατευθύνσεις της σοβιετικής πολιτικής, όμως εντός των στενών ορίων που έχουν επιβληθεί από αυτήν την υπερισχύουσα συνθήκη, υπάρχει χώρος για κάποια απόκλιση. Η Ρουμανία, για παράδειγμα, φαίνεται να βρίσκεται αρκετά πιο μπροστά από την Τσεχοσλοβάκικη Σ. Δ. όσον αφορά στο βαθμό με τον οποίο αποδέχεται τις πιο εποικοδομητικές συνέπειες μιας πολιτικής «ειρηνικής συνύπαρξης» στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ. (…)
Ο γενικός μας αντικειμενικός στόχος στην Τσεχοσλοβακία (…) μπορεί να οριστεί ως η ενθάρρυνση βαθμιαίας αλλαγής μέσω σταθερής αποδοχής της δύναμης της δυτικής σκέψης και του δυτικού παραδείγματος, τόσο στον ευρύτερο πληθυσμό, όσο και στην κομμουνιστική άρχουσα τάξη (…) …ο μακρόχρονος στόχος μας, που μπορεί να απαιτήσει ένα διάστημα προσπαθειών μιας γενιάς ή και παραπάνω, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι η μεταβολή των ιδεολογικών κατευθύνσεων και του ιδεολογικού περιεχομένου της Τσεχοσλοβάκικης κοινωνίας, μακριά από το λενινισμό και προς την κατεύθυνση ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού, χωρίς επεκτατικές πλευρές (σ’ αυτήν την περίπτωση θα υπήρχε μια πιθανότητα παραπέρα ταξικών αλλαγών, αλλά ο στόχος που προκαθορίσαμε είναι ήδη αρκετά φιλόδοξος)...». Το πόσο άμεσα συσχετίζεται αυτός ο στόχος με το σύνθημα του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» της αντεπανάστασης του 1968 θα φανεί όταν (και αν) δημοσιοποιηθούν όλα τα σχετικά αρχεία της αντίστοιχης εποχής. Παρακάτω, εκτιμώντας ότι το «παγκόσμιο κομμουνιστικό σύστημα» και το «κομμουνιστικό καθεστώς» στην Τσεχοσλοβακία θα συνεχίσουν να υπάρχουν για αρκετό χρονικό διάστημα, που δεν μπορεί να προκαθοριστεί, εκφράζεται η πεποίθηση ότι «…το ίδιο το τσεχοσλοβάκικο καθεστώς πρέπει να είναι η κύρια πηγή των αλλαγών και γι’ αυτό, το κύριο βάρος των προσπαθειών μας πρέπει να είναι στην κατεύθυνση του επηρεασμού των αντιλήψεων και της προοπτικής του ίδιου του καθεστώτος, τόσο έμμεσα όσο και άμεσα. Ο άμεσος σκοπός μας, που θα μπορούσε να υλοποιηθεί μέσα σε πέντε με δέκα χρόνια (σ. σ. 1968;), είναι να φέρουμε την Τσεχοσλοβάκικη Σ. Δ. στο επίπεδο πνευματικής δεκτικότητας που χαρακτηρίζει τη σημερινή Πολωνία», και προτείνει άμεσα, όλες οι προσπάθειες να προσανατολιστούν στην απόκτηση «πλατύτερης και συνεχόμενης πρόσβασης στο γενικό πληθυσμό και στην άρχουσα τάξη στην Τσεχοσλοβάκικη Σ. Δ. για τους φορείς των αμερικάνικων και δυτικών ιδεών - αμερικανούς επίσημους, ιδιώτες, ταινίες γουέστερν, ραδιοφωνικές εκπομπές και βιβλία».
Στη συνέχεια, πέρα από τους συγκεκριμένους τρόπους διαπραγμάτευσης που προτείνονται και αφορούν ένα συνολικό «πακέτο» προτάσεων, το κείμενο κάνει και μια πρώτη απ’ ευθείας αναφορά (με την μορφή της υπόθεσης) στην αδυναμία της ηγεσίας που, αρκετά χρόνια μετά, το ΚΚΕ χαρακτήρισε ως υπερτίμηση των αναμφισβήτητων νικών του σοσιαλισμού και υποτίμηση των κινδύνων της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης[15]. Λέει χαρακτηριστικά το αμερικάνικο ντοκουμέντο: «Οι Τσεχοσλοβάκοι πολύ πιθανό να συνειδητοποιούν απόλυτα τη φύση των μακρόπνοων στόχων μας, αλλά ίσως τώρα να αποκτήσαν αρκετή αυτοπεποίθηση, σε σχέση με τις μακρόπνοες προοπτικές του Κομμουνιστικού Μπλοκ, και να αναλάβουν το ρίσκο». Αφού αναγνωρίζεται ότι οι στόχοι των Τσεχοσλοβάκων σ’ αυτές τις διαπραγματεύσεις είναι «πιο μετριόφρονες» (έχουν να κάνουν με την αποδοχή - νομιμοποίηση της κυβέρνησής τους από την κοινή γνώμη και τις κρατικές αρχές των ΗΠΑ, την αύξηση του εξωτερικού τους εμπορίου, τον τεχνολογικό εξοπλισμό, κλπ.) το κείμενο που εξετάζουμε γίνεται ακόμα πιο αποκαλυπτικό στην ενότητα 3, που έχει τίτλο «Οι σκοποί των ΗΠΑ απέναντι στην Τσεχοσλοβακία - Η διαδικασία αλλαγών μέσα στην Τσεχοσλοβάκικη Σ.Δ.»:
«…ο βασικός στόχος της αμερικάνικης πολιτικής σχετικά με την Τσεχοσλοβακία, είναι να επιφέρει θεμελιακές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Εχοντας υπόψη το μικρό μέγεθος και τον ελεγχόμενο χαρακτήρα της τσεχοσλοβάκικης αγοράς, δεν ενδιαφερόμαστε πρωταρχικά για μια αύξηση του εμπορίου, και όσο ενδιαφερόμαστε, έχει πολύ λιγότερο σχέση με την οικονομική απ’ ό,τι με την πολιτική διάσταση, που βλέπει μέσα από το επαυξανόμενο εμπόριο να μειώνεται η τσεχοσλοβάκικη εξάρτηση από την ΕΣΣΔ και να επιδρά στο γενικό άνοιγμα της κοινωνίας. (Η επέκταση του τσεχοσλοβάκικου εμπορίου με τις ΗΠΑ, θα έκανε τους Τσεχοσλοβάκους πιο ευάλωτους στις πιέσεις των ΗΠΑ. Ο Καναδός υπουργός σημειώνει ότι οι Τσεχοσλοβάκοι φοβούνται την εχθρική δημοσιότητα στον καναδικό τύπο, λόγω της φανερά γρήγορης επίδρασης που έχει στην μείωση των πωλήσεων τσεχοσλοβάκικων προϊόντων, ειδικά των καταναλωτικών αγαθών). Το ίδιο ισχύει και στο πεδίο της πληροφόρησης όπου, αν και ενδιαφερόμαστε για τις πληροφορίες που μπορούμε να αποκτήσουμε μέσω τσεχοσλοβάκικων οδών σχετικά με τις σοβιετικές στρατιωτικές και πολιτικές προθέσεις, πρωταρχικά μας ενδιαφέρει η απόκτηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στο γενικό μας στόχο να επιφέρουμε μια θεμελιακή αλλαγή στην τσεχοσλοβάκικη κοινωνία». Αναγνωρίζοντας όμως τόσο το συμπαγή χαρακτήρα της εξουσίας στη χώρα αυτή, όσο και την αποφασιστική σημασία του σοβιετικού στρατού, στο κείμενο γίνεται μια πολύ μελετημένη πρόβλεψη («προφητική» θα ‘λεγε κανείς) για το μέλλον του σοσιαλιστικού συστήματος. Μια πρόβλεψη που κατά τη γνώμη μας σχετίζεται άμεσα, όχι μόνο με τα γεγονότα του ‘68 στην Τσεχοσλοβακία αλλά πολύ περισσότερο, με τα γεγονότα της δεκαετίας 1980-1990, που οδήγησαν στην ανατροπή του σοσιαλισμού στην Ευρώπη:
«…συνολική ανατροπή του καθεστώτος θα ήταν πιθανή μόνο μέσω ενός κατακλυσμού στο κέντρο εξουσίας, στη Μόσχα, μια ήδη απόμακρη προοπτική, που ξεμακραίνει ακόμα πιο πολύ με το πέρασμα του χρόνου και με τις υλικές κατακτήσεις και τις διπλωματικές επιτυχίες του σοβιετικού καθεστώτος. Με πρακτικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο υπάρχον τσεχοσλοβάκικο σύστημα πρέπει να προέλθει από το ίδιο το καθεστώς. Οι πρωταρχικές ενέργειες που απαιτούνται για μια τέτια αλλαγή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι 5:
1. Αλλαγές που θα έχουν τις ρίζες τους στον κόσμο, έξω από την Τσεχοσλοβακία, κύρια στην ΕΣΣΔ και στις ανένταχτες (σ. σ. στα δύο στρατόπεδα) χώρες…
2. Αλλαγές στη σύνθεση της ανώτερης τσεχοσλοβάκικης ηγεσίας…
3. Εσωτερικές τεχνολογικές και οργανωτικές εξελίξεις, που θα απαιτούσαν τροποποιήσεις στην πολιτική προς όφελος της αύξησης της παραγωγικότητας…
4. Το σοβαρότερο, μόνιμες τάσεις στην κοινή γνώμη που θα απαιτούν αλλαγές ή τροποποιήσεις της πολιτικής προς όφελος της διατήρησης πλήρους πολιτικού ελέγχου και υψηλής παραγωγικότητας, και
5. Αλλαγές ή τροποποιήσεις των πεποιθήσεων της ηγετικής ομάδας, ως αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης με άλλες ιδέες και αντιλήψεις… Ενα κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας αυτού του εγγράφου στηρίζεται στο ότι είναι δυνατόν κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου, μέσα από το παράδειγμα, την επιχειρηματολογία και τη συζήτηση να επηρεάσουμε τις αντιλήψεις ατόμων – μελών του απαραίτητου πυρήνα των αληθινών πιστών, που είναι η κινητήρια δύναμη οποιασδήποτε κοινωνίας και να αλλάξουμε αυτές τις αντιλήψεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση στην κατεύθυνση της ελαττωμένης πίστης στην παγκόσμια δυνατότητα εφαρμογής της λενινιστικής σκέψης ή προς την κατεύθυνση μιας βαθμιαίας αλλοίωσης του σημερινού της περιεχομένου» (…)
Εχοντας μεγάλη επίγνωση του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων, αλλά και ένα διαλεκτικό θα λέγαμε τρόπο ανάλυσης της κατάστασης[16], η δυνατότητα πραγματοποίησης των παραπάνω στόχων συσχετίζεται στο κείμενο και με το κατά πόσο επιτυχημένη θα είναι η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην ΕΣΣΔ και τα αδέσμευτα κράτη. Χωρίς να υποτιμούν τον καθοριστικό ρόλο της Σοβιετικής Ενωσης για την πορεία και τους προσανατολισμούς του σοσιαλιστικού συστήματος, δεν αποκλείουν την πιθανότητα «…επηρεασμού της ανάπτυξης της σκέψης μέσα στην ΕΣΣΔ, από την αντίθετη κατεύθυνση, λανσάροντας δηλαδή νέες ιδέες, πρώτα στην περιφέρεια του κομμουνιστικού συστήματος και αξιοποιώντας τις συνδέσεις μεταξύ των ηγετών του (Ανατολικού, σ. σ.) Μπλοκ να τις οδηγήσουμε στον τελικό τους, σοβιετικό στόχο. Παρόμοια, η επιτυχία ή η αποτυχία του κομμουνιστικού κινήματος στις περιοχές των αδεσμεύτων ή στις χώρες - συμμάχους των ΗΠΑ, που και αυτό σχετίζεται με επιμέρους πλευρές της πολιτικής των ΗΠΑ, θα είχαν μια άμεση επίδραση πάνω στις αντιλήψεις της τσεχοσλοβάκικης ηγετικής ομάδας και στο κατά πόσο αυτή θα παρέμενε προσκολλημένη στο μαρξιστικό δόγμα». Με άλλα λόγια το κείμενο, παραβλέποντας τα κλισέ της «λαϊκής» προπαγάνδας περί της «τα πάντα ποιούσας» Σοβιετικής Ενωσης και περί των «άμεσα εξαρτώμενων από τους Σοβιετικούς» Κομμουνιστικών Κομμάτων, αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα που έχει για τις ΗΠΑ, η κατάλληλη αξιοποίηση όλων των μορφών οπορτουνισμού που υποβόσκει ή προβάλλει ανοιχτά στα ΚΚ, όχι μόνο των σοσιαλιστικών χωρών, αλλά και των καπιταλιστικών.
(…) «Αυτές οι παράμετροι οδηγούν σε δύο συμπεράσματα για την αμερικάνικη πολιτική απέναντι στην Τσεχοσλοβακία: το πρώτο είναι ότι οποιαδήποτε πολιτική στηριγμένη στην αντίληψη της προαγωγής αλλαγών μέσω της εισαγωγής νέων ιδεών (αντεπανάστασης θα λέγαμε εμείς, σ.σ.) στην τσεχοσλοβάκικη κοινωνία (ακόμα και μια αύξηση του ενδιαφέροντος για καταναλωτικά αγαθά είναι μια ιδέα μ’ αυτήν την έννοια) είναι φανερό ότι, για να αποδώσει πραγματικά αποτελέσματα, απαιτεί μια μεγάλη χρονική διάρκεια - πιθανόν μιας γενιάς ή και περισσότερο, ακόμα και κάτω από συνθήκες πολύ πιο ευνοϊκές απ’ αυτές που επικρατούν τώρα.
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η κύρια προϋπόθεση για την εφαρμογή μια τέτιας πολιτικής είναι η «πρόσβαση» στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. «Πρόσβαση», εννοείται τόσο της τσεχοσλοβάκικης ηγετικής ομάδας, όσο και του ευρύτερου πληθυσμού στα πνευματικά αγαθά του αμερικάνικου τρόπου ζωής και του δυτικού πολιτισμού, μέσω εντύπων, ραδιοφώνου, ταινιών και προσωπικών επαφών, τόσο στην Τσεχοσλοβακία όσο και στις ΗΠΑ. Η πρόσβαση πρέπει να αφορά εξίσου τους υπηρεσιακούς παράγοντες των ΗΠΑ όσο και τους απλούς ιδιώτες, γιατί οι πρώτοι (οι υπηρεσιακοί παράγοντες, σ. σ.) είναι αυτοί που μπορούν να γίνουν το μεγάλης σημασίας δυναμικό για την άμεση επιρροή επί των κομμουνιστών ηγετών και, ακόμα πιο σημαντικό, για τον προσδιορισμό στόχων - προσώπων και ομάδων και για την επινόηση αποτελεσματικών μεθόδων και οχημάτων μετάδοσης νέων ιδεών. Πιστεύουμε ότι η απόκτηση πρόσβασης, με την έννοια που περιγράφτηκε, θα πρέπει να είναι ο κυρίαρχος σκοπός μας στις διαπραγματεύσεις με τους Τσεχοσλοβάκους. Παρά τις κάποιες εξαιρέσεις, αυτή η πρόσβαση μπορεί να παραχωρηθεί σε σημαντικό και αποδοτικό βαθμό μόνο από την ίδια την ηγετική ομάδα…».