Η 12η Ολομέλεια, παρά τις αντιφάσεις της, μπόρεσε να δει το κομματικό οργανωτικοπολιτικό πρόβλημα και ανάλογα να το αντιμετωπίσει. Συσπειρώθηκε αποφασιστικά στη βάση της αντιπαράθεσης με τις απόψεις στελεχών του ΚΚΕ που επιδίωκαν να γκρεμίσουν κάθε θεμέλιο της ύπαρξης του Κόμματος.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ιστορική σημασία της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ. Αφησε παρακαταθήκη ισχυρά κομμουνιστικά αντανακλαστικά, πολύ χρήσιμα στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ιδιαίτερα κατά την κρίση του 1989-1991.
Κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν διαφορετική η πορεία του ΚΚΕ, αν δεν είχε επέλθει η οριστική ρήξη στη 12η Ολομέλεια ή αν είχε κυριαρχήσει τότε η γνωστή αναθεωρητική ομάδα.
Με τη 12η Ολομέλεια το ΚΚΕ, αν και δεν αντιμετώπισε με ριζικό τρόπο τη σχέση του με την ΕΔΑ, όπως έκανε αργότερα, ωστόσο προχώρησε σε σημαντικά βήματα: Αλλαξε τη λαθεμένη θέση ότι η ΕΔΑ αποτελούσε ενιαίο κόμμα και επανήλθε στην αρχή της συγκρότησής της, σύμφωνα με την οποία η ΕΔΑ αποτελούσε συνασπισμό κομμάτων. Αποφάσισε ακόμα ότι δεν ήταν σκόπιμο να διατηρεί η ΕΔΑ οργανώσεις βάσης.
ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΑΝ
Το επονομαζόμενο «κομματικό οργανωτικοπολιτικό πρόβλημα» απασχόλησε τα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ πολύ καιρό πριν από το 1958, οπωσδήποτε μετά την 6η και την 7η Ολομέλεια της ΚΕ, το 1956 και το 1957 αντίστοιχα. Ο σχετικός προβληματισμός, ο οποίος κατέληξε στην απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1958, περιστρεφόταν στα εξής ζητήματα:
Πρώτο, διατυπωνόταν η άποψη ότι η νόμιμη δράση της ΕΔΑ παρείχε σημαντικές δυνατότητες για την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης, σε αντίθεση με το παράνομο ΚΚΕ.
Δεύτερο, τονιζόταν η χρησιμότητα να μετεξελιχθεί η ΕΔΑ σε μαρξιστικό - λενινιστικό κόμμα, αφού το πρόγραμμά της ταυτιζόταν με την άμεση επιδίωξη που είχε τότε το ΚΚΕ, την «εθνική δημοκρατική αλλαγή».
Τρίτο, συζητιόταν και η πιθανότητα να δημιουργηθεί άλλο κόμμα με τον ιδεολογικό χαρακτήρα του ΚΚΕ, που ωστόσο θα διαχωριζόταν από το ΚΚΕ και με δημόσια δήλωση, ενώ δε θα ονομαζόταν βεβαίως Κομμουνιστικό Κόμμα, προκειμένου, όπως ισχυρίζονταν, να γίνει πράξη η νομιμοποίηση του νέου κόμματος. Και αυτό επειδή οι ΗΠΑ και οι ντόπιες αστικές δυνάμεις δεν αποδέχονταν τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ.
Σε τελευταία ανάλυση, εκείνο που είχε εγκαταλειφθεί και ως σκέψη ήταν η δημιουργία γερών παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ και ο σχεδιασμός της πάλης για τη νομιμοποίησή του. Ταυτόχρονα εκτιμήθηκε ότι οι όποιες κομματικές οργανώσεις υπήρχαν, ήταν διαβρωμένες από τον εχθρό και κατά συνέπεια έπρεπε να διαλυθούν.
Αυτή η εκτίμηση, ακόμα και στην περίπτωση που ήταν βάσιμη, έπρεπε να συνοδεύεται από την απόφαση δημιουργίας νέων μη διαβρωμένων κομματικών οργανώσεων. Ωστόσο συνέβη το αντίθετο.
Η 8η Ολομέλεια της ΚΕ (1958) πήρε την εξής απόφαση, με την οποία διαλύονταν οι κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ, γεγονός που αποτελούσε θεμελιακό λάθος δεξιού οπορτουνιστικού χαρακτήρα:
«Ολοι οι κομμουνιστές και οι συμπαθούντες πρέπει να μπούνε στην ΕΔΑ για να δουλέψουν μέσα στις γραμμές της, για να τη μετατρέψουν σε μαζικό κόμμα, ικανό να οργανώσει τις δυνάμεις και να καθοδηγήσει τον αγώνα της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των άλλων εργαζομένων στρωμάτων. Δεν πρέπει να επιδιώξουνε να οργανωθούνε οι κομμουνιστές ιδιαίτερα μέσα στην ΕΔΑ…»1.
Με την παραπάνω απόφαση ακυρωνόταν κάθε στοιχείο αυτοτελούς ύπαρξης και δράσης του ΚΚΕ. Επισφραγιζόταν η πλήρης υποκατάστασή του από την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), ένα μη κομμουνιστικό κόμμα.
Σχετικά με το ίδιο ζήτημα η 8η Ολομέλεια αποφάσισε:
«…Για την επεξεργασία της πολιτικής του κόμματος, για την εξασφάλιση της σύνθεσης μέσω ενός περιορισμένου αριθμού δοκιμασμένων συντρόφων με τα κομματικά στελέχη που δουλεύουν στην ΕΔΑ με σκοπό τον ιδεολογικό και πολιτικό τους προσανατολισμό είναι ανάγκη το συντομότερο να ιδρυθεί στην Ελλάδα στενό κομματικά κέντρο, μ’ επικεφαλής κλιμάκιο της ΚΕ, που να διαθέτει τον απαραίτητο παράνομο τεχνικό μηχανισμό για να μπορεί να εκπληρώση τον καθοδηγητικό του ρόλο»2.
Επτά χρόνια αργότερα, η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του 1965 συζήτησε και πάλι «το κομματικό οργανωτικό πρόβλημα». Εκτίμησε ως ορθή την απόφαση του 1958 και επισήμανε τις σοβαρές αδυναμίες των κομματικών στηριγμάτων, την περιορισμένη τους έκταση και την υποτυπώδη λειτουργία τους. Γι’ αυτό, παίρνοντας υπόψη τις νέες συνθήκες, όπως έλεγε, αποφάσισε: «…να προσαρμόσουμε τη θέση μας […] που θα επισπεύσει και θα επιβάλλει τελικά την ντε γιούρε ή ντεφάκτο, νόμιμη ή μισονόμιμη ύπαρξη και λειτουργία οργανώσεων του ΚΚΕ και ολόκληρου του Κόμματος»3.
Επίσης:
«α) Τα κομματικά στηρίγματα, οι κομματικές ομάδες δηλαδή, να επεκταθούν και στις άλλες πόλεις, στις συνοικίες των μεγάλων πόλεων, σε βασικά εργοστάσια, σ’ όλους τους βασικούς τομείς και κρίκους της δουλειάς του Κόμματος. Τα μέλη των κομματικών ομάδων, όπως και τώρα, θα είναι ταυτόχρονα και μέλη της ΕΔΑ…»4.
Η παραπάνω απόφαση πάρθηκε σε σύγκρουση με τις απόψεις για τη μετεξέλιξη της ΕΔΑ σε μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, που συνέχιζαν να υπάρχουν και να υποστηρίζονται παρά τις ειλημμένες αποφάσεις. Τα στελέχη που δεν ήταν σύμφωνα, αντιτάχθηκαν στην επέκταση των κομματικών στηριγμάτων, ενώ διαφωνούσαν για τη δυνατότητα (και βεβαίως την ανάγκη) να επιβάλει το ΚΚΕ τη νομιμοποίησή του, ιδιαίτερα μετά το 1964 που οι συνθήκες το επέτρεπαν περισσότερο από άλλοτε. Ισχυρίζονταν ότι η προσπάθεια νομιμοποίησης του ΚΚΕ ήταν στόχος μαξιμαλιστικός αλλά και επικίνδυνος.
Η 8η Ολομέλεια του 1965, αν και επέμεινε στο θέμα της ντε φάκτο νομιμοποίησης του ΚΚΕ, δεν πήρε ταυτόχρονα και τα απαραίτητα μέτρα για ένα τόσο σοβαρό εγχείρημα. Το κυριότερο είναι ότι δεν αναθεώρησε την απόφαση του 1958 και δεν προχώρησε στην απόφαση δημιουργίας παράνομων κομματικών οργανώσεων. Η επέκταση των κομματικών στηριγμάτων σε καμία περίπτωση δεν απαντούσε στο πρόβλημα, ενώ ακόμα και αυτή υπονομεύτηκε στην πράξη από καθοδηγητικά στελέχη του Κόμματος που είτε δούλευαν στην ΕΔΑ είτε δρούσαν μόνο στο πλαίσιο του ΚΚΕ.
Είναι χαρακτηριστικό ως προς το τελευταίο ότι η 10η Ολομέλεια της ΚΕ (25 Δεκεμβρίου 1966 - 24 Ιανουαρίου 1967) διαπίστωσε ότι:
«…την περίοδο μετά την 8η Ολομέλεια δημιουργήθηκαν σοβαρές πρόσθετες δυσκολίες στη δουλειά της Γραμματείας, του ΠΓ και της ΚΕ. Δύο μέλη του ΠΓ, που ήταν μέλη και της Γραμματείας, καθώς και δύο τακτικά και ένα αναπληρωματικό μέλος τις ΚΕ, που είτε είχαν διαφωνήσει είτε είχαν διατυπώσει επιφυλάξεις, είτε είχαν συγχύσεις πάνω στην απόφαση τις 8ης Ολομέλειας […] διατύπωσαν λαθεμένες απόψεις πάνω σε ορισμένες πλευρές τις τακτικής και σε κομματικά ζητήματα, δεν πάλαιψαν ικανοποιητικά για την εφαρμογή της στη ζωή. Παρόμοιο διαφορισμό διαπίστωσε η Ολομέλεια και στη στάση των συντρόφων απέναντι στην απόφαση της Ολομέλειας» […] «Η Ολομέλεια θεωρεί ότι οι σύντροφοι […] έχουν σοβαρές ευθύνες»5.
Επίσης η 10η Ολομέλεια υπογράμμισε:
«Πρέπει να γίνεται συνεχής πάλη ενάντια σε κάθε μορφή αντιπαράθεσης του τμήματος εξωτερικού με τα τμήματα εσωτερικού της ΚΕ, των στελεχών και των μελών του κόμματος στο εσωτερικό με τα στελέχη και τα μέλη του κόμματος στο εξωτερικό»6.
Είχε οξυνθεί η αντιπαράθεση που πυροδοτούσαν στελέχη του ΚΚΕ, κάνοντας τον προβοκατόρικο διαχωρισμό ανάμεσα στους κομμουνιστές του «εξωτερικού» και στους άλλους του «εσωτερικού», που αργότερα εκφράστηκε με το χαρακτηρισμό με τον οποίο αποκαλούσαν το Κόμμα μας: «ΚΚΕ εξωτερικού». Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, ξενοκίνητο. Ετσι, τροφοδότησαν την από χρόνια αντικομμουνιστική προπαγάνδα ότι επί της ουσίας το ΚΚΕ δεν έχει θέση στην ελληνική κοινωνία, ότι είναι όργανο δυνάμεων που επιβουλεύονται τα συμφέροντα του ελληνικού λαού.
Στο χρονικό διάστημα που πραγματοποιήθηκε η 10η Ολομέλεια επρόκειτο να πραγματοποιηθεί το 3ο Συνέδριο της ΕΔΑ, το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Και πολύ σωστά, όπως θα φανεί παρακάτω.
Δύο μήνες μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας συνήλθε η 11η Ολομέλεια της ΚΕ (27 - 30 Ιουνίου 1967).
Η 11η Ολομέλεια, αν και δεν κατέγραψε αντικειμενικά την εσωκομματική διαπάλη που υπήρχε στην ΚΕ και στο ΠΓ και που είχε εκδηλωθεί με οξύτητα στην προηγούμενη 10η Ολομέλεια, ωστόσο πήρε μία πολύ σημαντική απόφαση, έστω κάτω από το βάρος των εξελίξεων στην Ελλάδα και των τετελεσμένων που δημιουργούσε το γεγονός ότι τέθηκαν εκτός νόμου όλα τα κόμματα, φυσικά και η ΕΔΑ. Συγκεκριμένα:
«8. Η Ολομέλεια θεωρεί ότι άμεσο και πρωταρχικό καθήκον του Κόμματός μας είναι η αυτοτελής οργάνωση των κομμουνιστών σε οργανώσεις του ΚΚΕ πάνω στις αρχές της συνωμοτικότητας, της επαγρύπνησης και της αυστηρής αποκέντρωσης. Ολοι οι κομμουνιστές πρέπει να οργανωθούν στις παράνομες οργανώσεις του. Ζωτική ανάγκη για το κόμμα είναι η στρατολογία νέων μελών, ιδιαίτερα από τη νεολαία»7.
Παρά την απόφαση αυτή, η κατάσταση στο καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος δεν επέτρεπε να οδηγηθούν τα πράγματα σε δημιουργικό συμβιβασμό των δύο πλευρών, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και πάλι στην πορεία, ενώ κορυφώθηκε λίγο αργότερα.
Η 12η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Η 12η Ολομέλεια της ΚΕ πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο που είχε οξυνθεί η κρίση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Ενα βασικό χαρακτηριστικό της ήταν η ανοικτή πια τριχοτόμησή του: Σοβιετική Ενωση - Κίνα και Αλβανία - «ευρωκομμουνιστικό» ρεύμα, όπως ονομάστηκε αργότερα.
Παράλληλα, στην Τσεχοσλοβακία είχαν αποκτήσει υπεροχή στο ΚΚ και στο κράτος οι αναθεωρητικές δυνάμεις που ήταν φορείς της λεγόμενης «Ανοιξης της Πράγας». Και στο Ιταλικό ΚΚ ωρίμαζε η ιδέα ενός «νέου συνασπισμού εξουσίας»8 για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό του αστικού κράτους από τα «μέσα», όπως διατυπώθηκε σαφέστατα ένα χρόνο αργότερα (1969) στο 12ο Συνέδριο του ΙΚΚ. Πέντε χρόνια πριν, το 1964, ο Παλμίρο Τολιάττι είχε διατυπώσει τη θεωρία του «πολυκεντρισμού» στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.
Ταυτόχρονα, μετά την εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας (1967 - 1974) στην Ελλάδα, οξύνθηκε και στο ΚΚΕ η κρίση που υπέβοσκε πριν από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Στην πραγματικότητα η κορύφωση αυτής της κρίσης «επικυρώθηκε» στη 12η Ολομέλεια.
Η 12η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη. Συζήτησε δύο θέματα: 1) Την κατάσταση στην Ελλάδα και τα καθήκοντα του ΚΚΕ. 2) Οργανωτικά ζητήματα.
Στην Ολομέλεια πήραν μέρος 20 τακτικά, 14 αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ και 3 μέλη της Εξελεγκτικής Επιτροπής. Πήραν επίσης μέρος, με δικαίωμα ομιλίας και συμβουλευτικής ψήφου, 41 στελέχη του ΚΚΕ, τα περισσότερα εκλεγμένα από τις κομματικές οργανώσεις του Κόμματος στην καπιταλιστική και σοσιαλιστική Ευρώπη για να συμμετάσχουν στη 12η Ολομέλεια. Δε συμμετείχαν τα μέλη της ΚΕ και της ΚΕΕ που ήταν στην Ελλάδα και βρίσκονταν στη φυλακή, στην εξορία ή στην παρανομία.
Από την πρώτη στιγμή των εργασιών της Ολομέλειας ήταν φανερό ότι το καθοδηγητικό όργανο είχε διασπαστεί. Η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε βασικά στο δεύτερο θέμα, με το οποίο το ΠΓ εισηγήθηκε την καθαίρεση τριών μελών του (των M. Παρτσαλίδη, Ζ. Ζωγράφου και Π. Δημητρίου). Για τον Παρτσαλίδη η πρόταση προέβλεπε και τον αποκλεισμό του από τις συνεδριάσεις της ΚΕ και από κάθε υπεύθυνη κομματική δουλειά, μέχρι να αποφάσιζε το πρώτο αντιπροσωπευτικό σώμα που θα συνερχόταν. Η παραπάνω πρόταση υπερψηφίστηκε κατά πλειοψηφία.
Επίσης υπερψηφίστηκε η εξής πρόταση:
«Δεύτερο, κατά την φραξιονιστική επίθεση εναντίον της ΚΕ αποκαλύφθηκε η χρησιμοποίηση εν αγνοία του Πολιτικού Γραφείου και για φραξιονιστικούς σκοπούς εγγράφων από τα απόρρητα αρχεία του Κόμματος, ενέργεια κομματικά απαράδεκτη και επικίνδυνη για το Κόμμα. Πρέπει γι’ αυτό το Πολιτικό Γραφείο μετά από έρευνα που θα κάνει να φέρει σχετικό πόρισμα στην ΚΕ για όποιον αποκαλυφθεί ότι ευθύνεται και να αφαιρεθεί από αυτόν κάθε υπεύθυνη κομματική δουλειά ωσότου αποφασίσει για το πόρισμα η ΚΕ.
Τρίτο: Η ΚΕ καλεί τους συντρόφους: Λεωνίδα Τζεφρώνη, Μ. Βατουσιανό, Σταύρο Καρρά και Μιχάλη Τσάντη, αναλογιζόμενοι τις σοβαρές ευθύνες τους, να πειθαρχήσουν και να εφαρμόσουν στη ζωή μαζί με ολόκληρη την ΚΕ τις αποφάσεις του Κόμματος»9.
Η απόφαση στηριζόταν σε πληθώρα γεγονότων φραξιονιστικής δραστηριότητας. Σημείωνε, για παράδειγμα, η εισήγηση του ΠΓ προς την Ολομέλεια:
«Στην πάλη του για την οικοδόμηση, το Κόμμα πρέπει να αντιμετωπίσει και υπερνικήσει λαθεμένες αντιλήψεις και την υπονομευτική δράση ορισμένων, μικροαστικής βασικά προέλευσης, που χωρίς ν’ ανήκουν σε καμιά οργάνωση του ΚΚΕ, όπως συμβαίνει με μερικούς απ’ αυτούς που κατέφυγαν στο εξωτερικό μετά το πραξικόπημα, οι οποίοι, διατηρώντας αντικανονικά συνδέσεις με ορισμένους που έχουν τις ίδιες αντιλήψεις στο εσωτερικό σαν τον Ζαχαρέα, διατυπώνουν στα καφενεία απόψεις μηδενιστικές, λικβινταριστικές […] Εχουν διαμορφωμένη δική τους γραμμή αντίθετη με τη γραμμή του Κόμματος. Καταργούν στην πράξη τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και τις κομματικές αρχές γενικότερα […] Η υποτίμηση των αρχών και του ρόλου του Κόμματος της εργατικής τάξης, έχει σχέση με τις συγχύσεις που υπάρχουν γενικότερα γύρω από το ρόλο της εργατικής τάξης, με τις απόψεις που υποτιμούν ή αρνούνται τον ηγετικό της ρόλο και υπερτιμούν το ρόλο των διανοουμένων. Ξαναζεσταίνονται έτσι οι παλιές απόψεις του λικβινταρισμού που ακούστηκαν πριν σαράντα χρόνια στο Κόμμα»10.
Ειδικά για το Μήτσο Παρτσαλίδη, που καταδείχθηκε ως επικεφαλής της φραξιονιστικής ομάδας, αναφέρθηκε:
«Ο σ. Μ. Π. στη Δυτική Ευρώπη πρόβαλε στελέχη που είχαν απόψεις αντίθετες με τη γραμμή και τις αρχές του Κόμματος, που κρατούν αυθαίρετα δικές τους συνδέσεις με το εσωτερικό, εκθέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο την παράνομη δουλειά (Δραγούμης), που πρωτοστατούν σε διασπαστική φραξιονιστική δουλειά στο Λονδίνο και στο Παρίσι κατά του ΚΚΕ και της ΕΔΑ (Δραγούμης, Φ. Ηλιού), που οργάνωσαν Διασπαστική Διάσκεψη της ΕΔΑ στο Παρίσι (Φ. Ηλιού κ.ά.) και στέλνουν φραξιονιστικά γράμματα προς διάφορες κατευθύνσεις»11.
Εξάλλου, το πώς εννοούσαν τη συλλογική δημοκρατική λειτουργία, υπέρ της οποίας τάσσονταν στα λόγια, το δείχνει ένα ακόμα παράδειγμα, αυτό του Ζήση Ζωγράφου, μέλους του ΠΓ, το οποίο καταγγέλθηκε στη 12η Ολομέλεια:
«Πήγε στη Συνεδρίαση του Συμβουλίου της Παγκόσμιας Αντίστασης και έγινε μέλος του Συμβουλίου χωρίς καν να ειδοποιήσει το ΠΓ»12!
Μεγάλο μέρος της φραξιονιστικής δραστηριότητας, που τότε την αρνούνταν, το ομολόγησαν αργότερα οι ίδιοι. Εγραψε ο Τ. Μπενάς, μέλος της ΚΕ μέχρι και τη 12η Ολομέλεια:
«Παραμένει σημαδιακό το γεγονός ότι στα τέλη του 1966 αντί να γίνει το προετοιμασμένο και καταστατικά υποχρεωτικό Γ΄ Συνέδριο της ΕΔΑ, συνήλθε -αντί τούτου!– η γνωστή Δέκατη ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι […] Ομως τα μέχρι σήμερα άγνωστα πολιτικά στοιχεία αυτού του Συνεδρίου, που δεν έγινε ποτέ, αποτελούν τον κυριότερο λόγο της ματαίωσής του. Διότι από το σύνολο αυτών των στοιχείων, μέσα από τη μελέτη των διασωθέντων Αρχείων της προδικτατορικής ΕΔΑ, προκύπτει με αναμφισβήτητο τρόπο ότι αν αφήνονταν να γίνει αυτό το Συνέδριο, με όσα συγκροτούσαν την έτοιμη πολιτική του προετοιμασία, τότε ασφαλώς η ηγεσία Κολιγιάννη θα είχε παραδεχτεί την οριστική της ήττα»13.
Είναι φανερό λοιπόν ότι ουσία του θέματος ήταν η επί χρόνια εδραιωμένη πεποίθηση και επιδίωξη να διαλυθεί το ΚΚΕ. Αυτή την επιδίωξη εξυπηρετούσε το γεγονός ότι η ΕΔΑ είχε μετατραπεί σε ενιαίο κόμμα.
Σε αυτή την επιδίωξη ήταν προσαρμοσμένη και η τακτική τους: Να βάλλεται στην πράξη, όχι όμως και στα λόγια, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Και η δήθεν αποδοχή του να συνοδεύεται με την υπογράμμιση της ανάγκης διεύρυνσης της δημοκρατικής εσωκομματικής λειτουργίας.
Ηταν φυσικό. Ποτέ δεν αντιμετωπίζει ο οπορτουνισμός την ανάγκη -όποτε αυτή υπάρχει- βελτίωσης της δημοκρατικής λειτουργίας, στο πλαίσιο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, της μόνης αρχής που ενισχύει τη συλλογικότητα στο Κομμουνιστικό Κόμμα, δηλαδή εκφράζει και την ουσιαστική δημοκρατία.
Αμέσως μετά την Ολομέλεια τα στελέχη που αποχώρησαν κατέλαβαν τον ρ/φ Σταθμό «η φωνή της αλήθειας» στο Βουκουρέστι και μετέδωσαν το μήνυμά τους. Στη συνέχεια έκλεψαν μεγάλο μέρος του Αρχείου του ΚΚΕ. Και ενώ μέχρι τότε υποβάθμιζαν έως και εξαφάνιζαν το ΚΚΕ υπέρ της ΕΔΑ, μετά τη 12η Ολομέλεια εγκατέλειψαν την ΕΔΑ και ίδρυσαν το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού».
Εχει σημασία να δει καθένας την τακτική που ακολούθησε η αναθεωρητική ομάδα στις εργασίες της 12ης Ολομέλειας. Κατά βάση η τακτική της είχε ως περιεχόμενο τα εξής στοιχεία:
1. Οχι μόνο άρνηση ότι αναπτύσσουν φραξιονιστική δραστηριότητα, αλλά και επίθεση στην πλειοψηφία του ΠΓ και της ΚΕ ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οτι δεν ήταν εκείνοι που ανέπτυσσαν φραξιονιστική δραστηριότητα, αλλά οι άλλοι! Είπε, για παράδειγμα, ο Λεωνίδας Τζεφρώνης:
«Ο εισηγητής είπε ότι στην Ολομέλεια αποκαλύφθηκε η οργανωμένη φραξιονιστική επίθεση μιας ομάδας. Σύντροφοι, το αντίθετο αποδείχτηκε. Αποδείχτηκε από την πρώτη στιγμή […] ότι πρόκειται για μία οργανωμένη συνωμοσία σε βάρος μελών του ΠΓ και της ΚΕ, η οποία σκαρώθηκε από ένα φραξιονιστικό διευθυντήριο πάνω από το ΠΓ, που υποκατέστησε το ΠΓ»14!!!
Αλλο παράδειγμα αποτελεί το σχετικό απόσπασμα από την ομιλία του Σταύρου Καρρά:
«…Αναφέρθηκαν εδώ γεγονότα που θα πρέπει σε όλους μας να θέτουν σοβαρά ερωτήματα από πού προέρχεται και από ποιους διεξάγονταν συστηματική φραξιονιστική δουλιά επί πολλούς μήνες»15!
Είχε προηγηθεί και των δύο ο Ζήσης Ζωγράφος:
«…θα δοθεί ο καιρός προκειμένου τα μέλη του Κόμματος να πληροφορηθούν ολόκληρη την αλήθεια και το ποιος ενήργησε φραξιονιστικά και φατριαστικά, χρησιμοποιώντας το μηχανισμό του Κόμματος, τα αρχεία και τους ανθρώπους του…»16!
Βεβαίως, παραγνώριζαν συνειδητά όσα υπογραμμίστηκαν στη 12η Ολομέλεια σχετικά με το εξής θέμα: Οτι είχαν κάθε δικαίωμα να διατυπώνουν τις απόψεις τους. Αλλά και ότι ταυτόχρονα κανένα μέλος της ΚΕ δεν είχε το δικαίωμα να εφαρμόζει στην πράξη άλλη πολιτική και οργανωτική γραμμή, διαφορετική από αυτή που αποτυπωνόταν στις αποφάσεις της ΚΕ. Το ΠΓ στο κλείσιμο του α΄ θέματος για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα επισήμαινε:
«Αλλά θέλω να επαναλάβω σύντροφοι αυτό που είπα και πρωτύτερα: Δεν κατηγορούσε το Κόμμα κανέναν για οποιαδήποτε γνώμη κι αν είπε. Γιατί αρκετά στελέχη είπανε το ένα, είπανε το άλλο κλπ. Μετά όμως που η ΚΕ κατέληξε σε μια ορισμένη απόφαση, εφαρμόζουν την απόφαση […] Τον σ. Παρτσαλίδη, όπως και τον σ. Δημητρίου, τους κριτίκαρε το Κόμμα, όχι γιατί διατύπωσαν στην αρχή την οποιαδήποτε άποψή τους, αλλά γιατί δεν έκανε ό,τι μπορούσε για την εφαρμογή της απόφασης που πήρε η 8η Ολομέλεια και γιατί αντίθετα έκανε ό,τι μπορούσε για να την ανατρέψει»17.
2. Σημαντικό στοιχείο της τακτικής, που ακολούθησε στη 12η Ολομέλεια η αναθεωρητική ομάδα, ήταν και το πώς έθεσε το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ενωσης (ΚΚΣΕ).
Από το ΠΓ γνωστοποιήθηκε και διαβάστηκε στους παρευρισκόμενους στην Ολομέλεια γράμμα της ΚΕ του ΚΚΣΕ προς το ΠΓ του ΚΚΕ, με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1968. Το γράμμα ήταν η απάντηση στα γράμματα που ο Μήτσος Παρτσαλίδης, μέλος του ΠΓ, είχε στείλει προς την καθοδήγηση του ΚΚΣΕ. Το περιεχόμενο του γράμματος είναι το ακόλουθο:
«Αγαπητοί σύντροφοι,
Μελετήσαμε προσεχτικά τα γράμματα του σ. Παρτσαλίδη προς την ΚΕ του ΚΚΣΕ από 10 Νοέμβρη 1967 και 18 Γενάρη 1968. Θεωρώντας ότι τα προβλήματα που θίγονται από τον σ. Παρτσαλίδη είναι αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση του κόμματός σας, η ΚΕ του ΚΚΣΕ δεν βλέπει την ανάγκη να αναλύσει την ιδιαίτερή του θέση πάνω στα οργανωτικά ζητήματα, για τα οποία έχει ήδη δοθεί συλλογικά εκτίμηση στις ολομέλειες της ΚΕ του ΚΚΕ. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν θεωρούμε σκόπιμο να δεχτούμε τον σ. Παρτσαλίδη για συζήτηση στην ΚΕ του ΚΚΣΕ.
Οπως καλά ξέρετε κατά τις επανειλημμένες φιλικές συναντήσεις ανάμεσα σε αντιπροσώπους των κομμάτων μας, που πάντα διεξάγονταν σε ατμόσφαιρα ειλικρινούς αλληλοκατανόησης και ενεργότητας, η ΚΕ του ΚΚΣΕ σταθερά εκφράζονταν υπέρ της πολιτικής και ταχτικής που επεξεργάστηκε η ΚΕ του ΚΚΕ. Εξέφραζε την αδελφική αλληλεγγύη προς τον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό και την πρωτοπορεία του το ΚΚΕ. Διεκήρυσσε την πλήρη υποστήριξη του δίκαιου αγώνα σας για τα ζωτικά συμφέροντα των εργαζομένων της χώρας σας.
Καθοδηγούμενοι από τις σχέσεις ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης, που έχουν διαμορφωθεί ανάμεσα στα κόμματά μας, ανταλλάσσαμε, κατά παράκληση των ελλήνων συντρόφων , γνώμες και σε ζητήματα που συζητήθηκαν στην 8η και στη 10η Ολομέλειες της ΚΕ του ΚΚΕ. Κατά τη γνώμη μας η ζωή επιβεβαίωσε την ορθότητα της πολιτικής γραμμής που επεξεργάστηκε το κόμμα σας στην 8η και 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Αυτό ιδιαίτερα καθαρά φαίνεται τώρα στο φως των τελευταίων τραγικών γεγονότων στην Ελλάδα που προκλήθηκαν με την εγκαθίδρυση στη χώρα στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας. Τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνουν πόσο σπουδαίο είναι να έχετε στη χώρα σας γερές κομματικές οργανώσεις.
Στις συνθήκες αυτές θεωρούμε απόλυτα σωστή τη γραμμή της καθοδήγησης του κόμματός σας για τη συνένωση σε κοινό μέτωπο όλων των δημοκρατικών αντιδιχτατορικών δυνάμεων, το ολόπλευρο δυνάμωμα της σύνδεσης με το παράνομο κίνημα και το αποφασιστικό ανέβασμα όλης της οργανωτικής δουλιάς του κόμματος για την εφαρμογή στη ζωή των αποφάσεων που πάρθηκαν.
Στο δύσκολο και πεισματώδη αγώνα σας για λεύτερη και δημοκρατική Ελλάδα, αγαπητοί σύντροφοι, μπορείτε πάντα να υπολογίζετε στην αδελφική αλληλεγγύη και βοήθεια από την πλευρά του ΚΚΣΕ και του σοβιετικού λαού»18.
Η ουσία της τακτικής της οπορτουνιστικής ομάδας λοιπόν, ως προς αυτό, συνίστατο στα εξής: Πρώτο, απευθύνονταν με γράμματα στην ΚΕ του ΚΚΣΕ ζητώντας να γίνουν αποδεκτές από το ΚΚΣΕ οι δικές τους απόψεις για την πολιτική του ΚΚΕ, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τυχόν αρεστή στους ίδιους εκτίμηση του ΚΚΣΕ εναντίον της πλειοψηφίας του ΠΓ και της ΚΕ. Ο Μ. Παρτσαλίδης μάλιστα έστειλε στο ΚΚΣΕ κλειστό γράμμα, δίχως να ενημερώσει το ΠΓ για το περιεχόμενό του.
Δεύτερο, όταν το ΚΚΣΕ έδωσε απάντηση στο ΠΓ για τα γράμματα, τότε απηύθυναν την κατηγορία της επέμβασης του ΚΚΣΕ στα εσωτερικά του ΚΚΕ!
Ακριβώς εδώ βρισκόταν και ο χαρακτήρας της πρακτικής τους: Σύμφωνη γνώμη του ΚΚΣΕ με τις απόψεις τους, θα ήταν συμβατή με τον χαρακτήρα των σχέσεων που έπρεπε να υπάρχουν ανάμεσα στα ΚΚ. Από τη στιγμή που αυτό δεν συνέβη, αλλά συμφώνησε και το ΚΚΣΕ, ότι δεν μπορούσε ούτε και ήταν σωστό να μετεξελιχθεί η ΕΔΑ σε μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, τότε αυτό συνιστούσε επέμβαση του ΚΚΣΕ στα εσωτερικά του ΚΚΕ.
3. Στοιχείο της ίδιας οπορτουνιστικής τακτικής ήταν και το βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιούσε η ομάδα, αξιοποιώντας το γεγονός ότι είχε με το μέρος της την πλειοψηφία του κλιμακίου της ΚΕ που δρούσε στην Ελλάδα: Οτι εκείνοι που ζούσαν μέσα στην Ελλάδα ήταν καλύτεροι γνώστες της πολιτικής κατάστασης, σε αντίθεση με εκείνους που καθοδηγούσαν όντας εκτός Ελλάδας. Αρα οι πρώτοι είχαν και τον πρώτο λόγο για το ποια έπρεπε να είναι η τακτική του ΚΚΕ και της ΕΔΑ στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, είχαν τον πρώτο λόγο, όπως έλεγαν, στο να εφαρμόζουν δημιουργικά(!) τις αποφάσεις των καθοδηγητικών οργάνων.
Αυτός ο ισχυρισμός ήταν και πάλι χαρακτηριστικός της τακτικής τους. Γιατί:
Ενώ ήταν σωστό ότι το καθοδηγητικό κέντρο του Κόμματος θα έπρεπε να βρίσκεται στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή ήταν από τους πρώτους που αρνούνταν επί χρόνια την ανάγκη της ύπαρξης γερών κομματικών οργανώσεων και υπονόμευαν την απόφαση για την ντε φάκτο νομιμοποίηση του ΚΚΕ.
Από την άλλη: Πόσο ήταν σε θέση η οπορτουνιστική ομάδα που δρούσε στην Ελλάδα να εκτιμήσει ρεαλιστικά τα γεγονότα και να χαράξει ταξικά συνεπή πολιτική, αν και βρίσκονταν στην Ελλάδα, φαίνεται από πολλά παραδείγματα, παλιότερα και μεταγενέστερα. Αναφέρονται εδώ ορισμένα, από πολλά παρόμοια:
Πρώτο: Εκτιμούσε ότι δε θα επιβαλλόταν στρατιωτική δικτατορία. Χαρακτηριστικό ήταν το κύριο άρθρο της «Αυγής», που τυπώθηκε τη νύχτα της 20ης προς 21η Απριλίου 1967, με τον τίτλο «Γιατί δεν θα γίνει δικτατορία»! Αποτέλεσμα αυτής της εκτίμησης ήταν και το ότι δεν οργανώθηκε στοιχειώδης αντίσταση κατά των πραξικοπηματιών. Ούτε πάρθηκε και το παραμικρό μέτρο για να μην πιαστούν στον ύπνο και συλληφθούν χιλιάδες αγωνιστές. Ούτε, βεβαίως, για να πάρουν σειρά στελεχών μέτρα προφύλαξης και παράνομης δράσης (γιάφκες, τυπογραφεία, περιφρουρημένα στελέχη κ.ά.), αν και υπήρχαν προειδοποιήσεις από την ηγεσία του Κόμματος. Η ευθύνη βεβαίως για τα παραπάνω δε βαρύνει μόνο την οπορτουνιστική ομάδα στην Ελλάδα αλλά και την καθοδήγηση του ΚΚΕ. Σημειώνεται όμως, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι «γνώριζαν» καλύτερα την κατάσταση!…
Δεύτερο: Κατά τη διάρκεια της δίκης στην Αθήνα των Δρακόπουλου-Παρτσαλίδη, στις αρχές του 1973, τα δύο ηγετικά στελέχη του «ΚΚΕ εσωτερικού» είπαν στις απολογίες τους ότι ο στόχος της πάλης του «ΚΚΕ εσωτερικού» ήταν η ανατροπή της δικτατορίας και η επαναφορά του Συντάγματος του 1952, που όριζε ως πολίτευμα της Ελλάδας τη βασιλευόμενη δημοκρατία. Αυτό, πέρα από τον αναθεωρητισμό του νέου οπορτουνιστικού σχήματος, έδειχνε και ότι δεν είχε αντιληφθεί τίποτα από τις αντιθέσεις που συνέχιζαν να υπάρχουν και να οξύνονται ανάμεσα στα κέντρα του αστικού πολιτικού συστήματος.
Τρίτο: Οταν το 1973 η δικτατορία προσπάθησε να μεταμφιεστεί και εξήγγειλε το λεγόμενο «πείραμα εκδημοκρατισμού» με τη συγκρότηση της κυβέρνησης Μαρκεζίνη, η ηγεσία του «ΚΚΕ εσωτερικού» τοποθετήθηκε υπέρ της συμμετοχής στις εκλογές που θα έκανε η κυβέρνηση Μαρκεζίνη, που σήμαινε εξ αντικειμένου νομιμοποίηση της δικτατορίας. Και ταυτόχρονα κατήγγειλε το Χ. Φλωράκη που είπε το γνωστό «τι μπρόκολα, τι λάχανα», απορρίπτοντας κάθε σκέψη για συμμετοχή σε αυτές τις εκλογές.
Τέταρτο: Αλλά και μετά την κατάρρευση της δικτατορίας το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού» χάραξε την πολιτική της Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας (ΕΑΔΕ), μία στρατηγική συμμαχίας με τα αστικά κόμματα και με πολιτικό περιεχόμενο τη «θωράκιση της δημοκρατίας»(!), την ίδια ώρα που τα αστικά κόμματα επιτίθεντο κατά των λαϊκών στρωμάτων και η κυβέρνηση Καραμανλή προετοίμαζε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ.
Ολα τα προηγούμενα επιβεβαιώνουν ότι, αν και έχει σημασία ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο βρίσκεται η καθοδήγηση, το κύριο είναι να χαράζει το Κόμμα σωστή στρατηγική, στηριγμένο σε γερές κομματικές οργανώσεις μέσα στη χώρα (ο Λένιν ζούσε επί χρόνια έξω από τη Ρωσία).