Το καθένα από τα τρία βιβλία του «Κεφαλαίου» βασίζεται στην ίδια αρχή, στην άνοδο από το απλό στο σύνθετο, από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.
Εξετάζοντας στο πρώτο Βιβλίο, το προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής, σαν τέτιο, και παραμερίζοντας προσωρινά όλα τα γεγονότα, που μπορούν να το περιπλέξουν, ο Μαρξ καταπιάνεται με το πρωταρχικό, το αποφασιστικό ζήτημα σε όλη του τη μελέτη. Εδώ στο προτσές της παραγωγής, βρίσκεται όλη η ουσία του αστικού κοινωνικού σχηματισμού, που η ερμηνεία του είναι το κλειδί, για όλο το υπόλοιπο. Η αναλυτική μέθοδος απαιτεί ακριβώς, αυτή η ουσία να βγει από την όλη περιπλοκή με την ανάλυση, να έλθει στο φως στην πιο καθαρή και αφηρημένη μορφή της, και αυτό για να μπορεί να αποδείξει σε συνέχεια ότι όλο το υπόλοιπο, όσο σύνθετη και συγκεκριμένη και αν είναι η μορφή του, ακόμα και αν αντιφάσκει σε αυτή την ουσία, δεν είναι παρά η εκδήλωση και η έκφραση αυτής της τελευταίας. Ο Μαρξ αρχίζει τη μελέτη της καπιταλιστικής παραγωγής με την αξία, επειδή χωρίς αυτή δεν μπορεί να κατανοηθεί το κύριο αντικείμενο της μελέτης: η υπεραξία. Πράγματι, η τελευταία αυτή δεν είναι τίποτα άλλο από την εξέλιξη της αξίας σε ορισμένες ιστορικές συνθήκες, όπου η εργατική δύναμη γίνεται εμπόρευμα και όπου τα μέσα παραγωγής αποχωρίζονται από τον παραγωγό.
Από την αξία ο Μαρξ περνά σε κάτι το πιο συγκεκριμένο, την υπεραξία, αναλύοντας μια σειρά από ενδιάμεσους κρίκους (εξέλιξη των μορφών της αξίας, εμφάνιση του χρήματος, αύξουσα περιπλοκή των λειτουργιών του χρήματος κλπ.). Η ίδια η υπεραξία είναι μια αφαίρεση σε σχέση με τις πιο συγκεκριμένες μορφές, όπως το κέρδος και οι διάφορες ιδιαίτερες μορφές του (βιομηχανικό κέρδος, εμπορικό κέρδος, γαιοπρόσοδος κλπ.). Ομως, η υπεραξία είναι μια οικονομική κατηγορία που εκφράζει σχέσεις ασύγκριτα πιο συγκεκριμένες από την κατηγορία της αξίας. Η τελευταία δεν περιέχει ακόμα τίποτα το ειδικά κεφαλαιοκρατικό, αν και είναι η ιστορική προϋπόθεση και, κατά συνέπεια, λογική της ανάλυσης της υπεραξίας. Οσο για την κατηγορία της υπεραξίας, αυτή ακριβώς την ποιοτική ιδιαιτερότητα, τον ειδικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τη βαθύτερη ουσία της, αυτή είναι ασύγκριτα πιο συγκεκριμένη από την αξία. Ετσι και αλλιώς, είναι ταυτόχρονα «πιο γενική» και «πιο αφηρημένη» από το κέρδος, το χρηματικό κεφάλαιο, τη γαιοπρόσοδο κλπ. Ετσι, ο Μαρξ την ερευνά πριν από αυτές τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Επίσης αυτός ο «αφηρημένος χαρακτήρας», δηλαδή το γεγονός ότι η υπεραξία εκφράζει τις καπιταλιστικές σχέσεις στην πιο καθαρή μορφή τους, τη λιγότερο αλλοιωμένη, βοηθά ώστε να αδράξει την ουσία του καπιταλισμού, το θεμελιακό του οικονομικό νόμο, με χίλιες φορές περισσότερη ακρίβεια και πιο βαθειά από τις πιο «συγκεκριμένες» κατηγορίες όπως, λόγου χάρη, το κέρδος, η τιμή παραγωγής κλπ.
Η υπεραξία, υπογραμμίζει ο Μαρξ, απογυμνώνει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Στο συγκεκριμένο κόσμο, όλα είναι πιο σύνθετα. Δεν αντιμετωπίζονται μόνα, ούτε το κεφάλαιο, ούτε η εργασία, αλλά το κεφάλαιο και ο πωλητής και ο αγοραστής. Οπως και αν είναι, στη αρχή των ερευνών του, ο Μαρξ παραμερίζει αυτές τις πιο συγκεκριμένες σχέσεις, γιατί εδώ μόνο, στη σφαίρα της παραγωγής όπου αντιμετωπίζονται ο καπιταλιστής και ο εργάτης, δημιουργούνται η αξία και η υπεραξία, που κατανέμεται σε συνέχεια σε όλη τη «μασονική αδελφότητα» για την τέχνη τους να εκφράζουν τον ιδρώτα των προλεταρίων. Να τι λέει ο Μαρξ, γι’ αυτό το θέμα: «Η υλοποιημένη εργασία και η ζωντανή εργασία είναι οι δυο παράγοντες, στην αντιπαράθεση των οποίων βασίζεται η κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Ο καπιταλιστικής και ο εργάτης είναι οι μόνοι λειτουργοί και παράγοντες της παραγωγής, η σχέση και η αντιπαράθεση των οποίων πηγάζει από την ουσία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο καπιταλιστής θα πρέπει με τη σειρά του να μοιραστεί με τρίτα, όχι εργαζόμενα, πρόσωπα ένα μέρος της πρόσθετης εργασίας ή της υπεραξίας την οποία έχει ιδιοποιηθεί, οι συνθήκες αυτές παρουσιάζονται μόνο αργότερα»[1]. Τα λόγια αυτά απαντούν απόλυτα στο ερώτημα γιατί πρέπει να μελετούμε την κατηγορία της υπεραξίας πριν περάσουμε στις πιο αναπτυγμένες και πιο συγκεκριμένες κατηγορίες και γιατί ο Μαρξ κατηγόρησε το Σμιθ και το Ρικάρντο επειδή αναγάγανε άμεσα το συγκεκριμένο στο αφηρημένο...
... Αφού αποδείχνει ότι η μοναδική πραγματική πηγή του πλουτισμού των καπιταλιστών κάθε είδους είναι η εκμετάλλευση των εργατών και η δημιουργία από αυτούς τους τελευταίους της υπεραξίας, ο Μαρξ αντιμετωπίζει την ανάλυση του βαθμού εκμετάλλευσης. Πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι μελετά αυτή την κατηγορία και θεμελιώνει την κατηγορία του ποσοστού της υπεραξίας, πριν από το ποσοστό του κέρδους, δηλαδή πριν από την πιο συγκεκριμένη κατηγορία, που φαινόταν άμεσα στην επιφάνεια των φαινομένων. Αν προχωρεί έτσι είναι γιατί η κατηγορία του ποσοστού της υπεραξίας εκφράζει τις πραγματικές σχέσεις με μια καθαρή μορφή, απογυμνωμένη, και επιτρέπει έτσι να κρίνουμε τον πραγματικό βαθμό εκμετάλλευσης των εργατών από το κεφάλαιο. Το ποσοστό της υπεραξίας εκφράζει τη σχέση ανάμεσα στο μεταβλητό κεφάλαιο και την υπεραξία. Στο πραγματικό προτσές της παραγωγής, το σταθερό κεφάλαιο συμμετέχει ταυτόχρονα με το μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή έχουμε να κάνουμε με ολόκληρο το προκαταβλημένο κεφάλαιο. Γι’ αυτό το κέρδος υπολογίζεται σε σχέση με όλο το κεφάλαιο. Το γεγονός αυτό εκφράζεται στην κατηγορία του ποσοστού του κέρδους. Ετσι, όμως, ο πραγματικός βαθμός εκμετάλλευσης των εργατών συγκαλύπτεται. Από την άλλη μεριά, η κατηγορία του ποσοστού του κέρδους γεννά την πλάνη ότι η αξία δημιουργείται, όχι μόνον από τους εργάτες, αλλά και από τα μέσα παραγωγής. Επιπροσθέτως, υπολογίζοντας το κέρδος σαν τη σχέση της υπεραξίας προς το σύνολο του προκαταβλημένου κεφαλαίου, μειώνεται ο πραγματικός βαθμός εκμετάλλευσης.
Η αξία που καταναλώθηκε από το σταθερό μέρος του κεφαλαίου δε δημιουργεί την παραμικρή νέα αξία, αλλά μεταφέρεται απλά στο προϊόν, κατά το προτσές της εργασίας. Συνεπώς, όπως υπογραμμίζει ο Μαρξ, «η καθαρή ανάλυση του προτσές απαιτεί λοιπόν να κάνουμε ολότελα αφαίρεση του μέρους της αξίας του προϊόντος στο οποίο εμφανίζεται ξανά μόνο η σταθερή αξία του κεφαλαίου, δηλ. να υπολογίσουμε το σταθερό κεφάλαιο σ=0»[2]. Το γεγονός, γράφει ο Μαρξ ότι σε κάθε χημικό προτσές χρειάζονται χοάνες και άλλα δοχεία, δε μας εμποδίζει κατά την ανάλυση να κάνουμε αφαίρεση αυτής της χοάνης[3]. Το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και όταν αναλύουμε την υπεραξία και το ποσοστό της. «Εφόσον εξετάζουμε αυτές καθεαυτές τη δημιουργία αξίας και την αλλαγή αξίας, δηλ. την καθαρή τους μορφή, τα μέσα παραγωγής, οι υλικές αυτές μορφές του σταθερού κεφαλαίου, προσφέρουν μόνο το υλικό στο οποίο πρόκειται να παγιωθεί η ρευστή δύναμη που δημιουργεί αξία»[4]. Και ο Μαρξ βγάζει το συμπέρασμα ότι το ποσοστό της υπεραξίας είναι έτσι η ακριβής έκφραση για το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, ή του εργάτη από τον κεφαλαιοκράτη[5].
Μόνο, λοιπόν, μελετώντας το ποσοστό της υπεραξίας πριν από το ποσοστό του κέρδους, πιο συγκεκριμένη μορφή, θα μπορούμε να καταλάβουμε τον πραγματικό βαθμό της εκμετάλλευσης των εργατών, ταυτόχρονα με την ουσία του ποσοστού κέρδους. Ενεργώντας αντίστροφα, δε θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αφού χαρακτήρισε την παραγωγή σαν παραγωγή υπεραξίας, ο Μαρξ αναλύει λεπτομερειακά τις μορφές και τους τρόπους της αύξησης της μοναδικής αυτής πηγής πλουτισμού των καπιταλιστών. Και εδώ ακόμα, προχωρεί από το απλό στο σύνθετο. Μελετά, πρώτα, την παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας, γενικής βάσης του καπιταλιστικού συστήματος και αφετηρίας της παραγωγής της σχετικής υπεραξίας. Στη συνέχεια ερευνά αυτήν την τελευταία και αποδείχνει την ενότητα των δύο μορφών της υπεραξίας. Στο τελευταίο μέρος του πρώτου Βιβλίου, αναλύει το προτσές της συσσώρευσης του κεφαλαίου.
Το ζήτημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι το φυσικό επιστέγασμα της έρευνας που επιχείρησε στο πρώτο Βιβλίο του «Κεφαλαίου». Αναλύοντας το προτσές αυτό, φτάνει στο αποκορύφωμα της καπιταλιστικής παραγωγής, που θεωρεί ακόμα έξω από την κυκλοφορία. Στη φάση αυτή, αναλύονται ήδη οι συγκεκριμένες μορφές της κίνησης του κεφαλαίου, σε σχέση με τις οποίες οι κατηγορίες που εξετάστηκαν προηγουμένως ήταν προσδιορισμοί αισθητά πιο απλοί και πιο αφηρημένοι.
... Ετσι, προχωρώντας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, φτάνει φυσικά στο ζήτημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου, που δεν μπορεί να νοηθεί παρά μονάχα ύστερα από όλη την προηγούμενη ανάλυση και που αποτελεί το φυσικό και λογικό της επιστέγασμα.
Το προτσές της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι, λοιπόν, κάτι ασύγκριτα πιο συγκεκριμένο από τις κατηγορίες όπως αξία, υπεραξία, απόλυτη υπεραξία και σχετική υπεραξία. Το κεφάλαιο επεμβαίνει εδώ με μια μορφή πιο συγκεκριμένη, που η ανάλυσή της επιτρέπει να εξηγήσουμε ένα ορισμένο αριθμό καινούργιων ορισμών εξαιρετικά σημαντικών και να ανακαλύψουμε τους καινούργιους νόμους της ανάπτυξης του κεφαλαίου. Ετσι και αλλιώς, ο Μαρξ μας προειδοποιεί ότι η ανάλυση του προτσές συσσώρευσης του κεφαλαίου που αναφέρεται στο πρώτο του Βιβλίο του έργου του, δεν είναι ακόμα παρά μια αφηρημένη μελέτη. Παρατηρεί ότι η πραγματική διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου περνά από διαδοχικές φάσεις που συνιστούν την κυκλοφορία του. Ομως, δεν εξετάζει ακόμα αυτή την κυκλοφορία σε όλο το πλάτος της. Πρόσθετα, το προτσές της συσσώρευσης δε συνεπάγεται ότι ο καπιταλιστής ιδιοποιείται εξ ολοκλήρου την αξία που δημιουργείται. Πρέπει να τη μοιραστεί με άλλους καπιταλιστές: τους αντιπροσώπους του εμπορικού κεφαλαίου, του χρηματικού κεφαλαίου, και τους γαιοκτήμονες. Η υπεραξία χωρίζεται σε διάφορα μέρη που παίρνουν τη μορφή του κέρδους, του τόκου, του εμπορικού κέρδους, της γαιοπροσόδου. Είναι γνωστό ότι οι παραλλαγμένες μορφές της υπεραξίας ερευνώνται από το Μαρξ, στο τρίτο και όχι στο πρώτο Βιβλίο του «Κεφαλαίου».
Εννοείται ότι παραμερίζοντας την κυκλοφορία του κεφαλαίου, τη διαίρεση της υπεραξίας στα διάφορα μέρη της κλπ. ο Μαρξ δεν μπορούσε, για την ώρα, να μελετήσει παρά μονάχα αφαιρετικά το προτσές της συσσώρευσης. Το κάνει για να διασαφηνίσει αυτό το προτσές σε όλη του τη καθαρότητα, χωρίς να το περιπλέξουν πρόσθετα γεγονότα και να το συσκοτίσουν. Αυτή η αφαίρεση επιτρέπει να ερμηνεύσει κατά τρόπο εξαντλητικό την πραγματική ουσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, πράγμα που θα ήταν τελείως αδύνατο, αν επιχειρούσε να ερευνήσει αυτή το προτσές αμέσως, στην ολότητα των συγκεκριμένων φάσεων. Παρατηρεί ότι σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης, μπορούμε, χωρίς ζημιά, να μη λάβουμε υπόψη μας τη σφαίρα της κυκλοφορίας στην ερμηνεία της φύσης και των νόμων της καπιταλιστικής συσσώρευσης, γιατί αυτή εφόσον πραγματοποιείται είναι φανερό ότι ο καπιταλιστής πετυχαίνει την πώληση των παραγμένων εμπορευμάτων και την μετατροπή σε κεφάλαιο του χρήματος που εισέπραξε από το εμπόρευμα. Μπορούμε με τον ίδιο τρόπο να παραμερίσουμε τη διαίρεση της υπεραξίας σε πολλά μέρη. «...ο τεμαχισμός της υπεραξίας σε διάφορα κομμάτια», γράφει ο Μαρξ «δεν αλλάζει καθόλου τη φύση της, ούτε τους αναγκαίους όρους κάτω από τους οποίους η υπεραξία γίνεται στοιχείο της συσσώρευσης. Οποιαδήποτε μερίδα της υπεραξίας και αν κρατάει ο κεφαλαιοκράτης παραγωγός για τον εαυτό του ή παραχωρεί σε άλλους, αυτός πάντα την ιδιοποιείται από πρώτο χέρι. Αυτό λοιπόν που υποθέτουμε ότι συντελείται κατά την περιγραφή μιας συσσώρευσης, συντελείται στο πραγματικό προτσές της συσσώρευσης»[6].
Αυτά τα τελευταία λόγια, είναι πολύ σημαντικά. Οποια και αν είναι η απόσταση ανάμεσα στις αφαιρέσεις του Μαρξ και τα συγκεκριμένα φαινόμενα της πραγματικότητας από όπου εξάγονται με την ανάλυση, ξανασυνδέονται πάντα με την πραγματικότητα, της οποίας είναι η βαθύτερη ανάλυση. Αν ο Μαρξ κάνει εδώ αφαίρεση μερικών συγκεκριμένων μορφών του προτσές της συσσώρευσης, το πράττει μόνο και μόνο για να τη διασαφηνίσει καλύτερα. Γράφει: «Από την άλλη το κομμάτιασμα της υπεραξίας και η κίνηση της κυκλοφορίας που μεσολαβεί συσκοτίζουν την απλή βασική μορφή του προτσές συσσώρευσης. Γιαυτό, η ανάλυση αυτού του προτσές στην καθαρή του μορφή απαιτεί να παραβλέψουμε προσωρινά όλα τα φαινόμενα, που κρύβουν το εσωτερικό παιχνίδι του μηχανισμού του»[7]. Ετσι, αρχίζοντας από τη μελέτη του προτσές της καπιταλιστικής συσσώρευσης στην καθαρή, αφηρημένη της μορφή, φτάνει να φέρει στο φως, τη «θεμελιώδη μορφή» της, να καταλάβει «την εσωτερική λειτουργία του μηχανισμού της». Επίσης, δεν είναι τυχαίο το ότι ακριβώς σε αυτό το μέρος, ο Μαρξ ανακαλύπτει και διατυπώνει τις αλήθειες, που προκάλεσαν το μίσος των συνηγόρων της αστικής τάξης για το «Κεφάλαιο», οι αλήθειες αυτές αφορούν την άβυσσο της αθλιότητας και της δυστυχίας όπου γκρεμίζει τους εργάτες η καπιταλιστική συσσώρευση, τις ιστορικές τάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης και το αναπόφευκτο τέλος του καπιταλιστικού καθεστώτος. Εδώ αντηχεί απειλητικός ο αφορισμός του Μαρξ, «η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών».
... Οχι μονάχα το μεταβλητό αλλά και ολόκληρο το κεφάλαιο αποτελείται λοιπόν από την απλήρωτη εργασία που ιδιοποιείται ο καπιταλιστής. Και ο Μαρξ συμπεραίνει: «Ετσι, λοιπόν, τελείως ανεξάρτητα από κάθε συσσώρευση, η απλή συνέχεια του προτσές της παραγωγής, ή η απλή αναπαραγωγή, ύστερα από μια μικρή ή μεγάλη περίοδο, μετατρέπει αναγκαστικά κάθε κεφάλαιο σε συσσωρευμένο κεφάλαιο ή σε κεφαλαιοποιημένη υπεραξία. Κι αν ακόμα το κεφάλαιο αυτό, μπαίνοντας στο προτσές της παραγωγής ήταν ιδιοκτησία του επιχειρηματία, κερδισμένη με την προσωπική του εργασία, αργά ή γρήγορα γίνεται αξία ιδιοποιημένη χωρίς καταβολή έναντι ενός ισοδυνάμου, ή υλοποίηση - με χρηματική ή άλλη μορφή - ξένης απλήρωτης εργασίας»[8].
Ετσι, προχωρώντας από τις αφηρημένες «καθαρές» σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής στις πιο συγκεκριμένες σχέσεις, ο Μαρξ μπόρεσε να αποδείξει ότι η δήθεν ιδιοκτησία του κεφαλαίου είναι το προϊόν καταλήστευσης του εργάτη, γιατί δεν είναι παρά καπιταλιστική υπεραξία. Ετσι, ήταν υποχρεωμένος να αναλύσει την απλή αναπαραγωγή που, από την άποψη των καπιταλιστικών σχέσεων, δεν είναι παρά μια αφαίρεση, για να αποδείξει πιο εύκολα το μηχανισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Οταν έφτασε σε αυτό το σημείο των ερευνών του, προχωρεί ακόμα περισσότερο, αντιμετωπίζοντας μια πιο συγκεκριμένη μορφή της αναπαραγωγής, δηλαδή τη μορφή της διευρυμένης παραγωγής, που είναι ειδική στον καπιταλισμό. Παρατηρεί ότι με τη συγκεκριμένη μελέτη, η συσσώρευση του κεφαλαίου ανάγεται στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου σε προοδευτική κλίμακα.
Η μελέτη των νόμων της διευρυμένης καπιταλιστικής παραγωγής επιτρέπει να έλθουν απόλυτα στο φως οι αντιφάσεις ανάμεσα στη καπιταλιστική και την εργατική τάξη, και να θεμελιωθεί η αναπόφευκτη χρεοκοπία του καπιταλισμού. Εδώ ο Μαρξ εισάγει μια καινούργια οικονομική κατηγορία που εκφράζει πιο συγκεκριμένα και πιο σύνθετα φαινόμενα της καπιταλιστικής παραγωγής: Την κατηγορία της «οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου». Η κατηγορία αυτή παίζει ένα βασικό ρόλο, γιατί βοηθά να κατανοήσουμε πως εκδηλώνονται και τροποποιούνται οι γενικοί νόμοι του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο Μαρξ, δεν την είχε εισάγει στην ανάλυσή του, γιατί έπρεπε πρώτα από όλα να αναλύσει τις πιο αφηρημένες έννοιες, τις αναγκαίες για να καταλάβουμε αυτήν την κατηγορία. Ο Σμιθ και ο Ρικάρντο δεν κατενόησαν τη σημασία των αλλαγών στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αυτό εξηγεί τις πολλές δυσκολίες τους και τα λάθη τους. Η έννοια της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου παρουσιάζεται στη μελέτη των ζητημάτων που αποτελούν το αντικείμενο του τρίτου Βιβλίου του «Κεφαλαίου», όπου ο Μαρξ χαράζει τα ανώτερα στάδια της ανοδικής του πορείας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Ομως, η σημασία της επιβεβαιώνεται ήδη κατά τη μελέτη της διευρυμένης αναπαραγωγής. Ο Μαρξ δείχνει ότι η τελευταία συνοδεύεται από αλλαγές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου: Το σύνολο του κεφαλαίου αυξάνει γρήγορα, όμως η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, συνοδεύεται από σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου. Είναι γνωστό ότι η μελέτη αυτής της διαδικασίας και των συναρτημένων φαινομένων της (εμφάνιση και αύξηση του εφεδρικού βιομηχανικού εργατικού στρατού, σχετική και απόλυτη εξαθλίωση του προλεταριάτου, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, κλπ.) επέτρεψε στο Μαρξ να διατυπώσει το γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, να φέρει στο φως τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής συσσώρευσης, να σκιαγραφήσει με πνευματώδη διορατικότητα και αλάθητη ακρίβεια την ιστορική προοπτική της καπιταλιστικής συσσώρευσης και να αποδείξει ότι η εξέλιξη του καπιταλισμού οδηγεί αναπόφευκτα στην ώρα όπου «οι απαλλοτριωτές θα απαλλοτριωθούν».
Αυτός είναι, με λίγα λόγια, ο δρόμος που ακολουθεί ο Μαρξ στο πρώτο Βιβλίο του «Κεφαλαίου»: από την αξία, σαν την πιο αφηρημένη και καθολική μορφή του κεφαλαιοκρατικού πλούτου, στις όλο και πιο συγκεκριμένες σχέσεις και κατηγορίες που εκφράζουν την αξία αυτή, για να καταλήξει τέλος στο κύριο αντικειμενικό σκοπό αυτού του Βιβλίου, που είναι να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τον εσωτερικό μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγής, που είναι και ο εσωτερικός νόμος της εξέλιξής της και του αναπόφευκτου θανάτου της. Αλλά, η ανοδική πορεία από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο δεν μπορούσε να σταματήσει εκεί και πραγματικά δεν σταμάτησε. Στο πρώτο Βιβλίο ο Μαρξ δεν μελετά παρά μια όψη του όλου, το προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής, απομονώνοντάς την, από την άλλη της όψη, που είναι αχώριστη από την πρώτη, το προτσές της κυκλοφορίας. Η δεύτερη όψη διερευνάται, στο δεύτερο Βιβλίο του «Κεφαλαίου». Αυτή η μελέτη αποτελεί από μόνη της, μια νέα ανώτερη βαθμίδα στην άνοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Η έννοια του κεφαλαίου πλουτίζεται με καινούργιους προσδιορισμούς. Οι έννοιες και οι κατηγορίες που δεν αναφέρονται παρά μονάχα στο προτσές της παραγωγής, γίνονται πιο σύνθετες και πιο συγκεκριμένες και προσεγγίζονται ολοένα και πιο πολύ στην όψη που παρουσιάζουν στην επιφάνεια.