ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ


του Κύριλλου Παπασταύρου

H διαδικασία χειραφέτησης του εργατικού κινήματος από την αστική πολιτική, όπως έχει ιστορικά αποδειχτεί, είναι μακρόχρονη και επίπονη. Η επαναστατική κατεύθυνση του κομμουνιστικού κινήματος πρέπει επομένως να κατοχυρώνεται σε διαφορετικές περιόδους, ανάλογα με την πορεία εξέλιξης του συσχετισμού δυνάμεων, τα νέα προβλήματα της ταξικής πάλης, στη σύγχρονη εποχή του καπιταλισμού.

Από το 1848 που γράφτηκε το πρώτο πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος, το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», μέχρι σήμερα, η διαδικασία διαμόρφωσης επαναστατικής στρατηγικής1, δηλαδή πολιτικού σχεδίου για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, την εγκαθίδρυση της εργατικής και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, πέρασε μέσα από συμπληγάδες, αναμετρήθηκε και αναμετριέται με μεγάλες δυσκολίες. Το βάθος της αφομοίωσης του μαρξισμού-λενινισμού και ταυτόχρονα της ανάπτυξής του από το κομμουνιστικό κίνημα, η ικανότητά του να συνδέεται αγωνιστικά με τις εργατικές δυνάμεις, αναλύοντας επιστημονικά τις εξελίξεις και εισάγοντας σε αυτές τα ταξικά συμπεράσματα σε κάθε φάση της ταξικής πάλης και η επίδραση σε μη προλεταριακές λαϊκές δυνάμεις, αναδεικνύονται ως κρίσιμα ζητήματα της ταξικότητας και επιστημονικότητας του κομμουνιστικού κόμματος.

Η βαθιά κρίση του κομμουνιστικού κινήματος, η κυριαρχία οπορτουνιστικών αντιλήψεων και η έλλειψη διεθνώς επεξεργασμένης επαναστατικής στρατηγικής, κάνουν αναγκαία τη βαθύτερη μελέτη της ιστορικής πείρας από την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος. Το παρόν κείμενο βεβαίως δεν επιχειρεί μια τέτοια ανασκόπηση, κάνει όμως ορισμένες παρατηρήσεις και επισημάνσεις που μπορούν να βοηθήσουν μεθοδολογικά την ατομική ή συλλογική προσπάθεια μιας τέτοιας μελέτης, έτσι ώστε να αξιοποιηθεί στην κατεύθυνση της ανασυγκρότησης του διεθνούς επαναστατικού κινήματος.

ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗ Β΄ ΔΙΕΘΝΗ

Η εργατική τάξη πρωτοεμφανίστηκε στο προσκήνιο της ταξικής πάλης μέσω εργατικών ενώσεων και συνδικάτων, με το συνδικαλιστικό της κίνημα, δηλαδή με το κίνημα διεκδίκησης ευνοϊκότερων όρων πώλησης της εργατικής δύναμης. Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των αρχών του 19ου αιώνα δεν έδιναν τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο επαναστατικό πολιτικό σχέδιο. Εκείνη την περίοδο συντελούνταν ακόμα η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε τάξη «καθεαυτό», δηλαδή δεν είχε ολοκληρωθεί ο πλήρης διαχωρισμός των μισθωτών απ’ όλους τους άλλους άμεσους παραγωγούς που ήταν μικροϊδιοκτήτες μέσων παραγωγής. Σε ιδεολογικό επίπεδο ακόμα δεν είχαν διαμορφωθεί οι βάσεις του μαρξισμού, του επιστημονικού κομμουνισμού, η συγχώνευσή του με το εργατικό κίνημα, ενώ σε πολιτικό επίπεδο ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί η αστική επανάσταση.

Την περίοδο των αστικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα, το πρώτο καθήκον που έβαζαν οι Μαρξ - Ενγκελς ήταν αυτό του διαχωρισμού της εργατικής τάξης από την υπόλοιπη επαναστατημένη μάζα του «λαού» που αποτελούνταν από αστούς, μικροαστούς και αγρότες. Υποστήριζαν ότι αυτός ο διαχωρισμός έπρεπε να πραγματοποιείται σε όλα τα επίπεδα, οργανωτικό (συγκροτώντας οι εργάτες το δικό τους κομμουνιστικό κόμμα), διεκδικήσεων, αιτημάτων, στάσης απέναντι στη μικροαστική μάζα, σύνδεσης της πάλης με την προοπτική του κομμουνισμού κλπ. Τα έργα των Μαρξ - Ενγκελς της περιόδου 1848-1852 αποτέλεσαν σημαντικά εργαλεία για τη διαμόρφωση του επαναστατικού εργατικού κινήματος και την επεξεργασία μιας πρωτόλειας ακόμα στρατηγικής. Η εργατική τάξη συμμετείχε ενεργά στις αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα με τα δικά της αιτήματα, στόχους και διεκδικήσεις. Τέτοια αιτήματα ήταν εκείνη την εποχή η μείωση του εργάσιμου χρόνου, η κατάργηση της παιδικής εργασίας, η διεκδίκηση πολιτικών δικαιωμάτων για τους εργάτες και πρώτ’ απ’ όλα το δικαίωμα ψήφου και μια σειρά ακόμα διεκδικήσεις για τη βελτίωση της ζωής της εργατικής τάξης στο έδαφος του αστικού καθεστώτος.

Τα προγράμματα των εργατικών κομμάτων που άρχισαν να ιδρύονται κυρίως μετά τη διάλυση της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών (Α΄ Διεθνής), το 1876, είχαν χαρακτήρα διακήρυξης αρχών και όχι επεξεργασμένου πολιτικού σχεδίου και χωρίζονταν στο λεγόμενο «μίνιμουμ» και «μάξιμουμ» πρόγραμμα. Το «μίνιμουμ» πρόγραμμα των εργατικών κομμάτων περιλάμβανε το πλαίσιο αυτών των στόχων, την υλοποίηση των οποίων διεκδικούσε η εργατική τάξη από την αστική εξουσία. Αντίθετα το λεγόμενο «μάξιμουμ» πρόγραμμα αποτελούνταν από στόχους που θα υλοποιούσε η εργατική τάξη όταν κατακτούσε η ίδια την εξουσία.

Μελετώντας κανείς την κριτική του Μαρξ στο Πρόγραμμα της Γκότα, θα διαπιστώσει τις σημαντικές θεωρητικές ελλείψεις των ηγετών των εργατικών κομμάτων της εποχής, αλλά και τις σημαντικές ρεφορμιστικές και ουτοπικές σοσιαλιστικές ιδεολογικές επιδράσεις στις προγραμματικές θέσεις και στη φυσιογνωμία αυτών των κομμάτων, σημάδια της μήτρας που γέννησε το εργατικό κίνημα, παρ’ όλο τον καθοριστικό ρόλο του μαρξισμού.

Οι συμβουλές, οι παραινέσεις και η κριτική των Μαρξ - Ενγκελς αποσκοπούσαν στην ωρίμανση των εργατικών κομμάτων, στο ξεκαθάρισμα απ’ όλα τα σημάδια της γέννας τους, προειδοποίησαν για απαράδεκτους συμβιβασμούς απέναντι σε ρεφορμιστικά και μικροαστικά στοιχεία.

Εκείνη την περίοδο απέκτησε προτεραιότητα η διαμόρφωση εργατικών κομμάτων σε σχέση με την ιδεολογικοπολιτική καθαρότητά τους. Με κριτήρια βεβαίως της εποχής, η διαμόρφωση εργατικών κομμάτων ήταν ένα βήμα μπροστά.

Η ικανότητα διαμόρφωσης επαναστατικής στρατηγικής είναι ζήτημα ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα που αναπτύσσεται σε αντικειμενικές συνθήκες.

Οι Μαρξ - Ενγκελς, βασισμένοι σε μια ογκώδη επιστημονική μελέτη του καπιταλισμού, κατάφεραν να «δουν» πολύ μακριά απ’ ό,τι τα πιο πρωτοπόρα «μάτια» της εποχής τους: Να διακρίνουν τάσεις και φαινόμενα της καπιταλιστικής εξέλιξης «εν τη γενέσει τους», όπως π.χ. την εμφάνιση της μετοχικής εταιρείας και του μονοπωλίου. Να προβλέψουν την κατεύθυνση της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος. Η συμβολή τους υπήρξε καθοριστική και σε σχέση με την ανίχνευση του φαινομένου του οπορτουνιστικού ρεύματος και της αντιμετώπισής του. Πρωτοανέδειξαν την κοινωνική βάση για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου ρεύματος στο έδαφος της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο Ενγκελς άλλωστε πρώτος διαπίστωσε στη Βρετανία την ύπαρξη ενός στρώματος αστοποιημένων εργατών, που εξαγοράζονταν από την αστική τάξη στη βάση της αποικιακής εκμετάλλευσης από τη Βρετανία ενός μεγάλου μέρους του πλανήτη. Στα τέλη του 19ου αιώνα αυτό το ρεύμα σταδιακά κυριάρχησε στο εργατικό κίνημα, απομακρυνόμενο από μαρξιστικές θέσεις ή διαστρεβλώνοντάς τες.

Στη κριτική του στο Πρόγραμμα της Ερφούρτης ο Ενγκελς, επιτιθέμενος στην αντίληψη ότι μπορεί η καπιταλιστική κοινωνία να «μεταβάλλεται ειρηνικά σε σοσιαλισμό», σημείωνε τα εξής για τη σχέση των άμεσων και γενικότερων καθηκόντων:

«Η παραμέληση αυτή των γενικών αποφασιστικών προβλημάτων χάρις των στιγμιαίων συμφερόντων της ημέρας, η προσπάθεια αυτή για επιτυχίες της ημέρας ανεξάρτητα από τις μεταγενέστερες επιπτώσεις τους, η απάρνηση αυτή του μέλλοντος του κινήματος χάριν του παρόντος, μπορεί να ξεκινά από τίμιες προθέσεις, αλλά είναι και παραμένει οπορτουνισμός και ο “τίμιος” οπορτουνισμός είναι πιο επικίνδυνος από όλους»2.

Για την περίοδο των κομμάτων της Β΄ Διεθνούς ευσταθεί η παρατήρηση του Ι. Β. Στάλιν ότι:

«Δεν είναι καν ανάγκη να αποδείξουμε ότι σε μια τέτοια περίοδο και μια τέτοια αντίληψη για τα καθήκοντα του προλεταριάτου δεν μπορούσε να υπάρχει ολοκληρωμένη ούτε στρατηγική, ούτε επεξεργασμένη ταχτική. Υπήρχαν κομμάτια, ξεχωριστές σκέψεις για τη στρατηγική και την ταχτική μα δεν υπήρχε όμως στρατηγική και ταχτική»3.

Το νέο, το ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού έφερε μαζί του δύο αντιφατικά στοιχεία σε σχέση με τη διαμόρφωση της επαναστατικής στρατηγικής: Από τη μια αντικειμενικά ωρίμασε τις υλικές προϋποθέσεις, τις αντιθέσεις του, οδηγώντάς τον στα ιστορικά του όρια και συνεπώς έθεσε ιστορικά την αναγκαιότητα της «απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών» από το προλεταριάτο, από την άλλη η υλική ενσωμάτωση τμήματος της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική μετατρέπει το ρεφορμισμό από θεωρητική αδυναμία και ανωριμότητα σε στοιχείο συμβιβασμού και συναλλαγής με την αστική τάξη, στοιχείο προδοσίας, βάζοντας ισχυρά εμπόδια στη διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής από το εργατικό κίνημα.

Οι αντιλήψεις που κυριάρχησαν στα εργατικά κόμματα της Β΄ Διεθνούς έτειναν στο να θεωρούν ότι η νίκη του σοσιαλισμού προϋποθέτει η εργατική τάξη να γίνει αριθμητική πλειοψηφία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ετσι απονεύρωσαν το εργατικό κίνημα, το άφησαν χωρίς επαναστατικό στρατηγικό στόχο. Ουσιαστικά τα εργατικά κόμματα προσαρμόστηκαν στις συνθήκες της λεγόμενης «σχετικά ειρηνικής» περιόδου ανάπτυξης του καπιταλισμού (1871-1914). Το πρωτόγνωρο ιστορικά των κατακτήσεων ορισμένων δικαιωμάτων από την εργατική τάξη (π.χ. δικαίωμα ψήφου κλπ.) και η μακρόχρονη κοινοβουλευτική δράση ενίσχυσαν αντιλήψεις που -ακόμα και αν δεν το ομολογούσαν ανοικτά- θεωρούσαν ξεπερασμένη την επαναστατική ανατροπή της αστικής εξουσίας και υποστήριζαν το ειρηνικό σταδιακό πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθμίσεων.

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ ΣΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Το τμήμα των εργατικών κομμάτων και των ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας που δεν εγκατέλειψε τη θεωρητική και πρακτική επαναστατική κληρονομιά, που μπόρεσε να ξεθάψει από την οπορτουνιστική σκόνη τη μαρξιστική διδασκαλία με πρωτοπορία το Λένιν και τους μπολσεβίκους στη Ρωσία, κατάφερε να συλλάβει το «καινούργιο» που έφερε η σύγχρονη εποχή σε σχέση με την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος σε κάθε χώρα: Απαλλαγμένο από την οπορτουνιστική επιρροή, την υποταγή του στην αστική ιδεολογία, ν’ αποκτήσει το δικό του κόμμα, το οποίο, όπως έγραφε το Μανιφέστο, δε θα έκρυβε τους σκοπούς του. Κόμμα που θα προετοίμαζε το προλεταριάτο για την ανατροπή του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση της δικιάς του εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου. Το χαρακτήρα της επαναστατικής εξουσίας ανέδειξε και η πείρα της Παρισινής Κομμούνας το 1871, μέσα από τα ίδια της τα λάθη.

Πρώτη προσπάθεια διαμόρφωσης ενός προγράμματος, που απαλλαγμένο από τις δογματικές αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στο εργατικό κίνημα της εποχής, αποτέλεσε η επεξεργασία του Λένιν στις συνθήκες της ρωσικής επανάστασης του 1905, στο έργο με τίτλο «Οι δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση».

Η διαδεδομένη αντίληψη στους μαρξιστές των αρχών του 20ού αιώνα ήταν πως στη Ρωσία η επανάσταση θα είχε αστικό δημοκρατικό χαρακτήρα και ότι μπορούσε να συνδεθεί με το σοσιαλισμό μόνο αν αποτελούσε το έναυσμα της σοσιαλιστικής επανάστασης για τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Πίσω από αυτή την αντίληψη «ταμπουρώθηκαν» οι μενσεβίκοι, οι οποίοι «εξέλιξαν» αυτή την αντίληψη στο ακόλουθο «σχήμα»: Αφού η επανάσταση θα έχει αστικό χαρακτήρα, τότε στην εξουσία θα βρεθεί η αστική τάξη. Με το τέλος της αστικής επανάστασης οι αγροτικές μάζες θα απομακρυνθούν από την επαναστατική δράση και το προλεταριάτο θα μείνει μόνο του. Ετσι αναγκαστικά μέχρι τη σοσιαλιστική επανάσταση θα πρέπει να ακολουθήσει μια «ειρηνική» περίοδος ανάπτυξης του καπιταλισμού, ώστε η Ρωσία να φτάσει τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και το προλεταριάτο να αποτελέσει την πλειοψηφία στη χώρα.

Αυτή η θέση μετέτρεπε το ρωσικό προλεταριάτο σε «ουρά» της αστικής τάξης.

Αν κι εκείνα τα χρόνια το μπολσεβίκικο κόμμα και ο Λένιν ήταν επηρεασμένοι από την άποψη ότι η ρωσική σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπορούσε να υπάρχει χωρίς σοσιαλιστική επανάσταση στη Δύση, ωστόσο σε αυτό το έργο γίνονται σημαντικά βήματα στην επεξεργασία της μαρξιστικής αντίληψης της «διαρκούς επανάστασης»4, της δυνατότητας μετατροπής της αστικής επανάστασης σε σοσιαλιστική, στις συνθήκες της Ρωσίας του 1905.

Η λενινιστική επεξεργασία διέκρινε τη δυνατότητα η εργατική τάξη, ως πρωτοπόρα κοινωνική δύναμη, ανεξάρτητα από το μέγεθός της στην κοινωνία, να τεθεί επικεφαλής των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων (αγροτών, μικροαστών της πόλης), ξαναθυμίζοντας την παλιά εκτίμηση του Μαρξ ότι στις συνθήκες της Γερμανίας του 19ου αιώνα μια προλεταριακή εξέγερση, σε συνδυασμό με έναν «πόλεμο των χωρικών», μπορούσε να οδηγήσει στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Χωρίς να παραγνωρίζει τον αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα της αλλαγής που βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη, ο Λένιν υποστήριζε, σε αντίθεση με τους μενσεβίκους, ότι η εργατική τάξη, μπαίνοντας επικεφαλής αυτής της διαδικασίας και πραγματοποιώντας η ίδια την αλλαγή με τον πιο επαναστατικό τρόπο, θα άνοιγε το δρόμο για τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Το «μίνιμουμ» πρόγραμμα των μπολσεβίκων δεν απευθυνόταν σε μια αστική διακυβέρνηση, αλλά αποτελούσε πρόγραμμα μιας «επαναστατικής δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς», στρατηγικός στόχος που απέβλεπε στη συνένωση της εργατικής τάξης με τους αγρότες στην πάλη για την εξουσία, με προοπτική τη δικτατορία του προλεταριάτου («στο μέτρο των δυνάμεών μας θα περνά στη δικτατορία του προλεταριάτου»)5.

Αργότερα, στις συνθήκες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της επαναστατικής κατάστασης του 1917, ο Λένιν υπέβαλε σε κριτική αυτή την επεξεργασία.

Η ανάλυση του ιμπεριαλισμού ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού οδήγησε στο χαρακτηρισμό της εποχής ως εποχής των σοσιαλιστικών επαναστάσεων. Ταυτόχρονα ο Λένιν πρόβλεψε ότι η επαναστατική έκρηξη μπορούσε να προηγηθεί σε χώρα με χαμηλότερο βαθμό ανάπτυξης, όπως η τσαρική Ρωσία, σε σύγκριση με την καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη. Ετσι κατέληξε στη στρατηγική προσέγγιση του «αδύνατου κρίκου» του ιμπεριαλισμού, της δυνατότητας νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης και έναρξης της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα ή ομάδα χωρών. Ο Λένιν ήρθε έτσι σε ολοκληρωτική ρήξη με τα «σχήματα» της σοσιαλδημοκρατίας.

Οι εξελίξεις ήρθαν έτσι όπως δεν μπορούσαν να προβλεφθούν το 1905.

Οι οξυμένες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου και η ανάγκη της αστικής τάξης της Ρωσίας να συνεχίσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την οδήγησαν να ανατρέψει τον Τσάρο, να μπει επικεφαλής των επαναστατημένων μαζών το Φλεβάρη του 1917, επιδεικνύοντας μια πολύ ευέλικτη τακτική απέναντι στις εργατικές και μικροαστικές δυνάμεις. Ο ίδιος ο Λένιν σημείωνε τότε πως η «τσαρική απολυταρχία» δέχτηκε ταυτόχρονο χτύπημα από δύο δυνάμεις. Από τη μια μεριά «όλη την αστική και τσιφλικάδικη Ρωσία […], τους αγγλογάλλους πρεσβευτές και καπιταλιστές» και από την άλλη «το Σοβιέτ των εργατών βουλευτών που άρχισε να τραβάει με το μέρος του τους αγρότες και στρατιώτες βουλευτές»6. Ετσι, ενώ η αστική τάξη πήρε την εξουσία, ήταν πολύ αδύναμη απέναντι στις δυνάμεις του παλιού καθεστώτος, τις οποίες χρειαζόταν για να εξουδετερώσει την επαναστατική ορμή των εργατών.

Ο κόμπος των εσωτερικών και εξωτερικών αντιθέσεων έκανε την τσαρική Ρωσία αδύνατο κρίκο του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Οι ίδιες συνθήκες έδιναν τη δυνατότητα στο ρώσικο προλεταριάτο να μη βρεθεί αντιμέτωπο με τις ενωμένες δυνάμεις των ιμπεριαλιστών, αφού αυτοί συνέχιζαν να πολεμούν στα πεδία των μαχών, συνεπώς η δυνατότητα νίκης της προλεταριακής επανάστασης στη Ρωσία ήταν εφικτή.

Ο Λένιν σημείωνε ότι: «Στη ζωντανή όμως πραγματικότητα τα πράγματα ήρθαν ήδη διαφορετικά: προέκυψε μια εξαιρετικά πρωτότυπη, νέα πρωτοείδωτη σύμπλεξη του ενός με το άλλο να υπάρχουν δίπλα, μαζί, ταυτόχρονα και η κυριαρχία της αστικής τάξης (η κυβέρνηση Λβοφ και Γκουτσκόφ) και η επαναστατική - δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που παραδίνει θεληματικά τη εξουσία στην αστική τάξη, που μετατρέπεται θεληματικά σε εξάρτημά της»7.

Οι περαιτέρω εξελίξεις θα κρίνονταν πλέον από την καθαρή επικράτηση των επαναστατικών εργατικών δυνάμεων στα σοβιέτ, με καθαρό στόχο την προλεταριακή εξουσία.

Με τη γνωστή εισήγηση του Λένιν στην 7η Συνδιάσκεψη του ΣΔΕΡΚ (μπολσεβίκοι), τον Απρίλη του 1917 («Θέσεις του Απρίλη»), εγκαταλείφθηκε το σύνθημα της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» ως ξεπερασμένο και υιοθετήθηκε ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επερχόμενης επανάστασης.

Ο Λ. Τρότσκι και οι οπαδοί του υποστήριξαν αργότερα ότι η αλλαγή στρατηγικής από το Λένιν σημαίνει και δικαίωση των θέσεων του Τρότσκι το 1905. Γύρω από αυτό το ζήτημα άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση στους κόλπους των μπολσεβίκων τη δεκαετία του 1920, στην οποία πήραν μέρος προσωπικά και οι Στάλιν, Ζηνόβιεφ, Μπουχάριν κ.ά.

Ο Λ. Τρότσκι, την περίοδο της επανάστασης του 1905, επεξεργάστηκε πολιτική γραμμή βασισμένη στη λεγόμενη θεωρία της «διαρκούς επανάστασης» του Α. Πάρβους8. Η γραμμή αυτή, αν και εμφανιζόταν πιο αριστερή με σύνθημα «κάτω ο τσάρος, κυβέρνηση εργατική», αρνούμενη το σύνθημα της «επαναστατικής δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» ως συμβιβαστικό, είχε ισχυρή μενσεβικική επίδραση. Αρνιόνταν ουσιαστικά τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την πλειοψηφούσα φτωχή και μεσαία αγροτιά, για να μην τραβηχτεί από την αστική τάξη. Πρόβαλλαν το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης ως στόχο ζύμωσης, αναμένοντας τη σοσιαλιστική επανάσταση από τη Δυτική Ευρώπη ως τον παράγοντα που θα εγγυούνταν την πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου στη Ρωσία.

Ο Τρότσκι αναφέρει στο βιβλίο του «Αποτελέσματα και Προοπτικές» (γραμμένο την περίοδο 1904-1906): «Χωρίς την άμεση κρατική βοήθεια του Ευρωπαϊκού προλεταριάτου, η εργατική τάξη της Ρωσίας δεν μπορεί να μείνει στην εξουσία και να την μετατρέψει σε μια διαρκή σοσιαλιστική δικτατορία»9.

Η θεωρία αυτή ουσιαστικά αντιμετώπιζε τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία ως μια μακρόχρονη διαδικασία σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων που δε θα μπορούσε να στηριχτεί σε εσωτερικές δυνάμεις. Η θεωρία αυτή δεν ταυτίζεται ούτε με την αντίληψη των μπολσεβίκων και του Λένιν το 1905 για τη μετατροπή της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική ούτε με τη στρατηγική και την τακτική του 1917. Γιατί και στις δύο περιπτώσεις, παρά τις διαφορές, ο Λένιν επεξεργάστηκε τη δυνατότητα το προλεταριάτο να αποσπάσει από την αστική επιρροή την αγροτική μικροαστική μάζα και να την «τραβήξει» όσο είναι δυνατό στη σοσιαλιστική επανάσταση. Η διαφορά γίνεται μεγαλύτερη μάλιστα στη δεύτερη περίπτωση, όπου η επεξεργασία του Λένιν έχει «ξεφύγει» από τα στενά πλαίσια της εξάρτησης της δυνατότητας νίκης της επανάστασης από την εξωτερική βοήθεια.

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΠΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ

Οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να διαμορφώσουν επαναστατική στρατηγική υπό την επίδραση μιας σειράς παραγόντων που τους έδιναν το προβάδισμα σε σχέση με τα υπόλοιπα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της εποχής.

Πρώτ’ απ’ όλα επειδή είχαν κατακτήσει ένα υψηλό θεωρητικό μαρξιστικό επίπεδο, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του μαρξισμού.

Δεύτερον επειδή είχαν εξασφαλίσει τον πλήρη πολιτικό και οργανωτικό διαχωρισμό με τον οπορτουνισμό που εξέφραζαν οι μενσεβίκοι.

Τρίτον επειδή είχαν διαμορφώσει μια σφιχτή οργάνωση συνειδητών επαναστατών, κόμμα νέου τύπου.

Τέταρτον επειδή είχαν διαμορφώσει στενούς δεσμούς με την εργατική τάξη, ιδιαίτερα μέσα από τα απεργιακά κινήματα του 1905.

Ετσι ο υποκειμενικός παράγοντας ήταν ώριμος όταν διαμορφώθηκαν οι ανάλογες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στη Ρωσία, όταν οξύνθηκαν απότομα οι αντιθέσεις της και αντικειμενικά διευκόλυναν την ανάπτυξη επαναστατικού κινήματος.

Η γένεση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919 στο φως της Οκτωβριανής Επανάστασης και της στρατηγικής των μπολσεβίκων ήταν επίσης μια σύνθετη και επίπονη διαδικασία. Βασικό ενοποιητικό στοιχείο των κομμάτων, ομάδων και ατόμων που συγκεντρώθηκαν στη Μόσχα το Μάρτη του 1919 ήταν η υποστήριξη της Οκτωβριανής Επανάστασης και της σοβιετικής εξουσίας, η διεθνιστική στάση στις συνθήκες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η αντίθεση με τις ηγεσίες των παλιών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Β΄ Διεθνούς που πρόδωσαν το προλεταριάτο με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση της Γερμανίας.

Ομως εκείνη την περίοδο δεν είχε ακόμη ωριμάσει ενιαία σε όλους η αναγκαιότητα τομής στο εργατικό κίνημα, ρήξης συνολικά με τη σοσιαλδημοκρατία, η ανάγκη ανάδυσης ενός νέου επαναστατικού κινήματος με θεωρητικές και οργανωτικές αρχές στη βάση των επαναστατικών παραδόσεων του μαρξισμού που είχαν οπισθοχωρήσει κάτω από την οπορτουνιστική επίδραση. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο συνέδριο του Μάρτη του 1919 στη Μόσχα διεξήχθη διαπάλη ανάμεσα στους συμμετέχοντες για το αν αυτό θα αποτελούσε και το πρώτο συνέδριο μια νέας διεθνούς, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, θέση που τελικά και επικράτησε.

Πολύ πιο σύνθετα βεβαίως έγιναν τα πράγματα στη συνέχεια, τόσο ως προς τους όρους προσχώρησης ενός κόμματος ή ομάδας στην ΚΔ, όσο και ως προς τη διαμόρφωση ενιαίας στρατηγικής για το ΔΚΚ.

Ο Λένιν δούλεψε αρκετά στην κατεύθυνση κωδικοποίησης των βασικών συμπερασμάτων από τη στρατηγική και τακτική των μπολσεβίκων που είχαν διεθνή σημασία, ειδικά μπροστά στο 2ο Συνέδριο της ΚΔ (1920) όπου ψηφίστηκαν οι προγραμματικές θέσεις και το καταστατικό.

Η βασική αντίληψη του Λένιν ήταν ότι είχε διαμορφωθεί μια νέα ιστορική περίοδος για το εργατικό κίνημα, περίοδος της πάλης για την κατάκτηση της εξουσίας, για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτό αφορούσε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες, ανεξάρτητα από τους διάφορους σταθμούς, μέσα από τους οποίους αναγκαστικά θα περνούσε αυτή η διαδικασία.

Επίσης επισήμανε την ανάγκη συνολικής αναπροσαρμογής της δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος, έτσι ώστε η τακτική του σε όλες τις συνθήκες να υπηρετεί τη στρατηγική του, δηλαδή την προετοιμασία των μαζών για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτή δεν πραγματοποιείται μόνο με τη ζύμωσή της ως στρατηγικού στόχου, αλλά -ειδικά σε συνθήκες που δεν έχει διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση- πρέπει η κοινοβουλευτική τακτική, η συνδικαλιστική τακτική, η δράση των κομμουνιστών μέσα στους μαζικούς φορείς, στους αγώνες, να βοηθάει στην πολιτική ωρίμανση της εργατικής τάξης, όλο και ευρύτερα τμήματά της να πείθονται μέσα από την πείρα τους για την αναγκαιότητα της ανατροπής της αστικής εξουσίας και της κοινωνικοποίησης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής. Ιδιαίτερα αναδείχτηκε το ζήτημα της συμμαχίας με τη φτωχή αγροτιά, ζήτημα βεβαίως που διαφορετικά έμπαινε σε χώρες που υπήρχαν ακόμα φεουδαρχικές σχέσεις και διαφορετικά σε χώρες που είχε λυθεί το αγροτικό ζήτημα.

Η ΚΔ επεξεργάστηκε τη στάση των ΚΚ απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, σημειώνοντας την ανάγκη αταλάντευτης διαπάλης μαζί της, χαρακτηρίζοντάς την ως πράκτορα της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα, ως αστικό εργατικό κόμμα.

Η υποχώρηση της επαναστατικής ανόδου που σημειώθηκε τα επόμενα χρόνια, καθώς και η διατήρηση μεγάλης επιρροής της σοσιαλδημοκρατίας σε εργατικές μάζες, έθεσαν το ζήτημα της τακτικής που θα έπρεπε να ακολουθήσει η ΚΔ σε τέτοιες συνθήκες.

Η ΚΔ, μετά το 3ο Συνέδριό της (1921), επεξεργάστηκε σταδιακά την πολιτική του «Ενιαίου Μετώπου» μεταξύ των εργατών που ακολουθούσαν τους κομμουνιστές και των εργατών που ακολουθούσαν τη σοσιαλδημοκρατία. Η ΕΕ της ΚΔ συζήτησε και κατέληξε στη σχετική απόφαση στις 18 Δεκέμβρη 1921. Η απόφαση επεσήμαινε: «Οταν μιλάμε για ενιαίο εργατικό μέτωπο, πρέπει να εννοούμε την ενότητα όλων των εργατών, που επιθυμούν να παλέψουν ενάντια στον καπιταλισμό»10. Η συζήτηση για το χαρακτήρα και το ρόλο του ενιαίου μετώπου συνεχίστηκε με διαφωνίες στην ΕΕ της ΚΔ και στις γραμμές των ΚΚ. Μια τάση απέρριπτε την ιδέα του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, ενώ μια σειρά δεξιά στοιχεία μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το ενιαίο μέτωπο ως στρατηγική συμφωνία με τη ΙΙ ή τη ΙΙ½ Διεθνή, χωρίς αρχές11. Ο Λένιν χαρακτήριζε την τακτική του ενιαίου μετώπου «ως υποχώρηση που πρέπει να εξυπηρετεί την προετοιμασία της επίθεσης»12, αφού «ο σκοπός και το νόημα της τακτικής του ενιαίου μετώπου συνίσταται στο να τραβηχτούν στην πάλη κατά του κεφαλαίου όλο και πιο πλατιές μάζες εργατών, χωρίς να πάψουμε να επαναλαμβάνουμε τις εκκλήσεις μας, ακόμη και προς τους ηγέτες της ΙΙ και ΙΙ½ Διεθνούς, προτείνοντας να κάνουμε από κοινού τέτοια πάλη»13.

Σκοπός της τακτικής του ενιαίου μετώπου ήταν η απόσπαση των εργατικών μαζών από τον οπορτουνισμό, η συντριβή της ηγεσίας του, όπως σημείωνε ο Λένιν. Πρέπει βεβαίως να σημειώσουμε ότι μια σειρά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε επίπεδο διακηρύξεων και προγραμμάτων ακόμα υιοθετούσαν μαρξιστικές διακηρύξεις, ορισμένα είχαν ακόμα και τη «δικτατορία του προλεταριάτου», την οποία όμως αντιπαρέθεταν στη μορφή που πήρε στη Ρωσία, της σοβιετικής εξουσίας.

Το 1922 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ αντιπροσώπων της ΚΔ, της ΙΙ και της ΙΙ½ Διεθνούς. Η αντιπροσωπία της ΚΔ, που αποτελούνταν από τους Τσέτκιν, Μπουχάριν, Ράντεκ, έκανε απαράδεκτες υποχωρήσεις, δεσμευόμενη ότι δε θα επιβληθεί η ποινή του θανάτου στην επικείμενη δίκη των 47 εσέρων που βαρύνονταν με πράξεις κατά της σοβιετικής εξουσίας και δολοφονίας κομμουνιστών και επίσης ότι στη δίκη τους θα παρευρίσκονταν αντιπροσωπείες και των τριών Διεθνών.

Ο Λένιν, καταδικάζοντας αυτές τις υποχωρήσεις, σημείωνε ότι: «Οι εκπρόσωποι της ΙΙ και της ΙΙ½ Διεθνούς θέλουν το ενιαίο μέτωπο γιατί ελπίζουν να μας εξασθενήσουν με τις υπερβολικές παραχωρήσεις που θα κάνουμε»14.

Το επόμενο διάστημα αναπτύχθηκε στους κόλπους της ΚΔ προβληματισμός για τη δυνατότητα διαμόρφωσης «εργατικών κυβερνήσεων» ως κυβερνήσεων του «ενιαίου μετώπου». Το 4ο Συνέδριο (1922) κατέληξε στον προσδιορισμό 5 τύπων εργατικών κυβερνήσεων που μπορούσαν να εμφανιστούν και τη στάση των κομμουνιστών απέναντι σε αυτές:

«1. Μια φιλελεύθερη εργατική κυβέρνηση, όπως υπάρχει στην Αυστραλία και όπως είναι πιθανόν να σχηματιστεί στο κοντινό μέλλον στην Αγγλία.

2. Μια εργατική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση (Γερμανία).

3. Μια εργατοαγροτική κυβέρνηση - τέτοιες δυνατότητες υπάρχουν στα Βαλκάνια, την Τσεχοσλοβακία κλπ.

4. Μια εργατική κυβέρνηση, όπου να συμμετέχουν οι κομμουνιστές.

5. Μια αληθινά προλεταριακή εργατική κυβέρνηση, που μονάχα το κομμουνιστικό κόμμα μπορεί να την ενσαρκώσει σε καθαρή μορφή. […]

Οι δύο πρώτοι τύποι δεν είναι επαναστατικές εργατικές κυβερνήσεις, αλλά καμουφλαρισμένοι συνασπισμοί ανάμεσα στην αστική τάξη και αντεπαναστατικές ομάδες. Σε κρίσιμες στιγμές τέτοιες κυβερνήσεις είναι ανεκτές από την εξασθενημένη αστική τάξη, για να ξεγελούν τους εργάτες σχετικά με τον αληθινό ταξικό χαρακτήρα του κράτους ή για να ξεστρατίσουν, με τη βοήθεια των διεφθαρμένων ηγετών, την έφοδο του προλεταριάτου και να κερδίσουν καιρό. Οι κομμουνιστές δεν μπορούν να συμμετέχουν σε τέτοιες κυβερνήσεις. Αντίθετα πρέπει να ξεσκεπάζουν ανελέητα μπροστά στις μάζες τον αληθινό τους χαρακτήρα […]

Οι κομμουνιστές θέλουν να γίνει κοινή η υπόθεσή τους και με τους εργάτες, που δεν κατάλαβαν ακόμα την ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου, με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, τους χριστιανούς σοσιαλιστές, τους εξωκομματικούς και τα μέλη των συνδικάτων. Οι κομμουνιστές, επομένως, συμφωνούν ότι σε ορισμένες περιστάσεις και με ορισμένες εγγυήσεις, μπορούν να υποστηρίξουν μια μη κομμουνιστική εργατική κυβέρνηση. Ταυτόχρονα οι κομμουνιστές λένε στις μάζες ανοιχτά, ότι η εγκαθίδρυση μιας πραγματικά εργατικής κυβέρνησης δεν είναι δυνατή χωρίς επαναστατική πάλη ενάντια στην αστική τάξη.

Οι δύο άλλοι τύποι εργατικών κυβερνήσεων (εργατοαγροτική κυβέρνηση και εργατική κυβέρνηση με συμμετοχή των κομμουνιστών) δεν είναι δικτατορίες του προλεταριάτου και ούτε μεταβατικές μορφές, ιστορικά αναπόφευκτες, προς τη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά, εκεί όπου σχηματίζονται, μπορούν να χρησιμεύσουν σαν αφετηρία για τη δικτατορία αυτή. Μονάχα μια κυβέρνηση, που αποτελείται από κομμουνιστές μπορεί να είναι αληθινή ενσάρκωση της δικτατορίας του προλεταριάτου»15.

Πρέπει να τονίσουμε ότι η υπό όρους στήριξη ή συμμετοχή των κομμουνιστών σε μια μη κομμουνιστική εργατική κυβέρνηση προϋπέθετε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης και επαναστατικής ανόδου. Η απόφαση ανέφερε ότι: «το στοιχειωδέστερο έργο μιας εργατικής κυβερνήσεως πρέπει να συνίσταται εις το να οπλίση μεν το προλεταριάτο, αφοπλίση δε τις αστικές αντεπαναστατικές οργανώσεις»16.

Σε πολλά τμήματα της ΚΔ αυτές οι υποχωρήσεις απομάκρυναν από την επαναστατική στρατηγική. Στους κόλπους των ΚΚ άρχισαν να ενισχύονται δεξιές οπορτουνιστικές απόψεις σε αντιπαράθεση προς τις θέσεις «αριστερίστικων» τάσεων άρνησης των άμεσων στόχων πάλης στα προγράμματα των ΚΚ.

Ο ίδιος ο Λένιν, 8 μήνες μετά το 3ο Συνέδριο της ΚΔ, κάνοντας απολογισμό της πορείας της διαπάλης, έκανε την αυτοκριτική του ότι πήρε το μέρος της άκρας δεξιάς πτέρυγας του συνεδρίου (Πωλ Λεβί κ.ά.), από φόβο μην επικρατήσουν αριστερίστικες απόψεις, διαπιστώνοντας εκ των υστέρων ότι οι διαφορές με τους λεγόμενους «αριστερούς» ξεπεράστηκαν από την ίδια τη ζωή, ενώ ένας δεξιός κίνδυνος άρχισε να ενισχύεται στα ΚΚ17.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δεξιάς επίδρασης φάνηκε στην περίπτωση της συμμετοχής του ΚΚ Γερμανίας στις κυβερνήσεις της Σαξονίας και της Θουριγγίας που συγκροτήθηκαν σε συνθήκες επαναστατικής ανόδου. Οι κομμουνιστές των κυβερνήσεων της Σαξονίας και Θουριγγίας, αντί να κινηθούν για τον παραπέρα εξοπλισμό του προλεταριάτου και τον αφοπλισμό της αντεπανάστασης, όπως άλλωστε προέβλεπε ως στοιχειωδέστερο έργο η απόφαση του συνεδρίου, «πολιτεύονταν […] σαν συνηθισμένοι κοινοβουλευτικοί υπουργοί στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας»18.

Κατά τη διάρκεια του 5ου συνεδρίου της ΚΔ (1924) αναπτύχθηκε συζήτηση για το χαρακτήρα της εργατοαγροτικής κυβέρνησης, κυρίως για τις χώρες των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης. Απορρίφθηκε επίσημα η τοποθέτηση ότι η εργατοαγροτική κυβέρνηση μπορούσε να διαμορφωθεί σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας και ουσιαστικά αναγνωρίστηκε ως δικτατορία του προλεταριάτου. Ταυτόχρονα, στο ίδιο συνέδριο αναδείχτηκαν προβλήματα στο εσωτερικό των κομμάτων και καταδικάστηκαν όλες οι δεξιές θέσεις που είχαν εμφανιστεί εκείνη την εποχή μαζί βεβαίως και με τις θέσεις των τροτσκιστών που διαγράφτηκαν από τις γραμμές της ΚΔ.

Σε αυτές τις συνθήκες ωρίμασε η ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίου προγράμματος της ΚΔ που θα εξειδικευόταν από τα εθνικά τμήματά της, τα ΚΚ κάθε χώρας με ενιαία κριτήρια. Αυτό το ζήτημα κλήθηκε να αντιμετωπίσει το 6ο Συνέδριο της ΚΔ (1928).

Πριν και κατά τη διάρκεια του συνεδρίου εκδηλώθηκε διαπάλη με τις δεξιές οπορτουνιστικές θέσεις που εισηγήθηκε ο Ν. Μπουχάριν19.

Αναπτύχθηκε προβληματισμός του συνεδρίου ως προς την εξέλιξη της επανάστασης σε διάφορους τύπους χωρών και κυρίως αυτών με σχετικά καθυστερημένη καπιταλιστική ανάπτυξη (με ακόμα μεγάλο μερίδιο των αγροτών στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό) αλλά και των αποικιών.

Στη συνέχεια, το 6ο συνέδριο της ΚΔ πήρε απόφαση για το χαρακτήρα των επαναστάσεων που αντιστοιχούσε σε διάφορες χώρες υπό συνθήκες διαπάλης. Στην εκτίμηση αυτή συνηγορεί και μια εικόνα των συζητήσεων που ακολούθησαν για την επεξεργασία περιφερειακών προγραμμάτων, π.χ. της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας. Σε μια σειρά χώρες, ιδιαίτερα αυτές που χαρακτηρίζονταν ως μέσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης, τα ΚΚ αντιμετώπιζαν ισχυρές πιέσεις από αγροτικές και μικροαστικές δυνάμεις, αλλά και από εθνικιστικές τάσεις, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια.

Ο προβληματισμός μας είναι το αν ήταν δόκιμη η μηχανιστική μεταφορά της επεξεργασίας των δύο τακτικών της σοσιαλδημοκρατίας σε μια πολύ διαφορετική εποχή σε χώρες που δεν είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά με την τσαρική Ρωσία του 1905, δηλαδή χώρες στις οποίες υπήρχε συγκροτημένη αστική εξουσία ανεξάρτητα αν υπήρχαν άλυτα αστικοδημοκρατικά ζητήματα ή όχι (π.χ. διατήρηση της μοναρχίας). Επίσης ο προβληματισμός αφορά την έκταση των μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην αγροτική παραγωγή σε αυτές τις χώρες, ώστε να βαρύνουν στο χαρακτηρισμό της κοινωνίας.

Ο προβληματισμός μας δεν αμφισβητεί την επισήμανση άλυτων αστικοδημοκρατικών ζητημάτων ή πλευρών του αγροτικού ζητήματος ως κρίκων για τη συγκέντρωση μη προλεταριακών δυνάμεων υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου, αλλά τα αμφισβητεί ως καθοριστικά για το χαρακτήρα της επανάστασης, δηλαδή ποια τάξη διεκδικεί την εξουσία, κορυφαίο ζήτημα της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου η σοσιαλδημοκρατία πήρε ανοιχτά χαρακτηριστικά αστικού κόμματος διακυβέρνησης στα πλαίσια του αστικού πολιτικού συστήματος. Τα δύο τμήματά της (ΙΙ και ΙΙ½ Διεθνής) ενώθηκαν σε μια ενιαία Διεθνή, η οποία σταδιακά εγκατέλειψε τις όποιες επαναστατικές διακηρύξεις και υιοθέτησε θέσεις περί οργανωμένου καπιταλισμού και σταδιακού περάσματος στο σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθμίσεων.

Πρωτοστάτησε στον αντικομμουνισμό, ευνοώντας την άνοδο του φασισμού σε μια σειρά χώρες, ενώ μια σειρά φασιστικές δυνάμεις ξεπήδησαν μέσα από τους κόλπους των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.

Η άνοδος του φασισμού σε μια σειρά χώρες είχε πολύπλευρη επίδραση στο κομμουνιστικό κίνημα και την ΚΔ.

Απασχόλησε η ερμηνεία του φαινομένου και η αντιμετώπισή του από το κομμουνιστικό κίνημα σε συνθήκες οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης και έντασης των προετοιμασιών για έναν νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και κοινό στόχο τη συντριβή της Σοβιετικής Ενωσης. Οι φασιστικές δυνάμεις έδωσαν έντονο αντικομμουνιστικό χαρακτήρα στον προσανατολισμό τους, χαρακτηρίζοντας μάλιστα το σύμφωνο ανάμεσα στη Γερμανία και την Ιαπωνία το 1936 ως «αντι-κομιντέρν σύμφωνο».

Στους κόλπους της ΚΔ αναπτύχθηκε προβληματισμός και διαπάλη, που καταγράφεται άλλωστε και από τους ιστορικούς της ΚΔ (τους μετέχοντες σε αυτή). Κυριάρχησε η άποψη για την ανάγκη διαμόρφωσης ενός ευρύτερου αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου (ΛΜ) που θα διεκδικούσε κοινοβουλευτικά την κυβέρνηση και έτσι θα εμπόδιζε την ανάδειξη φασιστικών κυβερνήσεων και ταυτόχρονα θα απέτρεπε τη συγκέντρωση των πιο επιθετικών δυνάμεων ενάντια στην ΕΣΣΔ.

Οι αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου (1935), αντανακλώντας και τη διαπάλη στις γραμμές της ΚΔ, προέβλεπαν ορισμένες «δικλείδες», όπως π.χ. ότι η συγκρότηση της κυβέρνησης του ΛΜ θα ήταν προϊόν όξυνσης της ταξικής πάλης κλπ. Στη πράξη άνοιξε ο δρόμος για άνευ όρων συμφωνίες με σοσιαλδημοκρατικά και αστικά κόμματα, για άκριτη στήριξη των αστικών κυβερνήσεων στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, παρά ακόμη και την αντίθετη κατεύθυνση της ΕΕ της ΚΔ, άνοιξε η συζήτηση για ενοποίηση των ΚΚ με τα σοσιαλδημοκρατικά κ.ά.

Η πράξη απέδειξε ότι η πολιτική του ΛΜ δεν μπόρεσε ούτε να αντιμετωπίσει την άνοδο του φασισμού ούτε όπως ήταν φυσικό να σταματήσει τον πόλεμο. Οπως επίσης αποδείχτηκε από τις περιπτώσεις της Γαλλίας και της Ισπανίας, δυνάμεις που συμμετείχαν στο ΛΜ και τις κυβερνήσεις του δε δίστασαν σε κρίσιμες στιγμές να προχωρήσουν σε ανοιχτή επίθεση ενάντια στα ΚΚ (π.χ. το Γαλλικό ΚΚ τέθηκε εκτός νόμου από την κυβέρνηση του «σύμμαχου» ριζοσπάστη Νταλαντιέ, οι σοσιαλδημοκράτες στην Ισπανία οργάνωσαν πραξικόπημα με στόχο το κτύπημα των κομμουνιστών και τη συνεννόηση με το Φράνκο). Είναι επίσης γεγονός ότι δυνάμεις που συμμετείχαν στο ΛΜ δεν εντάχθηκαν στην αντιστασιακή δράση κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου η Βουλή, στιην οποία κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του ΛΜ, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην «κυβέρνηση του Βισύ», του στρατηγού Πεταίν. Αυτή η κριτική προσέγγιση δεν αμφισβητεί ούτε την ηρωική πάλη των κομμουνιστών ενάντια στο φασισμό και για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ενωσης ούτε τις πρωτοβουλίες των κομμουνιστών στην πάλη ενάντια στη ναζιστική φασιστική κατοχή. Αφορά την απομάκρυνση από τη στρατηγική της επαναστατικής διεκδίκησης της εργατικής εξουσίας σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, ιδιαίτερα στα χρόνια 1943-1944 σε αρκετές από τις χώρες της Ευρώπης. Ετσι κομμουνιστικά κόμματα βρέθηκαν ανέτοιμα να αξιοποιήσουν την ένοπλη αντικατοχική πάλη ως πάλη για την εξουσία, ενώ με τη λήξη του πολέμου κυριάρχησαν οι αναθεωρητικές θέσεις περί κοινοβουλευτικής εξέλιξης, συμμαχίας με τη σοσιαλδημοκρατία, αντιιμπεριαλιστικών δημοκρατικών κυβερνήσεων κ.ά.

Το γεγονός ότι η πολιτική του ΛΜ δέχτηκε κριτική από το τροτσκιστικό ρεύμα δε δικαιολογεί την άκριτη δικαίωσή της.

Οι τροτσκιστές στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ασκούσαν κριτική στα ΚΚ για σεχταρισμό, ότι παραιτούνταν από το ενιαίο μέτωπο με τη λογική του «σοσιαλφασισμού» και έτσι ευνοούσαν την άνοδο του φασισμού. Στη συνέχεια χαρακτήρισαν το 7ο Συνέδριο οπορτουνιστική στροφή με προφανή στόχο, όπως ομολογήθηκε από τον ίδιο τον Τρότσκι, να προσελκύσουν τα μέλη των ΚΚ που δεν είχαν πειστεί από αυτή την αλλαγή στρατηγικής.

Το τροτσκιστικό μεταβατικό πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς, που εγκρίθηκε στο ιδρυτικό συνέδριό της το 1938, χαρακτηρίζεται από εκλεκτικισμό και επαναστατικό βερμπαλισμό. Οι τροτσκιστές, πέρα από μια επαναστατική φρασεολογία, συνταίριαζαν στο πρόγραμμά τους παλιότερες εκτιμήσεις του Τρότσκι με διαπιστώσεις και εκτιμήσεις του Προγράμματος από το 6ο Συνέδριο της ΚΔ. Για παράδειγμα εκτιμούσαν ότι «Το κεντρικό καθήκον των αποικιακών και μισοαποικιακών χωρών είναι η αγροτική επανάσταση, η διάλυση της κληρονομιάς του φεουδαλισμού και η εθνική ανεξαρτησία»20 και ότι στους κόλπους της «αστικής επανάστασης» θα έπρεπε να δημιουργηθούν σοβιέτ, τα οποία «αργά ή γρήγορα να γκρεμίσουν την αστική δημοκρατία» για να ολοκληρώσουν την αστική επανάσταση21(!).

Για τους τροτσκιστές δεν τέθηκε ζήτημα μελέτης των υλικών προϋποθέσεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση σε εθνικό επίπεδο, αφού ουσιαστικά την ένταξη των επαναστατημένων χωρών στο δρόμο του σοσιαλισμού την αντιλαμβάνονταν μόνο στη διεθνή της διάσταση.

Οι τροτσκιστές αξιοποίησαν υπαρκτά προβλήματα και αδυναμίες στη γραμμή της ΚΔ, προκειμένου να αποκτήσει «επαναστατική» χροιά η γραμμή της «διαρκούς επανάστασης». Ο τροτσκισμός πέρασε πολλές μεταμορφώσεις τη δεκαετία του 1930 κι έπεσε σε πολλές αντιφάσεις, διατηρώντας σταθερή πολεμική στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ. Θεωρούσε αδύνατη τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ χωρίς νίκη του σοσιαλισμού σε μια σειρά χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης και κατά τη δεκαετία του 1930 χαρακτήριζε την ΕΣΣΔ ως ένα γραφειοκρατικά εκφυλισμένο κράτος που έπρεπε να ανατραπεί.

Καθορίζοντας τα καθήκοντα των τροτσκιστών στην ΕΣΣΔ ο Τρότσκι σημείωνε:

«Οπως και στις φασιστικές χώρες, από τις οποίες ο πολιτικός μηχανισμός του Στάλιν δεν ξεχωρίζει παρά μόνο για την περισσότερο αχαλίνωτη καταπιεστικότητά του, μονάχα προπαρασκευαστική προπαγανδιστική δουλειά είναι δυνατή σήμερα μέσα στην ΕΣΣΔ»22.

Ενα άλλο ερώτημα που χρήζει μελέτης είναι το ποια ήταν η τοποθέτηση στελεχών του ΠΚΚ(μπ), αλλά και άλλων ΚΚ, σχετικά με τη γραμμή που διαμόρφωσε το 7ο Συνέδριο. Ο ισχυρισμός ότι η γραμμή της ΚΔ ήταν η γραμμή του ΚΚ της ΕΣΣΔ είναι απλουστευτικός. Ηδη ακόμα από την εποχή του Λένιν καταγράφεται σκληρή διαπάλη στις γραμμές της ΚΔ για τη διαμόρφωση της γραμμής της.

Υπενθυμίζουμε επίσης ότι στα πλαίσια του μεταγενέστερου Γραφείου Πληροφοριών -Κομινφόρμ- ασκήθηκε κριτική στο Γαλλικό ΚΚ για τη στάση του στο ΛΜ τη δεκαετία του 1930, ενώ και το ίδιο το Γαλλικό ΚΚ έκανε αυτοκριτική τοποθέτηση.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η σημερινή αναγκαιότητα ανασυγκρότησης του ΔΚΚ επιβάλλει την προσεκτική και αντικειμενική μελέτη της πορείας του στον 20ό αιώνα, της πρώτης προσπάθειας διαμόρφωσης ενιαίας στρατηγικής σε διεθνές επίπεδο.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα μετά το 20ό Συνέδριο, το 1956, κυριάρχησε η στρατηγική αντίληψη περί «εθνικών δρόμων προς το σοσιαλισμό», αναπτύχθηκε ο ευρωκομμουνισμός, επήλθε η ρήξη μεταξύ ΕΣΣΔ και Κίνας, αναπτύχθηκε το μαοϊκό ρεύμα που ενώ έκανε ορισμένη κριτική στο 20ό Συνέδριο υιοθετούσε αναθεωρητικές - οπορτουνιστικές θέσεις περί «εθνικής αστικής τάξης», έβλεπε ακόμη και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό ως αξιοποιήσιμη δύναμη στην πολεμική απέναντι στην ΕΣΣΔ. Η διασάλευση της ιδεολογικής και οργανωτικής ενότητας του ΔΚΚ ήταν βαθιά και πήρε χαρακτηριστικά πρωτοφανούς κρίσης στη δεκαετία του 1980, με αποκορύφωμα τη νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και άλλες χώρες.

Μελετώντας την πορεία του ΔΚΚ αναμφίβολα βοηθούμαστε και στη μελέτη της εξέλιξης της στρατηγικής και στο δικό μας Κόμμα. Η ιστορική πείρα αναδεικνύει ενιαία ορισμένα βασικά διαχρονικά συμπεράσματα - κριτήρια για την ανάπτυξη της επαναστατικής στρατηγικής:

«Ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και ενδιάμεση πολιτική εξουσία μεταξύ της αστικής και της επαναστατικής εργατικής εξουσίας.

Η ικανότητα του ΚΚ να επιβεβαιώνει τον αυτοτελή ιδεολογικοπολιτικό και οργανωτικό ρόλο του εκφράζεται με την επιστημονική θεμελίωση της στρατηγικής του, κατά συνέπεια με την αντικειμενική ανάλυση του καπιταλισμού, με την ορθή ανάλυση της διάταξης των ταξικών δυνάμεων, την τακτική του ταξικού αντίπαλου. Συνδέεται τελικά με την ανάπτυξη της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού.

Η αυτοτελής δράση του ΚΚ διασφαλίζει πολιτική συμμαχιών που δεν υποθηκεύει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης, στο όνομα κάποιων πρόσκαιρων επιτυχιών. Οι συμμαχίες, αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής μας, προϋποθέτουν συμβιβασμούς, που όμως δεν θα θίγουν την προώθηση της στρατηγικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Επιβεβαιώθηκε ότι η εργατική τάξη είναι η μόνη κοινωνική δύναμη που μπορεί να ηγηθεί και πολιτικά στον αγώνα για την απελευθέρωσή της και να εκφράσει τα δικαιώματα όλων των καταπιεζόμενων δυνάμεων. Η εργατική τάξη ήταν εκείνη που συσπείρωσε γύρω της τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου»23.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Κύριλλος Παπασταύρου είναι μέλος της ΚΕ, υπεύθυνος της Ιδεολογικής Επιτροπής.

1. Για τους ορισμούς «στρατηγική» και «τακτική» βλ. Διάλεξη της ΙΕ της ΚΕ: «Θεωρητικά ζητήματα για τη στρατηγική και τακτική του Κομμουνιστικού Κόμματος» ΚΟΜΕΠ τ. 4/2008.

2. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης», εκδ. «Κοροντζή», σελ. 108.

3. Ι. Β. Στάλιν: «Ζητήματα Λενινισμού», σελ. 68.

4. Χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ο όρος «διαρκής επανάσταση» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Μαρξ - Ενγκελς, όταν επεξεργάζονταν τη δυνατότητα να περάσει το προλεταριάτο από τις αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις του 1848 στην επανάσταση για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας (βλέπε: Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Προσφώνηση της ΚΕ στην Ενωση των Κομμουνιστών» (1850), «Διαλεχτά Εργα», τ. 1.

5. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 11. σελ. 223.

6. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31. σελ. 14.

7. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31. σελ. 135.

8. Ο Α. Πάρβους (1869-1924) ήταν Ρώσος μενσεβίκος. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1890 και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1910 δούλευε μέσα στις γραμμές του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος ως μέλος της αριστερής πτέρυγάς του. Ηταν ο εμπνευστής της «θεωρίας της διαρκούς επανάστασης», με την οποία ο Τρότσκι ήρθε σε επαφή κατά τη διάρκεια της εξορίας του στη Γερμανία. Στην πορεία αποκαλύφθηκε ότι ο Πάρβους υπήρξε πράκτορας των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου κράτησε ανοιχτά σοσιαλσοβινιστική στάση στη Γερμανία.

9. Λ. Τρότσκι: «Αποτελέσματα και Προοπτικές», μετάφραση από το αγγλικό κείμενο που δημοσιεύεται στο διαδικτυακό αρχείο: www.marxists.org.

10. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», Β΄ έκδοση, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 155.

11. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», Β΄ έκδοση, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 156.

12. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 44, σελ. 61.

13. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 45, σελ. 131.

14. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 45, σελ. 144.

15. Φόστερ Ουίλιαμ: «Ιστορία των τριών διεθνών», εκδ. «Γνώσεις», σελ. 428-429.

16. «Αι Θέσεις και Αποφάσεις του IV Παγκόσμιου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς», εκδ. «Σοσιαλιστικό Βιβλιοπωλείο», 1923, σελ. 22.

17. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 44, σελ. 419.

18. Xαρακτηρισμός από τον Γκ. Ντιμιτρόφ, «Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ», «Παγκόσμια Ιστορία», εκδ. «Μέλισσα», τ. Η1- Η2, σελ. 752.

19. Για περισσότερα βλ. Κ. Παπασταύρου: «Για την αντιπαράθεση με τα οπορτουνιστικά ρεύματα στο ΚΚ της ΕΣΣΔ», ΚΟΜΕΠ τ.1/2009.

20. «Το μεταβατικό πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς», εκδ. «Αλλαγή», σελ. 42.

21. «Το μεταβατικό πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς», εκδ. «Αλλαγή», σελ. 43.

22. «Το μεταβατικό πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς», εκδ. «Αλλαγή», σελ. 53.

23. «Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 60 χρόνια από την αντιφασιστική νίκη των λαών».