ΑΝΑΓΚΗ ΕΝΙΑΙΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ


του Δημήτρη Κουτσούμπα

Tα ντοκουμέντα του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (18-22 Φλεβάρη 2009) δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις εξελίξεις στο Διεθνές Κομμουνιστικό και Εργατικό Κίνημα (ΔΚΚ), στην ανάγκη της δυναμικής ανάπτυξης της διεθνιστικής εργατικής αλληλεγγύης και δράσης.

Το Κόμμα μας έχει αναπτύξει μια σοβαρή δραστηριότητα στο διεθνές κίνημα, η οποία εντάθηκε τα τελευταία χρόνια μετά το 17ο Συνέδριο (Φλεβάρης 2005) και φυσικά θα αναπτυχθεί ακόμα παραπέρα μετά το 18ο Συνέδριο, με όπλο και οδηγό τις αποφάσεις του. Ετσι κι αλλιώς αυτό εκφράζει μια αναγκαιότητα σημαντική στη σημερινή εποχή, μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές του 1991, αλλά και σήμερα, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού, που επιβάλλει ακόμα μεγαλύτερο συντονισμό και οργάνωση της κοινής δράσης, προκειμένου το ΔΚΚ να κάνει πιο γρήγορα βήματα στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενιαίας στρατηγικής απέναντι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.

ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Το εργατικό κίνημα από τα γεννοφάσκια του, με την ίδια την εμφάνιση και διάδοση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας και την ίδρυση των πρώτων πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης, ασπάστηκε το διεθνισμό. Δεν επρόκειτο απλά για ένα συναίσθημα αλληλεγγύης των εργαζομένων, αλλά για τη συνειδητοποίηση ότι η εργατική τάξη όλων των χωρών έχει κοινό συμφέρον να ανατρέψει την αστική εξουσία. Βέβαια «η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη είναι πρώτ’ απ’ όλα εθνική, αν όχι στο περιεχόμενό της σίγουρα όμως στη μορφή της. Είναι ολοφάνερο πως το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει να ξεμπερδεύει πρώτα με τη δική του αστική τάξη»1. Η λενινιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού, η θεώρηση για την ανισόμετρη ανάπτυξη και τον αδύνατο «κρίκο» σε μια χώρα ή σε μια ομάδα χωρών και τα καθήκοντα που προκύπτουν για κάθε ΚΚ από αυτή τη θεώρηση, η ίδια η ιστορική εμπειρία όλου του προηγούμενου αιώνα, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα πως το εθνικό πεδίο της πάλης παραμένει το κυρίαρχο.

Αυτό όμως το συμπέρασμα κάθε άλλο παρά πρέπει να ερμηνευτεί ως παραίτηση από την ανάγκη του συντονισμού και της επεξεργασίας κοινής στρατηγικής και δράσης των κομμουνιστών σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Μια ανάγκη που αποκτάει σήμερα ακόμα μεγαλύτερη σημασία, αφού η καπιταλιστική διεθνοποίηση έχει πάρει ανώτερες μορφές, όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας αλλά και της πολιτικής και με τη συγκρότηση διεθνών και περιφερειακών διακρατικών ενώσεων, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, του ΔΝΤ κ.ά.

Το Κόμμα μας ήταν από την ίδρυσή του προσηλωμένο στις αρχές του Προλεταριακού Διεθνισμού. Επί 90 χρόνια αγωνίστηκε με συνέπεια και δεν υποχώρησε από αυτές τις αρχές του. Ως τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) βοηθήθηκε σημαντικά στη συγκρότησή του ως Κόμμα Νέου Τύπου. Παράλληλα υπέστη και τις αρνητικές συνέπειες των προβλημάτων θεωρητικής ανωριμότητας ή και οπορτουνισμού που εκδηλώθηκαν στο ΔΚΚ, αλλά ποτέ δεν απαρνήθηκε την ανάγκη ύπαρξης ενιαίας στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στον ιμπεριαλισμό, για το σοσιαλισμό. Δε γενίκευσε ούτε θεωρητικοποίησε την όποια αρνητική εμπειρία. Ποτέ δεν πέσαμε στο λάθος να δικαιολογούμε τα δικά μας λάθη ή αστοχίες, ρίχνοντας τις ευθύνες κάπου αλλού, έξω από εμάς, ακόμα και αν διεθνείς επιλογές και αποφάσεις επηρέασαν και εμάς αρνητικά.

Η όλη προσυνεδριακή διαδικασία, οι εργασίες του 18ου Συνεδρίου, οι αποφάσεις του, η πορεία του Κόμματος μετά το Συνέδριο, επιβεβαιώνουν την ορθότητα της απόφασης να συζητήσουμε τα ζητήματα του σοσιαλισμού, να καταλήξουμε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα, να εμπλουτίσουμε την προγραμματική μας αντίληψη για το σοσιαλισμό.

Η μελέτη που έκανε το Κόμμα μας, η συνέχιση αυτής της μελέτης παραπέρα και με τη συμβολή άλλων αδελφών Κομμάτων και μαρξιστών επιστημόνων, είναι κυρίως χρήσιμη και απαραίτητη για να δώσουμε απαντήσεις που αφορούν το σήμερα και το αύριο του κινήματος, να βγει μια συλλογικά επεξεργασμένη πείρα που θα θωρακίσει το κίνημά μας από λαθεμένες επιλογές, από την ισχυρή επίδραση της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας μέσα στο κίνημα, από τη νόθευση της επαναστατικής στρατηγικής από τον αναθεωρητισμό και οπορτουνισμό.

Ιδιαίτερα, ορισμένα ζητήματα που έχουν σχέση με πλευρές της στρατηγικής του ΔΚΚ, τις προηγούμενες δεκαετίες, δίνουν πολύτιμα διδάγματα για το σήμερα και πρέπει να συζητηθούν μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, γιατί από πολλές πλευρές έρχονται και επανέρχονται απόψεις και ιδεολογήματα λαθεμένα και πολλές φορές δοκιμασμένα και αποτυχημένα στην πράξη, που οδήγησαν σε ήττα και υποχώρηση το επαναστατικό κίνημα, φτάνοντας νομοτελειακά μέχρι την ακραία αντεπαναστατική τους έκφραση.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΝΑ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Ενα σημαντικό ζήτημα που υπάρχει ως θεμελιακό συμπέρασμα στην απόφαση του Συνεδρίου για το σοσιαλισμό και το οποίο αξίζει παραπέρα να φωτιστεί, είναι η αδυναμία του ΔΚΚ να διαμορφώσει ενιαία επαναστατική στρατηγική, ιδιαίτερα μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Κομμουνιστικά Κόμματα, ιδιαίτερα αυτά των ισχυρών καπιταλιστικών χωρών, ενώ διακήρυσσαν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, στη διαμόρφωση της πολιτικής τους έθεταν στόχους που -ανεξάρτητα από προθέσεις- δεν εξυπηρετούσαν μια στρατηγική συγκέντρωσης και οργάνωσης δυνάμεων με στόχο την προετοιμασία για σύγκρουση και πλήρη ρήξη με την αστική εξουσία. Ετσι η τρέχουσα πολιτική δε λειτουργούσε ως συστατικό της στρατηγικής για το σοσιαλισμό. Στην πορεία εδραιώνονταν και απλώνονταν περισσότερο μια σειρά οπορτουνιστικές αντιλήψεις. Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, που σήμανε δεξιά στροφή στο διεθνές κίνημα, επιδείνωσε τα προβλήματα του ΔΚΚ.

Είναι γεγονός ότι εκφράστηκε αδυναμία επεξεργασίας επαναστατικής στρατηγικής μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού κομμουνιστικά κόμματα στην καπιταλιστική Δύση δεν μπόρεσαν να διαμορφώσουν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην ξένη κατοχή σε πάλη για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας σε συνθήκες μεγάλης όξυνσης των κοινωνικοταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό της χώρας που δρούσαν. Οπωσδήποτε χρειάζεται μεγαλύτερη διερεύνηση το κατά πόσο, σε ποια έκταση και σε ποιες χώρες συγκεκριμένα. Την ίδια στιγμή η άρχουσα τάξη έδειξε ικανότητα έγκαιρα να διαμορφώνει συμμαχίες υπεράσπισης της εξουσίας της, αλλά και να αναδιατάσσει τις διεθνείς και εσωτερικές συμμαχίες της.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Είναι γεγονός επίσης ότι κομμουνιστικά κόμματα έθεταν -και θέτουν- στη στρατηγική τους ως πολιτικό στόχο τη διαμόρφωση «δημοκρατικών κυβερνήσεων», με τη μορφή μιας κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης ή με τη μορφή ενός ενδιάμεσου σταδίου στην επαναστατική διαδικασία.

Είναι άξιο επισήμανσης και προβληματισμού για το πώς έθεταν κάποια κομμουνιστικά κόμματα, παραδείγματος χάριν, το ζήτημα της εξάρτησης της χώρας τους στα προγράμματά τους και πώς συνέδεαν αυτό με τη θέση για τη δημιουργία συμμαχιών και προτάσεων «δημοκρατικής διακυβέρνησης». Συναντάμε πολύ συχνά την περίοδο εκείνη σε ντοκουμέντα ΚΚ, ισχυρών μάλιστα κρατών της καπιταλιστικής Ευρώπης, τη θέση ότι οι χώρες τους ήταν «εθνικά υποτελείς», ότι δεν είχε επιλυθεί το ζήτημα της «εθνικής ανεξαρτησίας» και ως εκ τούτου ότι υπήρχε η δυνατότητα συνεργασίας, ακόμα και σε επίπεδο κυβερνητικής εξουσίας, με την αστική τάξη ή τμήματά της, τα οποία δήθεν είχαν συμφέρον να παλέψουν για την εθνική ανεξαρτησία της χώρας τους. Και αυτό μάλιστα υπήρχε σε προγράμματα ΚΚ που οι χώρες τους βρίσκονταν εκείνη την περίοδο στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, όπως ήταν π.χ. η Μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ κλπ.

Είναι μια τέτοια στρατηγική συνεπής προς τη μαρξιστική-λενινιστική προσέγγιση; Οι πολύπλευρες εξαρτήσεις υπάρχουν έτσι κι αλλιώς μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, ανάμεσα στις διάφορες καπιταλιστικές χώρες και διαμορφώνονται ακριβώς εξαιτίας της ανισόμετρης ανάπτυξης και φυσικά είναι εξαρτήσεις που δεν μπορούν να λυθούν στα πλαίσια του καπιταλισμού, παρά μόνο με τη σοσιαλιστική επανάσταση, με το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Υπάρχει βέβαια και το ειδικό ζήτημα της εξάρτησης που έχει να κάνει με στρατιωτικοπολιτική κατοχή μιας χώρας από άλλη χώρα, η οποία μπορεί να λυθεί και μέσα στον καπιταλισμό, δηλαδή να πετύχεις να διώξεις π.χ. τον κατακτητή από τη χώρα σου, όμως το σύστημα να παραμείνει αστική δημοκρατία, καπιταλισμός. Αυτό όμως το πρόβλημα μπορεί να λυθεί και διαφορετικά, προς τα μπρος, με την εγκαθίδρυση εργατικής εξουσίας, με ανατροπή δηλαδή του καπιταλισμού και οικοδόμηση της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας.

Αρα, από στρατηγική άποψη, αυτό είναι που πρέπει να μείνει ως κύριο, βασικό, χρήσιμο συμπέρασμα.

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Η ιστορική εμπειρία έδειξε πόσο ουτοπική ήταν η αντίληψη που έβλεπε το πέρασμα στο σοσιαλισμό μέσα από τη λεγόμενη σταδιακή «διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας». Τα υψηλά εκλογικά ποσοστά ΚΚ, όπως της Ιταλίας, της Γαλλίας και αλλού, δε δικαίωσαν τις προσδοκίες του κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό, όπως αρκετοί έσπευσαν να προπαγανδίσουν. Αντίθετα, οι μεγάλες αυταπάτες και οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις τροφοδότησαν και οδήγησαν σε διαλυτική κατάσταση, ενώ ακόμα δεν έχουν ξεπεραστεί και εξακολουθούν να ταλανίζουν το κομμουνιστικό κίνημα. Ετσι, δε διαμορφώθηκαν προϋποθέσεις για την ταξική χειραφέτηση των κινημάτων, διαδικασία που ωριμάζει και διευρύνει την επαναστατική πρωτοβουλία, τους δεσμούς με τις λαϊκές μάζες μέχρι την εμφάνιση νέων συνθηκών όταν οι εκτεταμένες οικονομικές και πολιτικές κρίσεις εξ αντικειμένου θα τροφοδοτούσαν τη μαζική λαϊκή επαναστατική δράση.

Στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως κάτω από τη μεγάλη επίδραση του ευρωκομμουνισμού στις δεκαετίες 1960 - ’70 - ’80, η τακτική διαμόρφωσης κυβερνήσεων συνεργασίας με τη σοσιαλδημοκρατία, δηλαδή με αστικά κόμματα και η συμμετοχή ΚΚ σε κυβερνήσεις ουσιαστικά διαχείρισης της καπιταλιστικής εξέλιξης, ενταγμένης στη λογική των σταδίων, με πρώτο την επίλυση αστικοδημοκρατικών αιτημάτων και του θέματος της εξάρτησης, οδήγησε σε όλες σχεδόν τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης μόνο σε ισχυροποίηση της εξουσίας του κεφαλαίου, σε στήριξη νέων μηχανισμών καταστολής και χειραγώγησης. Η σχεδόν πλήρης ενσωμάτωση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος σε αυτές τις χώρες δεν είναι άμοιρη αυτών των προβλημάτων στρατηγικής.

Χωρίς αμφιβολία, οι εξελίξεις αυτές δυσκόλευαν και τις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, επιδρούσαν αρνητικά στα κόμματα εξουσίας, ακόμα και στη διαμόρφωση των θέσεών τους και των απόψεών τους για τις πιθανές εξελίξεις στο καπιταλιστικό σύστημα στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Σοβαρό ζήτημα με χρήσιμα συμπεράσματα, ιδιαίτερα για το σήμερα, αποτελεί η στάση του ΔΚΚ απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, ως το οργανωμένο ιδεολογικοπολιτικό δεξιό ρεύμα που πρόκυψε από το ιστορικό σχίσμα του επαναστατικού εργατικού κινήματος στις αρχές του 20ού αιώνα.

Η αναβίωση του αναθεωρητισμού και του δεξιού οπορτουνισμού στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος έγινε με υποχώρηση προς τις μεταρρυθμιστικές θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας και σε αρκετές περιπτώσεις στην καπιταλιστική Δύση οδήγησε σε ένα διαχειριστικό πρόγραμμα συνεργασίας με τις δυνάμεις της αστικής δημοκρατίας.

Είναι φανερό ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα αγνοήθηκε η πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Τότε η πολιτική της συμμαχίας της σοσιαλδημοκρατίας με την αστική τάξη αντιμετωπίστηκε από τους μπολσεβίκους ως προδοσία σε βάρος της εργατικής τάξης. Τότε τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ήρθαν σε απόλυτη ρήξη με το σύνθημα της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πάλη για την εργατική εξουσία σε κάθε χώρα. Ο Λένιν άνοιξε μέτωπο με τη σοσιαλδημοκρατία σε διεθνές επίπεδο. Το μέτωπο αυτό εκφράστηκε πρώτ’ απ’ όλα στη Ρωσία, με αποτέλεσμα να μην εγκλωβιστούν οι επαναστατικές δυνάμεις στους στόχους και ελιγμούς των εγχώριων αστικών δυνάμεων, στις μικροαστικές και οπορτουνιστικές πιέσεις.

Αργότερα κυριάρχησε η άποψη ότι τα ΚΚ δε θα μπορούσαν να απεγκλωβίσουν τις εργατικές δυνάμεις που ακολουθούσαν τη σοσιαλδημοκρατία, ότι θα απομονώνονταν από αυτές αν δεν ακολουθούσαν πολιτική συμμαχίας με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, έγινε «δόγμα» ο διαχωρισμός της σοσιαλδημοκρατίας σε «δεξιά» και «αριστερή», προκειμένου να προσεταιριστεί την «αριστερή» πτέρυγα το κομμουνιστικό κίνημα. Το μεγάλο μέρος όμως της λαϊκής βάσης των άλλων κομμάτων, όπως επιβεβαιώθηκε από την πράξη, δεκαετίες τώρα, κερδίζεται μέσα από την όξυνση της ταξικής πάλης, με ισχυρό ιδεολογικό μέτωπο απέναντι σε όλες τις παραλλαγές της αστικής πολιτικής και σε στιγμές κορύφωσης των κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων.

Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Μετά τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και παρά τα προβλήματα στρατηγικής που συσσωρεύτηκαν στα κομμουνιστικά κόμματα, δεν έγινε δυνατό να επιτευχθεί μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η δημιουργία μιας νέας διεθνούς οργάνωσης των ΚΚ. Ομως η ανάγκη ύπαρξής της γενικά ήταν φανερή. Αυτό δείχνει και η προσπάθεια σύγκλησης διεθνών διασκέψεων, όπου υπογραμμιζόταν η σημασία της διεθνούς ενότητας του κομμουνιστικού κινήματος.

Αυτές οι διεθνείς διασκέψεις όμως δεν μπόρεσαν να συμβάλουν στην ιδεολογική ενότητα και στη χάραξη επαναστατικής στρατηγικής. Η διασάλευση της ιδεολογικής ενότητας βάθαινε την κρίση στο ΔΚΚ.

Στην πραγματικότητα η αποκατάσταση της ενότητάς του προϋπέθετε ανοικτό μέτωπο με τον οπορτουνισμό και αντιμετώπισή του από σημαντικά τμήματα του ΔΚΚ, πρώτ’ απ’ όλα από το ΚΚΣΕ, το ΚΚ Κίνας και τα ΚΚ των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της Δύσης. Μόνο έτσι θα μπορούσε να επέλθει νέα ιδεολογική και οργανωτική ενότητα σε επαναστατική βάση.

Το ΔΚΚ είχε να υπερνικήσει ισχυρούς αρνητικούς παράγοντες, όπως ήταν το πολυάριθμο μικροαστικό στοιχείο και οι πολλαπλά εμπεδωμένες παραδόσεις του αστικού κοινοβουλευτισμού. Και οι δύο αυτοί παράγοντες έγιναν άλλοθι για πολλά ΚΚ ώστε να προτάσσουν τις «εθνικές ιδιαιτερότητες» έναντι των νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης.

ΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

Μιλώντας για το σήμερα, τα χρόνια που μεσολάβησαν από την αντεπανάσταση 1989-1991 είναι ήδη αρκετά. Προσφέρουν νέα πείρα, θετική και αρνητική. Σε μια σειρά χώρες τα ΚΚ ανασυγκροτήθηκαν ή δημιουργήθηκαν εκ νέου. Συστηματοποιήθηκαν οι διεθνείς συναντήσεις των ΚΚ, γίνονται τακτικές περιφερειακές και θεματικές συναντήσεις και αναπτύσσονται κι άλλες πρωτοβουλίες που λίγο-πολύ πέτυχαν μια ορισμένη ενότητα δράσης σε κάποια ζητήματα. Αποτελούν βήματα που χρειάζεται να εδραιωθούν και να πολλαπλασιαστούν. Ωστόσο όλα αυτά υπολείπονται δραματικά από το ρόλο που θα πρέπει να διαδραματίσει στις παγκόσμιες εξελίξεις το κομμουνιστικό κίνημα.

Την ίδια ώρα μια σειρά προβλήματα συνεχίστηκαν ή και οξύνθηκαν. Οι προσπάθειες ανασύνταξης έφεραν στην επιφάνεια παλαιότερα προβλήματα στο πλάι των δυσκολιών που γέννησε η αντεπανάσταση και η προσωρινή ήττα του σοσιαλισμού. Παράλληλα εντείνεται η κρατική καταστολή, η ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και πράξης, της ταξικής πάλης. Τα σημάδια που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στην ΕΕ, αποτελούν γενικότερες προειδοποιήσεις.

Πρόσφατη είναι η απόφαση της ΕΕ με τη θετική ψήφο όλων των συνιστωσών του αστικού πολιτικού φάσματος στο ευρωκοινοβούλιο -φιλελεύθερων, σοσιαλδημοκρατών, «νεοαριστερών», οικολόγων, πράσινων, ακροδεξιών, εθνικιστών, κεντροαριστερών- οι οποίοι, ανατρέποντας την ιστορική αλήθεια, προχωρούν σε κυνήγι μαγισσών εξομοιώνοντας το φασισμό με τον κομμουνισμό, το χιτλερισμό με το σταλινισμό.

Περίπου τα ίδια συμβαίνουν και σε άλλες ηπείρους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη παρέμβαση της Εισαγγελίας σε κρατίδιο της Ινδίας, ενάντια στο ΚΚ Ινδίας (Μαρξιστικό) και η προσαγωγή του σε δίκη, με τον ισχυρισμό ότι χρησιμοποιεί στο πρόγραμμά του τον επιστημονικό όρο της «δικτατορίας του προλεταριάτου», σε αντιπαράθεση με τη «δικτατορία της αστικής τάξης», κοινοβουλευτική ή μη κοινοβουλευτική.

Από την άλλη μεριά, σε μια σειρά χώρες συνεχίστηκε η διαδικασία αποχαρακτηρισμού και «μετάλλαξης» κομμουνιστικών κομμάτων σε σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση. Η πίεση για απόρριψη της κομμουνιστικής ταυτότητας πήρε νέες διαστάσεις με τη σύγκλιση του νέου κύματος κρατικού αντικομμουνισμού με τα σύγχρονα οπορτουνιστικά ρεύματα. Σωστά τα ντοκουμέντα του 18ου Συνεδρίου αναφέρουν ότι η ίδρυση του «Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς» στην Ευρωπαϊκή Ενωση σήμανε την οργανική συγχώνευση του σύγχρονου οπορτουνιστικού ρεύματος με δομές του ιμπεριαλιστικού κέντρου της ΕΕ και κρατικούς μηχανισμούς των χωρών-μελών.

Στη ρίζα αυτών των προβλημάτων βρίσκεται η διαταραγμένη ιδεολογική ενότητα, η υποχώρηση από αρχές και θεωρητικά θεμέλια του κινήματός μας. Χαρακτηριστική είναι η ζημιά που επέφεραν σε μια σειρά κόμματα και κινήματα οι θεωρίες περί «εξαφάνισης της εργατικής τάξης», περί «νέων κοινωνικών υποκειμένων», τα διάφορα ιδεολογήματα που ενδήμησαν στα «κοινωνικά φόρουμ» και άλλες δομές, ορισμένα από τα οποία τα ζήσαμε και τα αντιπαλέψαμε σαν ιδεολογήματα και στις πρόσφατες κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη στην Ελλάδα, με αφορμή τη δολοφονία του 15χρονου μαθητή από αστυνομικό, αλλά και στη συνέχεια.

Ολα αυτά τα χρόνια στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρέθηκαν η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, η ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Από κάποιες δυνάμεις τέθηκε σε αμφισβήτηση το ζήτημα της επίλυσης του ζητήματος της εξουσίας, ως κεντρικό ζήτημα της πολιτικής πάλης, η αναγκαιότητα της γενικής και πλήρους σύγκρουσης με την αστική εξουσία για την ανατροπή της.

Τελικά δηλαδή, οι θεωρίες αυτές θωρακίζουν την αστική εξουσία από τον κίνδυνο μιας μελλοντικής σοσιαλιστικής επανάστασης. Απαξιώνεται στην εργατική και λαϊκή συνείδηση κάθε επανάσταση και κάθε κίνημα αντίστασης στον ιμπεριαλισμό και μάλιστα στο όνομα της «μη βίας» δικαιολογείται η διαιώνιση των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που στην πολιτική πράξη οι απόψεις αυτές οδηγούν στην αναβίωση θέσεων για την «υπέρβαση» του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι πολιτικές συνέπειες είναι εξίσου τραγικές. Μια ματιά σε κόμματα και κινήματα μεγάλων χωρών της Ευρώπης αρκεί.

ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΡΕΥΜΑ

Στις πρόσφατες ευρωεκλογές υπήρξε ένα ακόμα παραπέρα αρνητικό βήμα στη μετάλλαξη ΚΚ, με βασικό φορέα στην ΕΕ το «Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς» (ΚΕΑ), δραστήριο μέλος του οποίου στη χώρα μας είναι ο ΣΥΝ. Από τους μηχανισμούς της ΕΕ, από τις πολιτικές δυνάμεις του κατεστημένου, κυρίως τη σοσιαλδημοκρατία, ο μηχανισμός του ΚΕΑ χρησιμοποιήθηκε για το χτύπημα των κομμουνιστικών κομμάτων, για φθορά του εργατικού λαϊκού κινήματος. Οι αστικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν μέλη του ΚΕΑ σε διάφορες χώρες, προκειμένου να επιτευχθεί ο στρατηγικός σχεδιασμός τους: να εξοβελιστούν τα κομμουνιστικά κόμματα, να μειωθούν οι δυνάμεις τους, να υπερκεραστούν από τις δυνάμεις του οπορτουνισμού και της κομμουνιστικής μετάλλαξης, όπως στην Ελλάδα με το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ή στην Πορτογαλία με το «Μπλοκ». Αλλού, όπου δεν είχαν σημαντικές οπορτουνιστικές δυνάμεις συγκροτημένες έξω από τα κόμματα, προσπάθησαν και προσπαθούν να παρέμβουν στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων, πιέζουν για αλλαγή του χαρακτήρα τους και της πολιτικής τους, φέρνοντας δυσκολίες στη στενότερη συνεργασία των κομμουνιστικών κομμάτων, δρουν όπως το κακοφορμισμένο σημείο που οδηγεί σε νέκρωση, σε βέβαιο θάνατο το συνολικό οργανισμό, αν δεν παρθούν μέτρα και δεν αποκοπεί αυτό έγκαιρα.

Τα προηγούμενα χρόνια πολυδιαφημίστηκαν σημαντικά το ΚΕΑ και οι συνιστώσες του στις διάφορες χώρες. Δεν απέδωσε όμως τα αναμενόμενα αυτή η επένδυση για την άρχουσα τάξη. Δεν ήταν μόνο ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, τον οποίο όλη την προηγούμενη χρονιά τον παρουσίαζαν με μια δημοσκοπική έκρηξη, φτάνοντας την αναμενόμενη εκλογική επιρροή του μέχρι 20%, για να προσγειωθεί τελικά στο εκλογικό αποτέλεσμα του 4,7%, κάτω από το ποσοστό του στις τελευταίες εθνικές εκλογές. Η ίδια η «ατμομηχανή» του ΚΕΑ, η Die Linke (η Αριστερά) της Γερμανίας, το επίσης πολυδιαφημιζόμενο πείραμα της συνεργασίας με τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας σε κοινό σχήμα, δεν επιβεβαίωσε τις προβλέψεις ούτε τα μεγάλα λόγια και βεγγαλικά του πρώτου διαστήματος. Πολύ χειρότερα εξελίχθηκαν τα πράγματα στη γειτονική μας Ιταλία, αφού οι πρωτεργάτες του ΚΕΑ (Κομμουνιστική Επανίδρυση κλπ.) έμειναν εκτός της ευρωβουλής, επίσης για πρώτη φορά από τότε που υπάρχει ΕΟΚ, ΕΕ στη συνέχεια. Είχε προηγηθεί ο αποκλεισμός από την ιταλική Βουλή στις τελευταίες εθνικές εκλογές, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945. Και από την άλλη, δεν μπορεί να αποτελέσει παρηγοριά για το ΚΕΑ το αναιμικό ποσοστό του Γαλλικού ΚΚ και η εκπροσώπησή του στην ευρωβουλή, που πέτυχε συνεργαζόμενο με τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αριστεράς της Γερμανίας. Πολύ περισσότερο δε, που το επίσης πολυδιαφημιζόμενο και στη χώρα μας Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα της Γαλλίας, με επικεφαλής τον «ταχυδρόμο» Μπεζανσενό (το γνωστό και από τις φωτογραφήσεις του σε ελληνικά περιοδικά και εφημερίδες με τον Α. Τσίπρα του ΣΥΝ), απέτυχε να εκλέξει ευρωβουλευτή, συγκεντρώνοντας μικρά ποσοστά.

Η συγκεκριμένη αναφορά στα ποσοστά δε θα γινόταν καν, αν δεν είχε γίνει συστηματική προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια, μέσω της προπαγάνδας για τα «αποστεωμένα», «σεχταριστικά», «εθνικοαπομονωτικά» χαρακτηριστικά του ΚΚΕ και άλλων ΚΚ, σε αντιπαράθεση με τα δήθεν «εκσυγχρονιστικά», «ανανεωτικά», «ελπιδοφόρα» πειράματα των «αριστερών» κομμάτων, ώστε να πιεστούν κομμουνιστικά κόμματα να απεμπολήσουν αρχές τους, να μεταλλαχτούν, να ενσωματωθούν στο ΚΕΑ και στους ευρωενωσιακούς μηχανισμούς, χάνοντας εντελώς τη μαρξιστική-λενινιστική τους υπόσταση, τον επαναστατικό τους χαρακτήρα σαν κόμματα της εργατικής τάξης, καθοδηγητές στην πάλη για την τελική ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Αναδείχτηκε και από αυτές τις ευρωεκλογές ότι το ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο απέναντι στον οπορτουνισμό είναι απαράβατος, καθοριστικός όρος για να ξεπεραστεί η κρίση, να ξεπεραστούν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το κομμουνιστικό κίνημα στην Ευρώπη. Ενα επίσης βασικό συμπέρασμα είναι ότι: όπου κομμουνιστικά κόμματα κάνουν πίσω ή υποτιμούν το μέτωπο με τον οπορτουνισμό, δεν αναπτύσσουν επαρκώς το μέτωπο με τα κόμματα του ΚΕΑ, ο οπορτουνισμός μπορεί να φουντώσει, μπορεί να κάνει μεγαλύτερη ζημιά, να λειτουργήσει ως ανάχωμα στη γνήσια ριζοσπαστικοποίηση, να οδηγήσει σε εκφυλισμό το κίνημα, σε αποσύνθεση το επαναστατικό υποκείμενο.

Τα ζητήματα αυτά, ως πολύτιμα διδάγματα και συμπεράσματα από τις διάφορες μάχες, πρέπει να συζητιούνται, να ανταλλάσσονται γνώμες ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα που έχουν κοινές στοχεύσεις. Το πρώτο θετικό βήμα που έγινε σε αυτή την κατεύθυνση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, με την κοινή ανακοίνωση 21 κομμουνιστικών κομμάτων των κρατών-μελών της ΕΕ για τις ευρωεκλογές, μπορεί να συνεχιστεί.

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΓΚΗ Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΟΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Οσο δε συγκροτείται διεθνώς ένα ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα, ικανό να καθοδηγήσει μια στρατηγική αντεπίθεση, τόσο και η σχετικά αυθόρμητη αντίδραση και τα αναδυόμενα λαϊκά κινήματα θα είναι πιο ευάλωτα στη χειραγώγηση, τον αποπροσανατολισμό, τη σύγχυση.

Την ανάγκη ιδεολογικής και θεωρητικής αντεπίθεσης υπογραμμίζουν και άλλοι παράγοντες. Δεν είναι τυχαίο ότι η παραπέρα ανάπτυξη κοινής δράσης, οι διεθνείς συναντήσεις και άλλες πρωτοβουλίες θέτουν όλο και πιο έντονα αυτή την ανάγκη.

Το Κόμμα μας πιστεύει ότι οι διεθνείς συναντήσεις των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων είναι χρήσιμες και θα πρέπει οπωσδήποτε να συνεχιστούν, στα πλαίσια της ανταλλαγής και ζύμωσης απόψεων και εμπειριών μέσα στο κομμουνιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, της προσπάθειας συντονισμού. Ομως, για να υπάρξει ουσιαστική ανασυγκρότηση, πολύ περισσότερο επιτυχημένη αντεπίθεση του ΔΚΚ, χρειάζεται κάτι ακόμα παραπέρα. Απαιτείται μια κοινή προσπάθεια των ΚΚ που οι ιδεολογικές και πολιτικές τους απόψεις θεμελιώνονται στο Μαρξισμό-Λενινισμό, που αναγνωρίζουν την προσφορά της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, καθώς και την αναγκαιότητα της πάλης για το σοσιαλισμό.

Το δυνάμωμα και η διακριτή διεθνής παρέμβαση του μαρξιστικού-λενινιστικού ρεύματος θα έχει γενικότερες ευεργετικές επιδράσεις στο ευρύτερο κομμουνιστικό κίνημα, στην ενότητα δράσης του, στα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα των λαών. Είναι ουσιαστικό για την αναζωογόνηση του σοσιαλιστικού οράματος, για την προβολή του σοσιαλισμού ως της μόνης, επίκαιρης και αναγκαίας διεξόδου για τους λαούς.

Μια τέτοια συλλογική προσπάθεια θα συμβάλει αποφασιστικά στην επεξεργασία μιας ενιαίας στρατηγικής του ΔΚΚ απέναντι στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δεν ακυρώνει την ευθύνη του κάθε ΚΚ για τη χώρα του, για την παραπέρα επεξεργασία και εξειδίκευση της στρατηγικής και της τακτικής του γραμμής. Αντίθετα, αναδεικνύει τα καθήκοντά μας στα πλαίσια των χωρών μας. Μια τέτοια συνεργασία σε ένα ανώτερο επίπεδο θα πρέπει να βασίζεται στην ισοτιμία των κομμάτων, στο σεβασμό της ανεξαρτησίας τους και των ιδιαίτερων απόψεων που υπάρχουν. Θα δημιουργεί συνθήκες για την ανάπτυξη της θεωρίας μας -απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος- για τη συλλογική μελέτη των σύγχρονων τάσεων, για την αποσαφήνιση ζητημάτων. Θα επιτρέπει τη συντροφική συζήτηση διαφορετικών απόψεων και την ανταλλαγή επιχειρημάτων, δίχως να δυσκολεύεται η κοινή προσπάθεια ή να αξιοποιείται από τον ταξικό αντίπαλο.

Οπως καταγράφηκε και στο πρόσφατο 18ο Συνέδριό του, το ΚΚΕ είναι σήμερα περισσότερο ώριμο από ποτέ να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση. Αναπτύσσοντας τη δράση του και τη συντροφική του αλληλεγγύη με όλους τους λαούς, με τα κόμματα που δρουν σε δύσκολες συνθήκες, άσχετα με τις επιμέρους απόψεις ή κριτικές παρατηρήσεις του Κόμματός μας, θα συνεχίσουμε να μετουσιώνουμε σε καθημερινή πράξη το σύνθημα - σύμβολο των κομμουνιστών, σήμα κατατεθέν του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, από τότε που το φάντασμα του κομμουνισμού άρχισε να πλανάται πάνω από την Ευρώπη και να σκορπίζει τρόμο στους αστούς: «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε»!


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Δημήτρης Κουτσούμπας είναι μέλος του ΠΓ και επικεφαλής της Γραμματείας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 39.