Στο πλαίσιο της «μάχης των αναμνήσεων» από τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ) οξύνεται η αντιπαράθεση για τις ένοπλες δυνάμεις της και ξεκαθαρίζονται οι θέσεις των αντιμαχόμενων πλευρών. Σε αυτή την αντιπαράθεση πρέπει πάντα να έχουμε στο μυαλό μας ότι η εμπειρία από τον Εθνικό Λαϊκό Στρατό1 (NVA) είναι εμπειρία που αφορά τη σοσιαλιστική εθνική άμυνα.
Αυτό που παρακινεί τον ταξικό αντίπαλο σε νέες επιθέσεις μίσους δεν είναι οι αδυναμίες μας, τα λάθη μας και οι παραλείψεις μας, αλλά τα δυνατά μας σημεία. Τα αξεπέραστα ιστορικά επιτεύγματα του λαού της ΓΛΔ στη στρατιωτική υπεράσπιση της ειρήνης και του σοσιαλισμού διαστρεβλώνονται και αποσιωπούνται στο φόντο των πολεμικών επιχειρήσεων της Bundeswehr2. Στο υλικό που απαιτείται για τις έρευνες γύρω από τον NVA δεσπόζει το υλικό της «Υπηρεσίας Ερευνας της Στρατιωτικής Ιστορίας της Bundeswehr» στο Πότσνταμ και ειδικότερα του τομέα «Στρατιωτικής Ιστορίας της ΓΛΔ». Από αυτόν τον τομέα έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα 17 τόμοι.
Σύμφωνα με μια λαϊκή ρήση «η ιστορία γράφεται από τους νικητές». Αυτό όμως μάλλον είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι όχι σπάνια γράφεται και με τη βοήθεια των ηττημένων. Στην περίπτωσή μας, με τη βοήθεια των πρώην ηγετικών φυσιογνωμιών στο πεδίο της στρατιωτικής ιστορίας στη ΓΛΔ.
Σε αυτούς άρεσε ιδιαίτερα το τελευταίο έτος ύπαρξης του NVA. Αυτό το έτος αναδεικνύεται από αυτούς ως η κορύφωση της 34χρονης ιστορίας του NVA. Σύμφωνα με αυτούς, σε αυτό το έτος συντελέστηκε στον NVA μία «εσωτερική διαδικασία αλλαγής». «Αρχισε να διαμορφώνεται μία νέα σχέση μεταξύ του στρατού και της κοινωνίας, η οποία ανταποκρινόταν στο χαρακτήρα ενός πραγματικού Λαϊκού Στρατού, […] δημιουργήθηκαν “σημαντικές προϋποθέσεις για μία στέρεα συνεργασία με την Bundeswehr, στην κατεύθυνση της γερμανικής ενότητας”»3.
Σε μία εκδήλωση για τα 50 χρόνια του NVA ακούστηκε ότι οι ιδέες της «νέας σκέψης» για την ειρήνη, τον πόλεμο και τις ένοπλες δυνάμεις επέδρασαν ως «πνευματικοί πρόδρομοι τόσο για το μεταρρυθμιστικό κίνημα στον NVA, όσο και για τη στάση του στα έτη 1989-1990»4. Αυτές οι ιδέες, το περιεχόμενό τους και ο χαρακτήρας τους αξίζουν την προσοχή μας.
Αρχικά, κάποια πράγματα για τα γεγονότα:
Στην έδρα Μαρξιστικής-Λενινιστικής Φιλοσοφίας της Στρατιωτικής Ακαδημίας «Φρίντριχ Ενγκελς» στη Δρέσδη αναπτύχθηκαν σταδιακά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αντιλήψεις, στις οποίες οι δημιουργοί τους έδωσαν αργότερα -στα πρότυπα του Γκορμπατσόφ- το χαρακτηρισμό «νέα σκέψη» για την ειρήνη, τον πόλεμο και τις ένοπλες δυνάμεις. Αυτή η σκέψη παρουσιάστηκε με συστηματικό τρόπο σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 19895 και υλοποιήθηκε πολιτικά το 1989-1990.
Η εμφάνιση της «νέας σκέψης» οδήγησε στην πόλωση της αντιπαράθεσης, αφού η «νέα» σκέψη αντιπάλευε την «παλιά» και αυτή η παλιά δεν ήταν άλλη από τη σκέψη της μαρξιστικής-λενινιστικής διδασκαλίας για τον πόλεμο και τις ένοπλες δυνάμεις. Στη βάση αυτής της διδασκαλίας γινόταν με στοχοπροσήλωση και επιτυχία η εκπαίδευση στη Στρατιωτική Ακαδημία από την ίδρυσή της το 1959.
Οι υπέρμαχοι των νέων αντιλήψεων αισθάνονταν μεταρρυθμιστές. Οποιος δεν ακολουθούσε τη νέα τους σκέψη ανήκε -σύμφωνα με τη γνώμη τους- στους συντηρητικούς, στους αρνητικούς απέναντι στη μεταρρύθμιση, ακόμα και στους ανίκανους για μεταρρύθμιση.
Οι νέες αντιλήψεις βρήκαν αρχικά απήχηση σε επιστημονικά ιδρύματα, μεταξύ άλλων στην Ακαδημία των Κοινωνικών Επιστημών της ΚΕ του ΕΣΚΓ, στο Επιστημονικό Συμβούλιο Ερευνας για την Ειρήνη της Ακαδημίας των Επιστημών, στο τμήμα Ασφαλείας της ΚΕ του ΕΣΚΓ υπό τον Wolfgang Herger6. Τελικά κέρδισαν και επίσημη αναγνώριση με την απονομή του Εθνικού Βραβείου της ΓΛΔ σε τρεις αξιωματικούς7. Στην αιτιολογητική έκθεση του βραβείου αναφερόταν: «Για τη συμβολή τους στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία της ειρήνης, του πολέμου και των ενόπλων δυνάμεων στην πυρηνική εποχή».
Ποιον εξέπληξε το γεγονός ότι οι νέες ιδέες τράβηξαν και το ενδιαφέρον της Bundeswehr; O Egon Bahr8 βρέθηκε στην πρώτη ανεπίσημη συνάντηση αξιωματικών της Ανώτατης Στρατιωτικής Ακαδημίας της Bundeswehr και της Στρατιωτικής Ακαδημίας «Φρίντριχ Ενγκελς», την άνοιξη του 1989 στο Αμβούργο, την οποία ακολούθησαν κι άλλες9. Μιάμιση δεκαετία αργότερα η «νέα σκέψη» αναφέρεται σε έναν από τους προαναφερθέντες 17 τόμους, ο οποίος είχε ως αντικείμενο την «αντιστασιακή δράση και τις πολιτικές διώξεις»10 στον NVA. Αυτά όσον αφορά τα αντιφατικά γεγονότα.
Πού βρίσκονται όμως οι ρίζες αυτής της «νέας σκέψης»;
Το αργότερο στη στροφή της δεκαετίας του 1980 έγινε φανερό ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στις συνθήκες της αντιπαράθεσης σοσιαλισμού και ιμπεριαλισμού δημιούργησε δυνάμεις καταστροφής, που τροφοδοτούσαν την αίσθηση της απειλής για την ύπαρξη και του κινδύνου φυσικής αυτοκαταστροφής της ανθρωπότητας. Τα κράτη-μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας διαπίστωναν στην πολιτική διακήρυξή τους στις 5 Γενάρη 1983: «Στην περίπτωση του ξεσπάσματος ενός πυρηνικού πολέμου δεν μπορεί να υπάρχει νικητής. Ενας τέτοιος πόλεμος θα προκαλούσε αναπόφευκτα την καταστροφή ολόκληρων λαών, θα επέφερε κολοσσιαίες καταστροφές και καταστροφικές συνέπειες για τον πολιτισμό και γενικά τη ζωή πάνω στη Γη»11. Οι τρομακτικές προβλέψεις μίας πυρηνικής κόλασης ούτε ήταν ποτέ ούτε είναι σήμερα ανακάλυψη των πανικόβλητων και των πεσιμιστών. Η ολότητα και η παγκοσμιότητα των κινδύνων ήταν και είναι πραγματική. Με αυτή συνδέονται πολλά ζητήματα, πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά, οργανωτικά ακόμα και φιλοσοφικά-θεωρητικά. Απάντηση σε αυτά τα ζητήματα αποτελούσε και η «νέα σκέψη», δηλώνοντας ότι η μετάβαση από την προ-πυρηνική στην πυρηνική εποχή, η οποία ξεκίνησε με την καταστροφή στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, αποτελούσε την πιο βαθιά ιστορική τομή στην ανάπτυξη του πολέμου, της ειρήνης και των ενόπλων δυνάμεων από τη δημιουργία τους. Εξίσου βαθιά ισχυριζόταν ότι ήταν και η ποιοτική αλλαγή του πολέμου, της ειρήνης και των ενόπλων δυνάμεων12.
Αυτή η ποιοτική αλλαγή αιτιολογήθηκε στη βάση των ακόλουθων θέσεων:
1. Στην πυρηνική εποχή η φύση του πολέμου αλλάζει ριζικά, συγκριτικά με την προ-πυρηνική εποχή. Στο φόντο των συνεπειών του, ο πόλεμος χάνει το νόημά του ως συνέχιση της πολιτικής. Είναι το τέλος της πολιτικής. Είναι μη πόλεμος. Αυτό δεν αφορά μόνο το βαλλιστικό πυρηνικό πόλεμο, αλλά σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό αφορά και τους πολέμους με τη χρήση συμβατικών όπλων, οι οποίοι διεξάγονται σε αστικοποιημένες περιοχές με αναπτυγμένη βιομηχανία. Λόγω του πολύ μεγάλου πεδίου εμβέλειας των όπλων, αλλά και του τρωτού των σύγχρονων κοινωνιών, θα μπορούσαν να εξολοθρεύσουν τον πληθυσμό στις πληγείσες περιοχές13.
2. Λόγω αυτών των κινδύνων, η πυρηνική εποχή υποχρεώνει όλες τις τάξεις και τα κράτη να εγγυηθούν την παγκόσμια ειρήνη προς όφελος της εξασφάλισης της ίδιας τους της ύπαρξης. Αυτό το ανώτατο συμφέρον της ανθρωπότητας απαιτεί από όλες τις τάξεις να συνδέσουν τα ιδιαίτερα ταξικά τους συμφέροντα με αυτό το συμφέρον της ανθρωπότητας.14 Δηλαδή η αναγνώριση της προτεραιότητας του κοινού συμφέροντος της ανθρωπότητας έναντι των συγκρουόμενων ομαδικών συμφερόντων, των διαφορετικών συμφερόντων των κοινωνικών συστημάτων, των τάξεων και των εθνών15.
3. Στην πυρηνική εποχή έχει αλλάξει η ουσία της λειτουργίας των σοσιαλιστικών ενόπλων δυνάμεων. «Η αξιόπιστη προστασία του σοσιαλισμού δε σημαίνει πια νίκη επί ενός επιτιθέμενου ιμπεριαλιστή σε έναν αμυντικό πόλεμο, αλλά αντίθετα σημαίνει την αποτροπή του πολέμου»16. Αυτό απαιτεί από τις ένοπλες δυνάμεις τη μετατροπή όχι πια του πολέμου αλλά της ειρήνης σε κεντρική κατηγορία της στρατιωτικής σκέψης. Τώρα υπάρχει η πίεση να περάσουμε από την ειρήνη με όπλα, η οποία μπορεί να μετατραπεί σε πόλεμο, σε μία ειρήνη χωρίς όπλα.17
Αυτά τα τρία βασικά αποσπάσματα χρειάζονται περαιτέρω επεξήγηση επειδή -ιδιαίτερα μετά την προσωρινή νίκη της αντεπανάστασης- συχνά εξειδικεύονται, συμπληρώνονται, αλλά κυρίως σχολιάζονται.
Για την πρώτη θέση:
Η θέση ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί πια συνέχιση της πολιτικής, αλλά το τέλος της, δεν ήταν νέα. Ηδη τη δεκαετία του 1960 προβάλλεται από αστούς ερευνητές της ειρήνης και των συγκρούσεων. Αργότερα τη βρίσκουμε και στα ντοκουμέντα του ΕΣΚΓ και άλλων αδερφών κομμάτων. Δημιουργήθηκε σε συνάρτηση με τη διαμόρφωση μιας κατά προσέγγιση στρατιωτικής και στρατηγικής ισορροπίας, στο πλαίσιο αντιπαράθεσης των συστημάτων.
Αυτή η θέση απέκτησε σημασία. Μπορούσε να αξιοποιηθεί για την κινητοποίηση ενός ευρύτερου κινήματος ειρήνης. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως ερέθισμα για εκείνους τους κύκλους του ιμπεριαλισμού, οι οποίοι -ανεξάρτητα από τον υπάρχοντα συσχετισμό δύναμης- επιδίωκαν την κατάκτηση στρατιωτικής υπεροχής.
Ας σκεφτούμε τον Κένεντι, στη θητεία του οποίου έγινε η αλλαγή από τη στρατιωτική στρατηγική της μαζικής ανταπόδοσης στη στρατηγική της ευέλικτης αντίδρασης. Αυτή η θέση μπορούσε να αξιοποιηθεί πολλαπλά.
Ο Μπρεζίνσκι αξιοποίησε τη νέα κατάσταση ως αφορμή για να σχεδιάσει μία ιμπεριαλιστική πολιτική ύφεσης. Στο βιβλίο του «Εναλλακτικές επιλογές στη διαίρεση», το οποίο κυκλοφόρησε το 1965 στις ΗΠΑ, συνιστούσε τη σύγκλιση μίας συνολικής ευρωπαϊκής διάσκεψης, με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και τακτικές συνεδριάσεις με στόχο την οικονομική συνεργασία, την πολιτισμική και άλλη ανταλλαγή, κυρίως όμως την κατάκτηση της ιδεολογικής και αργότερα της πολιτικής επιρροής στις σοσιαλιστικές χώρες.18 Και ακριβώς με αυτή την έννοια η θέση περί τέλους της πολιτικής αξιοποιήθηκε και ως ιδεολογική και πολιτική παγίδα. Γιατί, μέσω της επικέντρωσης στις συνέπειες ενός βαλλιστικού πυρηνικού πολέμου, έφυγαν από το οπτικό πεδίο οι αιτίες και οι υπαίτιοι του πολέμου.
Οι υπέρμαχοι της «νέας σκέψης» δεν υιοθέτησαν απλώς αυτή τη θέση. Της προσέδωσαν ιδιαίτερη θεωρητική αιτιολόγηση με ανάλογα συμπεράσματα. Αυτό ήταν το πραγματικά νέο στοιχείο. Διαβάζουμε: «Διαπιστώσαμε ότι ο ορισμός της φύσης του πολέμου, που ίσχυε μέχρι τώρα, έχει τις ρίζες του όχι στο Μαρξ αλλά στο Λένιν και ότι η μαρξιστική-λενινιστική διδασκαλία του πολέμου συνέδεε λαθεμένα την ύπαρξη του πολέμου και όλων των γενικών συνεπειών του με την ύπαρξη της ατομικής ιδιοκτησίας και της ταξικής κοινωνίας […] Τώρα αποκαθίσταται η αρχική αντίληψη του Μαρξ και του Ενγκελς, σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος υπήρχε ήδη από τα πρώτα βήματα της ανθρωπότητας, έχοντας φυσικά διαφορετική φύση συγκριτικά με τον πόλεμο στην ταξική κοινωνία. Με αυτό τον τρόπο έπαψε η μονόπλευρη σύνδεση του πολέμου με το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας»19.
Ο πόλεμος διαχωριζόταν τώρα με βάση την ιστορική του εξέλιξη σε τρεις διαφορετικές ιστορικά συγκεκριμένες κατηγορίες:
• Ο παλιός πόλεμος μεταξύ των διαφόρων φύλων, ο οποίος δεν ήταν ακόμα συνέχιση της πολιτικής.
• Ο κλασικός πόλεμος, του οποίου η φύση είναι η συνέχιση της πολιτικής με βίαια μέσα.
• Ο καθολικά καταστροφικός πόλεμος της πυρηνικής εποχής, ο οποίος δεν αποτελεί πια συνέχιση της πολιτικής.20
Ο λενινιστικός ορισμός της φύσης του πολέμου γίνεται αποδεκτός μόνο για την προ-πυρηνική εποχή. Υπενθυμίζεται έτσι ότι «δεν μπορεί όμως να επεκταθεί και σε έναν τελείως διαφορετικό -όσον αφορά την ουσία του- πόλεμο»21.
Ο νέος ορισμός του πολέμου, ο οποίος τοποθετεί στο προσκήνιο τις συνέπειες του πολέμου, οδηγούσε με συνέπεια στην εξής θέση:
«Καμία από τις πλευρές που διεξάγουν τον πόλεμο δεν μπορεί πια να συνάγει αιτιολόγηση για τον πόλεμό της, ούτε καν η πλευρά που αμύνεται, διεξάγοντας αμυντικό πόλεμο απέναντι σε μία επίθεση»22.
Ο διαχωρισμός σε δίκαιους και άδικους πολέμους καθίσταται άχρηστος και περιττός, χάνεται από τη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη του πολέμου.
Δεν έμειναν όμως μόνο εκεί. Μαθαίνουμε επίσης ότι ο διαχωρισμός σε δίκαιους και άδικους πολέμους εισήχθη για πρώτη φορά από το Λένιν στη μαρξιστική αντίληψη του πολέμου και έγινε μετέπειτα διδασκαλία:
«Επιτελούσε κυρίως λειτουργία δικαιολόγησης της σοβιετικής στρατιωτικής πολιτικής. Μείωνε τη σημασία της αναγκαιότητας εστίασης της προσοχής στον καθολικά καταστροφικό πόλεμο, έφερνε τους στρατιώτες του NVA σε αδικαιολόγητη αντιπαράθεση με τον πασιφισμό και στεκόταν εμπόδιο στη συνένωση όλων των δυνάμεων της ειρήνης στον αγώνα ενάντια στον ατομικό πόλεμο»23.
Ενας στρατιωτικός ιστορικός της ΓΛΔ συμπλήρωσε πριν τρία χρόνια αυτή την επιχειρηματολογία, διατυπώνοντας το μέχρι τώρα αδιανόητο συλλογισμό, ότι ο NVA ανήκε σε ένα στρατιωτικό συνασπισμό, «στον οποίο το συμφέρον της ειρήνης όλων των μελών κοβόταν στα μέτρα των συμφερόντων ισχύος της Σοβιετικής Ενωσης»24.
Αρκετά όμως με τα τσιτάτα. Σε προηγούμενο σημείο χαρακτήρισα ως παγίδα τον ορισμό του πολέμου ως τέλος της πολιτικής. Τώρα αυτό μπορεί να διατυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια: Ο νέος ορισμός για τη φύση του πολέμου αποτελούσε ιδεολογικό αντιπερισπασμό!
Ο μαρξισμός-λενινισμός έχει ορίσει με σαφήνεια τη φύση του πολέμου, επικεντρώνοντας στις αιτίες, το κοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο, τον ορισμό ως ένοπλη πάλη και τη λειτουργία του πολέμου. Ετσι, όπως υπογράμμιζε ο Λένιν: «αυτή ακριβώς ήταν πάντα η άποψη του Μαρξ και του Ενγκελς που έβλεπαν κάθε πόλεμο σαν συνέχιση της πολιτικής των δοσμένων ενδιαφερόμενων κρατών -και των διαφόρων τάξεων μέσα σ’ αυτά τα κράτη- σε μία δοσμένη περίοδο»25. Με αυτό τον ιστορικο-υλιστικό ορισμό οι κομμουνιστές βρήκαν το κλειδί για την κατανόηση του πολέμου γενικά, όπως και κάθε ιδιαίτερου πολέμου. Τους διευκόλυνε να ξεσκεπάσουν εκείνες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν συμφέρον από τη συνέχιση της πολιτικής μέσω του πολέμου. Με τον ίδιο τρόπο μπορούν να βρεθούν ποιες δυνάμεις δε θέλουν τον πόλεμο και τάσσονται αποφασιστικά εναντίον του.26
Η σωστή διαπίστωση, ότι ένας βαλλιστικός πυρηνικός πόλεμος χάνει το νόημά του ως συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, προϋποθέτει ότι η σοσιαλιστική αμυντική ισχύς δεν αφήνει στο δυνητικά επιτιθέμενο ιμπεριαλιστή κανένα περιθώριο νίκης. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την κατάκτηση μιας κατά προσέγγιση στρατιωτικής και στρατηγικής ισορροπίας.27 Αυτό το συμπέρασμα απορρέει από τη συνειδητή εφαρμογή της μαρξιστικής-λενινιστικής γνώσης της πολιτικής και κοινωνικής φύσης του πολέμου. Η κατανόηση του γεγονότος ότι ακόμα και ο βαλλιστικός πυρηνικός πόλεμος αποτελεί συνέχιση της πολιτικής με άλλα, βίαια μέσα, ήταν και παραμένει η απαραίτητη πολιτική και γνωσιολογική προϋπόθεση για την εξάλειψη του πολέμου ως μέσου της πολιτικής.28
Για τη δεύτερη θέση:
Οπως είδαμε ήδη, η «νέα σκέψη» υιοθέτησε το διαδεδομένο επιχείρημα ότι τα ζητήματα της ανθρωπότητας είναι δήθεν αταξικά. Απέναντι σε αυτή την αντίληψη βρίσκεται η μαρξιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία τα εκκρεμούντα ζητήματα της ανθρωπότητας απορρέουν σύμφωνα με τη φύση τους από την ταξική διάρθρωση του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και παραμένουν άλυτα, ως συνέπεια της εσωτερικής αντίφασης του καπιταλισμού. Ηταν και είναι ζητήματα της ανθρωπότητας γιατί είναι θεμελιώδη ζητήματα που απασχολούν όλους τους ανθρώπους. Ωστόσο τόσο η ουσία τους όσο και ο τρόπος επίλυσής τους προσδιορίζονται ταξικά.29 Η διαφορετική εκτίμηση της σχέσης μεταξύ των συμφερόντων της ανθρωπότητας και των ταξικών συμφερόντων οδηγεί με βεβαιότητα σε λαθεμένα και -όσον αφορά τη δική μας υπόθεση- επικίνδυνα συμπεράσματα.
Σύμφωνα με την αντίληψη των υπερασπιστών της «νέας σκέψης», στον αγώνα για τη διατήρηση της ειρήνης ιδιαίτερη σημασία είχε να μην υποτιμούνται συλλήβδην οι μη μαρξιστικές αντιλήψεις, αλλά να διαχωρίζονται σε δύο ομάδες, σε αυτές που ανήκουν στη φιλειρηνική σκέψη και σε αυτές που ανήκουν στην πολεμοκάπηλη ιδεολογία. Σε αντίθεση με το μέχρι τώρα ισχύον πρότυπο σκέψης, η μαρξιστική και η αστική φιλειρηνική σκέψη τοποθετούνταν πλέον στην ίδια πλευρά απέναντι στην πολεμοκάπηλη ιδεολογία: «Η βασική σύγκρουση μετατέθηκε από τον αγώνα μεταξύ του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού στον αγώνα μεταξύ των δυνάμεων του πολέμου και των δυνάμεων της ειρήνης, στον αγώνα μεταξύ “των γερακιών και των περιστεριών” και στα δύο συστήματα». Τα «γεράκια» στο σοσιαλισμό βρίσκονταν στο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, κληρονομιά του οποίου αποτελεί η σημερινή Ρωσία. «Ο διαχωρισμός σε φιλειρηνική και πολεμοκάπηλη ιδεολογία προσέφερε τη δυνατότητα μίας καλυμμένης αλλά ωστόσο αποτελεσματικής κριτικής των καθαγιασμένων αρχών του τρόπου σκέψης της επίσημης κρατικής αμυντικής πολιτικής»30. Οι δημιουργοί της «νέας σκέψης» ήξεραν λοιπόν πολύ καλά πού οδηγούσε αυτή η λογική.
Σε μία εποχή στην οποία χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ η καθαρότητα και η πολιτική ισχύς της επιστημονικής μας κοσμοθεωρίας, κάθε παραχώρηση στην αστική ιδεολογία οδηγούσε αναγκαστικά στο αδυνάτισμα της σοσιαλιστικής σκέψης. Ωστόσο υπήρχε και ένα πολιτικό στοιχείο στον αγώνα για την άμυνα απέναντι στον κίνδυνο του πολέμου, στο οποίο ακόμα και ο ταξικός χαρακτήρας του πολέμου όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά και αμφισβητήθηκε ανοιχτά. Η ασταθής ειρήνη του ψυχρού πολέμου, η οποία βασιζόταν στον εκφοβισμό, έπρεπε να υποκατασταθεί από μία «ειρήνη στη βάση της κατανόησης μεταξύ των πολιτικών αντιπάλων». Γι’ αυτό το σκοπό αρκούσε να ξεπεραστεί ο «προηγούμενος ορισμός της ειρηνικής συνύπαρξης ως μιας μορφής της ταξικής πάλης μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού […] ως μονόπλευρος και παρεξηγήσιμος»31. Σε αυτό το σημείο εφαρμόστηκαν οι διαπιστώσεις του ευρέως γνωστού κοινού ντοκουμέντου του ΕΣΚΓ και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD) με τίτλο «Η αντιπαράθεση των ιδεολογιών και η κοινή ασφάλεια». Αυτές οι αναλύσεις είχαν ως συνέπεια μια ολέθρια ηττοπάθεια και απώλεια της επαναστατικής συνείδησης. Εχει ενδιαφέρον πώς αιτιολογούνταν θεωρητικά από τη «νέα σκέψη» η ικανότητα του καπιταλισμού να προσφέρει ειρήνη. Στην εποχή μας έχουν δημιουργηθεί οι αντικειμενικές προϋποθέσεις «για τη μετατροπή του καπιταλισμού σε μία κοινωνία, η οποία είναι ικανή και έτοιμη για διαρκή ειρήνη στις διεθνείς σχέσεις:
• Επειδή ο πόλεμος χάνει την ικανότητα του να λύνει πολιτικές συγκρούσεις, παύει να αποτελεί πολιτική αναγκαιότητα, νόμο του καπιταλισμού.
• Η ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων γίνεται έτσι νόμος της πυρηνικής εποχής, στον οποίο πρέπει να υποταχθεί η ιμπεριαλιστική πολιτική»32.
Από εδώ εξήχθη το συμπέρασμα: «Ο καπιταλισμός είναι ικανός για διαρκή ειρήνη και γι’ αυτό η μετάβαση σε μία ειρήνη χωρίς όπλα δεν εξαρτάται πια από τη νίκη του σοσιαλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Μπορεί να πραγματοποιηθεί και με την παρουσία του καπιταλισμού και μάλιστα από κοινού με τον καπιταλισμό»33.
Μιλώντας μεταφορικά, μπορούμε να πούμε ότι με αυτή την ανάλυση το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το Κεφάλαιο του Μαρξ και η θεωρία του Ιμπεριαλισμού του Λένιν πετάχτηκαν στον κάδο των αχρήστων. Η τρομακτική απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας υπερνικούσε ακόμα και τις πραγματικές απειλές. Ετσι, την ίδια στιγμή που η ΓΛΔ έκανε μονόπλευρα βήματα αφοπλισμού, στις αρχές του 1989 έλαβε χώρα η επιτελική στρατιωτική - στρατηγική - πολιτική άσκηση Wintex-Cimex 89. Ηταν η μεγαλύτερη (το εύρος του μετώπου απλωνόταν από το Βόρειο Ακρωτήριο34 μέχρι την Τουρκία), η πιο επικίνδυνη (προέβλεπε τη χρήση πυρηνικών όπλων) και γι’ αυτό η πιο μυστική επιτελική άσκηση του ΝΑΤΟ. Σε αυτή συμμετείχαν ανώτατα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη.35 Στην άσκηση αυτή του 1989 εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά οι λεγόμενες «Γενικές Πολιτικές Οδηγίες»36, οι οποίες είχαν αποφασιστεί για πρώτη φορά από την Ομάδα Πυρηνικού Σχεδιασμού δυόμισι χρόνια πριν. Στο σενάριο αυτής της επιτελικής άσκησης περιλαμβανόταν και η χρήση πυρηνικών όπλων εναντίον της ΓΛΔ. Προβλεπόταν χτύπημα της Δρέσδης! Τα επιτελεία της «στρατιωτικής αναγνώρισης» του NVA μπορούσαν πλήρως να αποκαλύψουν την άσκηση. Ο διευθυντής «στρατιωτικής αναγνώρισης» του NVA, αντιστράτηγος Krause, ενημέρωσε για τα γεγονότα το Εθνικό Αμυντικό Συμβούλιο στις 16 Ιούνη 198937.
Αυτά ήταν τα πραγματικά γεγονότα τη στιγμή που η «νέα σκέψη» διακήρυττε ότι η δυνατότητα μετάβασης στην ειρήνη χωρίς όπλα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από κοινού από σοσιαλισμό και ιμπεριαλισμό!
Για την τρίτη θέση:
Σε αυτή περιλαμβάνεται η απαίτηση να υποκατασταθεί ο πόλεμος και να υιοθετηθεί η ειρήνη, ως κεντρική κατηγορία της στρατιωτικής σκέψης στην πυρηνική εποχή. Αν στη «νέα σκέψη» ο μαρξισμός-λενινισμός θεωρείται λαθεμένη ιδεολογία, λογικό είναι να παραμελείται το ιστορικό «διάταγμα ειρήνης» του Λένιν38 ως αφετηρία στρατιωτικής ειρηνικής σκέψης. Ωστόσο αυτή είναι μόνο η μία πλευρά. Η άλλη είναι ότι αυτοί που το απαιτούσαν ήταν μέλη της Στρατιωτικής Ακαδημίας. Το καθήκον της Στρατιωτικής Ακαδημίας δεν ήταν όμως να καταρτίσει ερευνητές της ειρήνης, αλλά στρατιωτικούς διοικητές, πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματικούς για τα καθοδηγητικά κλιμάκια των μονάδων, αξιωματικούς που θα διαθέτουν οξυμένη πολεμική σκέψη. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μελλοντικής στρατιωτικής τους δραστηριότητας, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν η εκπαίδευση μάχης, η προετοιμασία για το πεδίο της μάχης. Η μάχη, όταν κατανοείται πολιτικά ως ακραία μορφή της ταξικής πάλης, θέτει υψηλές απαιτήσεις στην αμυντική παρακίνηση των στρατιωτικών.
Στον NVA επικεντρωνόμασταν λοιπόν ανέκαθεν στο ατσάλωμα της πεποίθησης του αξιόμαχου της αμυντικής ισχύος του σοσιαλισμού, της πεποίθησης της αναγκαιότητας και της δυνατότητας άμυνας του σοσιαλισμού. Στην πιο ευαίσθητη περίοδο της αντιπαράθεσης των δύο κοινωνικών συστημάτων, στην περίοδο που βρέθηκαν αντιμέτωποι οι δύο πιο ισχυροί στρατιωτικοί συνασπισμοί της ιστορίας, η υψηλή μαχητικότητα και ετοιμότητα σύγκρουσης, η οξυμένη πολεμική σκέψη και δράση αποτελούσαν προϋπόθεση και όρο της αποτροπής του πολέμου. Η μάχη λοιπόν αποτελούσε την κεντρική κατηγορία για τους στρατιωτικούς μας. Η μακρύτερη περίοδος ευρωπαϊκής ειρήνης αποτελούσε την απόδειξη ότι αυτή η αντίληψη ήταν και είναι σωστή και στην πυρηνική εποχή.
Η σκιαγραφούμενη «νέα σκέψη» δεν μπορούσε να επιβληθεί στον NVA μέχρι τον Οκτώβρη του 1989. Η πολιτική της επικράτηση και υλοποίηση για ένα σύντομο διάστημα απαιτούσε κι άλλες προϋποθέσεις και ευνοϊκές περιστάσεις. Ωστόσο αυτό αποτελεί ένα ιδιαίτερο ζήτημα, του οποίου η βασική επεξεργασία ακόμα εκκρεμεί.
Σε αυτό το σημείο κάνουμε μια αναφορά μόνο σε τέτοιες προϋποθέσεις στον NVA, όπως η διάλυση του πολιτικού οργάνου του NVA, η διάλυση των κομματικών οργανώσεων του ΕΣΚΓ και η στρατιωτική μεταρρύθμιση, η οποία ανακοινώθηκε στις 20 Νοέμβρη 1989 από το νέο υπουργό άμυνας, ναύαρχο Hoffmann. Μια μεταρρύθμιση που σύντομα αποδείχτηκε αντιφατική και διακόπηκε μόλις μετά από τέσσερις μήνες.
Στη Βόννη η στρατιωτική μεταρρύθμιση έγινε δεκτή με καχυποψία. Ποιος ο σκοπός της μεταρρύθμισης ενός στρατού, όπως ο NVA, που ανακοινωνόταν ότι θα διαλυθεί τελείως;
Στην Bundeswehr η ανάγκη για «νέα σκέψη» κατευθύνθηκε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση. Αυτός που θέλει να δικαιολογήσει τον «παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» δεν ασχολείται με σκέψεις για τη μη δυνατότητα διεξαγωγής πολέμου στην πυρηνική εποχή. Αντί για αυτές τις σκέψεις, η Bundeswehr έκανε σκέψεις για το πώς διεξάγεται και πώς κερδίζεται ο πόλεμος!39 Οι ιδέες της «νέας σκέψης» και οι δημιουργοί τους δεν απασχόλησαν την αστική τάξη της ΟΔΓ παρά μόνο για ένα σύντομο ιστορικό διάστημα.
Τέλος, απλώς σημειώνεται, χωρίς να υπεισέλθουμε περισσότερο, ότι οι δημιουργοί της «νέας σκέψης» συνεχίζουν αταλάντευτα την αποδόμηση της μαρξιστικής-λενινιστικής σκέψης.