Η συγκεκριμένη ιστορική πορεία και οι επεξεργασίες που αφορούσαν τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετώπιζε το μαρξιστικό ρεύμα στη Ρωσία, από τη συγκρότησή του μέχρι τη διαμόρφωση της στρατηγικής της σοσιαλιστικής επανάστασης το 1917, άσκησαν επίσης σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση της στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος τις επόμενες δεκαετίες.
Μεταφέρθηκε μηχανιστικά σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες η αρχική επεξεργασία του Λένιν την περίοδο της επανάστασης του 1905 που, όπως θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια, προέβλεπε δυο στάδια, αρχικά μιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην ουσία (αλλά προλεταριακή στη μορφή της) για την ανατροπή της τσαρικής εξουσίας και στη συνέχεια της σοσιαλιστικής επανάστασης. Πρόκειται για τη στρατηγική που αποτυπώθηκε συνοπτικά με τη θέση για «τη δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», προκειμένου το εργατικό κίνημα να διασφαλίσει την πολιτική του αυτοτέλεια και τον ηγεμονικό, πρωτοπόρο ρόλο του έναντι της αστικής τάξης στην πάλη απέναντι στην τσαρική εξουσία. Ο Λένιν θεωρούσε ότι η «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» μπορούσε να έχει ενιαία θέληση όσον αφορούσε το τσάκισμα της απολυταρχίας, αλλά όχι όσον αφορούσε το σοσιαλισμό. Όσο θα εξελισσόταν η επανάσταση, ο Λένιν προέβλεπε ότι θα οξυνόταν η διαπάλη στους κόλπους της συμμαχίας εργατών-αγροτών και θα οδηγούσε τελικά στον πλήρη διαχωρισμό της εργατικής τάξης από τους πλούσιους αγρότες.
Μετά από το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, την εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης στη Ρωσία, την ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας το Φλεβάρη του ’17 και την περίοδο της δυαδικής εξουσίας (δηλαδή της συνύπαρξης ως κέντρων εξουσίας της ρωσικής αστικής κυβέρνησης από τη μια και των Σοβιέτ από την άλλη), ο Λένιν επεξεργάστηκε τις Θέσεις του Απρίλη και καθοδήγησε στην πράξη την οργάνωση και τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή η συνθετότητα στην εξέλιξη της επαναστατικής διαδικασίας, αν και δεν οδήγησε πρακτικά στη «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», επέδρασε στην επεξεργασία της στρατηγικής των σταδίων απ’ την ΚΔ, τουλάχιστον για κάποιες καπιταλιστικές χώρες.
Για να κατανοηθεί το μεγάλο ειδικό βάρος και η σημαντική επίδραση που συνέχισε ν’ ασκεί αυτή η αρχική επαναστατική πολιτική των μπολσεβίκων, πρέπει ν’ ανατρέξουμε στην ιστορική πορεία του μαρξιστικού ρεύματος στη Ρωσία την εικοσαετία πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Οι Ρώσοι μαρξιστές με επικεφαλής αρχικά τον Πλεχάνοφ, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, βρίσκονται αντιμέτωποι με το ιδιαίτερο πρόβλημα της τσαρικής απολυταρχίας, της δικτατορίας των ευγενών και των γαιοκτημόνων και της επίδρασής της που οδηγεί στη σχετικά αργή ανάπτυξη του καπιταλισμού. Παράλληλα, αντιπαλεύουν το ρεύμα των ναρόντνικων που θεωρούν ότι η Ρωσία μπορεί ν’ αποφύγει το δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να περάσει σε μια ουτοπική σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνικής ζωής, η οποία θα στηρίζεται στις αγροτικές κοινότητες (μια «αδελφότητα των αγροτών που δε θα υπήρχε δικό μου και δικό σου, ούτε κέρδος και καταπίεση»).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της θεωρητικής και πολιτικής διαπάλης, εμφανίζεται το ρεύμα του «νόμιμου» μαρξισμού, των πολιτικών υποστηρικτών της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που στην ουσία απολυτοποιούν τον προοδευτικό ρόλο της μεγάλης καπιταλιστικής παραγωγής έναντι της φεουδαρχίας και καλούν το εργατικό κίνημα σε στήριξη της πολιτικής και των στόχων της αστικής τάξης.
Το συγκριμένο ρεύμα εξέφρασε στις αναλύσεις του κυρίως ο Πετρ Στρούβε. Ο Πλεχάνοφ, παρόλο που του ασκεί κριτική, δε διαχωρίζεται πλήρως και ουσιαστικά από το συγκεκριμένο ρεύμα των απολογητών της καπιταλιστικής ανάπτυξης, το οποίο μεταθέτει την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης σ’ ένα αόριστο μέλλον, μεγαλύτερης και πιο ισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού στην τσαρική Ρωσία.
Μόνο ο Λένιν από τα πρώτα έργα του διαβλέπει και προσδιορίζει τον κίνδυνο που γεννά για το επαναστατικό εργατικό κίνημα το συγκεκριμένο ρεύμα του «αντικειμενισμού», του «νόμιμου» μαρξισμού. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ο αντικειμενιστής μιλάει για την αναγκαιότητα ενός δοσμένου ιστορικού προτσές, ο υλιστής διαπιστώνει με ακρίβεια το δοσμένο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό και τις ανταγωνιστικές σχέσεις που γεννά. Ο αντικειμενιστής, αποδείχνοντας την αναγκαιότητα μιας δοσμένης σειράς γεγονότων, κινδυνεύει πάντα να ξεστρατίσει προς την άποψη του απολογητή αυτών των γεγονότων, ο υλιστής ξεσκεπάζει τις ταξικές αντιθέσεις κι έτσι καθορίζει την άποψή του. Ο αντικειμενιστής μιλάει για ακατανίκητες τάσεις στην ιστορική εξέλιξη, ο υλιστής μιλάει για την τάξη εκείνη που διευθύνει ένα δοσμένο οικονομικό καθεστώς, δημιουργώντας ορισμένες μορφές αντίδρασης των άλλων τάξεων»21.
Από τα πρώτα έργα του ο Λένιν εστιάζει στο ζήτημα της ταξικής πάλης, στο ποια τάξη θα καθορίσει την ιστορική εξέλιξη τα επόμενα χρόνια.
Όσα προαναφέραμε δεν υποβαθμίζουν τη σημαντική ιστορική προσφορά του Πλεχάνοφ στην αντιμετώπιση των ναρόντνικων. Υπογραμμίζουν απλά τις παρενέργειες που προκλήθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαπάλης.
Ας δούμε όμως συνοπτικά και πιο συγκεκριμένα την ιστορική εξέλιξη της θεωρητικής διαπάλης εκείνη την περίοδο.
Στα τέλη του 19ου αιώνα δεσπόζει ακόμα η σκέψη των ναρόντνικων που προσπαθούν ν’ αποδείξουν τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα ενός «μη καπιταλιστικού» δρόμου ανάπτυξης στη Ρωσία.
Ο Β. Π. Βοροντσόφ υποστηρίζει στο έργο του «Η μοίρα του καπιταλισμού στη Ρωσία» (1882) ότι ο καπιταλισμός δε θα μπορούσε να γίνει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, γιατί αφενός αναπτύχθηκε με καθυστέρηση και δεν μπορούσε να διασφαλίσει διεθνείς αγορές και αφετέρου γιατί η εσωτερική αγορά συρρικνωνόταν λόγω της καταστροφής πολλών αγροτών και μικροβιοτεχνών.
Ο Πλεχάνοφ, που διαχωρίζεται ουσιαστικά από το ναροντνικισμό την περίοδο 1880-1882 και ιδρύει την «Ομάδα Απελευθέρωσης της Εργασίας» το 1883, αντιπαλεύει αυτές τις απόψεις (με τα έργα του «Σοσιαλισμός και πολιτική πάλη» και «Οι διαφορές μας»). Αντικρούει τη θεωρία για την αδύναμη ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία. Φωτίζει την αυξανόμενη ταξική ανισότητα μέσα στις αγροτικές κοινότητες και αναδεικνύει ότι ιστορικά αποτέλεσαν βασικό στήριγμα της τσαρικής απολυταρχίας.
Ο Πλεχάνοφ φωτίζει την ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων στην αγροτική παραγωγή και δείχνει ότι η Ρωσία έχει μπει στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στη δική του πολεμική ενάντια στους ναρόντνικους, ο Λένιν υπογραμμίζει την προσφορά του Πλεχάνοφ που απάντησε μαρξιστικά στο αφηρημένο ερώτημα αν η Ρωσία πρέπει να περάσει αναγκαστικά από το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο Λένιν υπογραμμίζει ότι ο Πλεχάνοφ θεώρησε λαθεμένο τον αφηρημένο τρόπο που τέθηκε το ερώτημα και απάντησε συγκεκριμένα εξηγώντας ότι αντικειμενικά η Ρωσία είχε ήδη μπει στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Γράφει: «Και πώς απάντησε ο Πλεχάνοφ; Έτσι ακριβώς όπως μπορούσε να απαντήσει ένας μαρξιστής: Άφησε ολότελα κατά μέρος το ζήτημα της δεοντολογίας σαν κάτι ανώφελο που θα μπορούσε να ενδιαφέρει μόνο τους υποκειμενιστές και όλο τον καιρό μιλούσε μόνο για τις πραγματικές κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, για την πραγματική τους εξέλιξη. Γι’ αυτό και δεν έδωσε άμεση απάντηση στο ερώτημα που έμπαινε τόσο λαθεμένα, μα απάντησε διαφορετικά, ως εξής: Η Ρωσία έχει μπει στον κεφαλαιοκρατικό δρόμο»22.
Πού καταλήγει όμως πολιτικά ο Πλεχάνοφ στη θεωρητική του διαπάλη με τους ναρόντνικους; Καταλήγει στη θέση ότι η εργατική τάξη πρέπει αρχικά να παλέψει για την κατάκτηση της αστικής δημοκρατίας, διαχωρίζοντας τη δράση του προλεταριάτου για το «αστικοδημοκρατικό ζήτημα» απ’ την πάλη για το σοσιαλισμό.
Στο έργο του «Σοσιαλισμός και πολιτική πάλη», που δημοσιεύτηκε το 1881, ο Πλεχάνοφ γράφει: «Η συγχώνευση σε ένα, δύο τόσο θεμελιακά διαφορετικών ζητημάτων, όπως της ανατροπής του απολυταρχισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης, η διεξαγωγή επαναστατικής πάλης με την πεποίθηση ότι αυτά τα στοιχεία της κοινωνικής ανάπτυξης θα συμπίπτουν στην ιστορία της χώρας μας, ισοδυναμεί με τη ματαίωση και των δύο»23.
Ο Λένιν στο έργο του «Δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση» το καλοκαίρι του 1905 διατυπώνει με τη σειρά του την ακόλουθη θέση: «Ο βαθμός οικονομικής ανάπτυξης της Ρωσίας και ο βαθμός της ταξικής συνείδησης και της οργάνωσης των πλατιών μαζών του προλεταριάτου καθιστούν αδύνατη την άμεση και ολοκληρωτική απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μόνο οι πιο αδαείς μπορούν να αγνοούν τον αστικό χαρακτήρα της συντελούμενης δημοκρατικής επανάστασης»24.
Η αρχική συμπόρευση του Λένιν με τον Πλεχάνοφ στην πάλη κατά του ναροντνικισμού δεν ισοδυναμεί ασφαλώς με ταύτιση των απόψεών τους. Η διαφοροποίηση και η διαπάλη μέσα στο μαρξιστικό ρεύμα εντάθηκε και οδήγησε, όπως ξέρουμε, στην πολιτική και οργανωτική διάσπαση μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων, με αρχικό βασικό πεδίο αντιπαράθεσης τον προσδιορισμό των κινητήριων δυνάμεων της επανάστασης και την πολιτική κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης.
Οι περισσότεροι μαρξιστές συμφωνούν το 1905 στην ανάγκη ενός ελάχιστου, μίνιμουμ προγράμματος αστικοδημοκρατικής επανάστασης, που θα έδινε ώθηση στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία. Ωστόσο, η θέση ότι ο καπιταλισμός είναι προοδευτικός σε σχέση με τη φεουδαρχία δεν οδηγεί στη χάραξη της ίδιας επαναστατικής πολιτικής από τον Λένιν από τη μια και από τον Πλεχάνοφ και τους μενσεβίκους από την άλλη.
Ο Πλεχάνοφ στην ουσία συμπλέει πολιτικά με το «νόμιμο μαρξισμό» του Στρούβε στην πολιτική υπόκλιση της εργατικής τάξης στην αστική τάξη. Υποστηρίζει ότι ο στόχος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης θα πρέπει να εστιάσει στο αίτημα για «ένα αστικό δημοκρατικό σύνταγμα», σε πολιτική συμμαχία με τους φιλελεύθερους αστούς πολιτικούς. Τονίζει ότι οι μαρξιστές δεν πρέπει να τρομάζουν κανένα με το μακρινό ακόμα «κόκκινο φάντασμα».
Ο Λένιν, από τα πρώτα του ακόμη έργα, εστιάζει στο ότι ο καπιταλισμός έχει ήδη γεννήσει το νεκροθάφτη του, την εργατική τάξη.
Η διαφορά από τον Πλεχάνοφ φαίνεται από τα πρώτα έργα του Λένιν, ιδιαίτερα στην κριτική του στον Στρούβε σχετικά με τον αντικειμενικό προοδευτικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που υποβαθμίζει τη σημασία της ταξικής πάλης. Γράφει: «Το βασικό χαρακτηριστικό των συλλογισμών του συγγραφέα είναι ο στενός αντικειμενισμός του, που περιορίζεται στο να αποδείξει το αναπόφευκτο και την αναγκαιότητα του προτσές και που δεν προσπαθεί να αποκαλύψει σε κάθε συγκεκριμένο στάδιο αυτού του προτσές τη μορφή του ταξικού ανταγωνισμού που προσιδιάζει σ’ αυτό»25.
Τη συγκεκριμένη περίοδο ο Λένιν ασκεί οξύτατη κριτική σε όσους δεν αντιλαμβάνονται ή υποβαθμίζουν τα διαφορετικά ανταγωνιστικά ταξικά συμφέροντα των κοινωνικών δυνάμεων που αντικειμενικά είναι αντίπαλοι της δουλοπαροικίας και της τσαρικής απολυταρχίας. Επισημαίνει από πολύ νωρίς τον κίνδυνο να γίνει το εργατικό κίνημα «τσιράκι της αστικής τάξης».
Στη συνέχεια, μέσα στη φωτιά της επανάστασης του 1905 θ’ αντιπαρατεθεί ανοιχτά με τους μενσεβίκους, τον Μάρτοφ και τον Πλεχάνοφ που θεωρούσαν ότι η αστική τάξη θα πρέπει να είναι πολιτικός καθοδηγητής και βασική κινητήρια δύναμη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης.
Πρόθεση της αρχικής στρατηγικής επεξεργασίας του Λένιν είναι να εξασφαλίσει την πολιτική αυτοτέλεια της εργατικής τάξης απέναντι στην αστική τάξη και τον ηγεμονικό ρόλο της στην καθοδήγηση του λαϊκού κινήματος ενάντια στον τσάρο. Η διαφωνία του Λένιν με τους μενσεβίκους αφορά όχι μόνο τις κινητήριες δυνάμεις, αλλά στην ουσία και τον ίδιο το χαρακτήρα που θα μπορούσε να πάρει η επανάσταση. Σχετικά με τις κινητήριες δυνάμεις, σε μια σειρά έργα του φωτίζει την πολιτική συμβιβασμού της αστικής τάξης με την τσαρική απολυταρχία και το φόβο της για την ανάπτυξη του ρωσικού εργατικού κινήματος.26
Παράλληλα διαβλέπει τη δυνατότητα της συμμαχίας με την αγροτιά με βάση τη γραμμή: Μαζί με όλη την αγροτιά ενάντια στο μεσαίωνα. Ύστερα μαζί με τη φτωχή αγροτιά και μαζί με τους μισοπρολετάριους ενάντια στον καπιταλισμό και ενάντια στους πλούσιους του χωριού.27
Σχετικά με το χαρακτήρα και την προοπτική της επανάστασης, ο Λένιν τονίζει ότι δεν εξαντλεί την αποστολή της με την ανατροπή του τσαρισμού και δεν ταυτίζεται με τη νίκη της αστικής τάξης.
Σύμφωνα με τις «δύο τακτικές», η επαναστατική ανατροπή θα έπρεπε να εγκαθιδρύσει μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, τη «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς», η οποία θα υλοποιούσε όσα περιέχονταν στο «μίνιμουμ» πρόγραμμα των μπολσεβίκων (Συντακτική Συνέλευση, καθολικό δικαίωμα ψήφου, αγροτική μεταρρύθμιση κλπ.). Αυτή η εξουσία θα ξεκαθάριζε ριζικά τα υπολείμματα του τσαρισμού, ενώ θα έδινε το έναυσμα της προλεταριακής επανάστασης στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη, η οποία θα γινόταν στήριγμα για την προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία. Αυτή η επεξεργασία στηρίχτηκε και μετέφερε ως ένα βαθμό στις νέες, διαφορετικές συνθήκες της Ρωσίας του 1905 την παλιότερη προσέγγιση των Μαρξ-Ένγκελς κατά τη διάρκεια της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στη Γερμανία το 1850.
Ως στρατηγική στόχευση, η «δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» επιδίωκε να δώσει χρόνο στην εργατική τάξη να προετοιμαστεί για το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ ταυτόχρονα επιδίωκε να διευκολύνει την κοινωνική συμμαχία της με τους φτωχούς αγρότες και τους μισοπρολετάριους απέναντι στην αστική τάξη της πόλης και του χωριού.
Την περίοδο εκείνη ο Λένιν θεωρεί ότι η επαναστατική διαδικασία στη Ρωσία θα δώσει το έναυσμα της προλεταριακής επανάστασης στην ανεπτυγμένη καπιταλιστική Ευρώπη και δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στη δυνατότητα να νικήσει ο σοσιαλισμός σε μία χώρα ή σε ομάδα χωρών. Όπως γνωρίζουμε, η συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης της αρχικής επεξεργασίας του Λένιν δεν πραγματοποιήθηκε.
Ακολούθησαν οι σημαντικές ιστορικές εξελίξεις που οδήγησαν στη συνέχεια στη διαμόρφωση της νέας, νικηφόρας στρατηγικής των μπολσεβίκων, που αποτυπώνεται στις «Θέσεις του Απρίλη» το 1917, δηλαδή της στρατηγικής της σοσιαλιστικής επανάστασης με στόχο την εργατική εξουσία. Έχουμε ήδη αποτυπώσει σε πλήθος σχετικών εκδόσεων και άρθρων τη συγκεκριμένη πορεία που αφορά την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, το πέρασμα στη διεθνή εποχή του ιμπεριαλισμού, το ξέσπασμα του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, τη συμμετοχή της ρωσικής άρχουσας τάξης στον πόλεμο, τη δημιουργία επαναστατικής κατάστασης, την επανεμφάνιση και ισχυροποίηση των Σοβιέτ, την ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας το Φλεβάρη του ’17 και τη διαμόρφωση της προσωρινής αστικής επαναστατικής κυβέρνησης.
Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμηθεί στην εξέλιξη και ωρίμανση της στρατηγικής επεξεργασίας του Λένιν από τον Απρίλη μέχρι τον Οκτώβρη του ’17 η αποφασιστική συμβολή που είχε η θεωρητική μελέτη της εποχής και των χαρακτηριστικών του μονοπωλιακού καπιταλισμού (με το έργο «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού») και της στάσης απέναντι στο αστικό κράτος και για το χαρακτήρα της εργατικής εξουσίας (με το έργο «Κράτος και Επανάσταση»).
Μελετώντας το μονοπωλιακό καπιταλισμό, ο Λένιν δε φωτίζει μόνο το διεθνή χαρακτήρα του ως ιστορικής εποχής. Φωτίζει την όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής σε πρωτοφανή κλίμακα και την καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Φωτίζει τον παρασιτισμό και την τάση προς τη σχετική στασιμότητα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, σε σχέση με τις δυνατότητες και τη δυναμική που δημιουργεί το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αναδεικνύει ότι ο ιμπεριαλισμός σηματοδοτεί την αντίδραση σε όλη τη γραμμή, κάτω απ’ οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς, κάτω απ’ οποιαδήποτε μορφή δικτατορίας του κεφαλαίου.
Παράλληλα, φωτίζει την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και τις δυνατότητες που δημιουργεί η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη για να νικήσει η σοσιαλιστική επανάσταση και να ξεκινήσει η σοσιαλιστική οικοδόμηση σε μία χώρα ή ομάδα χωρών. Τέλος, αναδεικνύει τη δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού του κράτους της εργατικής εξουσίας να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
Αυτή η θεωρητική ανάλυση απάντησε αποφασιστικά στις θέσεις του Πλεχάνοφ, του Κάουτσκι, του Μάρτοφ, αλλά και πολλών μπολσεβίκων που θεωρούσαν ακόμη ότι η Ρωσία έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά από το στάδιο μεγαλύτερης ωρίμανσης του καπιταλισμού. Ο επαναστατικός δρόμος ήταν η απάντηση στην προτεινόμενη παθητική αναμονή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που ισοδυναμούσε με υποταγή στην αστική τάξη. Ασκώντας κριτική στο ιδεολογικό ρεύμα του σοσιαλσοβινισμού της Β΄ Διεθνούς την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, ο Λένιν γράφει: «Ακόμα μια “μαρξιστική θεωρία” του σοσιαλσοβινισμού: ο σοσιαλισμός βασίζεται στην ταχύρρυθμη ανάπτυξη του καπιταλισμού· η νίκη της χώρας μου θα επιταχύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού, άρα θα επισπεύσει την έλευση του σοσιαλισμού [...] Μια τέτοια στρουβιστική θεωρία αναπτύσσει στη χώρα μας ο Πλεχάνοφ και στη Γερμανία ο Λεντς και άλλοι»28.
Είναι γνωστή επίσης η αντίδραση των «παλιών μπολσεβίκων» (Κάμενεφ, Ζινόβιεφ κλπ.) στην αλλαγή στρατηγικής και η κριτική τους ότι η αστικοδημοκρατική επανάσταση δεν έχει ολοκληρωθεί. Ο Λένιν εξήγησε ότι το κύριο ζήτημα σε κάθε επανάσταση είναι το ζήτημα της εξουσίας και, με αυτήν την έννοια, η αστικοδημοκρατική επανάσταση είχε ολοκληρωθεί.
Ο Λένιν έδωσε μάχη τη συγκεκριμένη περίοδο για να εξηγήσει ότι έχει μείνει πίσω από τη ζωή όποιος μιλά μόνο για την επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς. Τόνισε επίσης τη μαρξιστική θέση ότι δεν μπορεί να υπάρχει ενδιάμεσος τύπος εξουσίας μεταξύ της δικτατορίας της αστικής τάξης και της δικτατορίας του προλεταριάτου.29 Η αποφασιστικότητα του Λένιν και όσων μπολσεβίκων υποστήριξαν τη γραμμή της σοσιαλιστικής επανάστασης δικαιώθηκε με τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Στη συνέχεια αποδείχτηκε στην πράξη η δυνατότητα της σοβιετικής εργατικής εξουσίας ν’ αντιμετωπίσει, να ξεπεράσει γρήγορα ορισμένα προβλήματα που πήγαζαν από μια σχετική καθυστέρηση της προσοσιαλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αποδείχτηκε επίσης ότι τα άμεσα οξυμμένα λαϊκά προβλήματα, που αφορούσαν την επιβίωση, την ειρήνη, το ζήτημα της γης, τα αντιμετώπισε η εργατική εξουσία και όχι κάποια «ενδιάμεση» εξουσία.
Ωστόσο, στις νέες συνθήκες η πολιτική πείρα δεν αξιοποιήθηκε στον αναγκαίο βαθμό για βαθύτερη θεωρητική επεξεργασία. Επανήλθαν και κυριάρχησαν στη χάραξη της επαναστατικής πολιτικής λαθεμένες αντιλήψεις για την ανάγκη μεγαλύτερης ωρίμανσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης των σχετικά καθυστερημένων χωρών (μέσου επιπέδου ανάπτυξης κλπ.), ενώ βρισκόμασταν πλέον στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού.
Αντί για την ώριμη επεξεργασία της γραμμής της σοσιαλιστικής επανάστασης που διαμορφώθηκε σε αντιπαράθεση με το οπορτουνιστικό ρεύμα, επανήλθαν στο προσκήνιο οι αρχικές στρατηγικές επεξεργασίες, όταν ακόμα ο Λένιν μαζί με τον Πλεχάνοφ πάλευαν ενάντια στους ναρόντνικους κι εξηγούσαν τον προοδευτικό ρόλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης συγκριτικά με τη φεουδαρχία, όταν ακόμα στη Ρωσία κυριαρχούσε η τσαρική απολυταρχία και πριν ξεκινήσει ουσιαστικά η διεθνής εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Έτσι, μεταφέρθηκε μηχανιστικά σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες η στρατηγική προσέγγιση των σταδίων.
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι λενινιστικές επεξεργασίες της περιόδου 1905-1917 διαμορφώθηκαν σε σκληρή αντιπαράθεση με τον Τρότσκι, ο οποίος υποτιμούσε το ζήτημα των αναγκαίων κοινωνικών συμμαχιών του προλεταριάτου. Ο Λένιν τόνιζε ότι η θέση του Τρότσκι οδηγούσε στην «άρνηση του ρόλου της αγροτιάς» στη Ρωσία της εποχής εκείνης και στο χαντάκωμα της επανάστασης, ακυρώνοντας τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης στις δεδομένες συνθήκες και βοηθώντας έμμεσα την αστική τάξη.