Η κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα εκφράζει την ανάγκη αλλαγής μίγματος διαχείρισης προκειμένου να στηριχτεί πιο αποφασιστικά η προσπάθεια καπιταλιστικής ανάκαμψης. Είναι δεδομένο και ομολογείται και από διάφορους εγχώριους και ξένους αστούς αναλυτές, αλλά και από στελέχη της συγκυβέρνησης, ότι δεν μπορεί στις σημερινές συνθήκες να πραγματοποιηθούν σημαντικά βήματα στην καπιταλιστική ανάκαμψη χωρίς τη στήριξη του καπιταλιστικού κράτους.
Αυτή η αλλαγή στο μίγμα της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής είναι μια διαδικασία πιο πολύπλοκη απ’ ό,τι στο παρελθόν του ελληνικού καπιταλισμού, γιατί τώρα η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωζώνη. Η ΕΚΤ καθορίζει την ενιαία νομισματική πολιτική και το Eurogroup τους ενιαίους δημοσιονομικούς στόχους για τα κράτη-μέλη. Επιπλέον, η Ελλάδα βρίσκεται σφιχτοδεμένη σε Συμφωνία και ελεγκτική διαδικασία από την Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω του δανεισμού της από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, σε συνθήκες που η πιστοληπτική ικανότητά της στη διεθνή ιδιωτική αγορά χρηματικού κεφαλαίου έπεσε στο ναδίρ.
Επομένως, η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με επιπτώσεις στη νομισματική, θα πρέπει να έχει την έγκριση του Eurogroup, να συνοδεύεται από μια νέα ελεγκτική συμφωνία εξυπηρέτησης του δανείου, ανεξάρτητα από τον τίτλο αυτής της Συμφωνίας.
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ
Η οικονομία στην Ευρωζώνη κατέγραψε ισχνό ρυθμό ανάπτυξης 0,8% το 2014, ουσιαστικά στασιμότητα.
Η ισχνή ανάπτυξη του 2014 κρύβει σημαντικές ανισομετρίες. Ειδικότερα: η Γερμανία χαρακτηρίζεται από ρυθμό ανάπτυξης 1,5%, η Γαλλία από στασιμότητα (0,4%) και η Ιταλία από ελαφρά συρρίκνωση (-0,4%).
Τα στοιχεία επίσης καταγράφουν τη διόγκωση του κρατικού χρέους της Γαλλίας και της Ιταλίας (96% και 132% του ΑΕΠ αντίστοιχα) και την αύξηση της οικονομικής υπεροχής της Γερμανίας με εντυπωσιακό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της που αποτυπώνεται και στο αποκλιμακούμενο κρατικό χρέος της, το οποίο υπολογίζεται στο 75% του ΑΕΠ το 2014.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ καταγράφουν ρυθμό ανάπτυξης 2,4% του ΑΕΠ για το 2014, σε αντίθεση, όχι μόνο προς την ευρωζώνη, αλλά και την Ιαπωνία, η οποία καταγράφει στασιμότητα του ΑΕΠ για το 2014 στο 0,1% σε σύγκριση με εκείνο του 2013.
Χαμηλός ήταν και ο ρυθμός ανάπτυξης της Ρωσίας (0,6%) το 2014, ενώ Κίνα και Ινδία είχαν από τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ το 2014, 7,5% και 5% αντίστοιχα σε σύγκριση με το 2013, αν και οι προβλέψεις δίνουν τάση μείωσης του ρυθμού ανάπτυξης για την Κίνα και αύξησης για την Ινδία.
Σε αυτό το γενικό πλαίσιο εξέλιξης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας εκφράζονται ανησυχίες για παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας στην Ευρωζώνη που θυμίζει τη στασιμότητα της προηγούμενης 15ετίας της Ιαπωνίας.
Η ΣΥΝΘΕΤΗ ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ
Σε αυτές τις συνθήκες εξελίσσεται στην Ευρωζώνη και ευρύτερα, διαπάλη για την έκβαση της διαχειριστικής εναλλαγής.
Στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις 11 Φλεβάρη, απ’ όσα δημοσιοποιήθηκαν, στο σκληρό πυρήνα υπεράσπισης της αυστηρής περιοριστικής πολιτικής πρωτοστάτησαν οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ισπανίας (παρόλο που η οικονομική κατάσταση της Ισπανίας δεν ταυτίζεται μ’ εκείνη της Γερμανίας) καθώς και άλλα κράτη σύμμαχοι της Γερμανίας όπως η Φινλανδία, η Σλοβακία, οι Βαλτικές χώρες. Στον αντίποδα, με επίκεντρο την Ελλάδα, βρέθηκαν με διακυμάνσεις η Ιταλία, η Γαλλία, η Μ. Βρετανία.
Η απόφαση της ΕΚΤ για ποσοτική χαλάρωση (Γενάρης 2015), έστω και με τους συμβιβαστικούς περιορισμούς που επέβαλε κυρίως η Γερμανία, καθώς και οι μικρές παραβιάσεις της δημοσιονομικής πειθαρχίας στη σύνταξη των προϋπολογισμών της Γαλλίας και της Ιταλίας, φανερώνουν τη σταδιακή ενίσχυση της τάσης για χαλάρωση της δημοσιονομικής και περαιτέρω της νομισματικής πολιτικής.
Οι δηλώσεις κορυφαίων στελεχών της Ευρωζώνης δείχνουν ότι αυτή η αντίθεση μέσα στην Ευρωζώνη ενισχύεται, συνεπικουρείται και από την πρόσφατη δημοσιονομική-νομισματική πολιτική των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν αντιφατικά στη διαπάλη στην Ευρωζώνη. Από τη μια βλέπουν ανταγωνιστικά την ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρωζώνη. Από την άλλη φοβούνται τη μονιμοποίηση της κρίσης σ’ αυτήν, τις αλυσιδωτές επιδράσεις αποσταθεροποίησης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος από μια ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης, τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας.
Το ζήτημα της χαλάρωσης της περιοριστικής πολιτικής στην Ευρωζώνη παίρνει διεθνείς διαστάσεις. Απ’ ό,τι γράφτηκε στα διεθνή ΜΜΕ, απασχόλησε ιδιαίτερα τη Σύνοδο των Υπ. Οικονομικών των G-20 στην Κωνσταντινούπολη, με τη Γερμανία να δέχεται επικρίσεις για την επιμονή της στη διατήρηση του αυστηρού περιοριστικού πλαισίου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξελίσσεται η διαπραγμάτευση της νέας ελληνικής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ για τη διαμόρφωση μιας νέας συμφωνίας, «για την αναδιάρθρωση της Ευρωζώνης, μέσα στην οποία θα αναδιαρθρωθεί και η οικονομία της Ελλάδας», όπως ισχυρίζεται η ελληνική κυβέρνηση μέχρι στιγμής.
ΑΛΛΕΣ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΙΔΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ
Άλλα βασικά πεδία των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που σχετίζονται τόσο με την πορεία της διαπάλης στην ΕΕ και την Ευρωζώνη όσο και με την πορεία των διαπραγματεύσεων της νέας ελληνικής κυβέρνησης αποτελούν:
α) Η ευρύτερη διαπάλη μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας για την πρωτοκαθεδρία στην Ευρώπη που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, όπως η υπογραφή της συμφωνίας για τη Διατλαντική Ένωση Ελεύθερου Εμπορίου, τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από τη Ρωσία, την αποδυνάμωση της σχετικά αυτοτελούς σχέσης Γερμανίας - Ρωσίας μέσα και από την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης στην Ουκρανία.
β) Η υλοποίηση των νέων ατλαντικών σχεδίων επέμβασης και παρέμβασης στη Μέση Ανατολή με μοχλό την αντιμετώπιση της ISIS, για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των εξελίξεων και την αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων στη συγκεκριμένη περιοχή.
Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣΚΑΤΕΥΘΥΝΕΙ ΤΙΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Τη χαλάρωση της δημοσιονομικής και περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη υποστηρίζει μέχρι σήμερα σχεδόν σύσσωμη η αστική τάξη στην Ελλάδα.
Πρωτοστάτησαν τμήματά της που έχουν διασυνδέσεις με το κεφάλαιο παραδοσιακών ατλαντικών τους συμμάχων (ΗΠΑ, Μ. Βρετανίας), σε συμμαχία με την πολιτική εκπροσώπηση του ρεύματος στην Ευρωζώνη (κυρίως στην Ιταλία, στην Ισπανία και στη Γαλλία) που επιδιώκει μια αναδόμηση στη λειτουργία της Ευρωζώνης, τον επανεπιμερισμό των δημοσιονομικών υποχρεώσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Είναι η τάση που θεωρεί ότι με τους υπάρχοντες όρους συγκρότησης και λειτουργίας του ευρώ ως κοινού νομίσματος ωφελήθηκε μονόπλευρα κυρίως η Γερμανία, ενισχύοντας την παραγωγική κι εξαγωγική της θέση, τόσο στην Ευρωζώνη σε βάρος τους όσο κι έναντι άλλων κρατών.
Παράλληλα η αστική τάξη επιθυμεί να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα στο πλαίσιο του στόχου της για ανάδειξη της Ελλάδας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων κι ενέργειας. Είναι χαρακτηριστική η δημοσιότητα και η επισημότητα που πήρε το γεγονός του ελλιμενισμού κινεζικής ναυτικής μοίρας στις 19 Φλεβάρη, μέρα όξυνσης των προβλημάτων διαπραγμάτευσης με την Ευρωζώνη.
Ταυτόχρονα, η νέα ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να επιχειρεί να αναλάβει ρόλο «γεφυροποιού» με τη Ρωσία, οπωσδήποτε με τη σχετική ενθάρρυνση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η οποία από την πλευρά της προσδοκά μια διαδικασία που θα βαίνει σε βάρος των γερμανο-ρωσικών σχέσεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική αστική τάξη και η νέα αστική κυβέρνηση επιχειρεί να συμμετάσχει στη νέα σύνθετη διαπραγμάτευση για να βελτιώσει τη θέση της, μέσα στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και των σχετικών δεσμεύσεών τους. Ταυτόχρονα επιχειρεί να διαφυλάξει, να αξιοποιήσει διαπραγματευτικά και να αναπτύξει, στο βαθμό του δυνατού, τις σχέσεις της με τη Ρωσία και την Κίνα, με βάση τους γενικούς της στόχους για ανάδειξη της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων κι ενέργειας, ενίσχυση των εξαγωγών εμπορευμάτων και του εισαγόμενου τουρισμού.
Στο πλαίσιο της ελληνικής διαπραγματευτικής τακτικής με τη γερμανική πλευρά πρέπει να αξιολογηθεί και η «διαφοροποίηση» σχετικά με τις διαδικασίες συζήτησης των κυρώσεων της ΕΕ προς τη Ρωσία. Εδώ η ελληνική κυβέρνηση συνέπλευσε ξανά με Γαλλία, Ιταλία, Αυστρία και άλλα κράτη που ζητούν ηπιότερη στάση κι εξέφρασε το γενικότερο συμφέρον της ελληνικής άρχουσας τάξης (τουρισμός, εξαγωγές κυρίως της αγροτικής παραγωγής κλπ.). Οπωσδήποτε όμως έχει και συγκεκριμένα όρια αυτή η «διαφοροποίηση». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ομόφωνη τελικά απόφαση στα πλαίσια της συνόδου των υπουργών Εξωτερικών, μετά τις πρώτες φραστικές επιφυλάξεις επί της διαδικασίας. Άλλωστε, το πόσο «διαφοροποιημένη» επί της ουσίας θα είναι αυτή η στάση, κυρίως θα φανεί στη Σύνοδο των ΥΠΕΞ της ΕΕ τον Ιούνη, όπου και θα συζητηθούν συγκεκριμένα μέτρα επέκτασης, όχι μόνο χρονικά, αλλά και των ίδιων των κυρώσεων προς τη Ρωσία.
Η κυβέρνηση προβάλλει την εξωτερική της πολιτική ως πολυδιάστατη. Στην πραγματικότητα, επιδιώκει να παίξει ρόλο στην εκστρατεία ενάντια στο ISIS στη Μ. Ανατολή και στη Β. Αφρική με το αντιδραστικότατο πρόσχημα «της προστασίας των χριστιανικών πληθυσμών».
Επιδιώκει να προωθήσει πιο αποφασιστικά τον άξονα Ελλάδας - Ισραήλ - Αιγύπτου στον ανταγωνισμό της με την Τουρκία, να αντιμετωπίσει προβλήματα που δημιουργούνται από το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα από Μ. Ανατολή και Β. Αφρική, να κατοχυρώσει το ρόλο του παράγοντα ασφάλειας μέσα στο αποκαλούμενο «τρίγωνο αστάθειας» (Ουκρανία - Μ. Ανατολή - Β. Αφρική), στο οποίο οξύνθηκαν οι ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των αγορών και των ενεργειακών δρόμων της ευρύτερης περιοχής, προς όφελος του ευρωατλαντισμού.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ (ΔΗΜΟΣΙΟΥ) ΧΡΕΟΥΣ
Το ζήτημα της διαχείρισης του κρατικού χρέους της Ελλάδας, όπως εξελίχτηκε από το 2008 έως σήμερα, αποτελεί στοιχείο της διαπάλης στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Από τους υπερασπιστές της επεκτατικής πολιτικής ως εργαλείου διευκόλυνσης της εξόδου από την καπιταλιστική οικονομική κρίση (επαναλαμβανόμενη ετήσια συρρίκνωση του ΑΕΠ) καταγγέλθηκε ως αποτυχημένη και ως αιτία ανατροφοδότησης της κρίσης και του δημόσιου χρέους η δανειοδοτική πολιτική της ΕΕ και του ΔΝΤ, με τους εξαιρετικά αυστηρούς όρους λιτότητας. Προ δεκαετίας και παραπάνω, η ίδια κριτική είχε ασκηθεί και για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Αργεντινή.
Από την πλευρά της ελληνικής αστικής τάξης προβάλλεται ο στόχος ελάφρυνσης του χρέους ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη στήριξη της καπιταλιστικής ανάκαμψης.
Στους κόλπους της αστικής τάξης είχε εκδηλωθεί το προηγούμενο διάστημα συζήτηση σχετικά με τη βιωσιμότητα ή μη του χρέους. Δηλαδή σχετικά με τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας με τους σημερινούς ρυθμούς ανάπτυξης να το αποπληρώνει χωρίς να δυσκολεύει τις προσπάθειες για ανάκαμψη.
Η ανάδειξη της νέας συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ενίσχυσε τις τάσεις που υποστηρίζουν την ανάγκη νέας ρύθμισης της αποπληρωμής του χρέους. Παλιότερα αυτές οι δυνάμεις προέβαλαν το αίτημα μερικής διαγραφής του, σήμερα προτάσσουν την ανάγκη αναδιάρθρωσής του (επιμήκυνσης της αποπληρωμής με ευνοϊκές ρυθμίσεις όσον αφορά τις δόσεις), που είχαν υποστηρίξει προεκλογικά και ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, αλλά –από ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε– δεν μπόρεσαν ως κυβέρνηση να εξασφαλίσουν χωρίς δεσμεύσεις για νέα μέτρα λιτότητας.
ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ΜΕ ΒΑΣΗΤΙΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ
Το κεφάλαιο έχει προσδοκίες από τη σημερινή κυβέρνηση σε σχέση με το γενικό πλαίσιο κρατικής ενίσχυσης των επιχειρηματικών ομίλων, τη διατήρηση του συνόλου του σημερινού αντεργατικού - αντιλαϊκού πλαισίου, των προνομίων του κεφαλαίου (π.χ. φοροδιευκολύνσεις - φοροαπαλλαγές κλπ.), την προώθηση επενδυτικών προγραμμάτων και αναδιαρθρώσεων - εκσυγχρονισμών που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, θα θωρακίσουν την κερδοφορία, θα κάνουν πιο αποτελεσματικές τις λειτουργίες της κρατικής διοίκησης για τα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Πιο συγκεκριμένα σε αυτές τις κατευθύνσεις κινούνται:
- Ο νέος αναπτυξιακός νόμος που, όπως δήλωσε ο Γ. Σταθάκης, «θα δώσει ισχυρά κίνητρα σε επενδύσεις». Ένας νόμος περισσότερο στοχευμένος στην ικανοποίηση των προτεραιοτήτων των επιχειρηματικών ομίλων, στις οποίες θα προσαρμοστούν τα κλαδικά αλλά και γεωγραφικά κριτήρια.
- Η δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού θεσμικού πλαισίου για την ενίσχυση των εξαγωγικών επιχειρήσεων.
- Η διατήρηση του ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος για τμήματα του κεφαλαίου (π.χ. εφοπλιστικού), αλλά και διεύρυνση των φορολογικών απαλλαγών για τη στήριξη της παραγωγικής δραστηριότητας.
- Η διεύρυνση της κρατικής χρηματοδότησης μέσω της αύξησης του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων, αλλά και πιο στοχευμένη αξιοποίηση της κοινοτικής χρηματοδότησης σε υποδομές και έργα στήριξης του λεγόμενου νέου αναπτυξιακού μοντέλου της αστικής τάξης.
Προσδοκίες από την πολιτική της συγκυβέρνησης εκφράζονται και από τμήματα του κεφαλαίου σε συγκεκριμένους κλάδους. Αναφέρουμε ενδεικτικά:
- Οι φαρμακοβιομήχανοι προσδοκούν μέτρα στήριξής τους στον ανταγωνισμό τους με ξένα μονοπώλια του φαρμάκου.
- Η υιοθέτηση στόχων όπως «επενδύσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό», «υποκατάσταση εισαγωγών», «χρηματοδότηση συγκεκριμένων κλάδων αναπτυξιακής προτεραιότητας», εκφράζουν τις ανάγκες του βιομηχανικού κεφαλαίου με εξαγωγικό προσανατολισμό.
- Το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στον Τουρισμό: Οι θέσεις της κυβέρνησης για τον Τουρισμό ενσωματώνουν ουσιαστικά βασικές θέσεις του ΣΕΤΕ για αξιοποίηση του ΕΣΠΑ και του ΣΕΣ στη στήριξη των καπιταλιστικών επενδύσεων στον Τουρισμό και δε διαφοροποιούνται σε τίποτα από θέσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων.
- Οι υποσχέσεις για εξασφάλιση φθηνής ενέργειας στις λεγόμενες ενεργοβόρες βιομηχανίες, π.χ. στον κλάδο του μετάλλου κ.α.
Προσδοκίες από την κυβέρνηση έχουν τμήματα του κεφαλαίου, επιχειρηματικοί όμιλοι που επιδιώκουν το ξαναμοίρασμα της πίτας σε ορισμένα πεδία κερδοφορίας που στο προηγούμενο διάστημα είχαν κυριαρχήσει συγκεκριμένα μονοπωλιακά συμφέροντα. Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με όλη τη συζήτηση περί ιδιωτικοποιήσεων και αφορά τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές και σχετίζεται άμεσα με τη δραστηριότητα και ξένων μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων, εντάσσεται στην ενδοϊμπεριαλιστική διαπάλη.
Δηλώσεις υποστήριξης της κυβέρνησης έχουν εκφράσει ο ΣΕΒ, ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Βορείου Ελλάδας, η ΓΣΕΒΕ, η ΕΣΣΕ κ.ά.