Η ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Το επιχείρημα ότι η «σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ού αιώνα» ηττήθηκε λόγω έλλειψης «δημοκρατίας» και «ελευθερίας» είναι το πρώτο και βασικό ζήτημα που τίθεται από την αστική προπαγάνδα. Είναι ο βασικός άξονας που διαπερνά όλα τα αφιερώματα, τις εκπομπές, τις διάφορες εκδηλώσεις. Δε διστάζουν μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις να αποδεχτούν ότι υπήρχαν ορισμένα κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως στην εργασία, η δημόσια δωρεάν υγεία, η δημόσια δωρεάν παιδεία κ.ά., που όμως δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν τη δήθεν απώλεια της ελευθερίας και της δημοκρατίας.
Για να μπορέσει να στηριχτεί αυτή η επιχειρηματολογία γίνεται επίκληση στο συναίσθημα, στο προσωπικό βίωμα, με αναφορές σε διώξεις, σε οικογένειες που χώρισε το τείχος, παρακολουθήσεις της Στάζι και άλλων μυστικών υπηρεσιών κλπ.
Τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι καινούργια και δεν εκπορεύονται μόνο από την πλευρά αστικών πολιτικών δυνάμεων. Την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης Καρλ Κάουτσκι, αποθεώνοντας τον αστικό κοινοβουλευτισμό, θεωρούσε ότι οι μπολσεβίκοι «κατάργησαν τη δημοκρατία που κατάχτησε ο ρώσικος λαός το Φλεβάρη του 1917». Ετσι προέβλεπε την οικονομική καταστροφή, στην οποία θα οδηγούσε μια τέτοια κατάργηση της δημοκρατίας. Θεωρούσε εγκληματική τη μετατροπή των σοβιέτ από «μαχητική οργάνωση» σε «όργανα εξουσίας». Την ίδια άποψη υποστήριζαν και οι Ρώσοι μενσεβίκοι, οι οποίοι χαρακτήριζαν την Οκτωβριανή επανάσταση «πραξικόπημα» και «βιασμό της Ιστορίας», προβλέποντας τη γρήγορη κατάρρευση της σοβιετικής εξουσίας.
Σήμερα οι πολιτικοί απόγονοι αυτών των απόψεων, οι δυνάμεις του σύγχρονου οπορτουνισμού, του λεγόμενου «δημοκρατικού σοσιαλισμού», συνεχίζουν να έχουν ιδιαίτερη συμβολή σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αποδεχόμενοι ουσιαστικά τον αστικό κοινοβουλευτισμό, την αστική ελευθερία και την αστική δημοκρατία ως οικουμενικές και αιώνιες αξίες, λειτουργούν ως ιδιαίτερα επικίνδυνοι απολογητές της αστικής προπαγάνδας, αφού η κριτική τους γίνεται στο όνομα του «σοσιαλισμού» και της «αριστεράς».
Η Μαρί Ζορζ Μπουφέ, ΓΓ του Γαλλικού ΚΚ, δε διστάζει να κάνει την αυτοκριτική του ΓΚΚ μπροστά στην αστική τάξη: «Σε ό,τι αφορά το “Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα” (PCF), γνωρίζαμε την κρίσιμη απόσταση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των λαών της ανατολικής Ευρώπης και των ηγετών τους ή των καθεστώτων των χωρών αυτών. Αλλά δεν είχαμε καταφέρει να υπολογίσουμε τις πραγματικές διαστάσεις της δομικής κρίσης των καθεστώτων του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού”, ούτε το πόσο ευάλωτα ήταν, ούτε πόσο είχαν πληγεί από την αντιπαράθεση δύσης-ανατολής και την κούρσα των εξοπλισμών. Σε κάθε περίπτωση, διαφωνούσαμε έντονα, και σε βασικά ζητήματα, με τους κομμουνιστές των χωρών αυτών»4.
Ο Λ. Μπίσκι, πρόεδρος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) σημειώνει: «Το άνοιγμα του Τείχους αποτέλεσε επίσης την ευκαιρία για την αριστερά να αναλύσει το παρελθόν της και να αντλήσει τα διδάγματα από τις στρεβλώσεις του κρατικού σοσιαλισμού […] Η ιδέα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, η οποία καταπνίγηκε δια της βίας το 1968 στην Πράγα, προβλήθηκε και πάλι και αναπτύχθηκε. Δεν μπορεί να υπάρχει σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία και ελευθερία» και διαβεβαιώνει ότι: «Ηταν φανερό πως τίθεντο ερωτήματα για τη δημοκρατία, για το μοντέλο κοινωνίας που είχε οικοδομηθεί, για την ανάγκη ανταπόκρισης στις λαϊκές προσδοκίες […] Αυτό ήταν ένα μεγάλο μάθημα, για το παρελθόν και το μέλλον».5
Ο Αλ. Τσίπρας, πρόεδρος του ΣΥΝ, δήλωσε στη ΝΕΤ ότι «για τη δική μας αριστερά που διεκδικεί να γκρεμίσει τα τείχη που υψώνονται παντού γύρω μας, ένα είναι το μήνυμα: Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει»6.
Κάθε αναφορά στο σοσιαλισμό εφόσον προϋποθέτει τη διατήρηση της αστικής «ελευθερίας» και «δημοκρατίας», ακυρώνει στην πράξη κάθε πάλη γι’ αυτόν.
Χρειάζεται εδώ βεβαίως να υπενθυμίσουμε την παρατήρηση του Β. Ι. Λένιν ότι όταν μιλάμε για ελευθερία και δημοκρατία πρέπει πάντα να θέτουμε το ερώτημα για ποιά τάξη. Δεν μπορούν να ξεκοπούν από τις κυρίαρχες οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις και το αντίστοιχο εποικοδόμημα που αυτές αντανακλούν.
Η επικρατούσα αντίληψη για την ελευθερία και τη δημοκρατία είναι η αστική, που θεωρεί δεδομένη και αναλλοίωτη την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Η αντίληψη αυτή έχει τις αναφορές της στην πάλη κατά τη διάρκεια των αστικών επαναστάσεων ενάντια στη φεουδαρχική απολυταρχία. Η πάλη αυτή εξέφραζε τη διεκδίκηση εκείνων των πολιτικών και νομικών όρων που θα διασφάλιζαν την ανάπτυξη και κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ο καπιταλισμός ως πιο ανεπτυγμένο εκμεταλλευτικό σύστημα έσπασε τα φυσικά δεσμά του άμεσου παραγωγού, γκρέμισε τις θεσμοθετημένες δεσμεύσεις του δουλοπάροικου, γιατί τον ήθελε ελεύθερα μετακινούμενο για την οικονομική εκμετάλλευσή του.
Αυτή η ελευθερία, αν και βεβαίως είναι πολύ ανώτερη από εκείνη της περιόδου της φεουδαρχίας, είναι φαινομενική. Είναι ελευθερία που κρύβει τη βαθιά εκμετάλλευση. Ο άμεσος παραγωγός, αποξενωμένος από τα μέσα παραγωγής, είναι ιδιοκτήτης μόνο της ικανότητάς του για εργασία και είναι αναγκασμένος να πουλάει αυτή την ικανότητα στον καπιταλιστή-ιδιοκτήτη μέσων παραγωγής για να ζήσει.
Ο άμεσος παραγωγός παράγει ένα προϊόν το οποίο δεν του ανήκει. Η πρόσβαση σ’ αυτό γίνεται μέσω της αγοράς και περιορίζεται ανάλογα με το μέγεθος της τιμής της εργατικής δύναμης που σε κάθε περίπτωση αντιστοιχεί μόνο σε ένα μέρος της αξίας που παράγει με την εργασία του.
Οι δήθεν «ελεύθερες επιλογές» του ατόμου καθορίζονται από την τάξη και το κοινωνικό στρώμα από το οποίο προέρχεται ή ανήκει. Ελεύθερος να μη δουλεύει για την επιβίωσή του και της οικογένειάς του είναι μόνο το μέλος της τάξης των καπιταλιστών, δηλαδή αυτών των λίγων που το εισόδημά τους προέρχεται από τον πλούτο που συγκεντρώνουν από τη δουλειά των άλλων. Πόσο είναι ελεύθερος άραγε ο εργαζόμενος που δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κατοικία, κοινωνική ασφάλιση, που αναγκάζεται να πουλάει με καθημερινούς όρους την ικανότητά του για εργασία προκειμένου να ζήσει;
Η πολιτική ελευθερία στον καπιταλισμό καθορίζεται από ένα πλαίσιο που δεν αμφισβητεί αλλά διευκολύνει την ανάπτυξη και διαιώνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο Παρίσι της Γαλλικής Επανάστασης, ένα από τα πρώτα μέτρα που πάρθηκαν ήταν η απαγόρευση των απεργιών και της λειτουργίας των εργατικών σωματείων.
Σήμερα η αστική δημοκρατία επιβεβαιώνει καθημερινά ότι είναι δημοκρατία του καπιταλισμού, μορφή της δικτατορίας της αστικής τάξης. Οπως σημείωνε ο Β. Ι. Λένιν, «στην κοινοβουλευτική αστική δημοκρατία ο πλούτος ασκεί έμμεσα την εξουσία του και έτσι την ασκεί πιο σίγουρα». Η τυπική ισότητα απέναντι στο νόμο που αναγνωρίζουν τα περισσότερα αστικά συντάγματα, το δικαίωμα της ψήφου, η ελευθερία του συνδικαλισμού κλπ. κατοχυρώθηκαν με σκληρή ταξική πάλη και μόνο όταν η αστική τάξη έγινε ικανή να μπορεί μέσα από τη λειτουργία αυτών των ελευθεριών να ενσωματώνει πλατιές εργατικές και λαϊκές μάζες στην πολιτική της. Και βεβαίως δεν έδειξε κανένα δισταγμό να περιορίσει ή να καταργήσει τέτοιου είδους ελευθερίες, όταν θεώρησε ότι αυτό ήταν αναγκαίο για τη σταθεροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος.
Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού είναι γενική τάση η στροφή προς την αντίδραση, γι’ αυτό όσο οξύνονται οι αντιθέσεις του καπιταλισμού, τόσο περιορίζονται οι πολιτικές και νομικές ελευθερίες για την εργατική τάξη και το κίνημά της.
Η αστική τάξη μέσω της εξουσίας της επιβάλλεται στις λαϊκές μάζες με πολύμορφους μηχανισμούς που συνδυάζουν τη χειραγώγηση και την καταστολή. Η «ελεύθερη ψήφος», για παράδειγμα, στα πλαίσια της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας καθορίζεται από την εργασιακή τρομοκρατία, την απειλή της ανεργίας, τους μηχανισμούς εξαγοράς συνειδήσεων, το αστικό ιδεολογικό οπλοστάσιο μέσα από την εκπαίδευση και τόσα άλλα που διαμορφώνουν στάση ενσωμάτωσης και υποταγής στο σύστημα για το μεγαλύτερο μέρος των μισθωτών και των μελών των οικογενειών τους.
Είναι συχνό το επιχείρημα ότι παρ’ όλα αυτά η αστική δημοκρατία αναγνωρίζει το δικαίωμα στους αντιπάλους της να υπάρχουν και να δρουν, γεγονός που τεκμηριώνεται με την αναγνώριση της νομιμότητας των ΚΚ. Η ίδια η πραγματικότητα ουσιαστικά αμφισβητεί αυτή τη θέση, αφού σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης -που θεωρείται και ως απόλυτος εκφραστής των ιδανικών της αστικής δημοκρατίας και του ευρωπαϊκού διαφωτισμού- κομμουνιστικά κόμματα, κομμουνιστικές οργανώσεις νεολαίας, κομμουνιστικά σύμβολα απαγορεύονται δια νόμου, όπως π.χ. στη Τσεχία, σε ορισμένες Βαλτικές χώρες, στην Πολωνία όπου πρόσφατα απαγορεύθηκε η χρήση κομμουνιστικών συμβόλων, ενώ στην Γερμανία συνεχίζει να ισχύει ο νόμος που απαγορεύει την πρόσληψη κομμουνιστών ως υπαλλήλων στο αστικό κράτος.
Σε όσες καπιταλιστικές χώρες τα ΚΚ είναι νόμιμα, αντιμετωπίζουν μια σειρά εμπόδια στη διάδοση και προβολή των θέσεών τους. Εκτός από τους νομικούς περιορισμούς και την καταστολή της κομμουνιστικής δράσης (π.χ. απολύσεις μελών του ΚΚΕ και της ΚΝΕ γιατί πρωτοστάτησαν σε απεργία, διώξεις μελών της ΚΝΕ για μαθητικές κινητοποιήσεις, στελεχών του ΚΚΕ για κινητοποιήσεις των αγροτών κ.ά.), η μαζική προβολή των θέσεων των κομμουνιστών περιορίζεται αντικειμενικά από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, αφού τα μεγάλα συγκροτήματα τύπου ηλεκτρονικών και έντυπων ΜΜΕ, οι εκδοτικοί οίκοι, το διαδίκτυο, η βιομηχανία του κινηματογράφου κλπ. βρίσκονται στον έλεγχο των μονοπωλίων και του αστικού κράτους. Το ποιες οικονομικές σχέσεις κυριαρχούν και το ποια τάξη έχει την εξουσία, αυτό καθορίζει και το ποια ιδεολογία είναι η κυρίαρχη.
Οσο κι αν γίνεται «ανεκτή» η κομμουνιστική δράση, η προπαγάνδα για το σοσιαλισμό, η προβολή του Προγράμματος του ΚΚ, σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να αφεθεί «ελεύθερη» η υλοποίηση των στρατηγικών στόχων του ΚΚ, ακόμη και όταν η εργατική τάξη το θελήσει (π.χ. Ελλάδα του 1944). Στο αστικό Σύνταγμα άλλωστε υπάρχουν διατάξεις που θεωρούνται μη αναθεωρήσιμες και κατοχυρώνουν τον αστικό χαρακτήρα του κράτους (άρθρο 1: «Μορφή του πολιτεύματος» και άρθρο 26: «Για τη σύνταξη της πολιτείας»), επιβεβαιώνοντας το δικτατορικό χαρακτήρα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Βεβαίως δε χρειάζεται καν η ταξική πάλη να φτάσει στην κορυφαία της στιγμή για να ξεκινήσει η ιδεολογική προετοιμασία για την αντιμετώπιση της επαναστατικής πολιτικής του ΚΚ.
Ετσι εξηγείται και η εκτεταμένη επίθεση στο ΚΚΕ από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ και τμήματα του αστικού τύπου με αφορμή την τοποθέτηση του Κόμματος απέναντι στον «κοινωνικό διάλογο» για το ασφαλιστικό και τη στήριξή του στις κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ. Εσπευσαν να υπενθυμίσουν με νόημα ότι: «Οι δυναμικές μορφές πάλης που υιοθετήθηκαν επί των ημερών της κυρίας Παπαρήγα προκάλεσαν στο παρελθόν πολλές συζητήσεις περί των ορίων της νομιμότητας, στα οποία κινείται κατά περιόδους το ΚΚΕ, όπως το κατηγορούν οι αντίπαλοί του»7. Ενώ επίσης σημειώνουν ότι: «Με άλλα λόγια, το “πρόβλημα ΚΚΕ” δεν είναι οι λύσεις που προτείνει αλλά ότι το ίδιο αποτελεί πρόβλημα στο οποίο χρειάζεται μια λύση. Διότι, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, αυτό το πρόβλημα αρχίζει να έχει κοινωνικό κόστος το οποίο πληρώνουμε όλοι»8.
Η αστική τάξη βεβαίως χρησιμοποιεί ευέλικτη τακτική απέναντι στα ΚΚ. Μαζί με την προσπάθεια περιορισμού της δράσης και λειτουργίας τους δεν εγκαταλείπει και το στόχο ενσωμάτωσής τους στο αστικό πολιτικό σύστημα. Η τακτική αυτή πολλές φορές δεν ερμηνεύτηκε σωστά από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, οδηγώντας σε διαχωρισμούς των αστικών πολιτικών δυνάμεων σε «δημοκρατικές» και «μη δημοκρατικές».
Το αστικό πολιτικό σύστημα πάντα ευνοεί και αξιοποιεί τις παρεκκλίσεις των κομμουνιστικών κομμάτων από την επαναστατική κατεύθυνση, ενώ στηρίζει τη δράση και λειτουργία των κατ’ όνομα ΚΚ, στα οποία κυριαρχεί η οπορτουνιστική στρατηγική και έχουν «μεταλλαχθεί» σε κόμματα της αστικής διαχείρισης (π.χ. κόμματα του «Ευρωπαϊκού Αριστερού Κόμματος»).
Η ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥΣΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό είναι διαδικασία μετάβασης στο «βασίλειο της ελευθερίας». Η απελευθέρωση του εργαζόμενου ανθρώπου, του άμεσου παραγωγού, από την καπιταλιστική εκμετάλλευση, από την ανάγκη να πουλάει την ικανότητά του για εργασία προκειμένου να ζήσει, είναι το θεμέλιο της ιστορικής διαδικασίας απελευθέρωσης μέχρι την αταξική κομμουνιστική κοινωνία.
Για τους κομμουνιστές σε φιλοσοφικό επίπεδο δεν υπάρχει απόλυτη φυσική ελευθερία, όπως υποστηρίζουν διάφοροι φιλελεύθεροι και αναρχικοί διανοητές. Η ελευθερία συνδέεται με την κατανόηση της «αναγκαιότητας», δηλαδή τη γνώση των νόμων κίνησης ενός φυσικού ή κοινωνικού φαινομένου, η οποία δίνει τη δυνατότητα για την αναγκαία συνειδητή δράση9.
Ο επιστημονικός κομμουνισμός θεωρεί ότι οι άνθρωποι όχι μόνο μπορούν να γνωρίσουν τον κόσμο, να κατανοήσουν τα αίτια της κοινωνικής ανάπτυξης, αλλά πολύ περισσότερο μπορούν να τον αλλάξουν. Ετσι, με τη μελέτη των κοινωνικών νομοτελειών, των νομοτελειών της ταξικής πάλης, η πολιτική πάλη της εργατικής τάξης για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αποκτάει επιστημονικό χαρακτήρα.
Η δυνατότητα του εργαζόμενου ανθρώπου (με τη γνώση και την επαναστατική του δράση) να αλλάζει τις κοινωνικές συνθήκες στην κατεύθυνση της πλήρους εξάλειψης των τάξεων και της απονέκρωσης του κράτους τέθηκε σε κίνηση στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα.
Οι οπορτουνιστές φτάνουν στο σημείο να προβάλουν ως ανώτερη την αστική δημοκρατία, σε σχέση με την προλεταριακή, από τη σκοπιά της συμμετοχής και κινητοποίησης των εργαζομένων στην πολιτική δράση: «Σε ό,τι με αφορά, το βασικό πολιτικό δίδαγμα που άντλησα από τα γεγονότα αυτά αφορά τη σημασία της συμμετοχής των πολιτών ως ενεργών παραγόντων στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Η πτώση του τείχους δείχνει τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή η συμμετοχή. Που όμως μπορεί να είναι σημαντική σε κάθε πολιτικό πλαίσιο»10.
Αποτελεί υποχώρηση απέναντι στην αστική ιδεολογία όταν λέγεται ότι: «Η υπέρμαχη του “υπαρκτού σοσιαλισμού’’ αριστερά κάνει τα στραβά μάτια ως προς το ζήτημα των ελευθεριών. Ετσι όμως από τη μια, είναι σαν να χαρίζει αυτό το πεδίο στους αντιπάλους της, και από την άλλη οδηγεί και τον πιο καλοπροαίρετο απέναντι στην υπόθεση του κομμουνισμού να θεωρεί ότι το τίμημα των όποιων κοινωνικών κατακτήσεων είναι η στέρηση της ελευθερίας ή ακριβέστερα η υποχώρηση προς τα πίσω σε σχέση με τις αστικές ελευθερίες αντί της προς τα μπρός υπέρβασής τους»11.
Τελικά μια τέτοια θέση υιοθετεί την αστική αντίληψη της ελευθερίας, αγνοώντας ακόμα και το γεγονός ότι η αντίληψη αυτή διαμορφώθηκε σε συνθήκες που η αστική τάξη ήταν προοδευτική, ανερχόμενη ιστορική δύναμη όταν πάλευε για την ανατροπή των φεουδαρχικών σχέσεων.
Είναι τεχνητός ο διαχωρισμός ανάμεσα στα πολιτικά και τα κοινωνικά δικαιώματα, τις πολιτικές και τις κοινωνικές ελευθερίες. Στην ΕΣΣΔ και σε μια σειρά άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη βάση της κατάργησης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης εξασφαλίστηκαν μια σειρά ελευθερίες για τον εργαζόμενο άνθρωπο, όπως η άρση των ταξικών φραγμών στη μόρφωση, η καταπολέμηση της ανεργίας, η εξασφάλιση της δημόσιας και δωρεάν υγείας κ.ά.
Με την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής -που πραγματοποιείται από το εργατικό κράτος, τη δικτατορία του προλεταριάτου- αντιστοιχίζονται η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής με τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, δηλαδή οι σχέσεις παραγωγής στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή η επαναστατική πράξη του εργατικού κράτους αποτελεί ουσιαστικά συνειδητή αξιοποίηση μιας κοινωνικής νομοτέλειας με στόχο την οικοδόμηση των κομμουνιστικών οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.
Η οικοδόμηση της νέας κομμουνιστικής κοινωνίας είναι προϊόν της συνειδητής δράσης του υποκειμενικού παράγοντα, η οποία αποκτάει προτεραιότητα σε σχέση με πριν. Οσο προχωρά η σοσιαλιστική οικοδόμηση τόσο περισσότερο απελευθερώνονται οι δυνατότητες του εργαζόμενου ανθρώπου, τόσο η δράση του αποκτάει πιο συνειδητά χαρακτηριστικά, αναπτύσσεται η δραστηριότητά του, η εργασία σταδιακά χάνει τον καταναγκαστικό της χαρακτήρα, απελευθερώνεται χρόνος από την εργασία, εξαλείφονται οι ταξικές και άλλες κοινωνικές διαφορές και αντιθέσεις, μέχρι τη φυσική απονέκρωση του κράτους.
Η εργατική εξουσία ουσιαστικά συγκροτείται ως κράτος μεταβατικό, που είναι προορισμένο να απονεκρωθεί ως προς τον κατασταλτικό πολιτικό του χαρακτήρα, στη βάση της εξάλειψης των τάξεων, να μετεξελιχθεί σε κομμουνιστική αυτοδιεύθυνση στην αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία.
Η πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει την παραπάνω θέση. Η υποχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και καταχτήσεων προήλθε από την υποχώρηση της συνειδητής δράσης για την εμβάθυνση των νέων κοινωνικών σχέσεων. Αυτό δεν αναιρεί ότι η πείρα από την ΕΣΣΔ έδειξε ότι στη σοσιαλιστική δημοκρατία η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι ασκούνται στα ζητήματα διοίκησης, οργάνωσης της παραγωγής και όλων των υπηρεσιών, στον έλεγχο του διοικητικού μηχανισμού, στο σχεδιασμό, στην υλοποίησή του. Αντίθετα προς την αστική δημοκρατία δεν περιορίζονταν στην εκλογή αντιπροσώπων σε σώματα νομοθετικής εξουσίας. Η άμεση συμμετοχή των εργαζομένων πραγματοποιούνταν μέσα στους πυρήνες της εργατικής εξουσίας στο εργοστάσιο, στην παραγωγική μονάδα, στο χωριό, αλλά και μέσα από τη λειτουργία μιας σειράς μαζικών οργανώσεων. Μέσα από τα συνδικάτα που είχαν άμεση συμμετοχή σε μια σειρά λειτουργίες της παραγωγής, τις εργατικές επιτροπές που ασκούσαν έλεγχο στις διευθύνσεις των επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις διαδικασίες για την έγκριση σημαντικών νόμων του κράτους, όπως για τις τροποποιήσεις του Συντάγματος, πραγματοποιούνταν συνελεύσεις των πυρήνων της εργατικής εξουσίας, όπου εκφράζονταν οι γνώμες των εργαζομένων και τοποθετούνταν με την ψήφο τους.
Ο εργατικός έλεγχος και η συμμετοχή στη διοίκηση και διεύθυνση της παραγωγής αποτελούν έκφραση της κοινωνικής κομμουνιστικής σχέσης της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Οι πυρήνες της εργατικής εξουσίας συζητούσαν σε συνελεύσεις τα κεντρικά αλλά και τα συγκεκριμένα πλάνα των κλάδων, των επιχειρήσεων κλπ.
Η κατάργηση του αστικού κοινοβουλευτισμού ήταν προϋπόθεση για τη συγκρότηση οργάνων λαϊκής εξουσίας, δομημένων από κάτω προς τα πάνω, που λειτουργούσαν ως εργαζόμενα όργανα με καταμερισμό εργασίας, με αιρετούς και ανακλητούς, όχι αποσπασμένους από την παραγωγή, αντιπροσώπους που ήταν υποχρεωμένοι να λογοδοτούν στους εργαζόμενους.
Βέβαια η διαδικασία αυτή δεν ήταν έργο μονόπρακτο, ήταν πορεία με αντιφάσεις. Η υποχώρηση στην αντίληψη για τον ταξικό επαναστατικό χαρακτήρα του κράτους με την υιοθέτηση της θέσης για το «παλλαϊκό κράτος», την απόρριψη της συνέχισης της ταξικής πάλης σε άλλες συνθήκες και με άλλες μορφές κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση-ανάπτυξη, επέφερε και την απομάκρυνση εργαζόμενων μαζών από τα όργανα εξουσίας και ελέγχου.
Αυτές οι αντιφάσεις και υποχωρήσεις στο εποικοδόμημα δεν ήταν αποσπασμένες από προβλήματα στο επίπεδο της οικονομικής βάσης, από τη θεωρητική και πολιτική υποχώρηση σε θέσεις ενίσχυσης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, από την υποχώρηση της συνείδησης του υποκειμενικού παράγοντα των ΚΚ αυτών των χωρών.
Μια σειρά διαδικασίες της σοσιαλιστικής δημοκρατίας απέκτησαν τυπική λειτουργία. Τις παραμονές της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ ουσιαστικά είχαν υιοθετηθεί καθαρά αστικοκοινοβουλευτικές πρακτικές που αποτυπώθηκαν και στη λεγόμενη πολιτική μεταρρύθμιση του 1988.
Η διαδικασία απελευθέρωσης του εργαζόμενου ανθρώπου είναι έργο μακρόχρονο και επίπονο, προϋποθέτει σκληρή ταξική πάλη με τις επιβιώσεις και τα κατάλοιπα της παλιάς κοινωνίας. Σε τέτοιες συνθήκες σκληρής πάλης με τις δυνάμεις της παλιάς κοινωνίας στο εσωτερικό τους και αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό σε διεθνές επίπεδο έκαναν το πρώτο βήμα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ και τις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
Ο Λένιν σημείωνε ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι μόνο βία, ότι δεν είναι κυρίως βία, αφού έχει ως καθήκον να επιτελέσει ένα δημιουργικό έργο, αυτό της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας. Σημείωνε όμως ταυτόχρονα, επικαλούμενος τους Μαρξ και Ενγκελς, ότι όσο υπάρχει κράτος, αυτό είναι αναγκαίο για την επιβολή, για τη βία. Βία που αφορά την υπεράσπιση της ελευθερίας από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, από την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της κοινωνικής παραγωγής, από τη βίαιη αντίσταση των εκμεταλλευτριών τάξεων και των επανειλημμένων τους προσπαθειών αντεπανάστασης. Ειδικότερα, αναφερόμενος στην προλεταριακή επανάσταση, επεσήμανε: «Η ιστορική …αλήθεια συνίσταται στο ότι κανόνας κάθε βαθιάς επανάστασης είναι η μακρόχρονη, επίμονη, απεγνωσμένη αντίσταση των εκμεταλλευτών, που διατηρούν για πολλά χρόνια μεγάλα και ουσιαστικά πλεονεκτήματα απέναντι στους εκμεταλλευόμενους. Ποτέ -έξω από τη γλυκανάλατη φαντασία του γλυκανάλατου κουτεντέ Κάουτσκυ- οι εκμεταλλευτές δε θα υποταχθούν στην απόφαση της πλειοψηφίας των εκμεταλλευόμενων χωρίς να δοκιμάσουν σε μια σειρά μάχες, σε μια τελευταία απεγνωσμένη μάχη τα πλεονεκτήματά τους»12.
Ετσι λοιπόν στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης καταστάλθηκε, διώχτηκε, απαγορεύτηκε, εξορίστηκε, φυλακίστηκε το δικαίωμα στην εκμετάλλευση ξένης εργασίας, η ελευθερία της ατομικής ιδιοποίησης των προϊόντων της κοινωνικής εργασίας, ο εθνικισμός, όλες αυτές οι δυνάμεις που πάλευαν να επαναφέρουν τις παλιές συνθήκες, να αναζωογονήσουν τα στοιχεία της παλιάς κοινωνίας.
Ο καταναγκαστικός χαρακτήρας του εργατικού κράτους στρέφεται και ενάντια στη μικροαστική στάση στην ιδιοκτησία, στη μη κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία, αφορά την περιφρούρηση της κατανομής με βάση την εργασία για ένα μέρος του κοινωνικού προϊόντος (είδη κατανάλωσης), ενάντια σε κάθε τάση απόσπασης ακόμα και σφετερισμού του κοινωνικού αγαθού από μετέχοντες σε διευθυντικά και διοικητικά όργανα. Ετσι αφορά όλη την περίοδο μέχρι την πλήρη εξάλειψη των ταξικών αντιθέσεων και διαφορών και όχι μόνο την περίοδο της άμεσης καταστολής της αντίστασης των εκμεταλλευτών.
Από τις αρχές της Οκτωβριανής επανάστασης ο οπορτουνισμός υποστήριζε ότι αυτή ήταν πραξικόπημα και ότι δεν μπορούσε να συγκρίνεται με την Παρισινή Κομμούνα που στη συγκρότησή της δεν αποκλείστηκαν αλλά συμμετείχαν όλα τα εργατικά ρεύματα. Η ιστορική πείρα έχει αποδείξει ότι η διαπάλη με τον οπορτουνισμό δεν περιορίζεται στην ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση, αλλά φτάνει ακόμα και σε μορφές βίαιης σύγκρουσης, ειδικά σε συνθήκες που τίθεται στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της εξουσίας, αφού ουσιαστικά αποτελεί αντανάκλαση της ταξικής πάλης μέσα στο εργατικό κίνημα. Αυτό το αποκαλύπτει τόσο η συμμετοχή των μενσεβίκων και των εσέρων στη Ρωσία σε όλα τα αντεπαναστατικά κινήματα της εποχής, όσο βεβαίως και ο προδοτικός ρόλος της Γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας που ως κυβέρνηση κατέπνιξε τη Γερμανική επανάσταση του 1918-1919.
Η ταξική πάλη, όπως φάνηκε και ιστορικά, πήρε το χαρακτήρα της διαπάλης και μέσα στους κόλπους του κομμουνιστικού κόμματος σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η διαπάλη δεν περιορίστηκε στις εσωκομματικές διαδικασίες, όταν αντιπολιτευόμενες προς την ηγεσία του ΚΚ(μπ) ομάδες (δεκαετίες του 1920 και 1930) και οργανωμένες φράξιες οργάνωναν διαδηλώσεις, μυστικά σχέδια υπονόμευσης της εργατικής εξουσίας κλπ. Σε αυτές τις συνθήκες δε φτάνει μόνο η ιδεολογική αντιμετώπιση και ήττα αυτών των τάσεων στις κομματικές διαδικασίες, αλλά είναι αναγκαίο να παίρνονται και μέτρα αντιμετώπισης της υπονομευτικής τους δράσης. Ετσι άλλωστε έδρασαν και οι οπορτουνιστικές τάσεις όταν κατάφεραν να κυριαρχήσουν σε ΚΚ, όπως π.χ. διώξεις κομμουνιστών στην Ουγγαρία του Ιμρε Νάγκυ, στην Τσεχοσλοβακία του Ντούμπτσεκ, στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Ακόμα και μετά το 20ό Συνέδριο δεν ήταν λίγοι οι κομμουνιστές που διώχτηκαν επειδή διαφωνούσαν με τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή, ενώ τα ίδια υπέστησαν όσοι αντιστάθηκαν στην προσπάθεια ανατροπής του σοσιαλισμού την περίοδο 1989-1991.