Η δυνατότητα του αστικού πολιτικού συστήματος να ενσωματώνει και να χειραγωγεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αυταπάτες, στις απατηλές προσδοκίες πλατιών λαϊκών στρωμάτων από την αλλαγή κι εναλλαγή των πολιτικών δυνάμεων στη διακυβέρνηση του αστικού κράτους. Γι’ αυτό και η κατανόηση του ρόλου που αντικειμενικά παίζει η κυβέρνηση στο πλαίσιο του αστικού κράτους έχει ιδιαίτερη σημασία.
Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής γεννήθηκαν, στις συνθήκες της φεουδαρχίας, από τη μανιφακτούρα (το χειροτεχνικό εργοστάσιο) και την εξάπλωση του εμπορίου. Αναπτύχθηκαν και κυριάρχησαν στο δυτικό τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου πρώτα και αργότερα στο ανατολικό και νοτιοανατολικό τμήμα. Όσο ενισχυόταν η αστική τάξη τόσο εξασθένιζε η τάξη των γαιοκτημόνων, της φεουδαλικής αριστοκρατίας. Έτσι συγκροτήθηκε το αστικό κράτος, διαμορφώνοντας και την ενιαία εθνική αγορά.
Το αστικό κράτος αποτελεί όργανο της κυριαρχίας της αστικής τάξης, ανεξάρτητα από τις μορφές διακυβέρνησης με τις οποίες εμφανίζεται. Σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, παρά τις διαφορές που υπάρχουν στη μορφή διακυβέρνησης ή σε κάποια όργανα και θεσμούς του αστικού κράτους, εμφανίζονται τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά και οι ίδιες τάσεις εξέλιξής του: Ενιαιοποιούνται, σύμφωνα με τον αστικό ταξικό χαρακτήρα του, όλες τις λειτουργίες του, οικονομικές, κατασταλτικές, ιδεολογικές, στρατιωτικές, διαδικασία που επιταχύνεται με τη δραστηριότητα διακρατικών ιμπεριαλιστικών οργανισμών και τη δημιουργία νέων στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η δράση αυτών των οργανισμών επεκτείνεται πέρα από τα κράτη-μέλη, στο σύνολο των καπιταλιστικών κρατών, που τυπικά δεν είναι ενταγμένα σ’ αυτές τις ενώσεις. Η ουσία της ενιαιοποίησης βρίσκεται στη στρατηγική και τα συμφέροντα της αστικής τάξης σε συνθήκες όλο και πιο εντεινόμενης καπιταλιστικής διεθνοποίησης και έντασης των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων.
Ο Λένιν στο έργο του «Κράτος και Επανάσταση» συμπυκνώνει τη διδασκαλία των Μαρξ - Ένγκελς σχετικά με το ζήτημα του κράτους.1 Αναπτύσσει παραπέρα τις θέσεις τους με βάση τις οικονομικές και γενικότερες εξελίξεις στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.
Αναφέρει χαρακτηριστικά ένα απόσπασμα για το κράτος από το πιο διαδεδομένο έργο του Φρ. Ένγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους»: «Το κράτος δεν είναι καθόλου μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία από τα έξω. Το κράτος δεν είναι επίσης “η πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας”, “η εικόνα και η πραγματοποίηση του ορθού λόγου”, όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής της. Το κράτος είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μιαν αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε “ασυμφιλίωτες” αντιθέσεις, από τις οποίες δεν έχει τη δύναμη να απαλλαγεί. Και για να μη φθείρουν αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με αντιμαχόμενα συμφέροντα, τον εαυτό τους και την κοινωνία σ’ έναν άκαρπο αγώνα, έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, για να την κρατά στα όρια της “τάξεως”. Και η δύναμη αυτή, που βγήκε από την κοινωνία, μα που τοποθετήθηκε πάνω από αυτή, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται από αυτή, είναι το κράτος»2.
Ο Λένιν επίσης αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, «το κράτος δε θα μπορούσε ούτε να εμφανιστεί, ούτε να κρατηθεί, αν ήταν δυνατή μια συμφιλίωση των τάξεων […] το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσης μιας τάξης από μια άλλη, είναι η δημιουργία του “κατεστημένου” εκείνου που νομιμοποιεί και στερεώνει αυτήν την καταπίεση, μετριάζοντας τη σύγκρουση των τάξεων»3.
Η φράση «μετριάζοντας τη σύγκρουση των τάξεων» ερμηνεύτηκε από τους οπορτουνιστές ως δυνατότητα και πιθανότητα ταξικής συμφιλίωσης, ενώ οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού και ο ίδιος ο Λένιν ξεκαθάριζαν ότι ο μετριασμός αφορά τα μέσα και τους τρόπους πάλης που το κράτος χρησιμοποιεί «για να αφαιρέσει από τους καταπιεζόμενους τη δυνατότητα να ανατρέψουν τους καταπιεστές», πράγμα το οποίο βεβαίως δεν απέτρεψε κατά τον 20ό αιώνα και δε θα το αποτρέψει κατά τον 21ο.4
«Ο Ένγκελς αναπτύσσει την έννοια της “δύναμης” που ονομάζεται κράτος, της δύναμης που προήλθε από την κοινωνία, μα που τοποθετείται πάνω από αυτή και που όλο περισσότερο αποξενώνεται από αυτή. Σε τι συνίσταται κυρίως η δύναμη αυτή; Στους ιδιαίτερους σχηματισμούς των ένοπλων ανθρώπων, που έχουν στη διάθεσή τους τις φυλακές κλπ. […] Ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία είναι τα κύρια όργανα δύναμης της κρατικής εξουσίας, αλλά μήπως μπορεί να γίνει διαφορετικά;»5.
Ο Λένιν, συμβάλλοντας στη μελέτη του κρίσιμου αυτού ζητήματος, ανέδειξε το ρόλο που άσκησε στην ενίσχυση και συνεχή αντιδραστικοποίηση του αστικού κράτους, το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, η εξέλιξη δηλαδή από τον ελεύθερο ανταγωνισμό στο μονοπωλιακό καπιταλισμό. Η εμφάνιση και η κυριαρχία των μονοπωλίων ήρθε ως αποτέλεσμα της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, μέσω της όξυνσης του ανταγωνισμού. Ο Λένιν φώτισε συγκεκριμένα αυτήν την εξέλιξη στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, με την απόλυτη κυριαρχία των τραστ, με την παντοδυναμία των τραπεζών και τη μεγαλεπήβολη αποικιακή πολιτική, τον «ανταγωνισμό για κατακτήσεις», δηλαδή, ανάμεσα στις μεγάλες ισχυρές Δυνάμεις, όπως χαρακτηριστικά έγραψε. Υπογραμμίζει ότι οι «στρατιωτικοί και ναυτικοί εξοπλισμοί από τότε που αυξήθηκαν σε απίστευτο βαθμό και ο ληστρικός πόλεμος του 1914-1917 για το ποιος θα κυριαρχήσει στον κόσμο, η Αγγλία ή η Γερμανία, για το μοίρασμα της λείας, έφεραν κοντά την ολοκληρωτική καταστροφή με την “καταβρόχθιση” όλων των δυνάμεων της κοινωνίας από τη ληστρική κρατική εξουσία»6.
Ο Μαρξ, γενικεύοντας την πείρα της Παρισινής Κομμούνας η οποία απαιτούσε αναπροσαρμογές στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο στο ζήτημα του κράτους, έγραψε ότι η εργατική τάξη πρέπει να συντρίψει, να τσακίσει «την έτοιμη κρατική μηχανή» και να μην περιοριστεί στην απλή κατάληψή της. Σ’ αυτήν τη βάση ασκούσε και κριτική στην Κομμούνα, που δεν είχε ξεκάθαρη αντίληψη για τη στάση απέναντι στο αστικό κράτος. Αντίθετα, αναφερόμενος στη δικτατορία του προλεταριάτου, ξεκαθάρισε ότι αυτή θα απονεκρωθεί στην πορεία προς τον κομμουνισμό.
Δηλαδή χρησιμοποίησε δύο διαφορετικούς όρους προκειμένου να προσδιορίσει την κατάργηση δύο θεμελιακά διαφορετικών κρατών, που αντιστοιχούν στην καπιταλιστική οικονομία και στη φάση που διαρκεί η σοσιαλιστική οικοδόμηση ως φάση μετάβασης στον κομμουνισμό. Τις θέσεις του Καρλ Μαρξ υποστήριξε με σταθερότητα και συνέπεια ο Λένιν, γενικεύοντας βεβαίως και όλη τη νέα πείρα που προστέθηκε.
Ο Λένιν υποστήριξε ότι «η ουσία του ζητήματος είναι αν διατηρείται η παλιά κρατική μηχανή (που χιλιάδες νήματα την συνδέουν με την αστική τάξη και που είναι πέρα για πέρα διαποτισμένη από τη ρουτίνα και το συντηρητισμό) ή αν καταστρέφεται και αντικαθίσταται με μια καινούργια»7. Πολέμησε με δριμύτητα τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις περί μετεξέλιξης, δηλαδή μεταρρύθμισης του αστικού κράτους σε σοσιαλιστικό χωρίς επαναστατική ανατροπή, όπως και την αναρχική αντίληψη περί άμεσης κατάργησης γενικά του κράτους και όχι συγκεκριμένα του αστικού κράτους. Οι απόψεις αυτές αρνούνταν επί της ουσίας την ίδια τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Αταλάντευτα και ξεκάθαρα καθόρισε το χαρακτήρα του εργατικού κράτους, δηλαδή της δικτατορίας του προλεταριάτου, με το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό: «Τώρα το ζήτημα μπαίνει διαφορετικά: Το πέρασμα από την καπιταλιστική κοινωνία, που εξελίσσεται προς τον κομμουνισμό, προς την κομμουνιστική κοινωνία είναι ακατόρθωτο χωρίς μια “πολιτική μεταβατική περίοδο” και το κράτος αυτής της περιόδου δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου. […] Στην καπιταλιστική κοινωνία […] ο δημοκρατισμός [...] συμπιέζεται πάντοτε από τα στενά πλαίσια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και έτσι μένει πάντα στην ουσία δημοκρατισμός για τη μειοψηφία, μόνο για τις εύπορες τάξεις, για τους πλούσιους»8.
Σύμφωνα με τις παραπάνω βασικές θεωρητικές θέσεις του μαρξισμού-λενινισμού, δεν μπορεί να μιλά κανείς για το αστικό κράτος αποσπώντας το από την ίδια του την ουσία, από το ότι πρόκειται για το κράτος της κυρίαρχης αστικής τάξης και το σύνολο των λειτουργιών του είναι υποταγμένο στη δική της εξουσία. Πρόκειται για το κράτος εκείνο που ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένη η παραγωγή και τον υπηρετεί.
Αποτελεί απαράδεκτη και αντιεπιστημονική απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική, σε συνθήκες καπιταλισμού, η παραδοχή ότι τα όργανα, οι θεσμοί και οι λειτουργίες του αστικού κράτους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανατροπή του ταξικού του χαρακτήρα.
Ανεξάρτητα από τις μορφές που μπορεί να πάρει η αστική διακυβέρνηση, ο χαρακτήρας του αστικού κράτους δεν αλλάζει. Η μορφή της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι η πιο αποτελεσματική για τις ανάγκες του αστικού κράτους, όμως ανάλογα με τις εξελίξεις και τα αστικά συμφέροντα, κατά περίπτωση, επιλέγεται και η προσωρινή άρση της λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας με συνταγματικά ή στρατιωτικά πραξικοπήματα, ακόμα και με απαγορεύσεις της δράσης αστικών κομμάτων.
Η εναλλαγή πολιτικών δυνάμεων στη διακυβέρνηση, με οποιαδήποτε παραλλαγή εμφανίζονται, δεν αλλοιώνει στο παραμικρό τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους ως οργάνου της δικτατορίας των μονοπωλίων, δεν επηρεάζει ούτε κατ’ ελάχιστον την κυριαρχία της αστικής τάξης. Η ιστορική πείρα δείχνει ότι αναδιοργάνωση διάφορων λειτουργιών και πλευρών του κράτους γινόταν ή επιχειρούνταν να γίνει στην πορεία διαμόρφωσης και εξέλιξής του, αλλά το αστικό κράτος παρέμενε ταξικό, καταπιεστικό, κατασταλτικό, όργανο χειραγώγησης και αναστολής της ανόδου του εργατικού κινήματος, όργανο έκφρασης των γενικών, συνολικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Τέτοιες εξελίξεις έχουμε γνωρίσει, για παράδειγμα, στη διάρκεια του 20ού αιώνα, με τις κρατικοποιήσεις ιδιαίτερα μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και στον 21ο με τις αποκρατικοποιήσεις, τις αλλαγές στις κρατικές ρυθμίσεις, αλλά και σε όργανα και θεσμούς του κράτους όπως είναι η αστική Δικαιοσύνη, η τοπική διοίκηση, αλλαγές στη δομή των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας κλπ.
Το συγκεκριμένο «έργο» του αστικού κράτους και της κυβέρνησης που συγκροτείται με βάση τη δεδηλωμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που προκύπτει μέσω του γενικού εκλογικού δικαιώματος, του αστικού κοινοβουλίου, αποτελεί σύνθετη υπόθεση, καθώς οι ενδοαστικές αντιθέσεις είναι υπαρκτές και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των καπιταλιστικών επιχειρήσεων κατά κλάδο ή ανάμεσα σε κλάδους οξύνονται (π.χ., διεκδίκηση κρατικών επιχορηγήσεων, ανάληψη δημόσιων έργων, αλλά και φοροαπαλλαγών ή απαλλαγών από ασφαλιστικές εισφορές κλπ.).
Πρόσφατα, στην Ελλάδα, ζήσαμε την πίεση που άσκησαν και ασκούν οι ενεργοβόρες καπιταλιστικές επιχειρήσεις στη δικομματική κυβέρνηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για τη δραστική μείωση των τιμολογίων της ΔΕΗ ώστε να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα. Ανάλογη είναι η στάση των μεγάλων τουριστικών επιχειρήσεων στην αύξηση του ΦΠΑ που ζητά η τρόικα.
Στους διαγωνισμούς που διενεργούσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις καθώς και η σημερινή για τις κρατικές προμήθειες, οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις που αποκλείονταν υπέρ άλλων, κατά κανόνα προσέβαλλαν νομικά αυτήν τη διαδικασία, με αποτέλεσμα να καθυστερούν οι κρατικές προμήθειες και να κατηγορούνται οι κυβερνήσεις για καθυστερήσεις έργων, απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων κλπ. Έτσι, πολλές αποκαλύψεις και καταγγελίες για χρηματισμό και απάτες που γίνονται προέρχονται από καπιταλιστές ανταγωνιστές, όχι γιατί θέλουν να εξορθολογήσουν τις διαδικασίες, αλλά γιατί έμειναν έξω από τη συγκεκριμένη κατανομή της πίτας των κερδών.
Τα ιδιαίτερα συμφέροντα των καπιταλιστών διάφορων κλάδων στις συνθήκες της εσωτερικής άναρχης και ανισόμετρης ανάπτυξης (φαινόμενα σύμφυτα του καπιταλισμού) τελικά υποτάσσονται στο συνολικό συμφέρον της αστικής τάξης και της εξουσίας της. Σε τέτοιες συνθήκες δεν είναι καθόλου παράξενο ή ασύμβατο η εκάστοτε αστική κυβέρνηση να έρχεται σε αντίθεση με ένα τμήμα του κεφαλαίου ή με ξεχωριστούς καπιταλιστές, επομένως πρέπει να δράσει με ικανότητα διαχείρισης των μονοπωλιακών ανταγωνισμών, προκειμένου οι ανταγωνισμοί αυτοί να μην περάσουν μια ορισμένη γραμμή αντίθεσης πέρα από την οποία μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα στη διαχείριση της κρίσης ή ακόμα και κάποια πολιτική αστάθεια.
Το ΚΚΕ, σε όλες τις περιπτώσεις, με συγκεκριμένα στοιχεία απέδειξε τη φύση της αντίθεσης και το χαρακτήρα της κριτικής που ασκήθηκε στις αστικές κυβερνήσεις από ομάδα επιχειρηματιών, αποκάλυψε τη στάση των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης που χρησιμοποιούν την κριτική αυτή, στηρίζοντας τα συμφέροντα ενός μονοπωλίου ή και ιμπεριαλιστικού κέντρου εναντίον κάποιου άλλου. Ο ΣΥΡΙΖΑ συστηματικά πριν, κυρίως όμως μετά από το 2012, κινείται σε κατεύθυνση αξιοποίησης των ενδομονοπωλιακών ανταγωνισμών, των αντιθέσεων τμημάτων του κεφαλαίου με την ακολουθουμένη συνταγή διαχείρισης, προκειμένου, εκτός των άλλων, να αποκτήσει ισχυρά στηρίγματα για την αναρρίχησή του στη διακυβέρνηση. Αυτή η στάση τελικά αποτελεί σοβαρό παράγοντα ενίσχυσης της κυριαρχίας της αστικής τάξης, του ίδιου του αστικού κράτους.