Με τις δέσμες μέτρων της γ΄ και δ΄ αξιολόγησης, η κυβέρνηση κλιμακώνει την αντιλαϊκή επίθεση, για να πετύχει τους στόχους της αστικής τάξης, για προσέλκυση μεγάλων επενδύσεων, βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εγχώριων ομίλων και ανάδειξη της χώρας σε κόμβο μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων.
Τόσο η οικονομική πολιτική όσο και η εξωτερική πολιτική της λεγόμενης γεωπολιτικής αναβάθμισης της χώρας έχουν κοινό στόχο την προώθηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου.
Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις για το 2017, η ελληνική οικονομία πέρασε σε φάση αναιμικής ανάκαμψης. Ωστόσο, η πορεία της είναι επισφαλής, αφού στην υλοποίηση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων μπορεί να επιδράσει ανασταλτικά η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην περιοχή και ιδιαίτερα η όξυνση του «εμπορικού πολέμου» των ΗΠΑ με την Κίνα, αλλά και τη Γερμανία (δασμοί χάλυβα κλπ.).
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να οξύνουμε την αντιπαράθεσή μας με την κυβερνητική προπαγάνδα περί «δίκαιης ανάπτυξης», «εξόδου στη μεταμνημονιακή εποχή» και «τέλους της επιτροπείας» από την ΕΕ και το ΔΝΤ. Να αναδείξουμε την απαίτηση όλων των εγχώριων φορέων της αστικής τάξης, όπως του ΣΕΒ, να επιταχυνθούν οι αναδιαρθρώσεις.
Συνολικά, οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα (βουλευτικές εκλογές, εμφάνιση νέων αστικών κομμάτων, τοπικές-περιφερειακές εκλογές κλπ.) σίγουρα αλληλοεξαρτώνται με τις διεθνείς εξελίξεις και κυρίως στην περιφέρεια που ανήκει η Ελλάδα, αλλά και με τις εξελίξεις που αφορούν την ΕΕ, το συσχετισμό των αστικών ρευμάτων στα όργανά της. Η αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος παρουσιάζει χρόνιες πλέον δυσκολίες, στις οποίες προστίθενται και η κυβερνητική φθορά του αναμορφωμένου σοσιαλδημοκρατικού τμήματος, δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ.
Ανάλογες εξελίξεις συναντώνται και σε άλλες χώρες της ΕΕ και όχι μόνο. Η γενική τάση αντιδραστικοποίησης εκφράζεται σε όλα τα αστικά ρεύματα και τα πιο σύγχρονα οπορτουνιστικά. Στοιχείο αυτής της αντιδραστικοποίησης είναι όχι μόνο η παρουσία ακραίων εθνικιστικών και φασιστικών πολιτικών δυνάμεων, αλλά και η ανάδειξη κυβερνήσεων συμμαχίας φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, που ουσιαστικά διαχειρίζονται πολιτικές αφαίρεσης και συρρίκνωσης εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων. Όλο αυτό αναπαράγει το βαθιά αντιδραστικό συσχετισμό δυνάμεων, το κλίμα απογοήτευσης και συνοδεύεται από την υποχώρηση του εργατικού κινήματος.
Αποτελεί προς το παρόν έναν ιδιαίτερα αρνητικό συσχετισμό παγκόσμια, που κάνει τα καπιταλιστικά κράτη πιο επιθετικά απέναντι στην εργατική τάξη, τις εργατικές - λαϊκές μάζες πιο παθητικές, παρά την όξυνση των ανταγωνισμών, τη διεύρυνση των εστιών ή των πολεμικών επεισοδίων, τη σχεδόν παθητική αποδοχή αντιλαϊκών ρυθμίσεων. Σε αυτές τις συνθήκες, γίνεται πιο απαιτητικό το ιδεολογικό-πολιτικό ατσάλωμα κομματικών και ΚΝίτικων μελών, κυρίως των στελεχών, πιο απαιτητικά τα χαρακτηριστικά της κομμουνιστικής πρωτοπορίας.
Εκτίμηση των εργατικών κινητοποιήσεων. Για τη συνέχεια του σχεδιασμού μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Ορισμένα γενικά συμπεράσματα.
Πρέπει να συνειδητοποιηθεί πλήρως ότι η αντιμετώπιση της κατάστασης έχει αυξημένες ιδεολογικο-πολιτικές και οργανωτικές απαιτήσεις, ιδιαίτερα στην επεξεργασία της τακτικής μας στο κίνημα. Αναφερόμαστε στην κατάσταση όπως γενικά διαμορφώνεται (στην οικονομία, με τους ανταγωνισμούς, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο), αλλά και στην προσπάθεια της κυβέρνησης να περάσει την εξειδικευμένη πολιτική της, όπως και των άλλων αστικών δυνάμεων να περάσουμε «στην εποχή μετά τα μνημόνια, στην ανάπτυξη» κλπ., και μάλιστα σε συνθήκες υποχώρησης του κινήματος. Οι κίνδυνοι να βαθαίνει η ενσωμάτωση, να παγιώνεται η υποχώρηση στο κίνημα, είναι υπαρκτοί. Άλλωστε σε αυτήν την κατεύθυνση γίνεται συγκεκριμένη προσπάθεια, έχουν αναλάβει εργολαβικά αυτό το έργο τόσο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όσο και τα άλλα αστικά κόμματα, αλλά και η εργοδοσία και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες τους. Πρέπει να παρακολουθήσουμε αυτές τις εξελίξεις πιο συστηματικά και να τις αντιμετωπίσουμε με σχέδιο και αποφασιστικότητα.
Ταυτόχρονα, πρέπει να επισημάνουμε ότι συνυπάρχουν σε αυτήν την κατάσταση και ορισμένες δυνατότητες. Διαφαίνονται κάπως πιο ορατά σήμερα μέσα στο κίνημα, χρειάζεται να τις αξιολογήσουμε, να μην τις υποτιμήσουμε –ούτε φυσικά να τις υπερτιμήσουμε– αλλά κυρίως να προσπαθήσουμε να τις αξιοποιήσουμε.
Ποιες συγκεκριμένες δυνατότητες φαίνονται να υπάρχουν αυτήν την περίοδο:
– Αυξημένη προσοχή και ενδιαφέρον ευρύτερων τμημάτων εργαζόμενων για το τι λένε, τι κάνουν, τι προτείνουν το ΚΚΕ, το ΠΑΜΕ για όλα τα ζητήματα. Ένα τμήμα τους, μεγαλύτερο απ’ ό,τι πριν, εκφράζεται θετικά και ανοιχτά υπέρ των θέσεων του Κόμματος.
– Σε ορισμένους χώρους δουλειάς και κλάδους, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία αύξησης της συμμετοχής σε εκδηλώσεις, σε κινητοποιήσεις συνδικάτων και συλλόγων, αλλά και σε κομματικές εκδηλώσεις, ενός κόσμου που είχε φύγει ή απομακρυνθεί από το Κόμμα και τώρα φαίνεται να επανασυσπειρώνεται ή να εκφράζει τέτοια διάθεση και πρόθεση.
– Σε χώρους που πήραμε αγωνιστικές και μαχητικές πρωτοβουλίες, π.χ. ενάντια σε νοθείες μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις εκλεγμένων συνδικαλιστών από άλλες παρατάξεις που συμπαρατάχτηκαν μαζί μας.
– Σε ορισμένες κινητοποιήσεις, συμπαρατάσσονται με το ΠΑΜΕ και άλλα συνδικάτα, συνδικαλιστές, που δεν ανήκουν σε αυτό.
– Υπάρχουν αρχαιρεσίες Ομοσπονδιών, Εργατικών Κέντρων, στις οποίες συνδικαλιστές εκλεγμένοι με άλλες δυνάμεις ψήφισαν τα ψηφοδέλτια που στηρίζουμε.
– Την ίδια στιγμή «βράζει» η δυσαρέσκεια από την πολιτική της κυβέρνησης, ενώ εμφανίζεται η αδυναμία στον οπορτουνιστικό χώρο να συσπειρώσει δυνάμεις όπως πριν.
Οπωσδήποτε, οι δυνατότητες αυτές από μόνες τους δε φέρνουν αποτελέσματα. Απαιτούνται μεγαλύτερες προσπάθειες και εξασφάλιση κάποιων καλύτερων προϋποθέσεων στη δουλειά μας. Το κύριο είναι να δουλέψουμε καλύτερα, ενιαία και πιο συνδυασμένα το επόμενο διάστημα, με ένταση της προσπάθειας για μαζικότερη και αποτελεσματικότερη αντιπαράθεση με τα μέτρα που υλοποιούνται, με τη δ΄ αξιολόγηση αυτό το διάστημα έως το φθινόπωρο, με ένταση της αλληλεγγύης με όσους και όσες πλήττονται από την ανεργία και τους πλειστηριασμούς, με την οργάνωση της αντεπίθεσης στα σενάρια πολεμικής και άλλης εμπλοκής της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, επεμβάσεις και πολέμους.
Κάπως πιο αναλυτικά ορισμένα ζητήματα:
Με τη δράση μας αυτό το τελευταίο διάστημα ήρθε στο επίκεντρο η συζήτηση για την ανατροπή στο απεργιακό δικαίωμα, όπως και για την επέκταση των πλειστηριασμών. Δεν πέρασε η τακτική του αιφνιδιασμού της κυβέρνησης, η προσπάθειά της σε συμφωνία με άλλες δυνάμεις (στήριξη από ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) να ψηφιστεί ο συνδικαλιστικός νόμος στα τυφλά, χωρίς αντιστάσεις. Ως ένα μεγάλο βαθμό δεν πέρασε και η προσπάθεια να εμφανιστεί ανώδυνο το αντεργατικό περιεχόμενο. Ωστόσο, τα μέτρα έχουν περάσει και πρέπει πιο συγκεκριμένα πλέον να τα αντιπαλέψουμε μέσα στους χώρους δουλειάς και στο κίνημα, αλλά και ως Κόμμα, πολιτικά να το πληρώσει η κυβέρνηση.
Κωδικοποιημένα η ιδεολογική-πολιτική αντιπαράθεση άνοιξε γύρω από ζητήματα που προπαγανδιστικά καλλιεργούσε η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ, όπως:
• «Το ΚΚΕ δεν τα έκανε αυτά με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ», «ξύπνησε με το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση», «είναι ενδοαριστερή διαμάχη», «αντιπαλότητα με ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την πρωτοκαθεδρία στον ενδοαριστερό εμφύλιο».
• «Το ΚΚΕ μοιάζει με τους χιλιαστές», «αναμένει τη Δευτέρα Παρουσία». «Εκ του ασφαλούς κριτική απ’ έξω». «Δε λερώνει τα χέρια του».
• «Υποκριτική στάση», «παίζει “θέατρο” για επικοινωνιακούς λόγους», «δε νοιάζεται για την κατάσταση των εργαζόμενων», «αντιγράφει το Ρουβίκωνα».
• «Υπερβολές που καλλιεργούν ηττοπάθεια στο εργατικό κίνημα» κ.ά.
Επίσης, από αντιδραστική, πιο συντηρητική σκοπιά, που προετοιμάζει το έδαφος για χτύπημα στο Κόμμα και το κίνημα, με επιχειρήματα όπως:
• «Το ΚΚΕ, το ΠΑΜΕ κινείται στα όρια της νομιμότητας», «βίαιη εισβολή», «δεν πρέπει να υπάρχει ανοχή στο ΚΚΕ», «να σταματήσει η φρασεολογία “είναι σταθερό και συνεπές το ΚΚΕ”».
• «Το ΚΚΕ είναι ο στρατηγικός αντίπαλος, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο τακτικός εκλογικός αντίπαλος».
• «Το υπουργείο Εργασίας χρηματοδοτεί τα συνδικάτα και το ΠΑΜΕ. Αυτά πρέπει να κοπούν. Ασυδοσία συνδικαλιστών» κλπ.
Δεν πρέπει να υπάρξει υποτίμηση στη λογική του «μικρότερου κακού» που έντεχνα δουλεύει η κυβέρνηση.
Ενισχύθηκε από τη στάση της ΝΔ, που πλειοδότησε σε αντεργατικές ρυθμίσεις στη συνδικαλιστική οργάνωση και δράση. Η ΝΔ, και κεντρικά με τις παρεμβάσεις της στη Βουλή και με τα στελέχη της στο κίνημα, στήριξε τα μέτρα και την κυβέρνηση για να τα περάσει, αντίστοιχα ο ΣΕΒ με ανακοινώσεις, τοποθετήσεις, τη στάση της εργοδοσίας στους χώρους δουλειάς.
Με όλα τα παραπάνω δεν ξεμπερδέψαμε, θα τα έχουμε μπροστά μας. Συνεχίζει την ίδια τακτική ο ΣΥΡΙΖΑ με τα περί αύξησης του κατώτερου μισθού μετά την έξοδο από τα μνημόνια τον Αύγουστο, με το «ξεπάγωμα» των μισθολογικών κλιμακίων στο Δημόσιο, τις προσλήψεις στους δήμους.
Επαληθεύεται για ακόμα μια φορά ότι υπάρχει αντιφατικότητα στη συμπεριφορά και στάση των εργαζόμενων. Συνυπάρχουν δυσαρέσκεια, προβληματισμός με στάση ανοχής και μη συμμετοχής σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις.
Οι κινητοποιήσεις και οι κομματικές παρεμβάσεις που έγιναν ενίσχυσαν το Κόμμα. Πρώτη έκφραση ήταν η μεγάλη επιτυχία της πανεξόρμησης με τη Διακήρυξη της ΚΕ για τα 100 χρόνια του Κόμματος.
Πιο συγκεκριμένα για τη δυνατότητα συσπείρωσης νέων δυνάμεων και συμπόρευσή τους με το ΠΑΜΕ.
Ο κυβερνητικός-εργοδοτικός συνδικαλισμός έχει εκτεθεί ακόμα περισσότερο στα μάτια των εργαζόμενων, ιδιαίτερα μετά από την ανοιχτή απεργοσπαστική του δράση και τη φανερή στήριξη για να περάσει η ψήφιση των μέτρων της γ΄ αξιολόγησης και το χτύπημα στο δικαίωμα της απεργίας. Οξύναμε την αντιπαράθεση με τις δυνάμεις που τον συγκροτούν μέσα στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος. Ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο, που έχει ρίξει βάρος στη διατήρηση των συσχετισμών με αναπαραγωγή νόθων αντιπροσώπων σε Εργατικά Κέντρα και σωματεία σε όλη τη χώρα.
Η μαζική και αποφασιστική στάση σε μια σειρά Εργατικά Κέντρα, όπως στη Λαμία, την Πάτρα, την Κοζάνη, την Καβάλα, την Εύβοια, το Ηράκλειο, έχει δείξει δυνατότητες. Η αντιπαράθεση πρέπει να φτάσει στο πρωτοβάθμιο επίπεδο, στους χώρους δουλειάς, ιδιαίτερα στους πιο μαζικούς. Υπάρχουν αντιδράσεις, δυσαρέσκεια για τη στάση των ηγεσιών, χρειάζεται να αξιολογηθούν καλύτερα, ιδιαίτερα για εργαζόμενους που μέχρι τώρα ψήφιζαν άλλες δυνάμεις.
Στο θέμα της διεύρυνσης του ΠΑΜΕ με νέες δυνάμεις να σταθούμε πιο σχεδιασμένα, συστηματικά, με καταγραφή. Είμαστε σε σημείο που με τη δράση όλου του προηγούμενου διαστήματος τώρα μπορούμε να μετρήσουμε βήματα, αν δουλέψουμε συγκεκριμένα, με προσανατολισμό και κατάλογο.
Είναι γενική παραδοχή ότι, αν δεν υπήρχε ΚΚΕ, αν δεν υπήρχε το ΠΑΜΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, τα μέτρα θα περνούσαν «χωρίς να πάρει κανένας χαμπάρι, δε θα κουνιόταν φύλλο».
Βοήθησε η απεργία στις 12 Γενάρη 2018. Πραγματοποιήθηκε με τις Ομοσπονδίες και τα Εργατικά Κέντρα που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, μετά από την απεργοσπαστική στάση σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΛΑΕ (στο ΕΚΑ). Ήταν σωστή κι επιβεβλημένη η απόφαση αυτή, ήταν συνέπεια λόγων κι έργων. Απόφαση πήραν και ορισμένα σωματεία και Ομοσπονδίες κάτω από την παρέμβασή μας (Μετρό, Αστικές Συγκοινωνίες, Εκπαιδευτικοί, ΠΝΟ). Και στην απεργία στις 14 Δεκέμβρη και στις 12 Γενάρη οι συγκεντρώσεις ήταν μαζικές.
Απαιτείται καλά σχεδιασμένη παρέμβαση σε κάθε χώρο, για να εκφραστεί ένα «καλό κλίμα» σε ενίσχυση των δυνάμεών μας συνδικαλιστικά, οργανωτικά στο Κόμμα. Να αποδυναμωθεί στην πράξη ο εργατοπατερισμός.
Να είναι καθαρό ότι υπάρχουν εργαζόμενοι που δε συμφωνούν σε όλα μαζί μας, έχουν υπηρετήσει άλλες δυνάμεις, είχαν ή και έχουν ακόμα δεσμεύσεις, δε γίνεται να διαφοροποιηθούν εύκολα. Με ευθύνη να δούμε σε κάθε κλάδο, χώρο, από πού θα ξεδιπλώσουμε τις δυνατότητες για την αλλαγή των συσχετισμών, να προσανατολίσουμε τα στελέχη μας.
Για τα Αναπτυξιακά Συνέδρια και τις κινητοποιήσεις που είχαμε σχεδιάσει από το Σεπτέμβρη.
Η κυβέρνηση έχει προγραμματίσει συνολικά 13 Περιφερειακά Συνέδρια και έχουν υλοποιηθεί τα 9: Στη Δυτική Μακεδονία (Κοζάνη), στη Στερεά Ελλάδα (Λαμία), στην Κρήτη (Ηράκλειο), στη Θεσσαλία (Λάρισα), στην Ήπειρο (Γιάννενα), στη Δυτική Ελλάδα (Πάτρα), στην Πελοπόννησο (Τρίπολη), στη Δυτική Αττική (Ελευσίνα) και στην Κεντρική Μακεδονία (Θεσσαλονίκη). Τα Αναπτυξιακά Συνέδρια δεν έχουν μόνο προπαγανδιστικό χαρακτήρα προς το γενικό σύνολο του πληθυσμού που ακούει για τη «δίκαιη» ανάπτυξη, η οποία «τον παίρνει υπόψη και δεν τον αφήνει έξω από το κάδρο της δίκαιης μοιρασιάς», όπως αυτή προπαγανδίζεται και όπως την αντιλαμβάνεται ένα μέρος των εργαζόμενων με το γνωστό μότο «ότι η κυβέρνηση προσπαθεί», «τα δύσκολα πέρασαν, λίγο ακόμα και βγαίνουμε από την κρίση».
Κύρια στόχευση έχουν την προώθηση των στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου σε κάθε περιοχή, την ενίσχυσή του με κεφάλαια «χρηματοδοτικά εργαλεία» (ΕΣΠΑ, ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι), την αποδοχή, συνενοχή της κοινωνίας σε αυτήν την προώθηση των επενδύσεων, την προώθηση της «αλληλέγγυας οικονομίας» ως πυλώνα της ανάπτυξης μέσα από συνεταιριστικά επιχειρηματικά σχήματα στα οποία θα δοθεί ιδιαίτερο βάρος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί «πολύ θετική» την ως τώρα διαδικασία και θεωρούν ότι «εκλαμβάνεται ως ειλικρινής η πρωτοβουλία της πρόθεσης να ασχοληθούν με τις ανάγκες και τα προβλήματα, ενώ καταγράφουν πολιτικές συγκλίσεις οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν κατάλληλα και να οδηγήσουν σε πολιτική ηγεμονία το ΣΥΡΙΖΑ στις αυτοδιοικητικές εκλογές».
Τα Συνέδρια γίνονται σε συνδιοργάνωση με τις Περιφέρειες και συμμετέχουν πλήθος στελεχών της Τοπικής Διοίκησης, δήμαρχοι, τοπικοί βιομήχανοι, μεγαλοαγρότες, πρόεδροι επιμελητηρίων.
Τα Γραφεία Περιοχής και τα Τομεακά Γραφεία έγκαιρα συζήτησαν τις επιδιώξεις και τους στόχους της κυβέρνησης μπροστά στα Αναπτυξιακά Συνέδρια και καθόρισαν το βασικό άξονα της Κομματικής Οργάνωσης και του μαζικού κινήματος.
Εξαρχής μπήκε ως βασικό στοιχείο ότι η αντιπαράθεση δε θα ήταν κύρια στα επιμέρους, αλλά στο στρατηγικό στόχο της κυβέρνησης ότι μπορεί να υπάρχει κοινό συμφέρον ανάμεσα στην αστική τάξη και στους εργάτες, ανάπτυξη που θα ευνοεί όλους. Επί της ουσίας να περνάει το μήνυμα ότι μπορεί να υπάρχει φιλολαϊκή πολιτική και λύσεις μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Όλα τα παραπάνω πατάνε στις χαμηλές απαιτήσεις των εργατικών και λαϊκών μαζών, στη λογική του μικρότερου κακού. Πάνω σε αυτήν τη βάση η κυβέρνηση θα ξετυλίξει τις προτάσεις της για την ανάπτυξη.
Οργανώθηκε η παρέμβαση του Κόμματος και εκδόθηκαν ανακοινώσεις των ΕΠ, ενώ σχεδιάστηκαν πιο εξειδικευμένες πρωτοβουλίες που αφορούσαν βασικούς τομείς της οικονομίας, ανάλογα με τις θεματικές ενότητες που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση. Υπήρχε καλή επιχειρηματολογία όσον αφορά την κατάσταση στην κάθε περιοχή, με συγκεκριμένα παραδείγματα για το τι συμβαίνει στις επιχειρήσεις της περιοχής, πώς εκφράζεται η «δίκαιη ανάπτυξη» στους χώρους παραγωγής.
Οργανώθηκαν μαζικές κινητοποιήσεις σε όλες τις πόλεις, που δημιούργησαν πρόβλημα στις επιδιώξεις της κυβέρνησης να εγκλωβίσει λαϊκές δυνάμεις. Φάνηκε στις αντιδράσεις τους στην Ελευσίνα και αλλού.
Διακρίνονται κι εδώ οι αντιφάσεις στη συνείδηση του κόσμου. Το ζήτημα της ανάπτυξης το αντιλαμβάνεται ως ψέμα, ως μια ακόμα υπόσχεση. Χρειαζόταν επιμονή για να εξηγηθεί ότι ανάπτυξη μπορεί να υπάρχει, αλλά θα είναι καπιταλιστική και θα στηρίζεται στα συντρίμμια των δικαιωμάτων μας. Έχει την προσδοκία ότι θα σταματήσει η κατρακύλα, θα αρχίσει να κινείται η αγορά. Έχει κρυφή ελπίδα ότι θα έρθει μια στοιχειώδης καλύτερη περίοδος.
Αποτυπώνεται μια συμφωνία με αυτά που τους λέγαμε, για το πού πάνε τα πράγματα, όμως δε βλέπουν εφικτό τίποτα το διαφορετικό, είναι έντονο το στοιχείο της μοιρολατρίας και ηττοπάθειας. Πρέπει να εκπαιδευτούμε πολύ καλύτερα στο να δίνουμε τη διέξοδο ότι υπάρχει λύση, αλλά και πώς θα επιτευχθεί.
Η αυτοτελής πολιτική παρέμβαση του Κόμματος έδωσε αφορμή για βαθιά πολιτική συζήτηση για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης. Μπήκε σε ένα βαθμό στο επίκεντρο της συζήτησης η ανάγκη συμπαράταξης με το ΚΚΕ για το σήμερα και το αύριο, με καλύτερα επιχειρήματα, με περισσότερες δυνάμεις.
Η συνολική εκτίμηση για τις κινητοποιήσεις και τις προπαγανδιστικές ενέργειες (όπως στο υπουργείο Εργασίας, στο Οικονομικών και αρκετές άλλες) είναι θετική.
Αυτή η πλούσια δραστηριότητα που αναπτύχθηκε δεν πρέπει να μείνει ξεκομμένη από τη συνέχεια της δράσης μας. Η όλη επαφή που είχαμε και η συζήτηση για τα οξυμένα ζητήματα στους χώρους εργασίας με τις ΣΣΕ, τα δικαιώματα, το συνδικαλιστικό νόμο, την καταστολή, με την ανάδειξη της δραματικής κατάστασης στην Υγεία, με τους πλειστηριασμούς, πρέπει να δεθούν με τα επόμενα βήματα. Παράδειγμα, η οξυμένη κατάσταση που υπάρχει στα νοσοκομεία, όπου η δουλειά που κάναμε μπροστά στα Αναπτυξιακά Συνέδρια πρέπει να έχει την κατάλληλη συνέχεια. Να προχωρήσουν τα σωματεία σε εκτίμηση για τη δράση και πώς θα υπάρξει κλιμάκωση (σύσκεψη, ανακοίνωση, περιοδείες, συγκεντρώσεις κλπ.).
Παράλληλα, πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια των οργάνων για αποτύπωση και ολοκληρωμένη κριτική του αστικού αναπτυξιακού σχεδίου σε κάθε περιοχή. Για το σκοπό αυτό, η Ομάδα Οικονομίας και η Ιδεολογική Επιτροπή κάθε ΚΟ Περιοχής πρέπει να αξιοποιεί όλες τις διαθέσιμες πηγές (ΕΣΠΑ, υλικά Περιφέρειας, Επιμελητηρίων κλπ.).
Έχουμε ήδη θετική πείρα.
Η συγκεκριμένη προσπάθεια πρέπει να συνδυαστεί με τη συμβολή των Τομεακών Οργάνων για κωδικοποίηση και εξειδίκευση της διαπάλης στο χώρο ευθύνης τους (όπως, π.χ., με το οπορτουνιστικό ρεύμα ιδιαίτερα στους κλάδους της υγείας, της παιδείας κλπ.).
Το θετικό κλίμα να μην κρύψει αδυναμίες, με τις οποίες έχουμε μόνιμο μέτωπο.
Το κύριο πρόβλημα είναι εάν οι κομματικές δυνάμεις, τα καθοδηγητικά όργανα, οι ΚΟΒ, οι κομματικές ομάδες, δουλεύουν πραγματικά πρωτοπόρα μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, μέσα στους τόπους δουλειάς για την οργάνωση της πάλης, εάν αναπτύσσουμε συνεχώς την ικανότητα συσπείρωσης εργαζόμενων, αξιοποιώντας και τις παραμικρές δυνατότητες. Μιλάμε για δύσκολο, αλλά επιτακτικά αναγκαίο καθήκον, κρίσιμο για να αρχίσει να αντιστρέφεται η σημερινή κατάσταση, από τη σκοπιά των υποκειμενικά δικών μας αδυναμιών. Δεν πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από τις ίδιες τις προσπάθειές μας, οπωσδήποτε και από τα αποτελέσματα της δουλειάς μας, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι βαραίνει αρνητικά και στον προσανατολισμό και στην ίδια τη δουλειά μας ένας υπερβολικός φόβος να ανοιχτούμε περισσότερο θαρρετά σε εργαζόμενους, σε συνδικαλιστές και πέρα από την επιρροή του Κόμματος. Αυτό, σε συνδυασμό με ένα λίγο-πολύ γενικόλογο τρόπο δουλειάς, τόσο στην προπαγάνδα μας και στα πλαίσια πάλης που διαμορφώνουμε όσο και σε οργανωτικά μέτρα, υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της δράσης που αναπτύσσεται. Βαραίνει επίσης αρνητικά ένας «γραφειοκρατικός», «από τα πάνω», θα λέγαμε, τρόπος δουλειάς, όπως, π.χ., να περιμένουν μια στις τόσες τα ΔΣ ταξικών σωματείων τις κατευθύνσεις του ΠΑΜΕ για το τι θα κάνουμε, σε συνέχεια να συνεδριάζουν τα ΔΣ, όσα συνεδριάζουν, μετά να πάνε σε Γενική Συνέλευση εργαζόμενων για να βγει η ανακοίνωση κλπ., ενώ δεν «πέφτουν» πάντα άμεσα, έγκαιρα, πάνω εκεί που οξύνεται το πρόβλημα, είτε αυτό είναι της απληρωσιάς είτε συνθηκών εργασίας κ.ο.κ.
Το ζήτημα που πρέπει να λύσουμε στην καθοδηγητική δουλειά είναι να συνειδητοποιηθεί άμεσα, σε όλη την κλίμακα του Κόμματος, ιδιαίτερα από τα στελέχη και τα κομματικά μέλη που είναι εκλεγμένα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, ότι η ανάπτυξη των μετώπων πάλης απαιτεί συνδυασμένα μέτρα, τόσο εξειδίκευσης του διεκδικητικού πλαισίου κατά κλάδο και χώρο δουλειάς, μαζί με την εξάντληση όλων των περιθωρίων που υπάρχουν για μεγαλύτερη ατομική και συλλογική δουλειά, με ταυτόχρονες προσπάθειες στην ίδια κατεύθυνση από τα ΔΣ των συνδικάτων. Για να υλοποιηθεί πρακτικά μια τέτοια κατεύθυνση, απαιτείται η προσοχή και τα μέτρα της καθοδηγητικής δουλειάς να στραφούν στο πώς εξειδικεύεται η γραμμή και πώς υλοποιούνται τα μέτρα, στη βάση, δηλαδή στην ΚΟΒ, στην κομματική ομάδα του πρωτοβάθμιου κ.ο.κ. Απαιτείται ταυτόχρονα πιο συστηματικός συνεχής έλεγχος, συλλογική συζήτηση για τις δυσκολίες και την ανάδειξη της όποιας πείρας κατακτιέται μετά από κάθε κινητοποίηση, πώς διεξήχθη η διαπάλη με την εργοδοσία, το κράτος, την κυβέρνηση, τις άλλες δυνάμεις μέσα στο κίνημα. Διαφορετικά, και εκεί που κάνουμε κάποια βήματα υπάρχει κίνδυνος να μένουν μετέωρα, να μη σταθεροποιούνται ως τρόπος δουλειάς, να υποχωρούμε στη συνέχεια.
Συνολικά, υπάρχει απόσταση μέχρι να φτάνει μια τέτοια ολοκληρωμένη δουλειά οργανωμένα στα μέλη των σωματείων και των μαζικών φορέων, να ανοίγει η συζήτηση μέσα στους εργασιακούς χώρους έγκαιρα, να αποκαλύπτεται η στάση των άλλων δυνάμεων. Είναι λίγα τα θετικά παραδείγματα και η πείρα ενός τέτοιου τρόπου δουλειάς. Παραμένουν ακόμα μεγάλα προβλήματα. Όπως η λειτουργία των ΔΣ, που παραμένει μια τυπική διαδικασία χωρίς το κάθε σωματείο να γίνεται οργανωτής κ.ά.
Για τη συνέχεια πιο συγκεκριμένα:
Το επόμενο διάστημα επικεντρώνουμε σε δύο βασικά μέτωπα, τις ΣΣΕ και τους πλειστηριασμούς, όπως και σε ορισμένα άλλα που δεν πρέπει καθόλου να υποτιμήσουμε, όπως είναι για τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων στην εκπαίδευση κ.ά.
Για το μέτωπο για τις Συλλογικές Συμβάσεις και με βάρος στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (κατώτερος μισθός), έχουμε συζητήσει αναλυτικά.
Παίρνουμε υπόψη το σχεδιασμό των άλλων δυνάμεων και της κυβέρνησης. Το κύριο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε θα είναι η επεξεργασμένη γραμμή της κυβέρνησης για τη «μετά από την κρίση εποχή», η καλλιέργεια μέσα στην εργατική τάξη, στα λαϊκά στρώματα, ψεύτικων προσδοκιών, σε συνδυασμό με τον εθισμό σε ζωή με χαμηλές απαιτήσεις, κυβερνητική προσπάθεια που όλο και περισσότερο θα συνοδεύεται από ορισμένα μέτρα (προσλήψεις, αυξήσεις κάποιων επιδομάτων, κινήτρων κλπ.). Όλα αυτά, μαζί με την κυρίαρχη λογική του «μικρότερου κακού», την ανάπτυξη μαζικά συντηρητικών μέχρι αντιδραστικών αντανακλαστικών, την ανασφάλεια και το φόβο ενός πολέμου, κάνουν υπαρκτό τον κίνδυνο να καθηλώσουν ακόμα περισσότερο το κίνημα.
Υπάρχει η βάση, το πλαίσιο του ΠΑΜΕ που έχουμε επεξεργαστεί, το οποίο πρέπει ακόμα καλύτερα να πατήσει, να γειωθεί με την κατάσταση που υπάρχει, σε κάθε τόπο δουλειάς, στις εργασιακές σχέσεις που επικρατούν, στις συμβάσεις εργασίας, στα ωράρια και στις συνθήκες δουλειάς, με τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων σε κάθε χώρο, χωρίς να υποτάσσεται βέβαια σε αυτόν, να υπηρετεί την ανάγκη η πάλη να τραβήξει μπροστά από τη σημερινή κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι εργαζόμενοι.
Οφείλουμε να προφυλάξουμε τους εργαζόμενους από την αυταπάτη που καλλιεργούν άλλες πολιτικές δυνάμεις, τόσο του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ όσο και της αντιπολίτευσης της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ ή «Κινήματος Αλλαγής», όπως ονομάζεται τώρα, ότι η ταξική λύση βρίσκεται στην επιστροφή στο πριν, σε κάποιες δήθεν καλύτερες εποχές με άλλους διαχειριστές, και όχι ότι η λύση βρίσκεται μόνο στη συνεχή και συνεπή πάλη ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου και της εξουσίας του. Εμείς πρέπει να συνδυάσουμε καλύτερα την ένταση της πολιτικής μας δουλειάς μέσα στην εργατική τάξη, στους ανέργους, με την οργάνωση του αγώνα.
Ήδη πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η απεργιακή κινητοποίηση της Ομοσπονδίας Οικοδόμων και ακολουθεί η απεργία της Ομοσπονδίας Τροφίμων-Ποτών.
Στο σχεδιασμό αυτό, να ενσωματωθεί και το μέτωπο για τους πλειστηριασμούς. Είναι μέτωπο που βοηθά την κοινή δράση με τους αυτοαπασχολούμενους ελευθεροεπαγγελματίες, αγρότες. Είναι κρίσιμο μέτωπο. Μιλούν ανοιχτά για 130.000 πλειστηριασμούς για τα επόμενα χρόνια.
Εκτίμηση Συνεδρίων Ομοσπονδιών κι Εργατικών Κέντρων και αρχαιρεσιών σωματείων το έτος 2017.
Τα στοιχεία είναι πλέον με το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση και όχι με το ΣΥΡΙΖΑ στη φάση της αντιπολίτευσης, αφού οι αντιπρόσωποι εκλέχτηκαν και οι αρχαιρεσίες έγιναν μετά το Γενάρη του 2015 μέχρι σήμερα.
Οι κομματικές οργανώσεις και οι κομματικές ομάδες βελτίωσαν παραπέρα την παρακολούθηση των αρχαιρεσιών και τη μεταξύ τους συνεργασία. Παραμένουν, όμως, προβλήματα σε όλους τους κλάδους και ιδιαίτερα σε ορισμένους κλάδους, όπως π.χ. Ιδιωτικοί Υπάλληλοι, Μέταλλο, όπου παραμένει μεγάλος ο αριθμός των σωματείων όπου δεν παρεμβαίνουμε. Εξακολουθούν να υπάρχουν αρχαιρεσίες που είναι ζήτημα του τελευταίου διμήνου και όχι υπόθεση σταθερής λειτουργίας του ΔΣ σε όλη τη θητεία, μια σύνθετη δηλαδή οργανωτική, ιδεολογική μάχη καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του ΔΣ.
Τα στοιχεία των αντιπροσώπων Εργατικών Κέντρων κι Ομοσπονδιών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, που αφορούν τα έτη 2015-2017, δείχνουν συγκεντρωτικά τάση μείωσης της συμμετοχής βασικά για το 2015 και 2016, δηλαδή στα δύο πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η τάση φαίνεται να ανακόπτεται από τα στοιχεία των αρχαιρεσιών των πρωτοβάθμιων σωματείων του 2017. Παρόλ’ αυτά, δεν πρέπει να αφαιρεθούμε από το γεγονός ότι η γενική συμμετοχή διαμορφώνεται και με τα στοιχεία νόθευσης και πλαστότητας των στοιχείων και με τη συμμετοχή μετά από παρέμβαση της εργοδοσίας (π.χ., κλαδικό Σούπερ Μάρκετ, Τράπεζες). Αυτή η τάση δεν είναι καθολική, δεν προκύπτει από το σύνολο των σωματείων και των κλάδων.
Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ αποδυναμώνονται, ιδιαίτερα από τα στοιχεία των αρχαιρεσιών του 2017. Δε φαίνεται να δημιουργούνται προϋποθέσεις, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα της κυβερνητικής θητείας, ο ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργήσει ένα σημαντικό συνδικαλιστικό βραχίονα. Ωστόσο, διατηρεί σχέσεις με σχήματα του οπορτουνιστικού ρεύματος, με το οποίο λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Το βασικό ρόλο του εργοδοτικού κυβερνητικού συνδικαλισμού και με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τον παίζουν οι ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ. Χρειάζεται συνεχής παρακολούθηση των διεργασιών που αυτήν την περίοδο έχουμε στις παρατάξεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, καθώς και σε ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και να αυξήσουμε την πίεση, την πολιτική-ιδεολογική διαπάλη για απόσπαση δυνάμεων, κυρίως συνδικαλιστές σε χώρους δουλειάς από το πρωτοβάθμιο επίπεδο.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ
Αυτό το διάστημα στο σχεδιασμό είχαμε την απόφαση να γίνει συζήτηση για τους αυτοαπασχολούμενους (α/α) ΕΒΕ σε όλες τις ΚΟ.
Στη συζήτηση, γενικότερα αναδείχτηκε πρόβλημα καθοδήγησης των κομματικών δυνάμεων α/α σε δύο κατευθύνσεις:
α) Στην ιδιαίτερη δουλειά για την ανάπτυξη της κομμουνιστικής συνείδησης. Είναι γενικευμένο πρόβλημα ότι σκέφτονται ως υπερασπιστές της μικρής ιδιοκτησίας ενάντια στη μεγάλη , χρησιμοποιώντας λαθεμένα επιχειρήματα. Το πρόβλημα είναι γενικευμένο, γιατί είναι περίοδος άρσης του συντεχνιακού προστατευτισμού, απελευθέρωσης αγορών, προώθησης τεχνολογικών εκσυγχρονισμών σε σειρά κλάδων. Είναι αντικειμενικά δύσκολη υπόθεση η επεξεργασία αιτημάτων πάλης, χρειάζεται συλλογικότητα, να «παντρευτεί» η μαρξιστική κομμουνιστική σκέψη με την άμεση κοινωνική εμπειρία. Αλλά αυτό είναι ζήτημα καθοδήγησης. Απαιτεί ουσιαστική ενασχόληση υπευθύνων από τα καθοδηγητικά όργανα, συζήτηση στα όργανα, λειτουργία κομματικών ομάδων, συζήτηση όχι μόνο στις κλαδικές ΚΟΒ, αλλά και σε εδαφικές μεγάλων πόλεων.
Τα όργανα να καταλήγουν σε συγκεκριμένη απόφαση. Να ιεραρχούν σε ποιες πόλεις, σε ποιους κλάδους, σε ποιες μαζικές οργανώσεις θα ρίχνουν βάρος για να αποκτήσουν επαφές, να αξιοποιήσουν δυνάμεις, να προτείνουν πλαίσιο πάλης, διεκδικήσεις, δράσεις.
Να αξιολογήσουν οπαδούς, περιπτώσεις στρατολογίας, χρεώσεις κομματικών δυνάμεων στο κίνημα.
β) Στην εξειδικευμένη καθοδήγηση για τη δράση κ.μ. στο κίνημα όπως: Με ποιο πλαίσιο πάλης επιδιώκουμε τη συσπείρωση στα σωματεία, συλλόγους, ενώσεις, Ομοσπονδίες, σε τι κάνουμε κριτική στη ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ κλπ., σε ποιες περιπτώσεις συγκροτούμε ξεχωριστό ψηφοδέλτιο, πώς σχεδιάζουμε να αποκτήσουμε επαφές σε σωματεία σχετικά μαζικά που δε διαθέτουμε δυνάμεις και είναι πολλά, πώς ευθυνόμαστε για τη ζωντανή λειτουργία μαζικών οργανώσεων που έχουμε την πλειοψηφία στη διοίκηση.
Αυτά δεν είναι εύκολα και απλά ζητήματα. Απαιτούν δημιουργική σκέψη, δεν αντιμετωπίζονται με γενικές συνταγές. Πρέπει καλύτερα να συνειδητοποιηθεί ότι δεν αντιμετωπίζονται με τη γενική συνταγή για «σύσταση γραμματειών της ΠΑΣΕΒΕ» ανά πόλη, οι οποίες άλλωστε αδρανοποιήθηκαν.
Η γραμματεία ΠΑΣΕΒΕ σε κάποια μεγάλη πόλη έχει νόημα μόνο στο βαθμό που μπορεί να εξασφαλίσει συντονισμό συλλόγων/ενώσεων που δεν ανήκουν σε Ομοσπονδία, όταν υπάρχουν Ομοσπονδίες που έχουν συζητήσει-αποφασίσει για το πλαίσιο πάλης της ΠΑΣΕΒΕ, το συντονισμό δράσης με αυτό κλπ.
Από την άποψη διαθέσεων κινητοποίησης των α/α, φαίνεται ότι αυτές ανεβαίνουν μόνο όταν θίγονται συντεχνιακά. Αυτή η κατάσταση επιδρά αντιφατικά στις κομματικές δυνάμεις μας: Από τη μία διαμορφώνει έδαφος παρέμβασης - διεύρυνσης επαφών - επιρροής, από την άλλη πιέζει στην υιοθέτηση συντεχνιακών αιτημάτων σε αναχρονιστική κατεύθυνση.
Δύσκολα αναπτύσσεται η συμμετοχή, ακόμα και οπαδών, σε κινητοποιήσεις γενικότερων ζητημάτων, π.χ., φορολογικό, Ασφαλιστικό, πλειστηριασμοί. Υπάρχει ακόμα ελπίδα και αναμονή για άνοιγμα εργασιών λόγω ανάκαμψης από την κρίση. Σε κάποιους κλάδους δεν είναι μόνο ελπίδα, πατάει και σε μια πραγματικότητα βελτίωσης του πραγματικού κύκλου εργασιών –ανεξάρτητα αν καταγράφεται– σε ορισμένους κλάδους που συνδέονται με τον τουρισμό. Αν και τα χρέη είναι πολύ μεγάλα, υπάρχουν ακόμα τρόποι ανακύκλωσής τους.
Ταυτόχρονα υπάρχουν κλάδοι με μεγάλη όξυνση προβλημάτων (π.χ., μεγάλη μείωση τζίρου στο εμπόριο), αλλά και μεγάλο μέρος α/α που φυτοζωεί ως τέτοιο, όμως έχει ταυτόχρονα και άλλη σχέση εργασίας, π.χ., εποχιακή μισθωτή ή έχει περάσει σε μη δηλωμένη μαύρη αυτοαπασχόληση. Αυτές οι πιο βαθιά θιγμένες δυνάμεις α/α συμμετέχουν ακόμα λιγότερο στο κίνημα των α/α. Από κομματικές μας δυνάμεις υπάρχει προβληματισμός για το ποιο μπορεί να είναι το κίνημα έκφρασής τους, ζήτημα που δε συζητιέται με συστηματικότητα στα όργανα.
Σωστά έχουμε ιεραρχήσει ως βασικό μέτωπο αυτήν την περίοδο στο κίνημα των α/α το μέτωπο των κατασχέσεων και των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, παρόλο που η συμμετοχή στις κινητοποιήσεις αυτής της περιόδου ήταν περιορισμένη.
Επιδιώξαμε στα σωματεία, ειδικά σε αυτά που είμαστε πλειοψηφία, να οργανωθούν ΓΣ, συσκέψεις, να διαμορφωθεί πρόγραμμα μαζικού ανοίγματος και επαφής με τους α/α. Ταυτόχρονα επιδιώξαμε να δρομολογηθούν ορισμένες πρωτοβουλίες συντονισμού, ξεκινώντας από την Αττική, όπου με κάλεσμα της ΟΒΣΑ πραγματοποιήθηκε σύσκεψη κλαδικών ομοσπονδιών και σωματείων για την οργάνωση της κινητοποίησης των αυτοαπασχολούμενων. Αντίστοιχη πρωτοβουλία πάρθηκε στα Χανιά από τον εμπορικό σύλλογο της πόλης. Και οι δύο συσκέψεις είχαν θετικό αντίκτυπο.
Είναι θετικό ότι, ειδικά στην Αττική, διαμορφώθηκε ένα πιο αναλυτικό σχέδιο παρέμβασης, η κινητοποίηση οργανώθηκε με καλύτερους όρους. Πριν την κινητοποίηση πραγματοποιήθηκαν 12 συσκέψεις σωματείων αυτοαπασχολούμενων.
Επίσης στις 20 Φλεβάρη πραγματοποιήθηκαν 4 παραστάσεις διαμαρτυρίας. Διαμορφώθηκε και υλοποιήθηκε ένα καλύτερο πρόγραμμα εξορμήσεων. Αποτυπώνεται ένας σωστός τρόπος δουλειάς, που πρέπει να σταθεροποιηθεί και να υιοθετηθεί και από τα υπόλοιπα σωματεία.
Σε μεγάλο βαθμό η περιορισμένη συμμετοχή σχετίζεται και με το γεγονός ότι δεν πραγματοποιούνται μαζικά αυτήν τη στιγμή πλειστηριασμοί, ενώ επίσης χιλιάδες βρίσκονται σε στάση αναμονής μήπως καταφέρουν και ενταχτούν στις ρυθμίσεις (π.χ., τις πρόσφατες των 120 δόσεων). Ωστόσο τα ειδοποιητήρια για χρέη και οι δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών είναι καθημερινό φαινόμενο, το πρόβλημα θα οξυνθεί και θα παραμείνει και τα επόμενα χρόνια.
Μπροστά σε αυτές τις δυσκολίες δεν πρέπει να περάσει κλίμα εφησυχασμού και συμβιβασμού στις δυνάμεις μας. Αντίθετα, να πάρουμε μέτρα να δυναμώσει το άνοιγμα και η ενημέρωση, ώστε να ξεδιαλύνονται προσδοκίες, να ενισχύεται ο προβληματισμός για το πού πάει η κατάσταση. Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να οργανωθεί η παρέμβασή μας, με στόχο τη βελτίωση της συμμετοχής των α/α στις κινητοποιήσεις που αποφασίζονται ενόψει της 1ης Μάη (έναρξη πλειστηριασμών από ύψος 500 ευρώ και άνω για χρέη σε εφορία και Ταμείο).
Επομένως χρειάζεται να δυναμώσει ο προσανατολισμός και η παρέμβασή των δυνάμεών μας στα σωματεία και τις Ομοσπονδίες, το άνοιγμα στους χιλιάδες ανοργάνωτους α/α, με ετοιμότητα για άμεση παρέμβαση όπου εμφανίζονται περιπτώσεις πλειστηριασμών, προβάλλοντας ταυτόχρονα όλο το πλαίσιο αιτημάτων που έχουμε καταλήξει, με βασικές αιχμές την ένταξη των α/α στο αφορολόγητο, τη διαγραφή τμήματος των χρεών τους προς Δημόσιο και τράπεζες, τις διεκδικήσεις σε υγεία-ασφάλιση-συντάξεις, τις διεκδικήσεις για προστασία μητρότητας-υγείας των αυτοαπασχολούμενων γυναικών, του ελεύθερου χρόνου με αιχμή τη νομοθετική κατοχύρωση της κυριακάτικης αργίας, παίρνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα στα σωματεία και τις Ομοσπονδίες που έχουμε πλειοψηφία ώστε να αντιστοιχηθεί η λειτουργία τους στις απαιτήσεις.
Ταυτόχρονα χρειάζεται η επιχειρηματολογία μας να αποκαλύπτει πειστικά ότι η πολιτική της κυβέρνησης και της ΕΕ για την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τις αντίστοιχες επισημάνσεις του ΣΕΒ αλλά και των συνδικαλιστικών ηγεσιών των ΓΣΒΕΕ, ΕΣΕΕ, των επιμελητηρίων, δεν αφορούν τη στήριξη των α/α χωρίς προσωπικό, τις πολύ μικρές ατομικές, οικογενειακές επιχειρήσεις. Αφορούν, αντίθετα, τη διαμόρφωση των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη συγκέντρωση των πολύ μικρών διάσπαρτων ατομικών κεφαλαίων που θέλουν σταδιακά να περιορίσουν με την προώθηση συνεργατικών, συνεταιριστικών και άλλων μορφών διασύνδεσης με τα μονοπώλια. Σε αυτήν την κατεύθυνση προσανατολίζονται και τα διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα που διαμορφώνονται, από τα οποία μπορεί να ωφεληθεί βραχυπρόθεσμα μέρος μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ίσως και ορισμένων πολύ μικρών, που και σήμερα λειτουργούν ως δορυφόροι των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Ωστόσο η μεγάλη πλειοψηφία των α/α χωρίς προσωπικό ή έστω με 1-2 άτομα προσωπικό, θα συνεχίσει να εργάζεται σε πιο ασφυκτικές συνθήκες απ’ ότι στο παρελθόν κάτω από την κυριαρχία των μονοπωλίων, με εξοντωτικά ωράρια για την εξασφάλιση ενός ικανοποιητικού εισοδήματος, ενώ ένα τμήμα πιο ευάλωτο, που σήμερα βρίσκεται στα όρια της χρεοκοπίας, θα οδηγηθεί στην υποαπασχόληση και την προλεταριοποίηση.
Σε αυτό το έδαφος υπάρχουν περιθώρια να προβληματίσουμε, να αποσπάσουμε δυνάμεις από την επιρροή της αστικής πολιτικής και των κομμάτων που την στηρίζουν και να δυναμώσει σε ένα πιο πρωτοπόρο τμήμα ο προβληματισμός για την αναγκαιότητα της Κοινωνικής Συμμαχίας και των θέσεων του Κόμματος για κοινωνική ιδιοκτησία, κεντρικό σχεδιασμό με εργατική εξουσία.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΑ
Το προηγούμενο τρίμηνο επιδιώξαμε να αναδείξουμε την αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης με βάση το πλαίσιο πάλης που έχει κατακτηθεί και να πείσουμε για την αναγκαιότητα κινητοποιήσεων και κλιμάκωσης με το στήσιμο μπλόκων.
Ο σχεδιασμός μας υλοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική της κυβέρνησης, με την οποία συμφωνούν στο γενικό προσανατολισμό της τα κόμματα που στηρίζουν την ΚΑΠ και την ΕΕ, οξύνει τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν χιλιάδες μικρομεσαίοι αγρότες, οδηγεί σε μείωση εισοδήματος και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για πιο γρήγορο ξεκλήρισμα και συγκέντρωση γης και παραγωγής στα χέρια επιχειρηματιών καπιταλιστών και μεγαλοαγροτών.
Ταυτόχρονα, όπως φάνηκε στην πράξη, υπάρχει οργή, αγανάκτηση, που βοηθάει να εκδηλώνονται επιμέρους αγωνιστικές διαθέσεις (τοπικές συσκέψεις και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, πανελλαδικές συσκέψεις κλπ.). Όμως συνυπάρχει με την απογοήτευση, τη μοιρολατρία, τη λογική της αναποτελεσματικότητας των αγώνων, την προσμονή στην ανάπτυξη και την κυβερνητική εναλλαγή, που καλλιεργείται ιδιαίτερα τα τελευταία δυο χρόνια, που δυσκολεύουν την παρέμβασή μας στους μικρομεσαίους αγροτοκτηνοτρόφους για μαζικούς πανελλαδικούς αγώνες και μπλόκα.
Στόχος των άλλων δυνάμεων ήταν να χτυπηθεί η γραμμή πάλης και το κύρος του Κόμματος, η προοπτική των αγώνων, ιδιαίτερα να αποτρέψουν το στήσιμο μπλόκων, και η αποδοχή των μέτρων. Επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στην υπονόμευση της ΠΕΜ και σε ό,τι αυτή εκφράζει ως ριζοσπαστική μαζική οργάνωση αγροτών, πλαίσιο πάλης με αντιμονοπωλιακά αιτήματα (π.χ., κατώτερες εγγυημένες τιμές), καταξιωμένο ρόλο στον πανελλαδικό συντονισμό των αγροτικών αγώνων και κοινή δράση με εργατικά σωματεία (ΠΑΜΕ) και άλλους φορείς επαγγελματοβιοτεχνών, γυναικών κλπ.
Μέσα σε αυτήν τη συνθετότητα και τις γενικότερες εξελίξεις (Μακεδονικό, Αιγαίο κλπ.), για τρίτη συνεχή χρονιά στήθηκαν μπλόκα, σε συνθήκες μειωμένης αγωνιστικής διάθεσης και υποχώρησης του κινήματος. Από 22 Γενάρη έως 5 Φλεβάρη με μεγάλη προσπάθεια και σχεδιασμό στήθηκαν 17 μπλόκα (Κουλούρα Ημαθίας, Νάουσα, Γυψοχώρι, Αμύνταιο, Κόμβος Φιλιππιάδας Άρτα-Πρέβεζα, Καρδίτσα E-65, Λάρισα - Πλατύκαμπος, Τρίκαλα παράπλευρα Ε-65, Μαγνησία - Αερινό, Ανθήλη, Αιτωλ/νία, Ηλεία - Μαραθιά, Άργος, Μεσσήνη, Σουληνάρι Μεσσηνίας, Ηράκλειο - Αστερούσια, Χανιά - Μεγάλα Χωράφια). Φέτος έλειπαν οι μεγαλοαγρότες και συμμετείχαν κυρίως μεσαίοι αγρότες και αρκετοί νέοι σε ηλικία.
Την περίοδο των μπλόκων, έγιναν συλλαλητήρια σε διάφορους άλλους νομούς.
ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ
– Επιβεβαιώνεται ότι σωστά επιδιώξαμε να στηθούν μπλόκα, αφού αυτή η μορφή είναι ανεβασμένη, αποτελεσματική, δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία του συστήματος, εκφράζεται η αλληλεγγύη κατά τη διάρκειά τους και γι’ αυτό τους «πονάει», τα πολεμούν και τα συκοφαντούν. Στις περιόδους ετοιμασίας των μπλόκων, οξύνεται η διαπάλη για το πλαίσιο πάλης, για τη μορφή των κινητοποιήσεων, για τη στάση της κυβέρνησης, των άλλων δυνάμεων. Έτσι, ανοίγονται οι δυνατότητες αποκάλυψής τους στο πιο πρωτοπόρο τμήμα των αγροτών που συμμετέχει στις κινητοποιήσεις.
– Αναδείχτηκε με διαπάλη καλύτερα ο ρόλος του οργανωμένου αγροτικού κινήματος, όπως εκφράζεται από τη λειτουργία και τη δράση της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων, των Ομοσπονδιών και των ΑΣ, που πρέπει να επιμείνουμε. Παρά τις δυσκολίες και τις προσπάθειες των αντιπάλων να αδυνατίσουν την παρέμβαση της ΠΕΜ και να τραβήξουν δυνάμεις, δεν το έχουν ουσιαστικά καταφέρει ως τώρα παρά τις προσπάθειες που έκαναν κυρίως η ΝΔ, η ΧΑ και σε ορισμένες περιπτώσεις και το ΠΑΣΟΚ, που έφτασαν σε σημείο προσωπικών σχετικών παρεμβάσεων ακόμη και σε επίπεδο ΑΣ και χωριών.
– Οι κομματικές δυνάμεις, οι οπαδοί και οι συνεργαζόμενοι που βγήκαν μπροστά ήταν πιο ώριμοι, ως αποτέλεσμα της ίδιας της πείρας που έχουν συσσωρεύσει από την οργάνωση της πάλης τα προηγούμενα χρόνια, η οποία εμπλουτίστηκε ακόμη περισσότερο. Γενικά στα μπλόκα δεν είχαμε ιδιαίτερα ζητήματα να αντιμετωπίσουμε. Οι δυνάμεις που συσπειρώνονται χρόνια καταλάβαιναν τις δυσκολίες του αγώνα και είχαν ουσιαστική συμβολή στην προετοιμασία, στη διάρκεια των μπλόκων και σήκωσαν βάρος στην αντιπαράθεση με τις άλλες δυνάμεις.
– Η εμπειρία που αποκτούμε στο πλαίσιο του κινήματος ως προς την ανάπτυξη της συνεργασίας μας με ευελιξία απέναντι στους συνεργαζόμενους εκφράστηκε «σπάζοντας» την προπαγάνδα περί υποκινούμενων αγώνων, συμβάλλοντας και στην αποκάλυψη σε ένα βαθμό του ρόλου της άλλης «επιτροπής» που είχε στήσει η ΝΔ. Η –σε σταθερή βάση– επιδίωξη διεύρυνσης των συνεργασιών και της ενθάρρυνσης για παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες στη βάση του πλαισίου πάλης της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων έχει θετικά αποτελέσματα.
Παρά τα θετικά αποτελέσματα, η οργανωμένη και καλά σχεδιασμένη επίθεση που γίνεται σε βάρος της δράσης μας στο κίνημα από τις άλλες δυνάμεις, ιδιαίτερα τα δυο τελευταία χρόνια, φαίνεται ότι έχει επίδραση σε κάποιες δυνάμεις που συσπειρώναμε οι οποίες δεν πήραν μέρος σε μπλόκα. Σε αυτό το πλαίσιο εντείνεται και ο αντικομμουνισμός στα καφενεία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνεχίζονται οι επιθέσεις στο Κόμμα και στα στελέχη μας. Η επίθεση αυτή θα ενταθεί το επόμενο διάστημα. Η καλύτερη απάντηση είναι το πλατύ άνοιγμα στους αγρότες και η ετοιμότητα χειρισμών και ελιγμών από την κομματική καθοδήγηση.
Έγκαιρα τα κομματικά όργανα και οι ΚΟΒ συζήτησαν και προσανατόλισαν τις δυνάμεις μας σε αυτήν την κατεύθυνση καλύτερα από άλλες χρονιές. Αναδεικνύονται αδυναμίες, καθοδηγητικό πρόβλημα έλλειψης γνώσης των εκτιμήσεων, του χώρου και των θέσεών μας. Ζητήματα που πρέπει να τα δούμε κατά περιοχή, ενισχύοντας τις υπαρκτές, αλλά λίγες κομματικές δυνάμεις, βάζοντας ως προτεραιότητα τη στρατολόγηση νέων ηλικιακά.
Τα όργανα του Κόμματος να σχεδιάσουν μια πλατιά ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση - πλατύ άνοιγμα με συσκέψεις στην ύπαιθρο στους αγροτοκτηνοτρόφους το επόμενο διάστημα, που θα συνδυάζεται και με τα 100 χρόνια του Κόμματος. Να δουλέψουμε καλύτερα και πιο συστηματικά με τον κόσμο που συμμετείχε στα μπλόκα και να διαμορφώσουμε ολοκληρωμένο σχέδιο στρατολογιών.
Να επιμείνουμε ακόμη περισσότερο στη βελτίωση της ουσιαστικής λειτουργίας και δράσης της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων, των Ομοσπονδιών και Αγροτικών Συλλόγων. Μπορούμε με σχεδιασμό και επιμονή να παρέμβουμε ακόμη και εκεί που δεν έχουμε δικές μας δυνάμεις, αλλά κόσμο που έχουμε παλέψει για χρόνια στα μπλόκα και σε άλλες δράσεις, για δημιουργία νέων ΑΣ και Ομοσπονδιών και πάνω απ’ όλα προσπάθεια να αποκτήσουν στοιχειώδη λειτουργία περισσότεροι ΑΣ. Μόνο έτσι μπορεί ο ΑΣ να κατακτήσει και να διευρύνει το κύρος και την ικανότητα να ενημερώνει και να κινητοποιεί τους αγρότες.
Με ευθύνη των κομματικών στελεχών στο κίνημα, άμεσα πρέπει το αγροτικό κίνημα μέσω των ΑΣ και των Ομοσπονδιών να συζητήσει τα συμπεράσματα και την προοπτική του αγώνα, σχεδιάζοντας τη συνέχιση των παρεμβάσεών του, αφού η αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική παραμένει, τα μέτρα παγιώνονται και ετοιμάζονται και άλλα.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Ορισμένα συμπεράσματα από την εξειδικευμένη δουλειά του Κόμματος και της ΚΝΕ στις γυναίκες:
Έχει ολοκληρωθεί η συζήτηση στα Γραφεία Περιοχών του Κόμματος για τα συμπεράσματα και τις κατευθύνσεις της εξειδικευμένης δουλειάς του Κόμματος στις εργατοϋπαλλήλους και άνεργες, στις αυτοαπασχολούμενες, στις αγρότισσες, ιδιαίτερα στις νέες από Πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Ο σχεδιασμός δράσης επεκτείνεται πέρα από το Μάρτη, με οργάνωση κομματικών εκδηλώσεων, κομματικών συσκέψεων με γυναίκες μπροστά στη συμπλήρωση 100 χρόνων ζωής και δράσης του ΚΚΕ. Είναι σε πορεία συζήτησης στα Τομεακά Γραφεία του Κόμματος και στα όργανα της ΚΝΕ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αποτυπώθηκε η δυσκολία στην αφομοίωση των σύγχρονων πλευρών της γυναικείας ανισοτιμίας, περιορίζοντάς την στη σχέση της μητέρας με το παιδί.
Απασχόλησε σε ορισμένα όργανα η ανάπτυξη της επιρροής του Κόμματος στις γυναίκες, κυρίως μέσα από την προσπάθεια των κομματικών ομάδων των Συλλόγων/Ομάδων (Σ/Ο) της ΟΓΕ. Κυρίως, εκφράζονται ορισμένα βήματα στην προσπάθεια παρακολούθησης των συνθηκών εργασίας, αλλά και της πολύμορφης δραστηριότητας της καπιταλιστικής εργοδοσίας για την ενσωμάτωση των γυναικών σε εργοστάσια και επιχειρήσεις με μεγάλη συγκέντρωση γυναικείου εργατικού δυναμικού. Αυτή η προσπάθεια χρειάζεται να εμπλουτιστεί με τη γενίκευση της πείρας ορισμένων ΚΟ κλάδων από την επεξεργασία αγωνιστικών διεκδικήσεων στο σχέδιο της κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Ακόμα, όμως, είναι αδύναμη η σταθερή μέσα στο χρόνο οργάνωση της ιδεολογικής, πολιτικής διαπάλης με την εξειδικευμένη προσπάθεια που γίνεται από την Περιφερειακή και Τοπική Διοίκηση, από άλλες γυναικείες οργανώσεις, από τις γραμματείες γυναικών σε Εργατικά Κέντρα, σε επιμελητήρια, αλλά και από ΜΚΟ.
Κυρίως, χρειάζεται στήριξη η συζήτηση στα όργανα και στις ΚΟΒ για την επίδραση που έχουν στις διαθέσεις, στη στάση και στη συνείδηση των γυναικών, που μας ενδιαφέρουν κοινωνικοταξικά, συνολικά οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας και διεθνώς, αλλά και η στοχευμένη παρέμβαση της κυβέρνησης, με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, μέσω και της πρόσφατης ψήφισης του νομοσχεδίου για τη βία κατά των γυναικών. Σε αυτήν την κατεύθυνση, χρειάζεται καλύτερη παρακολούθηση της συστηματικής προσπάθειας παρέμβασης στις γυναίκες πρόσφυγες και μετανάστριες.
Η συζήτηση σε κομματικές συσκέψεις γυναικείων στελεχών (με οργανωτική χρέωση και με χρέωση στο μαζικό κίνημα), που πραγματοποιήθηκε τον προηγούμενο χρόνο σε ορισμένες ΟΠ, με αφορμή το άρθρο της ΚΟΜΕΠ 2/2017 «Η εξειδικευμένη δουλειά του ΚΚΕ στις γυναίκες ενταγμένη στο στόχο της ισχυροποίησης του Κόμματος», εν μέρει βοήθησε τον προσανατολισμό και το περιεχόμενο της καθοδήγησης, ιδιαίτερα των εκλεγμένων συντροφισσών στα ΔΣ των Σ/Ο. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει, χρειάζεται μεγαλύτερη επιμονή στη δημιουργική αφομοίωση του περιεχομένου στη σχέση του Κόμματος με το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα.
Γίνεται προσπάθεια μέσα από τις κατευθύνσεις της ΚΟ της ΟΓΕ, η δράση των Σ/Ο της ΟΓΕ να παίρνει μια πιο ανοιχτή μορφή, με οργάνωση αγωνιστικών κινητοποιήσεων σε υπουργεία, σε Περιφέρειες και δήμους, άλλους θεσμούς του αστικού κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο, οργανώθηκαν κινητοποιήσεις σε μεγάλες πόλεις ανήμερα της 8ης Μάρτη, Παγκόσμιας Μέρας της Γυναίκας, η κινητοποίηση του ΣΕΤΗΠ, της ΟΓΕ και των επιτροπών αγώνα του ΜΑΣ στο υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής με αφορμή την επίσκεψη της αναπληρώτριας ΓΓ του ΝΑΤΟ. Το επόμενο διάστημα, χρειάζεται να γίνει έλεγχος της κατεύθυνσης να συμμετέχουν τα γυναικεία κομματικά μέλη των κλαδικών οργανώσεων στο σύλλογο γυναικών της ΟΓΕ στη γειτονιά τους, της βελτίωσης της κοινωνικοταξικής και ηλικιακής σύνθεσης των Σ/Ο της ΟΓΕ.
Αυτήν την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη η καμπάνια της ΟΓΕ στις φοιτήτριες-σπουδάστριες, με περιεχόμενο τα σύγχρονα δικαιώματα στη μόρφωση, στην εργασία, με μέτρα προστασίας του γυναικείου οργανισμού, της μητρότητας. Έχουν προγραμματιστεί εκδηλώσεις σε σχολές με μεγάλη συγκέντρωση φοιτητριών (Φιλοσοφική, Παιδαγωγικά, Σχολές Υγείας σε ΑΕΙ και ΤΕΙ), στις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ρέθυμνο, Γιάννενα, Λάρισα, Βόλος). Ταυτόχρονα, τους επόμενους μήνες σχεδιάζεται κοινή παρέμβαση του Σωματείου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας, της ΟΒΣΑ και της ΟΓΕ, με αιχμή την κυριακάτικη αργία, το ωράριο λειτουργίας, τα μέτρα προστασίας της μητρότητας.