Σε αυτό το παραπάνω γενικό πλαίσιο είναι ενταγμένη και η εξέλιξη της (οικονομικής, κοινωνικής, στρατιωτικής, πολιτικής, πολιτιστικής) κατάστασης στην Ελλάδα, τα μείγματα αστικής διαχείρισης που θα χρησιμοποιηθούν, οι πιέσεις που θα ασκηθούν και οι πολιτικές που θα επιλεγούν.
Η κυβερνητική εναλλαγή, η ενίσχυση του διπολισμού με την ισχυροποίηση και άνοδο της ΝΔ, όπως και με τη διατήρηση σημαντικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την απώλεια της πρώτης θέσης, θέτουν επί τάπητος νέα ζητήματα μαζί με τα παλιά προς αντιμετώπιση, τα οποία οδηγούν σε ένταση της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης και γύρω από αυτά θα πρέπει να υπάρξει προσαρμογή και αναπροσαρμογή, όπου χρειάζεται. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να αντιγράφει και να χρησιμοποιεί την ίδια, αυτούσια προεκλογική επιχειρηματολογία ή τις τοποθετήσεις των πρώτων ανακοινώσεων της ΚΕ μετά τις εκλογές, αλλά συνεχώς να προσαρμόζεται με βάση τα νέα δεδομένα, αλλά και την προσαρμογή που κάνουν τα ίδια τα κόμματα της αστικής εξουσίας και όσων την στηρίζουν.
Στο πεδίο της οικονομίας, χρειάζεται ιδιαίτερη παρακολούθηση των επιπτώσεων των διεθνών εξελίξεων στην ελληνική καπιταλιστική οικονομία. Οι τομείς των εξαγωγών, του τουρισμού, της ναυτιλίας, γενικότερα των μεταφορών, είναι εκτεθειμένοι στις εξωτερικές διακυμάνσεις και θα υποστούν επιπτώσεις λόγω της επιβράδυνσης, πολύ περισσότερο στην περίπτωση εκδήλωσης διεθνούς κρίσης. Η πρόσφατη ιστορία αποδεικνύει πως οι διεθνείς κρίσεις δε μεταφράζονται άμεσα και ανάλογα στο χρόνο και στο βάθος τους στην εγχώρια οικονομία. Ωστόσο, πρέπει να συνυπολογίσουμε πως σε σχέση με το –ακόμα και πρόσφατο– παρελθόν έχει αυξηθεί ο «βαθμός εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονομίας, καθιστώντας την περισσότερο «ευάλωτη» σε διεθνείς αναταράξεις που χαρακτηρίζονται και από την όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, Γερμανίας. Οι παράγοντες αυτοί, σε συνδυασμό με την κατάσταση του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθιστούν ιδιαίτερα επισφαλείς τις κυβερνητικές προβλέψεις για «αναπτυξιακό άλμα» και «επενδυτικό τσουνάμι» που δήθεν έρχεται το επόμενο διάστημα.
Λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις, η κυβερνητική πολιτική για την οικονομία εξελίσσεται με βάση τους σχεδιασμούς, τις ανάγκες και τις εσωτερικές αντιθέσεις του μεγάλου κεφαλαίου. Η κυβερνητική εναλλαγή εκφράζει μεταξύ άλλων διαφοροποιήσεις στα επιμέρους αστικά συμφέροντα, διαφορετικό ρυθμό υλοποίησης ορισμένων πλευρών της αστικής στρατηγικής κ.ά. Όμως ο πυρήνας του αστικού σχεδιασμού παραμένει απαράλλακτος. Αφορά τη διαμόρφωση όρων επιτάχυνσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας και τη στροφή στους κλάδους που η χώρα «έχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα».
Η ΝΔ με τον Κυρ. Μητσοτάκη μπήκε ήδη επιθετικά, από την αρχή, με πρόθεση να περάσει τις αναδιαρθρώσεις υπέρ του κεφαλαίου με πιο γρήγορους και αποφασιστικούς ρυθμούς σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ, πατώντας σταθερά πάνω στο έδαφος που αυτός έστρωσε (νομοθετικό, πολιτικό, αλλά και κοινωνικό), με την έννοια της ίδιας της κατάστασης του κινήματος, με τη χειραγώγηση μαζών εργαζομένων, παροπλισμού του κινήματος και συκοφάντησης παραπέρα –σε σχέση με ό,τι έκανε το
ΠΑΣΟΚ πριν– αριστερών, προοδευτικών ακόμα και κομμουνιστικών ιδεών και τόσα άλλα.
Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ σήμερα, όπως και η πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, καθορίζονται από τους παραπάνω στόχους. Ειδικότερα, η οικονομική πολιτική της ΝΔ για «τόνωση της ανάπτυξης και προσέλκυση επενδύσεων» αφορά κατά βάση:
- Τη διατήρηση της φθηνής εργατικής δύναμης ως ακρογωνιαίου λίθου για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας (όπως στο ασφαλιστικό, στα εργασιακά κλπ.).
- Τη διαπραγμάτευση για χαλάρωση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων, ώστε να δοθεί δυνατότητα για περαιτέρω χρηματοδότηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
- Τη διατήρηση, προώθηση και καλύτερη εφαρμογή μιας σειράς διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας του κράτους. Οι λεγόμενες δομικές μεταρρυθμίσεις εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ανάγκες του κεφαλαίου (π.χ. οι δύο νόμοι για το «επιτελικό κράτος» και την «ψηφιακή διακυβέρνηση»).
- Την τόνωση κλάδων στρατηγικής σημασίας όπου η χώρα διαθέτει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, λαμβάνοντας υπόψη και την ανάγκη γεωπολιτικής αναβάθμισης. Η τόνωση της πράσινης ανάπτυξης αποτελεί πεδίο προτεραιότητας για την αστική πολιτική. Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση προωθεί το «Πράσινο Επενδυτικό Σχέδιο», με τη στήριξη Μακρόν και Μέρκελ, με έμφαση σε μεταφορές, ΑΠΕ, τουρισμό, ανακύκλωση, σύγχρονες κατασκευές και ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους.
- Την επόμενη περίοδο στο πεδίο της οικονομίας, ξεχωριστή σημασία έχουν οι νομοθετικές ρυθμίσεις: Για τη φορολογία των επιχειρήσεων (μείωση συντελεστών, υπεραποσβέσεις), για τον αναπτυξιακό νόμο (βελτίωση όρων χρηματοδότησης του κεφαλαίου), με πιθανές αλλαγές στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων που θα αποδυναμώσουν τους όρους περιβαλλοντικής προστασίας.
Με βάση αυτά, στο επίκεντρο πρέπει να μπει η παρακολούθηση και η εξέλιξη της πολιτικής της κυβέρνησης για τη «βιώσιμη» ανάπτυξη και τις καπιταλιστικές επενδύσεις, τη διαπάλη που συντελείται, αλλά και τα συγκεκριμένα μέτρα που παίρνει με νομοθετικές πρωτοβουλίες, όλες σε βάρος του εργατικού λαϊκού κινήματος, ικανοποιώντας τους σχεδιασμούς και τις απαιτήσεις βιομηχάνων, εφοπλιστών, μεγαλεμπόρων, συνολικά του μεγάλου κεφαλαίου, των μονοπωλιακών ομίλων. Ζητήματα που αφορούν και τα θέματα της φορολογίας, των πλειστηριασμών, των ιδιωτικοποιήσεων (με αιχμή την ενέργεια, ΔΕΗ, το Ελληνικό, τη ΛΑΡΚΟ και άλλες επιχειρήσεις ξεχωριστής σημασίας). Ιδιαίτερα ζητήματα, ο νέος συνδικαλιστικός νόμος, ο περιορισμός της απεργίας, το φακέλωμα, τα μέτρα καταστολής (από το άσυλο, μέχρι τα προσωπικά δεδομένα, την αστυνομική βία και αυθαιρεσία) κλπ.
Ιδιαίτερα, θέλουν καλή παρακολούθηση τα διάφορα ιδεολογήματα του δόγματος που πρεσβεύει η κυβέρνηση της ΝΔ, που είναι πιο ξεκάθαρα και απαλλαγμένα από τα διάφορα «αριστερά» συνθήματα και ιδεολογήματα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Η πολιτική αντιπαράθεση να μη στηρίζεται μόνο, ούτε κυρίως, στις συνέπειες των διάφορων μέτρων που παίρνει η κυβέρνηση της ΝΔ, γιατί αυτό αντικειμενικά και άθελά μας τις περισσότερες φορές μεταφράζεται στη λαϊκή συνείδηση ως απόδειξη ενός «μεγαλύτερου κακού», όπου το «μικρότερο κακό» ταυτίζεται έτσι με την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ. Ειδικά σε αυτό το ζήτημα πρέπει να αναπτύξουμε περισσότερο την ικανότητα του Κόμματος για απάντηση με τη στρατηγική μας, με την πολιτική μας πρόταση και την υπεροχή που αυτή έχει σε σχέση με όλες τις αστικές προτάσεις –φιλελεύθερες ή σοσιαλδημοκρατικές– διαχείρισης του σημερινού συστήματος.
Ειδική παρακολούθηση θέλει η τακτική και αναδιαμόρφωση-ανασυγκρότηση όλων των πολιτικών κομμάτων. Π.χ. η ΝΔ, μετά το προεκλογικό άνοιγμά της στην ακροδεξιά προς άγραν ψήφων, που αποτυπωνόταν και στο λόγο της, μετεκλογικά και την ίδια ώρα που περνούσε κατασταλτικά αντιδραστικά μέτρα, έκανε παράλληλα και ανοίγματα προς την κεντροαριστερά, βάζοντας υπουργούς από ΠΑΣΟΚ και άλλους χώρους εκτός ΝΔ, όπως το ΠΟΤΑΜΙ ή το ΣΥΡΙΖΑ (ανάμεσά τους και κάποιους πρώην ΚΚΕ), βάζοντας επίσης διάφορους τέτοιους ως ΓΓ υπουργείων, διοικητές αλλά και στελεχώνοντας κυβερνητικά επιτελεία και του κόμματός της. Στοχεύει να πάρει ή να προσεταιριστεί τουλάχιστον πολιτικά τμήμα του ΚΙΝΑΛ, αλλά και άλλους που είχαν ενταχθεί ή στηρίξει
ΣΥΡΙΖΑ, και που τώρα κάποιοι έμειναν «ξεκρέμαστοι».
Αντίστοιχα ο ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς συνέδριο με διαπάλη στο εσωτερικό του από ό,τι διαφαίνεται για το χαρακτήρα, τη συγκρότηση και τη διαμόρφωση αυτού του κόμματος. Χοντρικά, οι διακηρύξεις του Τσίπρα «να μετασχηματιστεί άμεσα ο ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πλατύ, μαζικό δημοκρατικό κόμμα, που θα εκφράζει την προοδευτική παράταξη» σηματοδοτούν τη στόχευση να εδραιωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως ο βασικός εκπρόσωπος της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, με αναγνώρισή του από τους Δημοκρατικούς των ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και τους «Πράσινους» - Οικολόγους. Η «άλλη άποψη» εντός ΣΥΡΙΖΑ, αναδεικνύει τον κίνδυνο αποκοπής του ΣΥΡΙΖΑ από δυνάμεις που αποκαλούνται «αριστερές, ριζοσπαστικές» και αποτελούν προϋπόθεση για την ενίσχυση της παρουσίας του στο συνδικαλιστικό κίνημα, στους μαζικούς και επιστημονικούς φορείς, στους Δήμους κλπ. Θέλει τη διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά στρατηγικού χαρακτήρα στις τάσεις που διαμορφώνονται σήμερα μπροστά στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και η συζήτηση μέχρι στιγμής εστιάζεται σε διάφορα οργανωτικά ζητήματα. Σχετικά νέο στοιχείο είναι η έμφαση που δίνεται στην «πράσινη ανάπτυξη» με βάση την πολιτική της ΕΕ. Όμως και η ΝΔ σε αυτή την κατεύθυνση κινείται.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση ξανά μετά από τεσσεράμισι χρόνια, ασκώντας αντιπολιτευτική τακτική στη ΝΔ, θα προσπαθεί να αναδείξει υπαρκτές διαφορές σε επιμέρους ζητήματα διαχείρισης της οικονομίας, της πολιτικής του απέναντι στο κράτος και τους κατασταλτικούς του μηχανισμούς κλπ., καλλιεργώντας τη λογική της ανάγκης για «αντιδεξιά συσπείρωση» όλων των «προοδευτικών, αριστερών, δημοκρατών».
Το ΚΙΝΑΛ συμπιέζεται ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η στήριξη που του παρέχεται από τμήματα της αστικής τάξης, σε συνδυασμό με την προσπάθεια που κάνει για οργάνωση μέσα στο κίνημα, πατώντας σε δυνάμεις που διαθέτει μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, μια επιρροή σε τμήματα της αγροτιάς και των ΕΒΕ, αλλά και σε κάποιους θύλακες σε αρκετές πανεπιστημιακές σχολές, ενώ ξεκίνησε τη δημιουργία κι εμφάνιση με δράση μιας νέας Κίνησης Μαθητών του ΚΙΝΑΛ.
Επίσης, πρέπει να παρακολουθούμε την πορεία του ΜΕΡΑ25, αλλά και του οπορτουνιστικού χώρου, τις διεργασίες που αναπτύσσονται σε αυτόν (ιδιαίτερα ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΛΑΕ, τις διάφορες αναρχοαυτόνομες ομάδες κ.ά.). Δεν έχει ακόμα αποκρυσταλλωθεί η στάση τους, γίνεται σε όλους αυτούς τους χώρους έντονη διαπάλη και αντιπαραθέσεις, ζήτημα που χρειάζεται συστηματική παρακολούθηση με στόχο να αποσπαστούν δυνάμεις αλλά και να γίνεται πετυχημένη ιδεολογική πολιτική αντιπαράθεση στους χώρους της νεολαίας, ιδιαίτερα όπου εμφανίζονται. Μαζί τους σε ανοιχτή γραμμή, αλλά και με τις διαφορές τους, βρίσκεται το οπορτουνιστικό ρεύμα που κατά περιόδους με διαφορετική σύνθεση έδρασε ως φραξιονιστικό διαδικτυακό ή οργανωμένο κέντρο μέσα κι έξω από το Κόμμα, πριν και μετά το 19ο Συνέδριο, αφού πέρασε ένα διάστημα σχετικής «ύπνωσης», αναδιοργάνωσης και παρακολούθησης της πορείας και των θέσεων του Κόμματος. Η διαβρωτική δουλειά στηρίζεται στον ίδιο άξονα με όλο τον οπορτουνιστικό και σοσιαλδημοκρατικό χώρο («μαξιμαλισμός», «περιχαράκωση», «δογματισμός», «συνεργασίες και μέτωπα» με άλλες πολιτικές δυνάμεις, θεωρίες του «εφικτού» που οδηγούν στη συμμετοχή στον «κυβερνητισμό» εντός του συστήματος, κόντρα στο «ανέφικτο» της ριζικής ανατροπής και του σοσιαλισμού κ.ο.κ.). Συνολικά, δεν πρέπει να υποτιμηθούν ούτε στιγμή, αφού άλλωστε, εκτός των άλλων, έχουν διακηρυγμένο στόχο τη δημιουργία νέου πόλου «κομμουνιστικής ανασύνταξης».
Παρακολούθηση θέλει και ο «ακροδεξιός», εθνικιστικός, φασιστικός χώρος που επίσης βρίσκεται σε αναδιαμόρφωση με δημιουργία και άλλων κομμάτων, ομάδων και σχημάτων, μετά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ναζιστική εγκληματική ΧΑ, της οποίας η δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη. Προς το παρόν ο ακροδεξιός χώρος κοινοβουλευτικά, ως ένα βαθμό, εκπροσωπείται από την «Ελληνική Λύση» και από έναν πυρήνα βουλευτών εντός της ΝΔ. Συνολικά πρέπει να μελετήσουμε το χώρο αυτό και την κατάληξη των διεργασιών, να έχουμε σταθερό μέτωπο, μελετώντας όσα καινούργια στοιχεία εμφανίζονται.
Συνολικά, η ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση θα δυσκολέψει. Δεν πρέπει να υπάρξει καμιά επανάπαυση ή απλοϊκή προσέγγιση, ότι η ΝΔ θα παίρνει αντιλαϊκά μέτρα και ο κόσμος δήθεν «θα ξεσηκώνεται». Η ΝΔ επίσης έχει τρόπους να χειραγωγεί διαφορετικά από το ΣΥΡΙΖΑ, αξιοποιώντας και το μαστίγιο περισσότερο και αποτελεσματικότερα για να καθηλώνει εργαζόμενους σε συνθήκες υποχώρησης του κινήματος και εργοδοτικής τρομοκρατίας.
Η ΝΔ προβάλλει τους στόχους ενίσχυσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης ως μονόδρομο, ως αναγκαίους για να προλάβει η χώρα «το τρένο της ψηφιακής οικονομίας», ως ωφέλιμους για όλους, ως αυτονόητους με βάση τις σύγχρονες διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις. Αξιοποιώντας την τάση της γενικότερης συντηρητικοποίησης και υποχώρησης του εργατικού κινήματος, κλιμακώνει την προσπάθεια «ενεργούς συμπόρευσης» των εργαζομένων πίσω από το στόχο αναβάθμισης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έστρωσε απλά το δρόμο, αλλά σήμερα στηρίζει αποφασιστικά όλες τις βασικές κατευθύνσεις της αστικής στρατηγικής που προωθεί η κυβέρνηση. Η κριτική του σε δευτερεύουσες, επιμέρους πλευρές (π.χ. για τη διαπραγματευτική τακτική της ΝΔ για τη μείωση του ύψους των ετησίων πλεονασμάτων) βοηθά στον εγκλωβισμό της λαϊκής δυσαρέσκειας εντός των τειχών του συστήματος, κάτι που έχει ανάγκη το κεφάλαιο και εντάσσεται στο πλαίσιο και των στόχων της άρχουσας τάξης και της ΕΕ.
Γι’ αυτό χρειάζεται η οργάνωση πλατιάς ιδεολογικοπολιτικής αντεπίθεσης, για να φωτιστεί ότι υπάρχει άλλος δρόμος, ο δρόμος της ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης, ο δρόμος του σοσιαλισμού.
Χρειάζεται συνεχές μέτωπο ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ, προσαρμοσμένο στις συνθήκες της αντιπολίτευσης που βρίσκεται σήμερα, όπου θα ανεβάζει περισσότερο τους λαϊκίστικους τόνους. Μπόρεσε να χειραγωγήσει αρκετές λαϊκές ριζοσπαστικές δυνάμεις σε συνθήκες διακυβέρνησης, με την ψήφιση τόσων μνημονιακών αντιλαϊκών νόμων κλπ., αλλά ταυτόχρονα με προπαγάνδα που απευθυνόταν στο θυμικό και το συναίσθημα αγωνιστών, αριστερών, με ρίζες στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - ΔΣΕ, διαστρεβλώνοντας την ιστορία και την παρακαταθήκη των αξιών τους. Την ίδια τακτική θα ακολουθήσει, και μάλιστα με πιθανότητα ευκολότερης παραπλάνησης τώρα, ως αντιπολίτευση.
Υπάρχει πείρα, αλλά χρειάζεται μελέτη και ορισμένη αναπροσαρμογή και της δικής μας τακτικής. Δεν μπορούμε να πάμε μόνο με την αντιπαράθεση της περιόδου Ιούλη 2012 - Γενάρη 2015, οπότε ήταν και τότε αξιωματική αντιπολίτευση, αφού πρόκειται για διαφορετικές συνθήκες, όπου ήταν ανερχόμενο ρεύμα, δεν είχε δοκιμαστεί ως κυβερνητική δύναμη, πήγαινε να διεκδικήσει για πρώτη φορά κυβερνητική εξουσία, «η αριστερά στην κυβέρνηση», με συνθήματα για κατάργηση των μνημονίων και άλλα πολλά.
Ως μπούσουλα στην πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να έχουμε την εκτίμηση της ΚΕ μετά τις πρόσφατες εκλογές ότι η κατάσταση αποτυπώνει ένα νέο συσχετισμό μεταξύ των αστικών κομμάτων, με κύριο χαρακτηριστικό την κυβερνητική εναλλαγή μεταξύ των δυο μεγαλύτερων κομμάτων του κεφαλαίου, των μονοπωλίων, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, ο ταξικός συσχετισμός παραμένει πολύ αρνητικός, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά συνολικά στην Ευρώπη, στην περιοχή μας, το εργατικό λαϊκό κίνημα δεν έχει περάσει ακόμα σε φάση δυναμικής και πιο μαζικής αντεπίθεσης.
Ως βασικό στόχο μέχρι το 21ο Συνέδριο, πρέπει να θέσουμε μια ακόμα πιο δυναμική και διακριτή παρέμβαση του Κόμματος στις εξελίξεις με βάση τη χαραγμένη πολιτική και στρατηγική του Κόμματος. Επομένως, πρέπει να εξετάσουμε καλύτερα ορισμένα ζητήματα που συνδέονται με την άνοδο της καθοδηγητικής ευθύνης σε όλα τα επίπεδα.