Το ΚΚΕ συνέβαλε καθοριστικά ώστε ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης να αντιστέκεται και να δείχνει εξαιρετικά στοιχεία αντοχής, κράτησε ζωντανή την αξία της αγωνιστικής συνδικαλιστικής οργάνωσης, συγκρότησε δυνάμεις, ανασύνταξε συνδικάτα, διαπαιδαγώγησε μια νέα γενιά αγωνιστών με γραμμή ενάντια στους καπιταλιστές, στο κράτος και τους μηχανισμούς του, στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες τους.
Η δράση αυτή του ΚΚΕ συντέλεσε, ειδικότερα τα χρόνια της προηγούμενης καπιταλιστικής κρίσης, ώστε η κατάσταση υποχώρησης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος να μην είναι καθολική.
Έχουμε συγκεντρώσει σημαντική θετική και αρνητική πείρα στην επεξεργασία της τακτικής μας, έχουμε διαμορφώσει μια κρίσιμη ιδεολογική - πολιτική και οργανωτική υποδομή ως Κόμμα και δύναμη μέσα στο κίνημα, για να δώσουμε τη μάχη να αμβλύνουμε και να αλλάζουμε τη σημερινή κατάσταση στην κατεύθυνση ενίσχυσης της ενότητας της εργατικής τάξης, του ταξικού προσανατολισμού της για την εργατική - λαϊκή αντεπίθεση, για να ηγηθεί στην κοινωνική συμμαχία σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.
Χωρίς να υποτιμάμε τους αντικειμενικούς παράγοντες που έχουν συμβάλει στην απομάκρυνση τμημάτων της εργατικής τάξης από τη συνδικαλιστική οργάνωση και δράση με ταξικό προσανατολισμό, είναι στοιχείο ισχυροποίησης του ΚΚΕ να ανεβάζουμε τις απαιτήσεις μας για την ικανότητα δράσης μας, αντιμετωπίζοντας συνεχώς την πίεση που ασκεί ο αρνητικός συσχετισμός προς την ενσωμάτωση, αλλά και τον υποκειμενισμό ότι η παρέμβαση του Κόμματος είναι ο μοναδικός παράγοντας για την ανατροπή αυτού του αρνητικού συσχετισμού.
Προσδιορίζουμε το βασικό περιεχόμενο της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος ως την προετοιμασία και ανάπτυξη της ικανότητας δράσης του να αντιπαρατεθεί με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, σε συμμαχία με τα λαϊκά τμήματα των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου που παλεύουν για την επιβίωσή τους, ενάντια στην ενιαία επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής εξουσίας. Η δράση μας να αντιστοιχίζεται με το στρατηγικής σημασίας καθήκον της ανασύνταξης.
Δουλεύουμε μέσα στην εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό της κίνημα με σταθερότητα σε όλους τους κλάδους και σε τοπικό επίπεδο συνοικίας, δήμου, πόλης, χωριού, έχοντας πάντα ολοκληρωμένο σχέδιο οργάνωσης και κινητοποίησης εργατικών - λαϊκών μαζών, λειτουργίας και δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ίδρυσης νέων, αλλαγής συσχετισμού σε συνδικάτα, ώστε να μετράμε βήματα, αποτελέσματα, στην πορεία να κάνουμε διορθώσεις, όπου χρειάζεται.
Κρίσιμο ζήτημα είναι η ενιαία αντίληψη στο εξής ζήτημα: «Το Κομμουνιστικό Κόμμα δρα και αυτοτελώς, και στο κίνημα». Αυτό το στοιχείο της δράσης μας, που πηγάζει από το γεγονός ότι το ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι η ανώτερη, συνειδητή μορφή έκφρασης του εργατικού κινήματος, δεν πρέπει να εμφανίζεται ως δύο καθήκοντα ή να διαχωρίζεται απόλυτα η συνδικαλιστική από την κομματική - πολιτική δουλειά ή να ταυτίζεται. Δίνουμε βάρος στην καθοδηγητική βοήθεια ώστε να ξεπεραστούν προβλήματα στο πώς κατανοείται στην πράξη η σχέση του Κόμματος με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αυτά γίνονται πιο σύνθετα σε συνθήκες υποχώρησης του κινήματος, που θα μας στερούν μεγαλύτερη δυναμική στη δράση μας και, παράλληλα, δε διαμορφώνουν πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την κομματική οικοδόμηση, βασικό παράγοντα για την άνοδο του εργατικού κινήματος.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΠΑΛΗΣ ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ - ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ
Αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα, δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού προβάλλουν το σύνθημα της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» στο πλαίσιο πολυποίκιλων προγραμμάτων. Στην πραγματικότητα είναι μια έκφραση της καπιταλιστικής ανάκαμψης με αλλαγή του «παραγωγικού μοντέλου». Σήμερα προβάλλεται η «πράσινη μετάβαση», με πρόσχημα την αντιμετώπιση της «κλιματικής αλλαγής». Πρόκειται για στόχους πάλης στο κίνημα, οι οποίοι αξιοποιούνται για τον εγκλωβισμό σε διάφορες εκδοχές της αστικής πολιτικής.
Η ΓΣΕΕ και μεγάλες Ομοσπονδίες του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού προβάλλουν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εξειδίκευσης των στρατηγικών κατευθύνσεων του κεφαλαίου, συμπληρωματικό και σε ορισμένες περιπτώσεις πιο εξειδικευμένο από το «Σχέδιο Πισσαρίδη», αναπαράγοντας αυταπάτες ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη μπορεί να είναι επωφελής και για τους εργοδότες, και για τους εργαζόμενους.
Οι δύο δρόμοι ανάπτυξης, ή για το κεφάλαιο ή για τον λαό, θα είναι η βασική γραμμή αντιπαράθεσης και το επόμενο διάστημα στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, βρίσκοντας την έκφρασή της σε κάθε κλάδο. Με επίκεντρο τους κλάδους στρατηγικής σημασίας, απαιτείται μια πιο σταθερή, επίμονη, σχεδιασμένη δράση κατά κλάδο, με εξειδικευμένη γραμμή κατά χώρο και σωματείο, με στόχο τη συσπείρωση δυνάμεων, την αλλαγή του συσχετισμού και την οικοδόμηση γερών Κομματικών Οργανώσεων.
Σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνεται ότι απαιτείται ανώτερη ιδεολογική - πολιτική και οργανωτική δουλειά στο Κόμμα και συνεχής επεξεργασία της ιδεολογικής - πολιτικής πάλης μέσα στις γραμμές του κινήματος, ενάντια στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, στην εργοδοσία, στο κράτος, συνολικά στη στρατηγική του κεφαλαίου, αλλά και στον οπορτουνισμό. Με την ένταση της ιδεολογικής - πολιτικής δουλειάς και την ανάπτυξη της ικανότητας των κομμουνιστών να εξειδικεύουν στο κάθε κίνημα ανά χώρο, κλάδο κλπ., μπορεί να προωθείται η οργάνωση, η συσπείρωση και η διαφώτιση των εργαζομένων, η άνοδος της πολιτικής επιρροής του ΚΚΕ μέσα στην εργατική τάξη, καθοριστικός παράγοντας για τη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης, την άνοδο της ταξικής πολιτικής δράσης των εργαζομένων, που θα θέσει το θέμα ριζικών ανατροπών στο επίπεδο της εξουσίας.
Με το κίνημα σε υποχώρηση και την επίθεση της αστικής τάξης να δυναμώνει, η προσπάθεια για την οργάνωση της πάλης, τη διαμόρφωση αιτημάτων και διεκδικήσεων απαιτεί συνεχή μελέτη, ζωντανή επαφή με τους χώρους δουλειάς και αναγκαίες προσαρμογές, τέτοιες που να αποκαλύπτουν τους σχεδιασμούς του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του, τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος και να αξιοποιούν την παραμικρή δυνατότητα που εμφανίζεται, για να συσπειρώνονται εργαζόμενοι, να ενώνονται και να βγαίνουν στον συλλογικό αγώνα. Θέτουμε στο επίκεντρο τον στόχο να γίνει η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση αξιόμαχο όργανο πάλης των εργαζομένων, όπλο για να δυναμώσει η οργάνωση της εργατικής τάξης, η αγωνιστική της στάση για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της ως μια από τις προϋποθέσεις για να στραφεί ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο και την εξουσία του, σε συνδυασμό με την επίδραση των κομμουνιστικών ιδεών, αλλά και τις γενικότερες εξελίξεις που θα καθορίσουν την έκβαση της ταξικής πάλης.
Στη φάση που βρισκόμαστε είναι ανάγκη να περάσει ως καθοδηγητικός προσανατολισμός ότι για τη διαμόρφωση των διεκδικητικών πλαισίων απαιτείται να διεισδύσουμε βαθιά μέσα στην εργατική τάξη, στη σημερινή κατάστασή της, στις ανάγκες της, στα προβλήματά της, χωρίς να ενσωματωθούμε ούτε να αφομοιωθούμε, υπολογίζοντας παντού το επίπεδο, την πείρα στον κλάδο και τον χώρο δουλειάς. Σε αρκετές περιπτώσεις η διαπάλη για να μην εγκλωβιστούν οι εργάτες στη μία ή στην άλλη εκδοχή συμφερόντων του κεφαλαίου απαιτεί την κατάλληλη επεξεργασία πιο προωθημένου πλαισίου πάλης, όπως, π.χ., στο λιμάνι του Πειραιά με αιτήματα που στηρίζουν το σύνθημα «λιμάνι - λαϊκή περιουσία» και την κατεύθυνση της πάλης που απαιτείται για να γίνει πραγματικότητα.
Πρωτοστατούμε στην οργάνωση του αγώνα της εργατικής τάξης, ως προϋπόθεση για να επικοινωνούμε, για να διαμορφώνουμε τις διεκδικήσεις μαζί με τους ίδιους τους εργαζόμενους, που αποτελεί στοιχείο αγωνιστικής διαπαιδαγώγησης και για να την μπολιάσουμε με την ανάγκη της διεκδίκησης όλων των αναγκών και δικαιωμάτων της. Ειδικά στη σημερινή κατάσταση, υπάρχουν μεγάλα και οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων σε κάθε χώρο δουλειάς και κλάδο. Υπάρχουν χώροι δουλειάς και κλάδοι με πολύ χαμηλούς μισθούς, απληρωσιά, ελαστικά ωράρια κλπ., αλλά και άλλοι χώροι και κλάδοι που τα προβλήματα εμφανίζονται με άλλη μορφή. Ταυτόχρονα, τα προβλήματα των εργαζομένων δεν καθορίζονται αποκλειστικά και μόνο από το επίπεδο του μισθού, αλλά και από τη γενικότερη πολιτική, για την Κοινωνική Ασφάλιση, την Υγεία, την Παιδεία κ.ο.κ. Ούτε καθορίζονται μόνο από την πολιτική του ξεχωριστού καπιταλιστή. Ο εργάτης ή η εργάτρια είναι «αντικείμενο» εκμετάλλευσης από ολόκληρη την αστική τάξη.
Έχουμε επίγνωση ότι το πλαίσιο πάλης για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών δεν υιοθετείται μια κι έξω από την αρχή απ’ όλα τα σωματεία, από τους εργαζόμενους, μιας και κάθε τμήμα της εργατικής τάξης αντικειμενικά επηρεάζεται πρώτα απ’ όλα από την κατάσταση που ζει στον χώρο δουλειάς του, στον κλάδο του. Με αποφασιστικότητα να ξεπεράσουμε το να απευθυνόμαστε με γενικόλογα συνθήματα ή να περιορίζουμε τη δική μας παρέμβαση στα όρια που θέτει ο αρνητικός συσχετισμός μέσα στο κίνημα ή σε μια κινητοποίηση, χωρίς να έχουμε αυταπάτες για το τι παραχωρήσεις ή υποχωρήσεις μπορούν να γίνουν στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ωστόσο, δεν μπορούν να μπαίνουν προκαταβολικά στενά όρια στην εξελισσόμενη ταξική πάλη.
Η άνοδος του βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης είναι αποτέλεσμα συνδυασμού πολλών παραγόντων, με αποφασιστικής σημασίας την παρέμβαση του Κόμματος κα την εμβέλεια της ιδεολογίας και πολιτικής του. Η απουσία από την πάλη είναι πρόσφορο έδαφος για ηττοπάθεια, ενώ η συμμετοχή διαμορφώνει προϋποθέσεις αγωνιστικής πείρας, δίνει αυτοπεποίθηση.
Ιδιαίτερα ο αγώνας ενάντια στις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, με όλη την αντιδραστική ποικιλία τους, αντικειμενικά εξελίσσεται σε αντιπαράθεση με μια στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου, η οποία προωθείται με διαβαθμίσεις σε όλους τους κλάδους ως γενική τάση. Αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης που με την παρέμβαση των κομμουνιστών μπορεί να στερεώνει γενικότερα συμπεράσματα για το σύστημα της εκμετάλλευσης, για το πού πρέπει να στρέψει τα βέλη του το κίνημα.
Η διεκδίκηση της αύξησης του μεροκάματου, του μισθού, η υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η διεκδίκηση σταθερού ωραρίου, η κατάργηση υπερωριών, η μείωση του εργάσιμου χρόνου είναι ζωτικά αιτήματα που συγκρούονται με την καρδιά των αστικών μεταρρυθμίσεων, ενώ, ταυτόχρονα, οι συνολικές ανάγκες της εργατικής - λαϊκής οικογένειας είναι η γραμμή συσπείρωσης, ενδυνάμωσης της πάλης, αντιπαράθεσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου. Είναι ταξικές διεκδικήσεις που μπορεί να οδηγούν σε άνοδο της πάλης, στη βελτίωση της οργάνωσης, με την προϋπόθεση να τις επεξεργαζόμαστε σωστά, όχι μηχανιστικά, αλλά παίρνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες, στα πλαίσια πάλης μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Δουλεύουμε με την πεποίθηση ότι η άνοδος της ταξικής πάλης και της ανασύνταξης μπορεί και να δώσει κάποιες άμεσες κατακτήσεις στον έναν ή τον άλλο βαθμό. Αξιοποιούμε την πείρα της πάλης και τις όποιες κατακτήσεις, για να συνειδητοποιεί η εργατική τάξη την ανάγκη ριζικών ανατροπών.
Δυναμώνουμε ως Κόμμα την ιδεολογική - πολιτική παρέμβαση ώστε να μπολιάζεται το κίνημα με το πλαίσιο για τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής - λαϊκής οικογένειας. Οι σύγχρονες ανάγκες αφορούν όλες τις πτυχές της ζωής (μισθούς, συνθήκες δουλειάς, υγεία, παιδεία, κατοικία, ελεύθερο χρόνο, ψυχαγωγία, διακοπές, αξιοποίηση νέων τεχνολογιών για τον άνθρωπο κ.ά.). Παίρνουμε υπόψη ότι η κοινωνική συνείδηση διαμορφώνεται και από ζητήματα που θέτει το αστικό πολιτικό σύστημα, όπως ο ατομικός δικαιωματισμός, οι ανορθολογικές θεωρίες περί «κοινωνικού φύλου» κλπ. Όλα αυτά είναι ζητήματα που αφορούν και το εργατικό - λαϊκό κίνημα, με απήχηση ιδιαίτερα σε νεότερες ηλικίες. Η προβολή όλων των σύγχρονων αναγκών δίνει τη δυνατότητα να δυναμώνει η απαιτητικότητα, να προσανατολίζεται η πάλη ενάντια στις πραγματικές αιτίες, δείχνοντας τα όρια του καπιταλιστικού συστήματος, φωτίζοντας τις δυνατότητες και τους όρους για να ικανοποιηθούν. Επιδιώκουμε αυτό να γίνει υπόθεση της εργατικής τάξης και των άλλων σύμμαχων κοινωνικών δυνάμεων. Οπωσδήποτε, η υιοθέτησή του δεν θα γίνεται μια κι έξω. Θα υιοθετούνται αιχμές, θα κλιμακώνεται, θα υπάρχουν και πισωγυρίσματα ανάλογα με την πορεία της ταξικής πάλης. Η συνολική διεκδίκησή του θα γίνεται στην πορεία της ταξικής πάλης, πιο εμφανούς βελτίωσης του συσχετισμού της πολιτικής πάλης, κλονισμού της αστικής εξουσίας και, οπωσδήποτε, σε συνθήκες επαναστατικής ανόδου. Η ικανοποίηση των συνεχώς διευρυνόμενων σύγχρονων κοινωνικών αναγκών είναι ζήτημα της επαναστατικής εργατικής εξουσίας και της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής οικοδόμησης.
Οι νέες ανατροπές στα εργασιακά δικαιώματα και στον νόμο για τα συνδικάτα, που ψηφίστηκαν παραμονές του 21ου Συνεδρίου, απαιτούν να επικαιροποιήσουμε τους στόχους για σημαντικά μέτωπα πάλης, στο ζήτημα του μισθού και των ΣΣΕ, στην τηλεργασία, στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, στα ζητήματα υγείας και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, στις ελαστικές σχέσεις, στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου και τα προγράμματα ανακύκλωσης της ανεργίας στο Δημόσιο, στον κατώτερο μισθό, στην αποκάλυψη των στόχων της παραπέρα ιδιωτικοποίησης μεγάλων παραγωγικών μονάδων. Να εντάξουμε την πάλη για την αντιμετώπιση οξυμένων προβλημάτων σε επιχειρήσεις και κλάδους, στον γενικότερο αγώνα για τα δικαιώματα των εργαζομένων και των λαϊκών τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων.
Η παρέμβασή μας και η πρωτοβουλία μας στην κατεύθυνση να αναπτύξουν τα συνδικάτα τέτοιους αγώνες δεν είναι εύκολο μέτωπο πάλης, δεν εξασφαλίζει βέβαια κλιμάκωση. Έχει διαμορφωθεί μια νέα κατάσταση. Αυξάνεται ο αριθμός νέων ανθρώπων, οι οποίοι εργάζονται χωρίς να έχουν γνωρίσει ΣΣΕ και άλλα δικαιώματα προηγούμενων γενεών και αποτελεί την πλειοψηφία. Κατά κανόνα, το ύψος και οι τρόποι αμοιβής εδράζονται σε μια πανσπερμία ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, οι ατομικές συμβάσεις κυριαρχούν.
Στα ζητήματα προσανατολισμού κι εξειδίκευσης του πλαισίου πάλης χρειάζεται να επιμείνουν τα καθοδηγητικά Όργανα, τα Τμήματα της ΚΕ και οι Κομματικές Ομάδες και για συγκεκριμένα τμήματα της εργατικής τάξης, όπως οι γυναίκες, οι μετανάστες, η νέα βάρδια των εργαζομένων και της μαθητείας - κατάρτισης, ώστε να ανέβουν πιο αποφασιστικά η οργάνωση και η συμμετοχή αυτών των τμημάτων στα συνδικάτα, αλλά και η ανάδειξη συνδικαλιστικών στελεχών, ειδικά γυναικών και μεταναστών, δηλαδή σε κρίσιμους τομείς όπου υστερούμε. Αντίστοιχα σε άλλα προβλήματα που αφορούν το σύνολο των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, όπως είναι η Κοινωνική Ασφάλιση, το μεγάλο μέτωπο της Υγείας. Να δώσουμε συνέχεια στο μεγάλο αυτό θέμα που ανοίξαμε πριν από την πανδημία, αλλά και κατά την εκδήλωσή της, για την προστασία της υγείας και ασφάλειας στους χώρους εργασίας, για την κατάσταση του συστήματος Υγείας, των διεκδικήσεων για το Δημόσιο Νοσοκομειακό Σύστημα Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ). Να συνεχιστεί η προσπάθεια να αναπτύσσονται κινητοποιήσεις που μπορούν να συμβάλουν στην αλλαγή συσχετισμού σε σωματεία σε μεγάλες δημόσιες μονάδες Υγείας, στην Ομοσπονδία Νοσοκομειακών Γιατρών, αλλά και να συντονιστούν εργατικά σωματεία, δυνάμεις στους ΕΒΕ, Σύλλογοι της ΟΓΕ, Αγροτικοί Σύλλογοι.
ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Η συγκεντρωμένη θετική και αρνητική πείρα επιβεβαιώνει τη σημασία της ολοκληρωμένης παρέμβασης των δυνάμεών μας που περιλαμβάνει κατάλληλα επεξεργασμένο πλαίσιο πάλης, εύστοχη διαπάλη με την επίδραση των αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων στο κίνημα και αυτοτελή ιδεολογική - πολιτική δράση του Κόμματος. Η συνδυασμένη εκπλήρωση αυτών των καθηκόντων, που δεν ταυτίζονται και το καθένα απαιτεί συγκεκριμένο σχεδιασμό και επεξεργασία, είναι απαραίτητη για τη διεύρυνση συσπείρωσης εργατικών - λαϊκών δυνάμεων στον αγώνα σύγκρουσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου.
Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες ενός εξαιρετικά αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων, απομαζικοποίησης των σωματείων και συντηρητικοποίησης, η αναβάθμιση της ικανότητας παρέμβασης των δυνάμεών μας στο κίνημα είναι σύνθετο και απαιτητικό καθήκον. Απαιτεί ένα ορισμένο επίπεδο θεωρητικό, ιδεολογικό, πολιτικό και καλή παρακολούθηση των εξελίξεων, γνώση των προβλημάτων και επεξεργασία των επιχειρημάτων που αναδεικνύουν τις αιτίες τους. Τα συνδικάτα αποτελούνται από εργάτες και εργάτριες με διαφορετικό βαθμό ταξικής συνειδητοποίησης, με διαφορετική συνδικαλιστική πείρα και δράση, ενώ απ’ τη φύση της η συνδικαλιστική πάλη περιστρέφεται γύρω απ’ τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης. Εκτός από την αυτοτελή και απευθείας επαφή του Κόμματος, απαιτείται η παρέμβαση των κομμουνιστών στα όργανα και στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος, ώστε τα συνδικάτα να βαδίσουν στον δρόμο της αντιμονοπωλιακής - αντικαπιταλιστικής πάλης.
Αποτελεί σημαντικό πρόβλημα της καθοδηγητικής δουλειάς των Οργάνων η αφομοίωση, αξιοποίηση και εξειδίκευση των επεξεργασιών μας, ώστε η παρέμβασή μας απ’ τη μια να μην αποτελεί μια μηχανιστική μεταφορά της κεντρικής κομματικής προπαγάνδας και απ’ την άλλη να μην περιορίζεται στην επανάληψη των αιτημάτων του πλαισίου πάλης που προτείνουμε σε κάθε φάση ενός αγώνα. Να φωτίζει τις μεγάλες δυνατότητες να ικανοποιηθούν οι αυξανόμενες λαϊκές ανάγκες, ώστε να συμβάλλει στην άνοδο της απαιτητικότητας και της μαχητικότητας για την ικανοποίησή τους. Αυτή η προσπάθεια να ενισχύεται με τη συστηματική κομματική δουλειά για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού.
Απαιτείται καθοδηγητική προσπάθεια, ώστε να αυξάνεται η ικανότητα των δυνάμεών μας να φωτίζουν τα κριτήρια επιλογής των αιτημάτων, να αποκαλύπτουν τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης, να αναδεικνύουν τις προϋποθέσεις αντίστασης και αντεπίθεσης ενάντια στη στρατηγική του κεφαλαίου. Η παρέμβασή μας να σημαδεύει τεκμηριωμένα τον πραγματικό ταξικό αντίπαλο και όχι μόνο την εκάστοτε κυβέρνηση, ώστε να συμβάλλει στην εδραίωση και στο βάθεμα του αντικαπιταλιστικού - αντιμονοπωλιακού προσανατολισμού του κινήματος. Να καλλιεργεί την ανάγκη διεύρυνσης του αγώνα για ευρύτερα δικαιώματα και ανάγκες, για σύνθεση διαφορετικών μετώπων, ώστε να δίνει ώθηση στην κλιμάκωση της πάλης, στον συντονισμό σε τοπικό, κλαδικό και πανελλαδικό επίπεδο. Οπωσδήποτε προκύπτει η ανάγκη άμεσης απάντησης, με βάση την επικαιρότητα, αλλά να μη διστάζουμε να ανοίγουμε ζητήματα που αποσιωπώνται ή δε φαίνεται να ενδιαφέρουν άμεσα κι έντονα τους εργαζόμενους.
Η εύστοχη διαπάλη για την αντιμετώπιση, στον βαθμό του δυνατού, της αστικής και της οπορτουνιστικής επίδρασης στο κίνημα έχει ιδιαίτερη σημασία στις σημερινές συνθήκες που η κυβέρνηση της ΝΔ δίνει εκ νέου τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ και σε άλλα κόμματα να καλλιεργούν αυταπάτες σχετικά με τη δυνατότητα φιλολαϊκής διαχείρισης από μια «προοδευτική αριστερή» αστική κυβέρνηση ή οι αυταπάτες να πυροδοτούνται από τον φόβο της σύγκρουσης.
Η επίμονη καθοδηγητική δουλειά για να αντιμετωπιστούν κενά και ελλείψεις στην αφομοίωση βασικών ιδεολογικών - πολιτικών θέσεων και επεξεργασιών, να ξεπεραστούν δυσκολίες εξειδίκευσης κατά κλάδο και χώρο δουλειάς, είναι αποφασιστικός παράγοντας για τη διεύρυνση και το βάθεμα των δεσμών μας στην εργατική τάξη. Παίζει καθοριστικό ρόλο τόσο για τη διασφάλιση της μαχητικής συμπόρευσης πρωτοπόρων εργατικών - λαϊκών δυνάμεων όσο και για την αποτελεσματική προσέγγιση εργαζομένων με εμπεδωμένες φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις. Συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα της προσπάθειας να διαμορφωθούν όροι οργάνωσης και συμμετοχής στο συνδικαλιστικό κίνημα, σε απαθείς, απογοητευμένες, αδρανοποιημένες λαϊκές μάζες. Συμβάλλει, επίσης, στη θωράκιση της αντοχής των κομματικών δυνάμεων μπροστά στην πίεση για άμεσα θεαματικά αποτελέσματα, στην κατανόηση του μακρόχρονου χαρακτήρα, των αντικειμενικών δυσκολιών και των απαιτήσεων της ιδεολογικής - πολιτικής πάλης στις γραμμές του κινήματος.
Η συγκεντρωμένη πείρα που έχουμε δείχνει επίσης ότι είναι πολύ σημαντικό το Κόμμα, με τη δράση των στελεχών και μελών του, να έχει την πρωτοβουλία όχι μόνο στην ανάδειξη ζητημάτων αλλά και στη μαζική παρέμβαση μέσα στους εργαζόμενους, για να βάζει από την αρχή σε σωστή βάση τα αιτήματα, σχέδιο και προσανατολισμό, ανεξάρτητα από τη διάσταση που θα πάρουν. Η καθοδηγητική βοήθεια να ενθαρρύνει την πρωτοβουλία από τα κάτω, το στοιχείο της καλής γνώσης της κατάστασης σε κάθε χώρο, χωρίς να υποτιμούμε κανένα πρόβλημα, το οποίο μπορεί να γίνει η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι κάθε φορά, ώστε με αμεσότητα να αναπτύσσεται δράση εκεί όπου οξύνεται η κατάσταση. Ιδιαίτερα, απαιτείται διαρκής ετοιμότητα για παρεμβάσεις πάνω σε προβλήματα που δημιουργούνται από τη γενικότερη πολιτική κατάσταση, όπως πρόσφατα με την πανδημία. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούν να υπάρχουν και κάποια άμεσα αποτελέσματα σε αγώνες, κυρίως στην άνοδο της ταξικής πολιτικής συνειδητοποίησης.
Όταν διαμορφώνονται όροι μικρότερης ή μεγαλύτερης κινητοποίησης γύρω από οξυμένα προβλήματα, τα μέλη του Κόμματος πρωτοστατούν και παρεμβαίνουν, ακόμα και όταν αναπτύσσονται από φορείς και συσπειρώσεις όπου εμείς δεν έχουμε πλειοψηφία ή δεν έχουμε εκπροσώπους. Με συλλογικό τρόπο και συγκεκριμένα εξετάζουμε κάθε φορά τη μορφή και την κλιμάκωση της παρέμβασής μας. Αυτό αφορά και τη στάση μας σε κινητοποιήσεις που κρίνουμε απαραίτητες, σε απεργιακές συγκεντρώσεις κλάδων που οργανώνονται από Ομοσπονδίες και πολύ περισσότερο από πρωτοβάθμια σωματεία, ώστε οι κομμουνιστές με τους οπαδούς και τους συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ να παρεμβαίνουν, συμμετέχοντας στο μπλοκ των σωματείων τους.
Σε τέτοια ζητήματα πρακτικής έκφρασης της γραμμής μας στο κίνημα είναι λάθος ο εγκλωβισμός σε σχηματοποιήσεις, όπου ο διαχωρισμός κρίνεται και στον τόπο και τον χρόνο μιας συγκέντρωσης, χωρίς αυτό φυσικά να μας οδηγεί στην αντίθετη σχηματοποίηση και να καταντά η κινητοποίηση «σούπα», χάριν μιας άμορφης και με αποπροσανατολιστική γραμμή «ενότητας».
Τα ζητήματα της έντασης της κρατικής καταστολής, της εργοδοτικής τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς, της επίθεσης στα συνδικαλιστικά δικαιώματα, στα δικαιώματα των προσφύγων και των μεταναστών, δεν τα αντιμετωπίζουμε ξεκομμένα από τη συνολική αντιδραστικοποίηση του συστήματος και τη συνολική πολιτική υλοποίησης των στρατηγικών στόχων του κεφαλαίου, είναι συμπλήρωμά τους. Γι’ αυτό θεωρούμε ότι είναι ζητήματα που πρέπει να μπουν στην προμετωπίδα της πάλης του ταξικά προσανατολισμένου εργατικού κινήματος, της κοινωνικής συμμαχίας.
Ο αγώνας αυτός πρέπει να ενισχύει τον συνολικό αντικαπιταλιστικό - αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό της πάλης, την ανάδειξη της ταξικής ουσίας της αστικής δημοκρατίας, κόντρα σε λογικές που αποσπούν την καταστολή από τον χαρακτήρα του αστικού κράτους ενισχύοντας τα κάλπικα διλήμματα «πρόοδος - συντήρηση» και διευκολύνοντας αυταπάτες της σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης. Στον αγώνα αυτό έχουν θέση όλοι και όλες. Η υπεράσπιση των εργατικών συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στηρίζεται στην οργανωμένη απειθαρχία, στην πάλη για ακύρωση στην πράξη των αντιδραστικών νόμων και στην αποκάλυψη του ρόλου όλων των αστικών κυβερνήσεων που τους διατήρησαν και τους επεξέτειναν κατά τη διάρκεια της δικής τους θητείας (ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019, ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ παλιότερα), ενώ η Ελληνική Λύση ούτως ή άλλως έχει στην προμετωπίδα της την ένταση της καταστολής.
Έχουμε τη δυνατότητα και είναι απαραίτητο να εκτιμάμε έγκαιρα και αντικειμενικά τις διαθέσεις των μαζών, να παρεμβαίνουμε σχεδιασμένα και οργανωμένα ως πρωτοπορία στο περιεχόμενο, στην κατεύθυνση, στις μορφές οργάνωσης και πάλης, πρωτοστατώντας σε μαζικές συλλογικές διαδικασίες του κινήματος, με προσοχή κι ευελιξία στη διεύρυνση, χωρίς να ατονεί το στοιχείο της επαγρύπνησης, της διαπάλης, ιδεολογικής και πολιτικής.
ΚΡΙΣΙΜΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΜΕ ΚΑΙ Η ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΠΟΥ ΣΥΣΠΕΙΡΩΝΕΙ
Η δημιουργία και η δράση του ΠΑΜΕ όλα αυτά τα χρόνια αποδείχτηκε απόφαση μεγάλης σημασίας. Ιδρύθηκε με πρωτοβουλία των κομμουνιστών που αναπτύσσουν πρωτοπόρα δράση στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα και αποτελεί ταξική συσπείρωση Ομοσπονδιών, Εργατικών Κέντρων, σωματείων και συνδικαλιστών με γραμμή πάλης σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, μια μεγάλη κατάκτηση του κινήματος.
Η εξέλιξη της πορείας και της εμβέλειάς του είναι σημαντική. Έχει γίνει σημείο αναφοράς, εκφράζει την αναγκαιότητα της ανασύνταξης και αντεπίθεσης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, της ύπαρξης διακριτού ταξικού πόλου σε διαπάλη με τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό και τη γραμμή του οπορτουνιστικού ρεύματος.
Σήμερα στο ΠΑΜΕ συσπειρώνονται 335 πρωτοβάθμια σωματεία, 25 δευτεροβάθμια (9 Ομοσπονδίες και 16 Εργατικά Κέντρα). Αυτή, όμως, η θετική πορεία δεν πρέπει να δημιουργεί κανέναν εφησυχασμό, γιατί δεν αναιρεί την απομαζικοποίηση συνδικάτων και τα προβλήματα στη λειτουργία και τη δράση τους.
Είναι ευθύνη των στελεχών και των μελών του ΚΚΕ που εκλέγονται στα όργανα και δρουν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης να ενισχύεται ο ρόλος και η μαζικότητα των ίδιων των σωματείων που συμμετέχουν στο ΠΑΜΕ, για να κατοχυρώνεται και να διευρύνεται ως ταξική συσπείρωση στο συνδικαλιστικό κίνημα που δρα με όρους συλλογικών μαζικών διαδικασιών, με την ενεργή συμμετοχή των εργαζομένων και δεν περιορίζεται στα ασφυκτικά πλαίσια που επιβάλλει ο κρατικός έλεγχος της μαζικής δράσης. Να εξασφαλίζεται η λειτουργία και η δράση των σωματείων και μέσα από τη δική μας δράση να ωριμάζει στις γραμμές τους και να επιβεβαιώνεται η συσπείρωσή τους στο ΠΑΜΕ, να βαθαίνει η συμφωνία με τη γραμμή πάλης σε αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό.
Πρέπει να παίρνουμε υπόψη, να μην υποτιμούμε το γεγονός, ότι στο σύνολο των μελών ενός σωματείου που έχει πάρει συλλογική απόφαση συμμετοχής στο ΠΑΜΕ υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και φυσικά διαφωνίες, προκαταλήψεις, συγχύσεις. Ακόμα κι εκεί όπου πλειοψηφική ή πρώτη δύναμη αποτελούν οι κομμουνιστές, δεν είναι σωστό να ερμηνεύεται ως συνολική συμφωνία με το πλαίσιο και τη γραμμή του ΠΑΜΕ, ακόμα και αν στο καταστατικό του σωματείου αναγνωρίζεται η αρχή της ταξικής πάλης και γίνεται αποδεκτός ως διακηρυκτικός στόχος η κατάργηση της εκμετάλλευσης.
Η δουλειά των κομμουνιστών για την επεξεργασία των θέσεων και των συνθημάτων σε κάθε κλάδο, σε κάθε σωματείο, για τη διαμόρφωση των κατάλληλων αιτημάτων κι επιχειρημάτων, του πλαισίου πάλης, ο σχεδιασμός δράσης, η επιλογή των κατάλληλων μορφών πάλης είναι αναγκαία και μέσα στα σωματεία που συμμετέχουν στο ΠΑΜΕ. Έχει ακόμα μεγαλύτερες απαιτήσεις σε σωματεία που δεν ανήκουν στο ΠΑΜΕ, σε συνδικαλιστικές οργανώσεις που οι κομμουνιστές είναι μειοψηφία ή δεν έχουν εκπροσώπους, πολύ περισσότερο σε εργασιακούς χώρους χωρίς συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Να συνειδητοποιούμε και να διαχωρίζουμε την κριτική σε απόψεις των εργαζομένων από την κριτική στις ηγεσίες του κυβερνητικού - εργοδοτικού συνδικαλισμού ή και στη γραμμή οπορτουνιστικών δυνάμεων, γιατί στην πρώτη περίπτωση δεν απευθύνεται στον ταξικό αντίπαλο, αλλά σε εργάτες και εργάτριες που αντικειμενικά έχουν συμφέρον να συγκρουστούν με τους καπιταλιστές και το κράτος τους, να παλέψουν μαζί μας για την ανατροπή του καπιταλισμού.
Είκοσι δύο χρόνια από την ίδρυση του ΠΑΜΕ, είναι ανάγκη να δώσουμε συνέχεια με νέες πρωτοβουλίες, με στόχους και σχέδιο, κεντρικά και κατά κλάδο, να γινόμαστε ολοένα και πιο ικανοί μέσα από τη δράση στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, να συμβάλλουμε ώστε το ΠΑΜΕ να γίνει ο κύριος φορέας του, εκφράζοντας ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης. Άρα, να διευρυνθεί με μάχες για την κατάκτηση πλειοψηφιών σε νέα σωματεία, Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα, με σχέδιο μαζικοποίησης σωματείων και ίδρυσης νέων, οργάνωσης νέων εργατικών μαζών, ενισχύοντας παραπέρα την επιρροή του, τραβώντας στην κοινή πάλη και σωματεία όπου δεν πλειοψηφούν οι κομμουνιστές. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την ιδεολογική - πολιτική παρέμβαση των κομμουνιστών στον χώρο δουλειάς, άνθρωπο τον άνθρωπο, ώστε σταθερά να κερδίζουμε τμήματα της εργατικής τάξης με την πολιτική του ΚΚΕ, απεγκλωβίζοντάς τα από την κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική.
Η κατανόηση αυτού του ζητήματος είναι όρος για να αντιμετωπιστεί ένας υπαρκτός κίνδυνος να υπάρξει εφησυχασμός και συμβιβασμός σε καθοδηγητικά Όργανα και Κομματικές Ομάδες, κάτω από το βάρος της υποχώρησης του κινήματος, για τα πολύ μικρά βήματα που γίνονται στη μαζικοποίηση των συνδικάτων και στη διεύρυνση του ΠΑΜΕ με νέα.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που συμμετέχουν στο ΠΑΜΕ ανέλαβαν πρωτοβουλίες που οδήγησαν σε κοινή δράση με άλλα σωματεία που δε συμμετείχαν στο ΠΑΜΕ γύρω από μεγάλα μέτωπα πάλης, γεγονός που έδειξε νέες δυνατότητες. Συνολικά, σε όλες τις πρωτοβουλίες, περίπου 165 συνδικάτα που δεν συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ αποφάσισαν τη συμμετοχή τους σε κοινή δράση. Ο αγωνιστικός συντονισμός έφτασε στο σημείο να πραγματοποιηθούν γενικές απεργίες 6 φορές τα τελευταία 3,5 χρόνια, με αποφάσεις σωματείων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ξεπερνώντας την υπονομευτική και ανοιχτά απεργοσπαστική στάση της πλειοψηφίας στη διοίκηση της ΓΣΕΕ. Αυτή η προσπάθεια και η κοινή δράση με τις ριζοσπαστικές συσπειρώσεις στα κινήματα των αγροτών, ΕΒΕ, γυναικών, νεολαίας αποτελούν παράγοντα αφύπνισης, πίεσης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις στις οποίες πλειοψηφούν δυνάμεις που αντιστρατεύονται ή δεν κατανοούν την ανάγκη του ταξικού προσανατολισμού του κινήματος.
Είναι αναγκαίο να συνεχιστεί η διατήρηση και διεύρυνση μιας στεφάνης σωματείων και άλλων συλλογικών φορέων γύρω από το ΠΑΜΕ (που δεν ανήκουν στο ΠΑΜΕ), μέσα από μαζικές διαδικασίες, με διαπάλη, με διαρκή προσπάθεια, με σχεδιασμό κατά κλάδο και περιοχή. Άλλοτε θα είναι περισσότερα, άλλοτε λιγότερα, επιδιώκοντας η κάθε πρωτοβουλία του ταξικού κινήματος να γίνεται αντικείμενο διαπάλης με τις άλλες δυνάμεις, να δημιουργεί ρήγματα.
Επιδιώκουμε με σχεδιασμένη δράση και συλλογικές αποφάσεις να συσπειρωθούν με το ΠΑΜΕ συνδικαλιστές και σωματεία. Να αποκαλύπτονται στους εργαζόμενους οι δυνάμεις που μπαίνουν εμπόδιο στην οργάνωση της πάλης τους ή που προσπαθούν να υποτάξουν το περιεχόμενο και τη διεξαγωγή της στα καπιταλιστικά συμφέροντα. Αυτός είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος για να βγάζουν οι εργαζόμενοι συμπεράσματα μέσα από την ίδια τους την πείρα, διαδικασία που βέβαια από μόνη της δεν αρκεί για την ωρίμανση επαναστατικής εργατικής συνείδησης, αλλά είναι μια σημαντική προϋπόθεση.
Η διαπάλη με την εργοδοτική, κυβερνητική γραμμή, αλλά και με την οπορτουνιστική στάση, να διεξάγεται με μαζικές διαδικασίες στο πρωτοβάθμιο σωματείο, κλαδικό κι επιχειρησιακό. Να μην υποχωρούμε μπροστά στις μεγάλες απαιτήσεις που έχουν οι μαζικές διαδικασίες των σωματείων (Γενικές Συνελεύσεις, συγκεντρώσεις, συσκέψεις), με τις οποίες και δικές μας δυνάμεις γίνονται πιο έμπειρες, πιο ικανές. Εδώ βρίσκεται το έδαφος αλλαγής της κατάστασης σε συνδικάτα και της εκπαίδευσης νέων δυνάμεων για το κίνημα.
Αυτός ο προσανατολισμός πρέπει να κατακτηθεί σε βάθος κι ενιαία από το σύνολο των καθοδηγητικών Οργάνων και των κεντρικών Κομματικών Ομάδων. Ανάλογο σχέδιο και προσανατολισμός να διαπεράσει όλες τις Ομοσπονδίες και τα Εργατικά Κέντρα όπου πλειοψηφούν οι δυνάμεις μας και τις αντίστοιχες Κομματικές Ομάδες.
Ο κυβερνητικός κι εργοδοτικός συνδικαλισμός, ο «κοινωνικός εταιρισμός», παρά την ανυποληψία της ΓΣΕΕ, κυριαρχεί στις βασικές Ομοσπονδίες και στα σωματεία στρατηγικών κλάδων (Ενέργεια, Τράπεζες, Μεταφορές, Τηλεπικοινωνίες), από τα οποία αντλεί και τη δύναμή του στη ΓΣΕΕ. Είναι στοιχείο που θα βαραίνει και θα εμποδίζει την ανασύνταξη και τα επόμενα χρόνια. Βέβαια, βαραίνουν και οι αντικειμενικές δυσκολίες, γιατί παρά την αλλαγή στη σύνθεση των χώρων και τις εργασιακές σχέσεις, τη μείωση των μόνιμων εργαζομένων που προσλαμβάνονταν από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις των κυβερνητικών κομμάτων, συνεχίζουν να είναι χώροι με το πιο σκληρό τμήμα της εργατικής αριστοκρατίας που διατήρησε επίπεδο παροχών και εισοδήματος ακόμα και μέσα στη δεκαετία της κρίσης.
Τα προηγούμενα χρόνια ενισχύθηκε η διαπάλη για τον ρόλο των συνδικάτων, τον προσανατολισμό της πάλης, την άνοδο του βαθμού οργάνωσης. Εκφράστηκε με μάχες στις οποίες πρωτοστάτησαν οι κομμουνιστές σε συνέδρια Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών, στο ίδιο το συνέδριο της ΓΣΕΕ σε Καλαμάτα, Ρόδο, Καβούρι, όπου συνέβαλαν να αποκαλυφθούν οι μηχανισμοί και οι μέθοδοι της εργοδοσίας και του αστικού κράτους για τη χειραγώγηση του συνδικαλιστικού - εργατικού κινήματος, για την ανοιχτή και καλυμμένη εξαγορά συνειδήσεων, την απροσχημάτιστη παρέμβαση της εργοδοσίας. Δυνάμωσε η αντιπαράθεση με τις αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις που συνασπίζονται ενάντια στο Κόμμα, αλλά και στο ΠΑΜΕ.
Μέσα και από αυτές τις αναμετρήσεις αναδείχτηκε η δυνατότητα να συμπορευτούν με τους κομμουνιστές και συνδικαλιστές που δεν συμφωνούν με το σύνολο της πολιτικής μας.
Θετικές αλλαγές στις διοικήσεις σε Εργατικά Κέντρα διαμόρφωσαν ευνοϊκότερες συνθήκες για την κλιμάκωση της πάλης και της διαπάλης, μπορούν να συμβάλουν στην κύρια προσπάθεια ανόδου της οργάνωσης στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, ζήτημα που βεβαίως δεν λύνεται αυτόματα, θέλει σταθερό προσανατολισμό και αντίστοιχες πρωτοβουλίες. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν πολλές Ομοσπονδίες κι Εργατικά Κέντρα όπου δεν παρεμβαίνουμε, δεν έχουμε κανέναν εκλεγμένο.
Η κατάσταση δεν είναι ίδια από πόλη σε πόλη και από σωματείο σε σωματείο, όσον αφορά και τα σωματεία που συσπειρώνονται στο
ΠΑΜΕ, αλλά και αυτά όπου οι κομμουνιστές είναι μειοψηφία ή δεν υπάρχει εκλεγμένος κομμουνιστής. Υπάρχουν, δηλαδή, σωματεία που έχουν προβλήματα λειτουργίας και ικανότητας κινητοποίησης των εργαζομένων.
Η οργανωτική δύναμη και επιρροή του ΚΚΕ σε κάθε κλάδο και χώρο δουλειάς είναι καθοριστικό στοιχείο για να αλλάζει η κατάσταση. Απαιτεί έγκαιρη πρόβλεψη, σταθερό προσανατολισμό και σχεδιασμό από τα καθοδηγητικά όργανα και τις Κομματικές Ομάδες, γερούς δεσμούς με μάζες, ιδεολογική πολιτική συγκρότηση, ικανότητα ελιγμών, τόλμη και πρωτοβουλία για να τα βγάλουμε πέρα.
Στην πορεία υποχώρησης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας βαραίνει και η κατάσταση στο διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα, η κυριαρχία των «Ελεύθερων» Συνδικάτων σε παγκόσμιο επίπεδο και στην Ευρώπη η κυριαρχία της ETUC (Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων - ΣΕΣ), η οποία αποτελεί οργανικό τμήμα της ΕΕ. Η ΓΣΕΕ συμμετέχει και είναι μέλος της ΣΕΣ.
Το Κόμμα μας στηρίζει την ανάγκη να δυναμώσει το ταξικό κίνημα σε κάθε χώρα, όπως αυτό εκφράζεται μέσα από τις γραμμές της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (ΠΣΟ) και των οργανώσεων που συμμετέχουν σε αυτήν. Το ΠΑΜΕ, ως μέτωπο συσπείρωσης συνδικάτων και συνδικαλιστών, συμμετέχει αυτοτελώς στην ΠΣΟ και στο προεδρείο της και οι κλαδικές ομοσπονδίες στις αντίστοιχες κλαδικές της ΠΣΟ.
Όλα τα προηγούμενα χρόνια αναπτύχθηκε πολύ σημαντική διεθνής δράση με καμπάνιες ενημέρωσης, συντονισμό αγωνιστικών κινητοποιήσεων, αλληλεγγύη σε μεγάλους απεργιακούς αγώνες, στους οποίους οι οργανώσεις που συμμετέχουν στην ΠΣΟ πρωτοστάτησαν, π.χ. Ινδία με εκατομμύρια απεργούς, Νότια Αφρική, Γαλλία κ.α. Η δράση αυτή πρέπει να συνεχιστεί και να στηριχτεί.
Η ΠΣΟ ενισχύθηκε με νέες οργανώσεις απ’ όλες τις ηπείρους (π.χ. Νότια Αφρική COSATU, Ινδία και σε επίπεδο Ευρώπης), που ήταν το ζητούμενο τα προηγούμενα χρόνια, με ανάπτυξη κοινής δράσης με δευτεροβάθμιες οργανώσεις, όπως είναι το Εργατικό Κέντρο Μασσαλίας, Εργατικά Κέντρα διαμερισμάτων στο Παρίσι, Ομοσπονδία Πετροχημικών της CGT, συνδικάτα σε Ιταλία και Ισπανία.
Η αναγνώριση του ΠΑΜΕ σε διεθνές επίπεδο είναι μεγάλη. Ενδεικτική είναι η Πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση του 2020 που έκανε τον γύρο του κόσμου.
Η ΠΣΟ συγκροτήθηκε αμέσως μετά το τέλος του ιμπεριαλιστικού Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, με την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών, στις 3 Οκτώβρη του 1945 στο Παρίσι. Άντεξε μετά την αντεπανάσταση και με τη συμβολή των δυνάμεων του ΚΚΕ και άλλων αγωνιστών συνδικαλιστών σε παγκόσμιο επίπεδο ανέπτυξε νέα δράση, φανερώνοντας δυνατότητες συσπείρωσης και κοινού συντονισμού.
Η ιδεολογική - πολιτική διαπάλη αναπτύσσεται και μέσα στους κόλπους της ΠΣΟ, όπου αντανακλάται η κατάσταση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Ακόμα και συνδικαλιστικές οργανώσεις που στηρίζουν το αστικό σύστημα και για τους δικούς τους λόγους (ιστορικούς, γεωπολιτικούς κ.ά.) έχουν ενταχθεί στην ΠΣΟ, επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την άμβλυνση των αντικαπιταλιστικών αντανακλαστικών, την ιδεολογική σύγχυση που επικρατεί και σε κομμουνιστικές δυνάμεις που δρουν στο διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα. Οι κομμουνιστές που συμμετέχουν στο διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα να αναλάβουν πρωτοβουλία για να αναπτυχθεί συζήτηση για τον συσχετισμό σε καθεμιά από αυτές τις οργανώσεις που συμμετέχουν στην ΠΣΟ, την προοπτική τους, το πλαίσιο πάλης τους, την παρέμβασή μας.
ΒΑΣΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ
Σήμερα είναι πιο επιτακτική η ανάγκη να μας απασχολήσει πρώτα απ’ όλα πώς θα δυναμώσει η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων μέσα στους χώρους δουλειάς. Είναι καθήκον πρωταρχικής σημασίας και βασικό κριτήριο αποτελεσματικής δράσης. Η οργάνωση στον τόπο δουλειάς, η αύξηση του βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης και οι αλλαγές συσχετισμών είναι βασικοί στόχοι και πρέπει να παλεύονται ενιαία, σε κάθε κλάδο, σε κάθε περιοχή.
Δουλεύουμε δραστήρια σε όλα τα συνδικάτα, ανεξάρτητα από τη μορφή οργάνωσής τους (κλαδικά ή επιχειρησιακά ή ομοιοεπαγγελματικά). Η κατάσταση από τις μεγάλες περιοχές της χώρας, όπου συγκεντρώνεται η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, Αττική και Θεσσαλονίκη, δείχνει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συνδικαλισμένων μισθωτών βρίσκεται στα επιχειρησιακά σωματεία.
Τα κλαδικά σωματεία μπορούν να αγκαλιάζουν τη μεγάλη μάζα των νέων κυρίως εργαζομένων που εργάζονται σε καθεστώς μεγάλης κινητικότητας κι ευελιξίας, με νέες μορφές απασχόλησης, χωρίς βεβαίως να αφήνουν έξω από τη δράση τους το σύνολο των μισθωτών. Επιδιώκουμε τα κλαδικά σωματεία να συμβάλλουν κυρίως στην οργάνωση μέσα σε μεγάλους χώρους δουλειάς, να συνενώνουν την πάλη με τα σωματεία στις μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου και να συντονίζουν συνδικάτα ανάμεσα σε διαφορετικούς κλάδους. Παλιότερη και σύγχρονη πείρα έχει αποδείξει ότι είναι δύσκολο να αναπτυχθούν αγώνες με επιτυχία αν δεν πατάνε σε γερή οργάνωση μέσα σε κάθε επιχείρηση. Μπορούμε να συγκεκριμενοποιήσουμε κατά κλάδο πιο εύστοχα αυτόν τον προσανατολισμό.
Το κλαδικό συνδικάτο μιας πόλης ή νομού με ταξικό προσανατολισμό επιδιώκουμε να γίνει κέντρο συντονισμού και πάλης των σωματείων που υπάρχουν σε μεγάλες επιχειρήσεις με κοινές πρωτοβουλίες, διαπάλη με συμβιβασμένες και εργοδοτικές συνδικαλιστικές ηγεσίες, με τη ματιά στραμμένη στη μεγάλη μάζα των εργατοϋπαλλήλων, με σχέδιο στον κλάδο για την αλλαγή συσχετισμού, τη διεύρυνση του ΠΑΜΕ με νέες δυνάμεις. Έχουμε σημαντική πείρα από τους κλάδους Επισιτισμού, Φαρμάκου, Μετάλλου, Τύπου - Χάρτου τα προηγούμενα χρόνια.
Υπάρχουν χώροι σε όλη τη χώρα, στους οποίους πρωτοστατούμε για να στηθούν νέα σωματεία, όπως είναι το συγκεντρωμένο λιανικό εμπόριο (εμπορικά κέντρα παντός τύπου, αλυσίδες τροφίμων σούπερ μάρκετ), ο Τουρισμός με εκατοντάδες ξενοδοχεία, η βιομηχανία μεταποίησης τροφίμων κ.ά. Όπου υπάρχουν σωματεία, αναπτύσσουμε πρωτοπόρα δράση μέσα σε αυτά, ακόμα και αν οι δυνάμεις μας είναι ελάχιστες. Όπου δεν υπάρχουν, συμβάλλουμε με σχέδιο στη δημιουργία κλαδικών αλλά κι επιχειρησιακών σωματείων σε μεγάλους χώρους δουλειάς, που μπορούν να συνενώνουν όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων μέσα στην κάθε επιχείρηση, σε εμπορικά κέντρα, συστοιχίες επιχειρήσεων.
Απαιτείται να μελετήσουμε πιο ουσιαστικά το περιεχόμενο και την παρέμβασή μας σε κλάδους που έχουν δυναμική εξέλιξη, ιεραρχούνται από το κεφάλαιο και είναι σε φάση συγκέντρωσης νέου εργατικού δυναμικού. Ανάλογα, να μελετήσουμε τις εσωτερικές μεταβολές σε κλάδους που επίσης είναι στρατηγικής σημασίας. Να μελετήσουμε τα στοιχεία της εξέλιξης, της αντιπροσώπευσής τους στην κομματική και συνδικαλιστική υποδομή, τις απαιτήσεις, εντοπίζοντας τα αντικειμενικά στοιχεία που επιδρούν και δυσκολεύουν, π.χ., τη διάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος σε επίπεδο Ομοσπονδιών, αλλά και πρωτοβάθμιων σωματείων που δεν ανταποκρίνεται στις εξελίξεις ενός κλάδου και δεν καλύπτουν το σύνολο των εργαζομένων σε αυτό.
Στο επίπεδο των δευτεροβάθμιων Ομοσπονδιών, προκρίνουμε τις κλαδικές και όχι τις ομοιοεπαγγελματικές Ομοσπονδίες που προκαλούν πολυδιάσπαση και κατακερματισμό.
Συμβάλλουμε και στην ίδρυση σωματείων σε περιοχές που να συνδυάζουν αρμονικά τη δουλειά στον τόπο εργασίας και στον τόπο κατοικίας, με καλή προετοιμασία και συγκέντρωση δυνάμεων, αλλά προσέχοντας να μη στήνονται πρόχειρα σωματεία σε κάθε δήμο και περιοχή. Ωστόσο, όπου και όσο δεν θα υπάρχουν σωματεία, να προσανατολιστούμε στην κατεύθυνση συγκρότησης Επιτροπών Αγώνα εργαζομένων, που μπορούν να αποτελούν το πρόπλασμα σωματείων.
Ταυτόχρονα, στηρίζουμε και προωθούμε νέες μορφές οργάνωσης, δίπλα στα σωματεία, που θα αγκαλιάσουν το μεγάλο τμήμα των εργαζομένων, που βρίσκεται στην «επισφάλεια», με ελαστικές σχέσεις, στη «μαύρη» εργασία, με διαρκή κινητικότητα, χωρίς κλαδική συνείδηση. Τέτοιες πρωτοβουλίες οργάνωσης και συλλογικής δράσης είναι τα στέκια και οι λέσχες εργαζομένων και νεολαίας, τα στέκια Ελλήνων και Μεταναστών εργατών που λειτουργούν στο πλαίσιο της αλληλεγγύης, της συλλογικής έκφρασης και δράσης, της εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας σε μετανάστες εργάτες και πρόσφυγες, που μπορεί να μην είναι μορφές οργάνωσης μέσα στην επίσημη διάρθρωση του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά μπορούν να ενώσουν τους εργαζόμενους, να τους διαπαιδαγωγήσουν στη συλλογική οργάνωση.
Πρωταρχικό ζήτημα είναι η δράση των συνδικάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των μεταναστών, παίρνοντας υπόψη ότι αντικειμενικά αποτελούν κομμάτι της εργατικής τάξης της Ελλάδας. Η πείρα μάς έχει δείξει ότι δεν είναι εύκολο ζήτημα. Η ανάπτυξη της δράσης για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους είναι απαραίτητη, σε αντιπαράθεση με την επιδίωξη του κεφαλαίου να αξιοποιηθούν για περαιτέρω μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης συνολικά.
Χρειάζεται να ασχοληθούμε ακόμη πιο συστηματικά με τους μετανάστες, ώστε να ενταχθούν στα συνδικάτα και να παλέψουν μαζί με τους Έλληνες εργαζόμενους, τόσο για τα δικά τους προβλήματα που γεννά το σύστημα της εκμετάλλευσης όσο και για τα συνολικά ζητήματα της εργατικής τάξης. Το καθήκον αυτό αποτελεί βασικό δείκτη για τη μαζικοποίηση και την ανασύνταξη του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος και πρέπει με την κατάλληλη φροντίδα να εκφράζεται με την εκλογή και αξιοποίηση πρωτοπόρων μεταναστών στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην παραπάνω κατεύθυνση, χρειάζεται να παρακολουθηθεί η διαδικασία ένταξης στην εργασία των αναγνωρισμένων προσφύγων που επιλέγουν να παραμείνουν στη χώρα.
Επίσης, εκτός από τη δράση που πρέπει να αναπτύσσουν τα συνδικάτα, με την παρέμβαση των κομμουνιστών, για την οργάνωση σε αυτά των γυναικών και των νέων εργαζομένων, πρέπει να αξιοποιούνται περισσότερο και οι δυνατότητες και οι επαφές των Συλλόγων Γυναικών με εργαζόμενες γυναίκες στο Εμπόριο, στον Τουρισμό στην Υγεία, στην Εκπαίδευση. Αυτό θα δώσει ώθηση στα σωματεία και θα επιδράσει θετικά στη μαζικοποίησή τους, στον βαθμό που αυτά συντονίζουν τη δράση τους και ασχολούνται ενεργά με όλα τα ζητήματα που αφορούν την εργατική - λαϊκή οικογένεια και τη νεολαία. Υπάρχει πλήθος ζητημάτων δράσης με αφετηρία τον χώρο κατοικίας, σε συνδυασμό με τη δράση σε προβλήματα στη δουλειά. Επίσης, οι δράσεις στον πολιτισμό (μουσική, θέατρο, βιβλία), στον Αθλητισμό, δράσεις αλληλεγγύης, με οργανωμένη παρέμβαση στον ελεύθερο χρόνο, επιδιώκουμε να γίνουν κυψέλες συσπείρωσης και πολιτιστικής καλλιέργειας. Ώθηση σε αυτήν τη δραστηριότητα μπορεί να δώσει η αξιοποίηση καλλιτεχνών, επιστημόνων, διανοουμένων.
Τα ΑμεΑ με εργατική - λαϊκή καταγωγή ή ένταξη αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού. Οι τρέχουσες ανάγκες και πολύ περισσότερο οι πρόσθετες ανάγκες τους, όσον αφορά την κάλυψή τους, βρίσκονται σε σχετική ή απόλυτη διάσταση από τις σημερινές δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογικής προόδου. Αποτελούν πεδίο παρέμβασης του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού, της «φιλανθρωπίας» των επιχειρηματικών ομίλων κλπ. Τα ζητήματα που αφορούν τους ανάπηρους και τις οικογένειές τους, η σύγχρονη διαμόρφωση πλαισίου και στόχων πάλης πρέπει το επόμενο διάστημα να αποτελέσουν προτεραιότητα στην παρέμβαση του Κόμματος στο εργατικό - λαϊκό κίνημα, αλλά και στο αναπηρικό κίνημα, στις οργανώσεις και τις συσπειρώσεις του.
Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί ο στόχος για την ένταξη των αναπήρων και των γονέων τους στις αντίστοιχες μαζικές οργανώσεις τους και η παρέμβασή μας για τον ταξικό και ριζοσπαστικό προσανατολισμό τους. Σε αυτήν την κατεύθυνση απαιτείται η διάθεση και διάταξη δυνάμεων. Αντίστοιχα για την παρέμβαση στους συλλόγους των χρονίως πασχόντων.
Με κύρια αιχμή το μέτωπο του Ασφαλιστικού, έχει κατακτηθεί σταθερή δράση και ευρύτερη συσπείρωση στον χώρο των συνταξιούχων με την καθοριστική συμβολή των δυνάμεων του Κόμματος. Η ΣΕΑ (Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα) των συνεργαζόμενων συνταξιουχικών οργανώσεων συσπειρώνει τη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιουχικών οργανώσεων. Έχει δράση σημαντική, με σωστό προσανατολισμό, με σειρά μαζικών κινητοποιήσεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου μέσα από τους μηχανισμούς το συνταξιουχικό κίνημα σπρωχνόταν να διεκδικεί στις αίθουσες δικαστηρίων. Δυναμώνουμε την προσπάθεια για οργάνωση των συνταξιούχων στα Σωματεία τους, την αντιμετώπιση του κατακερματισμού του συνταξιουχικού κινήματος. Η οργάνωση των συνταξιούχων σε σωματεία ανά νομό και δήμο στις μεγάλες πόλεις μπορεί να βοηθήσει την κοινή δράση, τον συντονισμό με σωματεία και μαζικούς φορείς για τα ζητήματα υγείας, πρόληψης, της φροντίδας των ηλικιωμένων. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση της ΣΕΑ με κοινές συσκέψεις σωματείων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα βοηθάει, όπως έδειξε η πείρα.
Η μάχη για τον ρόλο των συνδικάτων είναι μια σκληρή ιδεολογική - πολιτική και οργανωτική μάχη, πρώτα απ’ όλα με τους καπιταλιστές και τις ενώσεις τους, τις αστικές κυβερνήσεις, τα αστικά κόμματα και κατ’ επέκταση με τις δυνάμεις τους στο κίνημα. Σήμερα, η αστική τάξη με τα κόμματά της και η κυβέρνηση παίρνουν ξανά μέτρα ενάντια στο συνδικαλιστικό κίνημα, θέλοντας να διευρύνουν τη χειραγώγησή του, να επενδύσουν για δυσκολότερες περιόδους στην αστική διαχείριση.
Η επίκληση του ακομμάτιστου, ανεξάρτητου, χωρίς πολιτική κομματική ταυτότητα συνδικάτου επανήλθε στη διαπάλη. Ασφαλώς, το συνδικάτο έχει οργανωτική αυτοτέλεια, την οποία εμείς μαχητικά την υπερασπιζόμαστε απέναντι στην πολύμορφη παρέμβαση της εργοδοσίας και του κράτους. Επίσης, είναι καθαρό ότι το συνδικαλιστικό κίνημα, τα σωματεία δεν είναι κόμμα για να έχουν αυτοτελές πρόγραμμα εξουσίας. Απευθύνονται σε όλους τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως πολιτικής και ιδεολογικής επιλογής. Όμως, έρχονται συνεχώς αντιμέτωπα με τις συνέπειες της εκμεταλλευτικής οικονομίας κι εξουσίας, επομένως σε αντιπαράθεση και σύγκρουση όχι μόνο με τον κάθε καπιταλιστή, αλλά και με την κυβέρνηση, τα αστικά κόμματα. Δεν υπάρχει ταξική ουδετερότητα στα συνδικάτα. Βέβαια, αυτή η αντιπαράθεση δεν γίνεται ενιαία, αφού δεν υπάρχει ενιαία αναπτυγμένη ταξική πολιτική συνείδηση. Η επιδίωξη ωρίμανσης της ταξικής συνείδησης μέσα από τους αγώνες και τις παρεμβάσεις των συνδικάτων είναι ένα σύνθετο ζήτημα στην ευθύνη των κομμουνιστών.
Ωστόσο, το κράτος με τον πρόσφατο νόμο επιδιώκει βαρύ χτύπημα στην καρδιά της λειτουργίας των συνδικάτων, επικαλούμενο ή προφασιζόμενο υπαρκτά προβλήματα. Η απουσία Γενικών Συνελεύσεων, συγκεντρώσεων και περιοδειών των συνδικαλιστών στους εργασιακούς χώρους, τα απονεκρωμένα συνέδρια με άδειες αίθουσες μόνο για την εκλογή ΔΣ και αντιπροσώπων με την παρουσία δυνάμεων καταστολής, χωρίς συζήτηση και διαπάλη, είναι εκφυλισμός στον οποίο οδήγησε συνειδητή επιλογή. Χρησιμοποιεί μέσα, όπως τις επιστολικές ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, τις οποίες παρουσιάζει ως εκσυγχρονισμό για να καταργήσει τις Γενικές Συνελεύσεις.
Η κατεύθυνση αυτή θα υλοποιείται και θα συνυπάρχει με την κλιμάκωση της καταστολής και των εμποδίων στη δράση των κομμουνιστών στο συνδικαλιστικό - εργατικό κίνημα, για τον περιορισμό της συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης, ιδιαίτερα απέναντι στη συσπείρωση των ταξικά προσανατολισμένων σωματείων στο ΠΑΜΕ.
Με βάση τη νέα «νομιμότητα» που διαμορφώνεται, το επόμενο διάστημα θα πληθύνουν ακόμη περισσότερο φαινόμενα όπου θεσμοί του αστικού κράτους (υπουργεία, δικαστήρια κ.ά.) και η εργοδοσία δε θα αναγνωρίζουν σωματεία και συλλογικές αποφάσεις, θα απορρίπτουν με νομικά προσχήματα την υπογραφή ΣΣΕ, θα ποινικοποιούν τη δράση, ακόμη και τις μαζικές διαδικασίες συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η αντιπαράθεση του συνδικαλιστικού - εργατικού κινήματος με τον πιο ασφυκτικό κρατικό έλεγχο των συνδικάτων είναι σοβαρό μέτωπο ιδεολογικής - πολιτικής μαζικής παρέμβασης και πάλης.
Την περίοδο της πανδημίας συγκεντρώθηκε μια πλούσια πείρα από την «οργανωμένη απειθαρχία» και δράση σωματείων ενάντια στις απαγορεύσεις και τα κατασταλτικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση με πρόσχημα την «υγειονομική κρίση».
Μέσα από την οργάνωση και μαζική συμμετοχή εργαζομένων στις συλλογικές διαδικασίες και τη δράση των σωματείων επιδιώκουμε όχι μόνο να αμφισβητείται το νομοθετικό αντιδραστικό πλαίσιο, αλλά και σε περιπτώσεις ποικιλόμορφων απαγορεύσεων να κατοχυρώνονται de facto η υπόσταση, η λειτουργία, οι συλλογικές διαδικασίες των συνδικάτων, να ασκείται η μεγαλύτερη δυνατή πίεση στους κρατικούς κι εργοδοτικούς φορείς, για να εξαναγκάζονται να ανεχτούν, ακόμη και νομικά να αναγνωρίσουν, τη δράση σωματείων, αλλά και να αποκαλύπτονται τα όρια της αστικής νομιμότητας.
Με πρόφαση την πανδημία έγινε προσπάθεια να προχωρήσουν με ηλεκτρονική ψηφοφορία οι διαδικασίες εκλογής αιρετών για τα υπηρεσιακά συμβούλια στην Εκπαίδευση και σε ορισμένους άλλους τομείς του Δημοσίου. Η σχεδόν καθολική, άνω του 90%, αποχή των εκπαιδευτικών από τη διαδικασία αυτή δείχνει ότι υπάρχουν αντιστάσεις και αντανακλαστικά στους εργαζόμενους, που αντιλαμβάνονται την αντιδραστικότητα αυτών των ρυθμίσεων.
Επικεντρώνουμε την καθοδηγητική βοήθεια και στήριξη των κομμουνιστών και κομμουνιστριών που δουλεύουν στο συνδικαλιστικό - εργατικό κίνημα για το περιεχόμενο της δράσης στα πρωτοβάθμια σωματεία, ώστε αυτά να αποτελούν πραγματικά οργανώσεις συγκέντρωσης της πλειοψηφίας των εργαζομένων και φορείς ταξικής πάλης. Αφορά τόσο τα κομματικά Όργανα, ιδιαίτερα τις Τομεακές Επιτροπές, όσο και τις Κομματικές Ομάδες των Ομοσπονδιών, των ΕΚ και φυσικά την ίδια την ΚΕ, το Τμήμα της για την Εργατική - Συνδικαλιστική Δουλειά.
Η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου δικτύου συνδικαλιστικών οργανώσεων και η συγκέντρωση δυνάμεων ενάντια στον ταξικό αντίπαλο δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν εάν, με ευθύνη των κομμουνιστών, δεν βελτιωθεί και αναβαθμιστεί η λειτουργία των σωματείων, ώστε τα ΔΣ να έχουν εικόνα των προβλημάτων των μελών τους, της κατάστασης των εργασιακών χώρων και των κλάδων, σταθερό σχεδιασμό πρωτοβουλιών που προωθούν το πλαίσιο πάλης, ανησυχία εξεύρεσης τρόπων και μορφών που διευκολύνουν τη συμμετοχή των εργαζομένων. Να αξιοποιούνται όλες οι μορφές και οι δυνατότητες, ώστε ο συνδικαλισμένος εργάτης, είτε στο κλαδικό είτε στο επιχειρησιακό σωματείο, να παίζει τον ρόλο του, να μην εξαντλείται απλώς η συμμετοχή του στις αρχαιρεσίες. Να βοηθιέται ώστε μέσα στον χώρο δουλειάς, στο τμήμα παραγωγής που δουλεύει, να είναι το «μάτι και το αφτί» του σωματείου. Μαζί με τους υπόλοιπους συνδικαλισμένους αρχικά εργάτες να συγκροτεί έστω μια άτυπη στην αρχή ομάδα, επιτροπή του συνδικάτου που θα ενημερώνει, θα απευθύνεται αγωνιστικά στην εργοδοσία, θα κινητοποιεί τους συναδέλφους. Να αποτελεί το πρόπλασμα μιας ενδεχόμενης σωματειακής επιτροπής ή μιας επιτροπής για την υγιεινή και ασφάλεια. Να γράφει και άλλους εργάτες στο σωματείο. Αποτελεί καθοδηγητικό ζήτημα μεγάλης σημασίας για τα επόμενα χρόνια να διευρυνθεί ο κύκλος των εργατών που δουλεύουν δραστήρια στο πλάι των ΔΣ των σωματείων, μεγαλώνοντας έτσι την υποδομή των συνδικαλιστικών οργανώσεων, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα σχέδιο και προϋποθέσεις για απόσπαση πλειοψηφιών σε σωματεία, ΕΚ και Ομοσπονδίες, ζήτημα που δεν αφορά μονόπλευρα τη μάχη λίγο πριν από τις αρχαιρεσίες.
Θέμα που πρέπει να απασχολήσει τα καθοδηγητικά Όργανα τα επόμενα χρόνια είναι η καθοδήγηση των μελών του ΚΚΕ και της ΚΝΕ για τη συμμετοχή και τη δράση τους τόσο στα σωματεία όσο και για τα οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει η λαϊκή οικογένεια στον τόπο κατοικίας. Με επιμονή να σπάσουν τα όποια στεγανά επιβιώνουν μεταξύ της δράσης του κομμουνιστή συνδικαλιστή στον χώρο δουλειάς και στο χώρο κατοικίας, η λογική που έρχεται από παλιά και λέει ότι το σωματείο ασχολείται με τα προβλήματα στους χώρους δουλειάς και τα άλλα είναι ζητήματα κάποιων άλλων συντρόφων των εδαφικών ΚΟΒ ή συντρόφων χρεωμένων στην Τοπική Διοίκηση.
Η δουλειά, π.χ., για την εγγραφή, τη συμμετοχή στη δράση ενός εργαζομένου στο σωματείο του είναι πιο πολύπλοκη και δύσκολη από τα προηγούμενα χρόνια. Η μεγάλη απαξίωση των συνδικάτων, η γενικότερη υποχώρηση, είναι σοβαροί ανασταλτικοί παράγοντες. Για να γίνουν τα βήματα που απαιτούνται, χρειάζεται να αναπτυχθεί η αναγκαία εμπιστοσύνη προς τον πρωτοπόρο αγωνιστή - κομμουνιστή - συνδικαλιστή. Χρειάζεται, συνεπώς, δράση σε όλα, να μας βλέπει στη δουλειά, στη γειτονιά, στον Σύλλογο Γονέων, στο Κέντρο Υγείας, για κάθε μικρό και μεγάλο πρόβλημα να πρωτοστατούμε, να γίνεται συζήτηση για όλα τα προβλήματα στον χώρο δουλειάς και να είναι συνεχής η παρότρυνση με μορφές και πρωτοβουλίες για συμμετοχή στο σωματείο. Με πρωτοπόρα δράση, που σημαίνει κι εύστοχη, σωστή ιδεολογική - πολιτική δουλειά για να αφομοιώνεται ευρύτερα η ανάγκη οργάνωσης του αγώνα σε αντιπαράθεση με τη στρατηγική του κεφαλαίου.
ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΟΥΝ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ Ή
ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΑΓΩΝΑ ΣΕ ΕΔΑΦΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΣΤΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ, ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Ο συντονισμός και η κοινή δράση εργατικών σωματείων με άλλες μαζικές οργανώσεις έχουν συμβάλει ως τρόπος παρέμβασης. Οργανώθηκαν κινητοποιήσεις και μορφές αλληλεγγύης σε περιοχές που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές (Μάνδρα, Μάτι, Λέσβος, Καρδίτσα, Σάμος). Οι κομμουνιστές πρωτοστάτησαν στην οργάνωση της αλληλεγγύης μέσα από τα σωματεία, στην προβολή των αιτιών της καταστροφής, αλλά και της διεκδίκησης υποδομών και υπηρεσιών για την προστασία από φυσικές καταστροφές (φωτιές, πλημμύρες, σεισμούς), σε μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στην πολιτική των αστικών κυβερνήσεων, Περιφερειών και Δήμων για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής των εργατικών - λαϊκών στρωμάτων, για τη διαχείριση απορριμμάτων, για βιομηχανίες που μολύνουν, σε Αττική, Πειραιά, Δυτική Θεσσαλονίκη, Βόλο και πρόσφατα στη Θεσσαλία για τις ανεμογεννήτριες στη Θεσσαλία. Είναι παραδείγματα πάλης του εργατικού κινήματος σε διευρυμένα μέτωπα που πήραν και τον χαρακτήρα συντονισμένης δράσης εργατικών σωματείων με σωματεία αυτοαπασχολούμενων, Αγροτικών Συλλόγων, Συλλόγων Γυναικών, νεολαίας, Μαθητικών Συμβουλίων, Ενώσεων Γονέων κ.ά.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν η παρέμβαση και ο ρόλος του Κόμματος στην όξυνση του προσφυγικού προβλήματος στα νησιά και σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, η πρωτοπόρα δράση ενάντια στον εγκλωβισμό των προσφύγων, για να αντιμετωπιστούν αντιδραστικές δυνάμεις που δρούσαν και δρουν με στήριξη πολυπλόκαμων κρατικών και άλλων μηχανισμών, ΜΚΟ, που επιδιώκουν να ενσωματώσουν εργατικές - λαϊκές δυνάμεις. Πολύτιμη πείρα για την καθοδηγητική δουλειά δίνει η δράση των Εργατικών Κέντρων Λέσβου, Σάμου, Βόρειου Συγκροτήματος Δωδεκανήσων, το Νομαρχιακό Τμήμα Χίου της ΑΔΕΔΥ, που πρωτοστάτησαν στη δικαιολογημένη αντίδραση πλατιών τμημάτων του λαού ενάντια στην κυβερνητική κι ευρωενωσιακή πολιτική, στις ιμπεριαλιστικές συμφωνίες και σχεδιασμούς που ευθύνονται για τον εγκλωβισμό των προσφύγων. Αντέδρασαν στην παρουσία ενισχυμένων κατασταλτικών δυνάμεων στα νησιά, εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους στους πρόσφυγες, ενώ απομόνωσαν φασιστικές ομάδες και ανάλογα συνθήματα.
Η πείρα που προκύπτει για τη δυνατότητα συγκρότησης Συντονιστικών Επιτροπών εργατικών σωματείων με άλλους φορείς του κινήματος ή Επιτροπών Αγώνα σε πόλεις και συνοικίες πρέπει να αξιοποιηθεί δημιουργικά, χωρίς σχηματοποιήσεις.
Η ζωή έδωσε και στο παρελθόν αντίστοιχες μορφές, π.χ. τις λαϊκές επιτροπές που ξεκίνησαν να αντιμετωπίζουν υπαρκτά προβλήματα, όπως τις διακοπές ρεύματος, νερού, πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας, χρέη σε τράπεζες, στην εφορία και κατασχέσεις, ασιτία και πείνα συνανθρώπων μας, έλλειψη ιατρικής περίθαλψης και προστασίας της υγείας, με τα κοινωνικά ιατρεία που δημιουργήθηκαν, λαϊκά φροντιστήρια για τα παιδιά φτωχών οικογενειών και άλλες μορφές αλληλεγγύης στη γειτονιά, στον κλάδο και αλλού, σε συνθήκες αλλεπάλληλων μνημονίων και βαθιάς κρίσης.
Και στην πιο πρόσφατη χρονική περίοδο, η ίδια η ζωή έδωσε και νέες μορφές όπως οι Συντονιστικές Επιτροπές σωματείων και άλλων φορέων ή Επιτροπών Αγώνα για μεγάλα παλλαϊκά προβλήματα και μάλιστα με θετικά αποτελέσματα στις περισσότερες περιπτώσεις, στη μαζικοποίηση του αγώνα, αλλά και ως σχετικά πιο σταθερές μορφές συντονισμένης δράσης σε σχέση με τις άμορφες συνάξεις, τις δήθεν «συνελεύσεις βάσης», τις «ομάδες πολιτών» κλπ.
Ωστόσο, δε συνιστούν σταθερή μορφή έκφρασης της κοινωνικής συμμαχίας, αν και συμβάλλουν στην κατανόηση της σημασίας της. Δε θα πρέπει να υπάρξει εφησυχασμός ως προς την ειδική δουλειά για τη σημασία της κοινής δράσης της εργατικής τάξης με τα σύμμαχα λαϊκά τμήματα μεσαίων στρωμάτων, μέσω των κινημάτων τους όπου δρουν και οι κομμουνιστές. Χρειάζεται ειδική δουλειά μέσα στο Κόμμα και στο ταξικά προσανατολισμένο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα για να υιοθετούνται και κοινοί στόχοι πάλης, παρά τις διαφορές που προκύπτουν από τη διαφορετική θέση τους ως προς τα μέσα παραγωγής κι επομένως τις ταλαντεύσεις τους.
Το πώς προχωρούν οι ριζοσπαστικές συσπειρώσεις, η συμμαχία στο κίνημα, χρειάζεται πολύ στενή παρακολούθηση, εξάγοντας συνεχώς χρήσιμα συμπεράσματα και διορθώνοντας πλευρές όπου χρειάζεται.
Με τη σχεδιασμένη και πρωτοπόρα δράση των δυνάμεων του Κόμματος και της ΚΝΕ, πρέπει να συμβάλλουμε ώστε στον εδαφικό χώρο, πόλης ή συνοικίας, με βάση τα οξυμένα προβλήματα να συγκροτείται ένα αγωνιστικό κίνημα που θα συσπειρώνει ευρύτερα λαϊκό κόσμο και μέσα στην πάλη θα ενισχύεται η κατεύθυνσή του. Ταυτόχρονα, να δημιουργηθούν ερείσματα και υποδομές των κλαδικών και των επιχειρησιακών σωματείων στον εδαφικό χώρο. Μέσα από τη διεύρυνση του πλαισίου πάλης των σωματείων, δηλαδή πέρα από τις οικονομικές εργασιακές διεκδικήσεις, να παλεύονται όλα τα εργατικά - λαϊκά προβλήματα, παίρνοντας υπόψη την όξυνσή τους, την αναγκαία κλιμάκωση. Να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις κοινής δράσης με τις οργανώσεις των αυτοαπασχολούμενων, με άλλες μαζικές οργανώσεις, τους Συλλόγους Γυναικών, Συλλόγους Γονέων κ.ά.
Η πρωτοβουλία των κομμουνιστών σε κάθε χώρο να πατήσει πάνω σε υπαρκτές δυνατότητες, να συσπειρωθούν και να κινητοποιηθούν και άλλοι φορείς πάνω σε δίκαια αιτήματα, που θα ανοίγουν δρόμο να επικοινωνήσουμε και να παλέψουμε μαζί με ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις. Είναι πιθανό να συμμετέχουν και άλλες πολιτικές δυνάμεις, αφού πρόκειται για μαζικές οργανώσεις, μέσω των εκπροσώπων τους σε φορείς του κινήματος. Γι’ αυτόν το λόγο απαιτείται καλή προετοιμασία για όλα τα ζητήματα, τα αιτήματα, τα πλαίσια και τις μορφές πάλης.
Μέσα από αυτήν την παρέμβαση, το κίνημα μπορεί να βγει πιο μαζικό και ισχυρό οργανωτικά, να γίνουν βήματα στην απόσπαση εργατικών - λαϊκών δυνάμεων από την καπιταλιστική χειραγώγηση, να μην παγιδεύονται στο σύστημα ούτε σε σοσιαλδημοκρατικές και οπορτουνιστικές αυταπάτες, να συσπειρώνονται με το Κόμμα και την ΚΝΕ. Να γίνουν βήματα στην προώθηση της κοινωνικής συμμαχίας, να αποκτά αντικαπιταλιστικό - αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό η κατεύθυνση της πάλης.