Αρχειακό υλικό: Απόφαση της Ευρείας Συνόδου της ΚΕ του ΚΚΕ (16-17 Μάη 1992): Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι θέσεις του ΚΚΕ


Το ντοκουμέντο αυτό που εγκρίθηκε από την ΚΕ αποτελεί την κατ’ αρχήν απάντηση του ΚΚΕ στη «Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Τοποθετεί τα κύρια καθήκοντα του Κόμματος και ανοίγει ένα ευρύτερο πεδίο προβληματισμού και πάλης για την ανάπτυξη και την κατεύθυνση των αγώνων του λαϊκού κινήματος και των πολιτικών εξελίξεων. Η πορεία της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης στην Ευρώπη συνδέεται και επηρεάζει όσο ποτέ άλλοτε τις εσωτερικές εξελίξεις σε κάθε τομέα της οικονομικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Με την έννοια αυτή η πάλη του Κόμματος –στο μαζικό κίνημα, στον ιδεολογικό και πολιτικό τομέα, στις προσεχείς εκλογές– θα είναι σωστά προσανατολισμένη, μόνο όταν ξεκινάει απ’ αυτή την πραγματικότητα.

 

* * *

Μέσα στο 1992 η ελληνική Βουλή θα κληθεί να επικυρώσει τη «Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση», που υπέγραψαν στο Μάαστριχτ οι κυβερνήσεις των 12 κρατών-μελών της ΕΟΚ.

Η Συνθήκη αυτή τροποποιεί ουσιαστικά την ιδρυτική συνθήκη της ΕΟΚ, γνωστή ως «Συνθήκη της Ρώμης» του 1957 και η οποία σε συνέχεια τροποποιήθηκε το 1985 από τους «12» με την «ενιαία πράξη», που προδιέγραψε το δρόμο για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς μέχρι τα τέλη του 1992.

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ΕΟΚ από το 1993 μπαίνει σ’ ένα νέο στάδιο ολοκλήρωσης. Συγκεκριμένα ως το 1999 θα πρέπει να έχει ιδρυθεί η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και παράλληλα θα προετοιμάζεται και θα προωθείται η Πολιτική Ένωση.

Απώτερος στόχος τελικά, σύμφωνα πάντα με τις διακηρύξεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ, είναι η μετεξέλιξη της ΕΟΚ σε Ένωση Ομοσπονδιακού ή Συνομοσπονδιακού χαρακτήρα με ενιαία οικονομική, νομισματική, εξωτερική και αμυντική πολιτική και τους ανάλογους θεσμούς.

Στο Μάαστριχτ δόθηκε προτεραιότητα στη δημιουργία της ΟΝΕ, που προ- βλέπεται να ολοκληρωθεί σε τρεις φάσεις ως το 1999. Τότε θα κριθεί η ετοιμότητα κάθε χώρας, προκειμένου να ενταχθεί στην ΟΝΕ με βάση τους όρους που θέτει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Ήδη η κυβέρνηση της ΝΔ άρχισε τη σχετική προετοιμασία του προγράμματος «σύγκλισης», σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τους όρους που θέτει η Συνθήκη. Αν κρίνουμε δε από τα πρώτα μέτρα που η κυβέρνηση άρχισε να παίρνει είναι ολοφάνερο ότι για την εργατική τάξη, γενικότερα για τους εργαζόμενους και τη χώρα αρχίζει μια νέα πολύ δύσκολη περίοδος.

Μια περίοδος μακρόχρονης και σκληρότερης πολιτικής λιτότητας, περιορισμών και καταπάτησης βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Συνολικά, η χώρα μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα πολύ πιο δύσκολη και σύνθετη πραγματικότητα.

Το Κόμμα είναι δεσμευμένο από το Συνέδριο σε ειδικό Σώμα να μελετήσει ολοκληρωμένα τις εξελίξεις αυτές και να καθορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πολιτική του σ’ ό,τι αφορά τη θέση της Ελλάδας στην ΕΟΚ και γενικότερα στις διαδικασίες της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης.

Η σημερινή Σύνοδος της ΚΕ μπορεί να ανοίξει αυτό το ζήτημα με τη φιλοδοξία μέσα στο 1992 να έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για μια ολοκληρωμένη συζήτηση σ’ όλο το Κόμμα.

Ειδικότερα, αντικείμενο της σημερινής Συνόδου της ΚΕ πρέπει να είναι μια πρώτη συζήτηση και προσέγγιση της Συνθήκης του Μάαστριχτ με σκοπούς:

α) Να καθορίσει την κατ’ αρχήν θέση του Κόμματος ενόψει της επικύρωσης της Συνθήκης από τη Βουλή.

β) Να προετοιμάσει το Κόμμα για την οργάνωση μιας πλατιάς καμπάνιας διαφώτισης του λαού για τη φιλοσοφία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της Συνθήκης.

γ) Να χαράξει τις κύριες κατευθύνσεις πάλης, με βάση τις οποίες το Κόμμα θα πρέπει να πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη ενός ευρύτατου λαϊκού κινήματος, ανοίγοντας καινούργια μέτωπα πάλης για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων και του μέλλοντος της χώρας. Η συμμαχία των κοινωνικών δυνάμεων των εργαζομένων συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εναντίωση στις αντιλαϊκές και αντιαναπτυξιακές επιλογές της ΕΟΚ, σε βάρος του λαού και της χώρας.

δ) Να επεξεργαστεί πιο συγκεκριμένα την τακτική του Κόμματος για την προ-ώθηση της κοινής δράσης ανάμεσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα της Ευρώπης κι άλλες δυνάμεις, με τις οποίες υπάρχει αντικειμενική βάση συνεργασίας, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ολοκλήρωσης, αξιοποιώντας και τις νέες δυνατότητες που δημιουργούνται.

Όλες οι πολιτικές δυνάμεις, εκτός του ΚΚΕ, θεωρούν τις σημερινές εξελίξεις στην ΕΟΚ μονόδρομο.

Αποδέχονται τις τελικές διακηρύξεις και τη βασική φιλοσοφία του Μάαστριχτ, υποτάσσοντας και προσαρμόζοντας την πολιτική τους στα πλαίσια αυτά. Στην ουσία αποκλείουν οποιαδήποτε άλλη προοπτική για την Ελλάδα εκτός από αυτή που καθόρισε το διευθυντήριο των Βρυξελλών.

Στην προοπτική αυτή ανακάλυψαν το νέο όραμα, εγκαταλείποντας ορισμένες απ’ αυτές τις δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ και «ΣΥΝ») οριστικά βασικές αρχές και δια-κηρύξεις για κοινωνική αλλαγή και σοσιαλιστική προοπτική.

Το Κόμμα μας δεν μπορεί να συμφωνήσει με την αντίληψη του «μονόδρομου» και όταν μάλιστα είναι δεδομένη η 11χρονη αρνητική εμπειρία της χώρας από την ένταξή της στην ΕΟΚ. Πρόκειται για αντίληψη, που ταυτίζει τα συμφέροντα των εργαζομένων και της χώρας με τα συμφέροντα και τις επιλογές του μεγάλου ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Αντίληψη, που καταδικάζει την Ελλάδα στο περιθώριο των πολιτικών που χαράσσουν οι ισχυροί της ΕΟΚ.

Το όραμα της «Ενωμένης Ευρώπης», της Ευρώπης των μονοπωλίων, που συνενώνει και εμπνέει βιομήχανους, εφοπλιστές, μεγαλέμπορους, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, «ΣΥΝ» και ο συγκεκριμένος στόχος «να μπούμε στο σκληρό πυρήνα της ΕΟΚ», δεν έχει καμιά σχέση με τα οράματα και τις ανάγκες της εργατικής τάξης, των εργαζομένων. Η σύμπλευση όλων αυτών των δυνάμεων στην ίδια κατεύθυνση οπωσδήποτε δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες και προβλήματα στην ανάπτυξη και στον προσανατολισμό των αγώνων και του λαϊκού κινήματος. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και προϋποθέσεις ανακατατάξεων και απεγκλωβισμού λαϊκών δυνάμεων από τις αυταπάτες και το ρεφορμισμό, που σπέρνουν και καλλιεργούν χρόνια τώρα αυτές οι δυνάμεις με την ένταξη στην ΕΟΚ και τους διάφορους ουδέτερους εκσυγχρονισμούς, που κάθε τόσο επαγγέλλονται. Με την προϋπόθεση της έντασης των πολιτικών και ιδεολογικών παρεμβάσεων του Κόμματος και των αγώνων, είναι δυνατόν να σημειωθούν πολιτικές ανακατατάξεις υπέρ της πολιτικής που το ΚΚΕ προβάλλει.

Η ΚΕ στην τελική τοποθέτησή της έχει ως αφετηρία δύο βασικούς παράγοντες.

Πρώτο: Τα σημερινά προβλήματα, τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και τις βασικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπισή τους προς όφελος των συμφερόντων των εργαζομένων. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να υπολογιστούν και οι συνέπειες και τα κυριότερα συμπεράσματα που βγαίνουν από την 11χρονη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

Δεύτερο: Τις διεθνείς εξελίξεις από τη σκοπιά της πάλης για την ειρήνη, το σεβασμό της εθνικής ανεξαρτησίας και της ισότιμης συνεργασίας των λαών, για την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και το σοσιαλισμό, ως τη μόνη εναλλακτική λύση και προοπτική, απέναντι στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, που, τα τρία κέντρα του ιμπεριαλισμού, επιχειρούν να επιβάλουν στον κόσμο μαζί και το καθένα για δικό του λογαριασμό.

 

1. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΟΥ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις της Συνθήκης, η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση περνάει σ’ ένα νέο στάδιο, στην προοπτική του οποίου «τερματίζεται η διαίρεση της Ευρωπαϊκής Ηπείρου» και δημιουργείται η «Ενωμένη Ευρώπη» η «Ευρώπη δίχως σύνορα», «στη διαδικασία μιας διαρκούς στενότερης Ένωσης των λαών της Ευρώπης, στην οποία οι αποφάσεις θα λαμβάνονται πιο κοντά στους λαούς».

Στους σκοπούς της «Ενωμένης Ευρώπης» περιλαμβάνονται η «ισόρροπη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων, μια σταθερή μη πληθωριστική ανάπτυξη, υψηλός βαθμός απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, άνοδος του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής». Μόνο που η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, όπως θα αποδείξουμε. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, όπως διακηρύσσεται, διαμορφώνεται ενιαίο θεσμικό πλαίσιο, ενιαίο νόμισμα και Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Θεσπίζεται η Ευρωπαϊκή ιθαγένεια και προοπτικά προβλέπεται κοινή εξωτερική πολιτική και κοινή άμυνα. Για λόγους αντικειμενικούς και κυρίως λόγω ισχυρών αντιθέσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη, στο Μάαστριχτ δόθηκε προτεραιότητα στη δημιουργία της ΟΝΕ και τα ζητήματα της Πολιτικής Ένωσης παραπέμφθηκαν για αντιμετώπιση στο μέλλον.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΝΕ

Το περιεχόμενο της ΟΝΕ συνίσταται στη διαμόρφωση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Οικονομίας. Πρόκειται, πιο συγκεκριμένα, για το πέρασμα της ΕΟΚ από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Οικονομία, για ποιοτικό δηλαδή στάδιο εξέλιξής της.

Η ποιοτική αυτή αλλαγή έκανε αναγκαία την αναθεώρηση των συνθηκών της ΕΟΚ και τη δημιουργία νέων θεσμών.

Η διαμόρφωση της ΟΝΕ πήρε προγραμματικό χαρακτήρα και διαχωρίστηκε σε τρία στάδια, με ειδικό περιεχόμενο στο καθένα απ’ αυτά και εισάγει για πρώτη φορά θεσμικά μέτρα και κυρώσεις για τα κράτη-μέλη που δεν εφαρμόζουν τους κοινοτικούς προσανατολισμούς.

Στο πρώτο στάδιο που τελειώνει στο 1993 προβλέπεται: Διεύρυνση του συντονισμού της οικονομικής πολιτικής των χωρών-μελών, με ειδικότερους στόχους: Την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων και την ένταξη των εθνικών νομισμάτων στο μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ). Ενδυνάμωση της διαδικασίας σύγκλισης των εθνικών οικονομιών, κυρίως ως προς τα μεγέθη, του πληθωρισμού, των επιτοκίων, των δημοσίων ελλειμμάτων, του δημόσιου χρέους. Παρακολούθηση της πορείας των εθνικών οικονομιών και έλεγχό τους από το μηχανισμό της πολυμερούς εποπτείας των Βρυξελλών.

Στο δεύτερο στάδιο: Ιδρύεται ο νέος θεσμός, το ΕΝΙ (Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ινστιτούτο) με σκοπό:

Το συντονισμό των νομισματικών πολιτικών των χωρών-μελών, την προώθηση της χρήσης του ECU και την προετοιμασία του, ως το μελλοντικό κοινό νόμισμα της Κοινότητας, την υποβολή συστάσεων στις χώρες - μέλη, αναφορικά με τη νομισματική τους πολιτική, την επεξεργασία ως το 1996 του πλαισίου ίδρυσης της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), τη διαχείριση των αποθεμάτων των κεντρικών τραπεζών, σε ξένο συνάλλαγμα. Μπαίνουν σε ισχύ, στο στάδιο αυτό, οι διατάξεις για την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, η απαγόρευση του δανεισμού του δημοσίου από την κεντρική τράπεζα και της προνομιακής του προσφυγής στο πιστωτικό σύστημα, ο κανόνας της μη παροχής εγγύησης από την Κοινότητα για την κάλυψη των ελλειμμάτων των επιμέρους χωρών-μελών, η στενότερη παρακολούθηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων απ’ το Συμβούλιο. Αρχίζει η βαθμιαία ανεξαρτητοποίηση των κεντρικών τραπεζών από την εθνική νομοθεσία.

Το δεύτερο στάδιο καλύπτει το χρονικό διάστημα από την 1.1.94 ως τα τέλη του 1996, όπου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία θα αποφασίσει την έναρξη του τρίτου στάδιου της ΟΝΕ.

Στο τρίτο στάδιο: Οι εθνικές οικονομίες, προ- κειμένου να μπουν στο τρίτο στάδιο, θα ελεγχθούν ως προς το βαθμό σύγκλισης, με βάση τέσσερα κριτήρια (πληθωρισμός, ελλείμματα του δημοσίου, δημόσιο χρέος, επιτόκια).

Στο στάδιο αυτό το ΕΝΙ θα μετατραπεί σε Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αυτή μαζί με όλες τις κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών θα αποτελούν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ). Το ECU θα γίνει το κοινό νόμισμα της Κοινότητας και τα εθνικά νομίσματα θα αποσυρθούν οριστικά.

Την 1.7.1998, το αργότερο, η ΕΚΤ και το ΕΣΚΤ πρέπει να βρίσκονται σε λειτουργία και τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν καταστήσει τις εθνικές τράπεζες ανεξάρτητες. Την 1.1.1999 η ΟΝΕ ξεκινά αμετάκλητα με όσα κράτη-μέλη έχουν μπει στο τρίτο στάδιο. Από δω και πέρα καταργείται το βέτο και οι αποφάσεις θα παίρνονται με βάση την αρχή της ειδικής πλειοψηφίας.

Η ΕΚΤ εκδίδει κανονισμούς που έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί και ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος-μέλος.

Με την ίδρυση του ΕΣΚΤ η νομισματική πολιτική της Κοινότητας αποκτά ιδιαίτερη αυτοδυναμία. Χαράζει και εφαρμόζει τη νομισματική πολιτική της Κοινότητας. Κατέχει και διαχειρίζεται τα επίσημα συναλλαγματικά διαθέσιμα των κρατών-μελών κ.ά. Ειδικότερα στο αρθ. 107 αναφέρεται: «Κατά την άσκηση των εξουσιών και την εκτέλεση των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του ΕΣΚΤ ... ούτε η ΕΚΤ ούτε οι εθνικές κεντρικές τράπεζες ... δέχονται υποδείξεις από τα κοινοτικά όργανα ή οργανισμούς, από την κυβέρνηση κράτους-μέλους ή από άλλο οργανισμό».

Με βάση τα παραπάνω η Ελλάδα, μέχρι το 1996,για να ενταχθεί στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ, πρέπει να εκπληρεί τις παρακάτω προ υποθέσεις:

α) Να περιορίσει το ρυθμό πληθωρισμού (μέχρι το τέλος του 1996) στο 4-5%. Σήμερα ο πληθωρισμός στη χώρα μας είναι 19%.

β) Να μειώσει τα ελλείμματα του δημοσίου, σαν ποσοστό του ΑΕΠ, στο 3%. Με βάση την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού ’92, τα δημοσιονομικά ελλείμματα ξεπερνούν το 20% του ΑΕΠ.

γ) Να περιορίσει το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 60%, αντί του 100% περίπου, που ήταν το 1991.

δ) Να συμπιέσει τα επιτόκια των δανείων, ώστε να μην υπερβαίνουν τις 2 ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με τα χαμηλότερα επιτόκια των χωρών-μελών της ΕΟΚ. Αυτό σημαίνει στην πράξη, να περιοριστούν τα επιτόκια σε ποσοστά κάτω από 10%.

Όσον αφορά την άσκηση Ευρωπαϊκής Πολιτικής για την Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή, ιδρύεται Ταμείο Συνοχής. Το προβλεπόμενο αυτό ταμείο δεν κατοχυρώνεται σε άρθρο της Συνθήκης, αλλά σε πρωτόκολλο. Οι παροχές του, ας σημειωθεί ιδιαίτερα, θ’ αφορούν μόνο προγράμματα σχετικά με το περιβάλλον και τα δίκτυα μεταφορών και η διάθεσή τους θα εξαρτάται από την πορεία της δημοσιονομικής πειθαρχίας της κάθε χώρας - μέλους!

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ (ΠΕ)

Στην προώθηση της ΠΕ και των σχετικών θεσμών δεν έγιναν τα αναμενόμενα βήματα, όπως τουλάχιστον επεδίωκαν ορισμένες δυνάμεις.

Στα πλαίσια αυτά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ) παραμένει υποβαθμισμένο, χωρίς ουσιαστικό λόγο στα κύρια ζητήματα.

Σε ζητήματα σοβαρά, όπως η αναθεώρηση των συνθηκών που ορίζει το άρθρο 100Γ, ζητείται απλώς η γνώμη του. Στις περιπτώσεις ιθαγένειας, έρευνας και ανάπτυξης, έχει συμβουλευτική γνώμη. Η διάσκεψη των εθνικών Κοινοβουλίων και του ΕΚ περιορίζεται στο να δίνει γνώμη και το ΕΚ να εκφράζει, το πολύ, τις επιφυλάξεις του. Ενώ σε σχετικά ανώδυνες, για το κεφάλαιο περιπτώσεις, όπως τα σχέδια του Ταμείου Συνοχής, του αναγνωρίζεται η σύμφωνη γνώμη.

Η Συνθήκη ενισχύει τη διακυβερνητική συνεργασία για την εξωτερική πολιτική και την κοινή ασφάλεια, τη δικαστική και αστυνομική συνεργασία και για το σκοπό αυτό δημιουργούνται διάφορες επιτροπές από ανώτερους υπαλλήλους, για να επεξεργάζονται και να παρακολουθούν τις διακυβερνητικές πολιτικές, μακριά από κάθε δημοκρατικό έλεγχο.

Στην εξωτερική πολιτική τα κράτη-μέλη είναι υποχρεωμένα να φροντίζουν για την ομοιομορφία των εθνικών πολιτικών, με τις κοινές θέσεις που θα δια-μορφώνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η σύσταση στα κράτη-μέλη να μην εμποδίζουν τη λήψη ομόφωνης απόφασης στην εξωτερική πολιτική, όταν έχει διαμορφωθεί γι’ αυτήν ειδική πλειοψηφία, σημαίνει παραπέρα συρρίκνωση του βέτο.

Τα ουσιαστικά προβλήματα, στα οποία υπάρχουν έντονες διαφορές και αντιθέσεις ανάμεσα στα μέλη, αφέθηκαν για αντιμετώπιση στο μέλλον. Στο χρονοδιάγραμμα που έχει καθοριστεί προβλέπεται επανεξέταση των σχετικών ζητημάτων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 1996, με δυνατότητα αναθεώρησης των σχετικών διατάξεων του Χάρτη της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με τη συζήτηση του τρίτου στάδιου της ΟΝΕ. Στο ενδιάμεσο διάστημα, η ΔΕΕ θα αναπτύσσεται σταδιακά ως αμυντική δύναμη της ΕΕ στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Το όλο πρόβλημα σχετικά με την αμυντική ταυτότητα της ΕΕ έμεινε για τελική ρύθμιση το 1998. Στη φάση αυτή ο συμβιβασμός που πραγματοποιήθηκε ήταν υπέρ των δυνάμεων που θέλουν τη ΔΕΕ στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Το Κόμμα μας, όπως κατ’ επανάληψη έχουμε υπογραμμίσει, δεν παραγνωρίζει το χαρακτήρα των σύγχρονων εξελίξεων, τη διεθνοποίηση όλων των πλευρών της ζωής.

Αντίθετα βλέπει σ’ αυτή τη διαδικασία το δρόμο, την ελπίδα και τη δυνατότητα για μια Ευρώπη χωρίς πολέμους, πείνα, φτώχεια, ανεργία, ανισότητες, καταπίεση και εκμετάλλευση λαών και εθνών. Για μια Ευρώπη που θα στηρίζεται στην ισότητα των λαών και εθνών, θα σέβεται την εθνική ανεξαρτησία, τις παραδόσεις κάθε λαού και θα προωθεί το αμοιβαίο συμφέρον.

Η ραγδαία διεθνοποίηση και κοινωνικοποίηση της παραγωγής, κάτω από την επίδραση της πρωτοφανούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αντικειμενικά βαθαίνει την αλληλοεξάρτηση των εθνικών οικονομιών, γενικότερα της κοινωνικής, πολιτιστικής και πολιτικής ζωής, και απαιτεί νέα πλαίσια στην οργάνωση της παραγωγής και διανομής, στις κοινωνικές σχέσεις γενικότερα. Οι διαδικασίες αυτές από ιστορική άποψη ωριμάζουν και προετοιμάζουν αντικειμενικά όσο ποτέ άλλοτε την ανάγκη σοσιαλιστικής οργάνωσης της παραγωγής, της κοινωνίας.

Η Ευρώπη όμως που προωθείται με τις συμφωνίες του Μάαστριχτ δεν έχει σχέση μ’ ένα τέτιο στόχο και όραμα.

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση και η καρδιά της, που είναι η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το Ενιαίο Νόμισμα, που φέρνει τη σφραγίδα της Γερμανίας, έχει σαν κύριο στόχο τη θεσμοθέτηση της διεθνοποίησης των μηχανισμών διεύρυνσης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Κίνητρο δεν είναι η ευημερία των λαών, όπως ψευδεπίγραφα διακηρύσσεται στην εισαγωγή της Συνθήκης, αλλά η αντιμετώπιση των δυσκολιών στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που προέρχονται από τη ραγδαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τον οξύτατο ανταγωνισμό των ιαπωνικών και αμερικανικών μονοπωλίων στο χώρο της Ευρώπης και σ’ όλο τον κόσμο.

Το όραμα επόμενα της «Ενωμένης Ευρώπης» με μια ενιαία οικονομική και νομισματική πολιτική, με κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα, είναι το όραμα που ανταποκρίνεται στην ανάγκη των ευρωπαϊκών μονοπωλιακών κύκλων να επιβληθούν ως ένας ισχυρός πόλος στις παγκόσμιες οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, με ιδιαίτερη επιδίωξη την κατάκτηση και εκμετάλλευση των αγορών στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Οι δυσκολίες αντιμετώπισης των απειλητικών κρισιακών φαινομένων ξεχωριστά από κάθε μια καπιταλιστική χώρα, η έλλειψη συντονισμού απέναντι στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, η ανατροπή των σοσιαλιστικών χωρών και η διάλυση της ΕΣΣΔ, ήταν βασικοί παράγοντες που επιτάχυναν τις διαδικασίες ολοκλήρωσης.

Στα πλαίσια αυτά η ΟΝΕ αποτελεί μια ανώτερη βαθμίδα στην οργάνωση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, στα πλαίσια του μονοπωλιακού καπιταλισμού, με σκοπό τη διάσωση και ενίσχυση των βάσεων του συστήματος και όχι την αλλαγή τους. Άλλωστε, φορείς της ολοκλήρωσης είναι οι ίδιες οι δυνάμεις που οδήγησαν στη δημιουργία της ΕΟΚ. Τα μονοπώλια που στα χρόνια αυτά διογκώθηκε η οικονομική και πολιτική ισχύς τους συνολικά και σε επίπεδο ξεχωριστών χωρών.

Το καινούργιο που φέρνει η ΟΝΕ στην προοπτική της ΕΕ είναι η ένωση της δύναμής τους, με τη δημιουργία μιας γραφειοκρατικής και ανεξέλεγκτης εξουσίας πάνω από έθνη και λαούς. Δεν πρόκειται για μια εθελοντική ένωση των ίδιων, αλλά για μια βίαιη ισοπέδωση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και περιορισμό ως και κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας σε βασικά ζητήματα.

Τα κράτη-μέλη της θα διαμορφώνουν την οικονομική και τη γενικότερη πολιτική τους, στα πλαίσια της υλοποίησης των στόχων της Κοινότητας. Η πολιτική αυτή θα κινείται σύμφωνα με τους όρους της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, που θα διαμορφώνεται και θα ασκείται από την ΕΚΤ, και τ’ άλλα θεσμικά όργανα της Κοινότητας, δηλαδή σύμφωνα με τα συμφέροντα του πολυεθνικού κεφαλαίου. Το θεσμικό πλαίσιο, που δημιουργείται, θα εξασφαλίζει τη συνέχεια και συνέπεια των στόχων και των ενεργειών που αναλαμβάνονται για την επίτευξή τους. Ο έλεγχος της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών-μελών θα συνεπάγεται κυρώσεις, όπως τη διακοπή των πληρωμών από τον κοινοτικό προϋπολογισμό κ.ά.

Η άσκηση νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ καταργεί τον όποιο δημοκρατικό έλεγχο, μπορούσαν να ασκήσουν τα εθνικά Κοινοβούλια, στην οικονομική πολιτική της χώρας τους.

Η παρακάτω δήλωση του Κολ δίνει αρκετά χαρακτηριστικά και αποκαλυπτικά την ουσία της Συνθήκης του Μάαστριχτ και τις επιδιώξεις των μονοπωλίων:

«Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα βρίσκεται σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή προς ένα ομοσπονδιακό μέλλον. Μπροστά βρίσκεται μια νομισματική μηχανή που κατασκευάστηκε βάσει γερμανικών σχεδίων και η οποία καταργεί την εθνική κυριαρχία».

Στη δήλωση αυτή, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που μπορούμε να δια-τυπώσουμε σ’ ό,τι αφορά το μέλλον της ΕΕ και ειδικά τη μορφή που θα πάρει, περιέχεται και το κύριο περιεχόμενο της ΕΕ, όπως μπήκε στη συνθήκη του Μάαστριχτ.

Η ΟΝΕ όχι μόνο δεν πρόκειται να απαλλάξει τους εργαζόμενους από τα δεινά του καπιταλισμού (εκμετάλλευση, κρίσεις, φτώχεια, καταπίεση εθνών και λαών, πολέμους κλπ.), αλλά αντίθετα ενισχύει τον κύριο σκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής, το μονοπωλιακό υπερκέρδος, με τις πολλαπλές πηγές άντλησής του, στη σφαίρα παραγωγής και κυκλοφορίας, στην εσωτερική και την εξωτερική αγορά, αναπτύσσοντας το μονοπωλιακό ανταγωνισμό ως τα έσχατα όρια.

Με την ΟΝΕ διευρύνεται ποσοτικά και ποιοτικά η δικαιοδοσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, για την αποδοτικότερη, για λογαριασμό του, εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης των χωρών-μελών. Διασφαλίζεται μ’ αυτή, η ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου στα ΕΟΚικά πλαίσια, η ανεμπόδιστη, δηλαδή, πρόσβασή του στην ενιαία αγορά εργασίας, η αναδιανομή της, από μέρους του, σύμφωνα με τη δύναμη των μονοπωλίων.

Η αποκόμιση, όμως από τα μονοπώλια, υπερκέρδους σε όλη την ΕΟΚική επικράτεια, προϋποθέτει σκληρό ανταγωνισμό και το μονοπωλιακό έλεγχο σ’ αυτή, πράγμα που υπαγορεύει την εξάλειψη της εθνικής κυριαρχίας των χωρών-μελών. Το μονοπώλιο, ως οικονομική και πολιτική δύναμη, απαιτεί πολιτικό και οικονομικό έλεγχο, πλήρη κυριαρχία, συνεχή διεύρυνσή της. Στη Συνθήκη μπαίνει και προωθείται ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Η διεύρυνση και ενίσχυση της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, με αξίωση να περάσει αυτή από τα εθνικά κράτη στα υπερεθνικά μονοπώλια. Σ’ αυτό συνίσταται η βαθύτερη ουσία της ΟΝΕ και η ποιοτική διαφορά από την ΕΟΚ.

Η προπαγάνδα που γίνεται ότι στα πλαίσια της ΟΝΕ θα προωθηθεί η σύγκλιση των οικονομιών και θα εξασφαλιστεί η οικονομική και κοινωνική συνοχή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Η ΟΝΕ κατ’ αρχήν προβλέπει σύγκλιση «ονομαστικών όρων» και δεν εξασφαλίζει εγγυήσεις για τη σύγκλιση των πραγματικών όρων για την οικονομική ανάπτυξη και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των λαών και την ισόρροπη ανάπτυξη.

Οι διαφορές που υπάρχουν είναι τέτιες που είναι αδύνατο να υπάρξει σύγκλιση, υπό την κυριαρχία των μονοπωλίων, υπολογίζοντας και τη δράση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Τα διαρθρωτικά ταμεία και το Ταμείο Συνοχής, κι αν ακόμα διπλασιάσουν τις παροχές, δε δίνουν λύση, εφόσον δεν αλλάζει το περιεχόμενο και η ποιότητά τους. Δε μένει αδιάφορο για το ΚΚΕ το θέμα της μείωσης ορισμένων οικονομικών δεικτών. Το ζήτημα είναι ποιος θα πληρώσει και πόσο είναι εφικτό στα πλαίσια της ΕΟΚ, με τους κανόνες εκμετάλλευσης και ανισότητας που κυριαρχούν.

Οι αυστηροί όροι εισόδου στην ΟΝΕ –για τον πληθωρισμό, τα ελλείμματα, το χρέος– είναι όροι που σε τελευταία ανάλυση δεν επιδιώκουν την επίτευξη οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης στο χώρο της Κοινότητας, αλλά την εξασφάλιση συγκεκριμένου και σταθερού πλαισίου δράσης του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά, όσο αυτό είναι δυνατό να υπάρξει στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι θα προκληθούν σοβαρές συνέπειες σε βάρος των εργαζομένων, με την εφαρμογή σκληρών πολιτικών λιτότητας και περικοπών στις κοινωνικές παροχές, προκειμένου να εκπληρωθούν αυτοί οι όροι.

Πρόσθετη απόδειξη για τα παραπάνω αποτελεί και το γεγονός ότι στα ζητήματα που αφορούν τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων (ανεργία, απασχόληση, ασφαλιστικό, δικαιώματα, συνθήκες εργασίας, αμοιβές κ.ά.) δεν αναλαμβάνεται καμιά ουσιαστική δέσμευση.

Ο Χάρτης για τα Κοινωνικά Δικαιώματα και στο βαθμό που τα καλύπτει, μένει εκτός Συνθήκης, σε πρωτόκολλο, χωρίς να κατοχυρώνεται νομικά και να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα.

Γενικότερα, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ ενισχύεται η εκτελεστική εξουσία και αναπτύσσεται ένα γραφειοκρατικό αντιδραστικό σύστημα διεύθυνσης σε βάρος των εθνικών Κοινοβουλίων, των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτικών και σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε εθνικό.

Τα εθνικά Κοινοβούλια κινδυνεύουν να χάσουν, στο βαθμό που είχαν, κάθε εξουσία στα ζητήματα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Το λαϊκό κίνημα θα βρεθεί μπροστά σε νέες δυσκολίες. Αν μέχρι τώρα βρισκόταν μακριά από τα κέντρα των αποφάσεων και είχε να αντιμετωπίσει τον αυταρχισμό της εθνικής κρατικής εξουσίας, τώρα τα προβλήματα αυτά θα πολλαπλασιαστούν, καθώς τα κέντρα αποφάσεων θα απομακρυνθούν ακόμα πιο μακριά και θα περιοριστεί στο ελάχιστο ο δημοκρατικός έλεγχος, σε όποιο βαθμό γινόταν. Το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» μεγαλώνει και μάλιστα επικίνδυνα.

Συνολικά, η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και η συγκεκριμένη μορφή που παίρνει, έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, εκφράζει την ενίσχυση της δύναμης των δυτικοευρωπαϊκών μονοπωλίων και ειδικά της Γερμανίας, την τάση για εδραίωση της κυριαρχίας τους στο χώρο της Ευρώπης και επέκταση με νεοαποικιακό τρόπο στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και γενικότερα στα πλαίσια του σκληρού ανταγωνισμού για το ξαναμοίρασμα του κόσμου σε ζώνες επιρροής.

Η εξέλιξη αυτή δεν οδηγεί, όπως ισχυρίζεται η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα, στον τερματισμό της διαίρεσης της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, αλλά στην όξυνση των ταξικών αντιθέσεων, στην Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων, στην κυριαρχία μιας ομάδας χωρών και πολυεθνικών πάνω στην πλειοψηφία των χωρών και λαών της Ευρώπης.

Η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στα τρία κέντρα του ιμπεριαλισμού ΕΟΚ - ΗΠΑ - Ιαπωνία προσδίνουν στα χαρακτηριστικά αυτά ακόμα πιο αντιδραστικό χαρακτήρα.

Οι εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία και γενικότερα στα Βαλκάνια είναι ένα μικρό δείγμα.

Η πορεία της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης στην Ευρώπη, στα πλαίσια των νέων δεδομένων μετά την ανατροπή του μεγαλύτερου μέρους του σοσιαλιστικού συστήματος, φέρνει στην επιφάνεια πολλά και καινούργια προβλήματα και αντιθέσεις, που απαιτούν βαθύτερη θεωρητική ανάλυση και γενίκευση, κάτι που δεν μπορεί να γίνει σ’ αυτή τη Σύνοδο της ΚΕ. Το έργο αυτό το Κόμμα μας πρέπει να το προχωρήσει άμεσα σε σύνδεση με την προετοιμασία του Προγράμματος του Κόμματος.

 

2. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στη χώρα μας, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι πολλές θριαμβολογίες έχουν πέσει και πυκνώνουν από διάφορες κατευθύνσεις οι ανησυχίες για τις συνέπειες από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ενισχύονται εθνικιστικές τάσεις σε συνδυασμό με την όξυνση των προβλημάτων στο εσωτερικό της κάθε χώρας-μέλους της ΕΟΚ, πριν ακόμα επικυρωθεί από εθνικά Κοινοβούλια μπαίνει ήδη σε αμφισβήτηση η Συνθήκη.

Οι ανησυχίες αυτές στη χώρα μας και ο σκεπτικισμός που εκδηλώνεται δεν οδηγούν σε αμφισβήτηση τις συμφωνίες του Μάαστριχτ, αλλά στο πώς θα πιαστούν οι στόχοι για να μπει η Ελλάδα πάση θυσία «στο σκληρό πυρήνα της ΕΟΚ». Πρόσφατα μάλιστα ο κ. Α. Παπανδρέου, το βράδυ των εκλογών, σε δηλώσεις του, έφτασε στο σημείο να δόσει άφεση αμαρτιών στην ΕΟΚ για την κατάσταση στη χώρα μας, λέγοντας ότι δε φταίει η ΕΟΚ για τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα. Οι δυνάμεις αυτές στο όνομα της διεθνοποίησης παραδίδουν τη χώρα στο έλεος των πολυεθνικών και στην ουσία οξύνουν νέα και μεγαλύτερα εμπόδια για μια ισότιμη συμμετοχή της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, σύμφωνα με το επίπεδο ανάπτυξης, τις ανάγκες της και τη συγκεκριμένη γεωπολιτική της θέση (Βαλκάνια, μεσογειακές χώρες, Μέση Ανατολή κλπ.).

Το ΚΚΕ αναλαμβάνει την ευθύνη να σηκώσει το κύριο βάρος στη διαφώτιση και οργάνωση της αντίστασης του λαού, για την υπεράσπιση των συμφερόντων του και του μέλλοντος της χώρας, από τις νέες συνέπειες του Μάαστριχτ και να κρατήσει ανοιχτό το δρόμο των αλλαγών στην προοπτική του σοσιαλισμού.

Για να μπορέσουνε οι εργαζόμενοι να εκτιμήσουν την έκταση και το βάθος των συνεπειών του Μάαστριχτ, είναι ανάγκη να κάνουν μια σύντομη ανασκόπηση των μέχρι τώρα αποτελεσμάτων και συνεπειών της ένταξης στην ΕΟΚ, που αποτελούν μόνο το προοίμιο όσων θα ακολουθήσουν με την είσοδο στην ΟΝΕ.

 

1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΗΝ ΕΟΚ

Γενική εκτίμηση:

Το ΚΚΕ και η τότε ΕΔΑ –πολύ έγκαιρα και πριν ακόμη η Ελλάδα γίνει πλήρες μέλος της ΕΟΚ– είχαν προβλέψει και προειδοποιήσει την εργατική τάξη, την αγροτιά, τους βιοτέχνες και επαγγελματίες, την επιστημονική και τεχνική διανόηση, τους νέους και τις γυναίκες ότι η ένταξη στην ΕΟΚ θα έχει βαριές και αρνητικές συνέπειες για τη χώρα συνολικά.

Θα την οδηγήσει σε μεγαλύτερο περιορισμό της εθνικής της ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας, θα έχει σοβαρές συνέπειες στην οικονομία, σ’ όλους τους τομείς της εθνικής ζωής, θα θίξει άμεσα και μακροπρόθεσμα τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Πρόκειται τελικά για επιλογή της άρχουσας τάξης, που αποσκοπεί στην ακόμα καλύτερη διασφάλιση των προνομίων και της εξουσίας των μονοπωλίων στη χώρα μας και της επικυριαρχίας του ιμπεριαλισμού. Το μέσο για τη διατήρηση και σταθεροποίηση της κυριαρχίας της και της ασφάλειας του συστήματος της στη συνασπισμένη δύναμη της δυτικο-ευρωπαϊκής αντίδρασης.

Ο απολογισμός της 11χρονης πορείας της χώρας στην ΕΟΚ διέψευσε τις δημαγωγικές διακηρύξεις της άρχουσας τάξης και των πολιτικών της εκφραστών, ότι η Ελλάδα με την ένταξή της θα εξασφαλίσει την εθνική της ανεξαρτησία και ακεραιότητα, την οικονομική της ανάπτυξη και τις ισότιμες σχέσεις με τους εταίρους της.

Το ΚΚΕ, δυστυχώς, δικαιώθηκε.

Χρειάζεται να θυμίσουμε μερικές βασικές μας προβλέψεις και αυτό για να δούμε καλύτερα τη συνέχεια της σκέψης μας στις σημερινές συνθήκες, αλλά και για να θεμελιώσουμε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τη γραμμή της πάλης που χάραξε το 14ο Συνέδριο, για μια άλλη πορεία ανάπτυξης και προόδου της χώρας μας, σε αντίθεση με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και του ιμπεριαλισμό* και προς όφελος των εργαζομένων και της χώρας.

Συγκεκριμένα είχαμε προβλέψει για τη συνολική θέση της χώρας:

«Η ένταξη στην ΕΟΚ της χώρας μας και η προσαρμογή της στον κοιναγορίτικο καταμερισμό της εργασίας της επιφυλάσσει τη θέση μιας εξαρτημένης και συμπληρωματικής χώρας χωρίς δική της θέληση και πορεία. Στις συνθήκες της οικονομικής ολοκλήρωσης το σύστημα εξάρτησης παίρνει ολοκληρωμένη μορφή». Οι κυριότερες συνέπειες:

 

Στα εθνικά ζητήματα:

Όχι μόνο δε λύθηκαν τα εθνικά μας ζητήματα, όχι μόνο δε βρήκε η Ελλάδα στηρίγματα για μια ανεξάρτητη πορεία οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, αλλά οξύνθηκαν και περιπλέχτηκαν ακόμα περισσότερο. Ούτε η ΕΟΚ ούτε πολύ περισσότερο το ΝΑΤΟ συνέβαλαν, όπως επεδίωκαν οι ελληνικές κυβερνήσεις, στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Αντίθετα παραμένουν και σε διάφορες φάσεις παίρνουν αρκετά οξυμένο χαρακτήρα.

Τα πρόσφατα γεγονότα στα Βαλκάνια επιβεβαίωσαν τη θέση του ΚΚΕ ότι η ΕΟΚ δεν εξασφαλίζει την εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα της χώρας. Σήμερα είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι η Ελλάδα βρίσκεται όσο ποτέ άλλοτε σε αδυναμία να χαράξει μια δική της εξωτερική πολιτική, που να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της χώρας και της ειρηνικής συμβίωσης και οικονομικής συνεργασίας με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες της Μεσογείου. Το δικαίωμα αυτό έχει ουσιαστικά εκχωρηθεί στα όργανα της ΕΟΚ, όπου κυριαρχεί η θέληση και τα συμφέροντα των μεγάλων χωρών και ειδικά της Γερμανίας.

Επιπλέον βρίσκεται σε μεγαλύτερη ακόμα δυσκολία και λόγω των ιδιαίτερων δεσμών εξάρτησης από τις ΗΠΑ, γεγονός που περιπλέκει την κατάσταση, εξαιτίας και του ολοένα και πιο ανοιχτού ανταγωνισμού ΕΟΚ - ΗΠΑ. Οι σχεδιασμοί του ΝΑΤΟ για επιχειρήσεις έξω από την ακτίνα δράσης του, η συγκρότηση δυνάμεων «ταχείας αντίδρασης», εκθέτουν τη χώρα μας σε νέους σοβαρούς κινδύνους.

 

Στην οικονομία γενικά:

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας έγινε πιο βαθιά. Η πορεία ενσωμάτωσης στην ΕΟΚ πρόσθεσε και νέους παράγοντες επιδείνωσης της κρίσης δίπλα σ’ αυτούς που απορρέουν από τη φύση και τις ιδιομορφίες του εξαρτημένου ελληνικού καπιταλισμού.

Από τη μια μεριά έχουμε την αύξηση της διείσδυσης των μονοπωλίων με διάφορες μορφές (εξαγορές επιχειρήσεων, μετατροπές παραγωγικών μονάδων σε εμπορικές, στο πιστωτικό σύστημα, στις εισαγωγές προϊόντων κλπ.), με αποτέλεσμα την όξυνση των διαρθρωτικών προβλημάτων και περιορισμό των εσωτερικών δυνατοτήτων ανάπτυξης.

Από την άλλη μεριά η χώρα μας χάνει βαθμιαία τη δυνατότητα και τα μέσα να προγραμματίζει, στο μέτρο που επιτρέπουν τα καπιταλιστικά πλαίσια, την οικονομική ανάπτυξη, να επιδιώκει την προστασία του ενός ή του άλλου κλάδου, είτε προϊόντος.

Στα πλαίσια αυτά και με την πολιτική που άσκησαν οι κυβερνήσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ, όσο και της ΝΔ, η χώρα μας οδηγείται στα όρια του περιθωρίου των αναπτυγμένων χωρών.

– Η παραγωγικότητα συνολικά της ελληνικής οικονομίας παρέμεινε σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με εκείνης της ΕΟΚ. Το 60% της ελληνικής βιομηχανίας, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Μελετών (ΙΟΒΕ), αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς. Ήδη αρκετοί παραδοσιακοί κλάδοι της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας με συγκριτικά πλεονεκτήματα, έχουν υποστεί βαριές συνέπειες. Στις συνθήκες αυτές και με την πολιτική των αποκρατικοποιήσεων, που προωθείται ραγδαία, αφοπλίστηκε η Ελλάδα από κάθε ουσιαστική δυνατότητα δημιουργίας προϋποθέσεων, για μια σχετική σύγχρονη και ανταγωνιστική βιομηχανική ανάπτυξη. Συνολικά έχουμε μια υποβάθμιση του ρόλου της χώρας μας στα πλαίσια του κοιναγορίτικου καταμερισμού εργασίας και της δυνατότητας, για μια σχετική αυτοδύναμη και τεχνολογική σύγχρονη ανάπτυξη, παρά τις πολιτικές λιτότητας.

– Οι παράγοντες αυτοί με τη σειρά τους επιδεινώνουν ήδη δραματικά τον εξαρτημένο και ανορθολογικό χαρακτήρα της οικονομίας, εντείνουν τη συμπληρωματικότητά της, οδηγούν την Ελλάδα σε μεγαλύτερη ακόμη υποβάθμιση της παραγωγής. Τελικά όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις αποδέχθηκαν το μοντέλο ανάπτυξης που επιβλήθηκε από την ΕΟΚ, τη βαθμιαία μετατροπή δηλαδή της Ελλάδας σε χώρα φτηνών υπηρεσιών και κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου.

– Το κυριότερο είναι οι μεγάλες συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Υψηλά ποσοστά ανεργίας, πάνω από 10%, αφαίρεση κοινωνικών κατακτήσεων, πτώση του βιοτικού επιπέδου κλπ.

Το χάσμα που χωρίζει την Ελλάδα από την ΕΟΚ ήδη αντί να μικραίνει, μεγαλώνει. Αυτό άλλωστε αναγνωρίζεται και από τους ιθύνοντες κύκλους της ΕΟΚ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έκθεσή της για τις οικονομίες των 12 κρατών - μελών, μεταξύ των άλλων, τονίζει ότι: «Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της ΕΟΚ, της οποίας η απόσταση που χωρίζει την οικονομία της από την οικονομία της υπόλοιπης Κοινότητας συνεχίζει να μεγαλώνει στο διάστημα 1985-1990».

 

Συμπέρασμα:

Η Κοινότητα και η διαδικασία ολοκλήρωσης αναπαράγουν τις ανισότητες ανάμεσα στις χώρες. Αυτό αποτελεί συγκεκριμένη μορφή έκφρασης του αντικειμενικού νόμου της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών. Ο νόμος αυτός, σε συνδυασμό πάντα με τις κυβερνητικές πολιτικές και την υποταγή στο διευθυντήριο των Βρυξελλών, αναπόφευκτα βαθαίνει και διευρύνει τη διαίρεση σε αναπτυγμένες χώρες και σε χώρες με προβλήματα εξάρτησης και ανάπτυξης, καθώς βαθμιαία απελευθερώνεται η αγορά και δυναμώνει ο ανταγωνισμός. Στα πλαίσια αυτά, όπως άλλωστε φάνηκε, ήταν αδύνατο να αποτραπεί αυτή η κατάσταση με τις πολιτικές ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και τους δυσμενείς όρους, κάτω από τους οποίους μπήκε η Ελλάδα στην ΕΟΚ. Αποδέχθηκε από την αρχή χωρίς καμιά ουσιαστική αντίσταση τους «κοινοτικούς όρους».

 

Συνέπειες στη βιομηχανία:

Το Κόμμα μας έγκαιρα επισήμανε πως το μεταπολεμικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, λόγω του στρεβλού και εξαρτημένου χαρακτήρα του, οδηγείται σε κρίση. Μια σειρά εργασίες και του δικού μας χώρου, αλλά και άλλων προοδευτικών επιστημόνων έδειξαν τις καταστρεπτικές συνέπειες που έχει για τη χώρα η καθήλωση των τεχνολογικών και παραγωγικών δυνατοτήτων της, σε μορφές παραγωγής που δεν εξασφαλίζουν δυνατότητες εσωτερικής βελτίωσης, αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων και προσαρμογής τους στα μεταβαλλόμενα διεθνή καταναλωτικά και παραγωγικά πρότυπα.

Η απουσία μιας εθνικής τεχνολογικής στρατηγικής, η μονομερής καθήλωση της βιομηχανικής παραγωγής σε παραδοσιακούς κλάδους, η έλλειψη τεχνολογικού εκσυγχρονισμού των παραδοσιακών κλάδων, η σκανδαλώδης στήριξη των επιχειρηματιών από το δημόσιο ταμείο σηματοδοτούν από πολλά χρόνια τώρα μια αδιέξοδη πορεία ανάπτυξης, ιδιαίτερα μέσα σ’ ένα διεθνές πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από το βάθεμα της διεθνοποίησης και την κυριαρχία των υπερεθνικών μονοπωλίων και τις οικονομίες κλίμακας και τον οξύτατο ανταγωνισμό.

Το θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο λειτουργίας της βιομηχανίας στο εσωτερικό της Κοινότητας πριν το Μάαστριχτ, προσδιόρισε σε μεγάλο βαθμό την καθήλωσή μας στη β΄ ταχύτητα, με την ουσιαστική συμμαχία και ανοχή των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. Αφόπλισε τη χώρα από μια σειρά μέσα και δυνατότητες για την επίτευξη ενός παραγωγικού αποπροσανατολισμού και σχεδιασμού της οικονομίας. Περιόρισε τις ευχέρειες του ελληνικού δημόσιου να προσανατολίσει στρατηγικά εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής, όπως οι κρατικές προμήθειες, με τρόπο ώστε να ευνοηθεί η ντόπια παραγωγή. Εκτός απ’ αυτό ματαιώθηκαν οι δυνατότητες κάθετης και οριζόντιας ανάπτυξης της βιομηχανίας στο εσωτερικό της χώρας σε βασικούς κλάδους με την ορθολογική αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, ματαιώθηκαν σημαντικά και μεγάλα έργα (ανοξείδωτος χάλυβας, πετροχημικό κ.ά.). Αυξήθηκε συνολικά η προβληματικότητα της βιομηχανίας.

Τέλος οι άξονες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μια νέα κοινοτική βιομηχανική πολιτική (ενίσχυση των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων του ιδιωτικού τομέα κλπ.) προδιέγραφαν ήδη πριν το Μάαστριχτ τις πολύ μεγάλες δυσκολίες που θα συναντούσε κάθε προσπάθεια για μια προοδευτική διέξοδο στην ελληνική οικονομία.

Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε εδώ και τη συνευθύνη της ελληνικής ολιγαρχίας με το Διευθυντήριο της ΕΟΚ, ως προς τη θέση της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και το επίπεδο ανάπτυξής της.

Η σύγκρουσή μας λοιπόν μ’ αυτό το παραγωγικό μοντέλο και τις ιμπεριαλιστικές επιλογές, είναι μονόδρομος. Οι κυρίαρχοι κύκλοι των Βρυξελλών, αλλά και ο ίδιος ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της ΕΟΚ, καθώς και οι τάσεις εξέλιξης της ΑΝΤΙΤΙΘΕΝΤΑΙ στην κατεύθυνση μιας σύγχρονης, τεχνολογικά εκσυγχρονισμένης παραγωγικής και κοινωνικής ανάπτυξης, εθνικά αναγκαίας, υπέρ των εργαζομένων, με άξονα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας.

Στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήξουμε κι αν παρακολουθήσουμε την πορεία των εμπορικών σχέσεων με την ΕΟΚ.

Οι εξαγωγές μας και γενικά οι εμπορικές μας σχέσεις μειώνονται με μια ομάδα χωρών, με τις οποίες θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε προνομιακές σχέσεις, αφού δεν έχουμε μεγάλη απόκλιση στους δείκτες ανταγωνιστικότητας, σε σχέση με την ΕΟΚ.

Το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι οι δυνατότητες της χώρας μας για μια παραγωγική ανασυγκρότηση και εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας και της οικονομίας γενικότερα προσκρούουν κύρια στο ανισότιμο καθεστώς ενσωμάτωσης που έχει διαμορφώσει για την Ελλάδα η ΕΟΚ, σε συμμαχία με την ντόπια μονοπωλιακή αστική τάξη. Επόμενα σε όσες «θυσίες» κι αν υποβληθούν οι εργαζόμενοι, δεν πρόκειται να αλλάξει η γενική πορεία της ελληνικής βιομηχανίας, αν δεν έχουμε αλλαγή πολιτικής προς όφελος των εργαζομένων και ισότιμη ένταξη στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να ενισχυθούν ορισμένοι τομείς ή κλάδοι, πάντα σε συμπληρωματική κατεύθυνση και να αυξηθούν γενικά τα κέρδη των βιομηχάνων. Παρόμοιες τάσεις έχουμε (αύξηση κερδών, αύξηση παραγωγής και πωλήσεων σε ορισμένους κλάδους: ποτά, χαρτί, ελαστικά - πλαστικά, χημικά).

 

Στην αγροτική οικονομία:

Στην αγροτική οικονομία δέχτηκαν πλήγμα, στα πλαίσια της ΚΑΠ, παραδοσιακά προϊόντα (όπως τα εσπεριδοειδή, η σταφιδοκαλλιέργεια, τα καπνά, το ελαιόλαδο κ.ά.) που ευνοούνται από τις ελληνικές συνθήκες και πολλά από αυτά δεν παράγονται σε επάρκεια από άλλες χώρες της ΕΟΚ, για να εξυπηρετηθούν τα μεγάλα μονοπώλια, που επιδιώκουν να τα αγοράζουν από τρίτες χώρες (με χαμηλές εργατικές αμοιβές) και να προωθούν αντίστοιχα σ’ αυτές τα βιομηχανικά τους προϊόντα.

Η θέση της γεωργίας μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας επιδεινώθηκε, αφού μεγάλωσε το έλλειμμα του αγροτικού εμπορικού ισοζυγίου μας και από πλεόνασμα το 1980 έφτασε να έχει έλλειμμα 957 εκατ. δολάρια το 1990. Σαν αποτέλεσμα των πληγμάτων που δέχτηκε η κτηνοτροφία, η χώρα μας υφίσταται μια τεράστια διαρροή συναλλάγματος για εισαγωγές κτηνοτροφικών προϊόντων της τάξης των 300 δισ. δρχ. (το 1990).

Δε βελτιώθηκε ουσιαστικά η υποδομή στη γεωργία μας, με αποτέλεσμα να εκτίθεται αβοήθητη η αγροτική παραγωγή σε αστάθμητους παράγοντες. Προβληματική είναι η διάθεση της παραγωγής. Έχει μειωθεί το εισόδημα των μικρομεσαίων παραγωγών, ενώ στο χωριό διαμορφώνεται με μεγάλη ταχύτητα σε σύγκριση με το παρελθόν ένα μικρό μεν στρώμα (σε ποσοστό), αλλά ισχυρό οικονομικά, που συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερο οικονομική και πολιτική ισχύ, ενώ και οι μηχανισμοί της ΕΟΚ ενισχύουν τη συσσώρευση κεφάλαιου στο στρώμα αυτό. Στα πλαίσια αυτών των εξελίξεων ισχυρό πλήγμα δέχτηκε το συνεταιριστικό κίνημα και η οικονομική βάση, με όλες τις αδυναμίες της, που είχαν δημιουργηθεί.

Δεν προχωρά η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και έχει εξασθενήσει ο μηχανισμός τιμών και επιδοτήσεων. Γενικά η ΕΟΚ έχει φρενάρει την ανάπτυξη της γεωργίας με τα αντιαγροτικά μέτρα στα πλαίσια της ΚΑΠ, συνεπικουρούμενη και από τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ.

Γενικότερα εντάθηκαν οι περιφερειακές ανισότητες της χώρας και επιδεινώθηκε η κατάσταση ορεινών, ημιορεινών και νησιωτικών περιοχών. Μεγάλωσε η ασυμμετρία στην ανάπτυξη της γεωργίας σε σύγκριση με αυτή των χωρών της ΕΟΚ.

 

Στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα:

Οι κοινωνικές συνέπειες δεν είναι λιγότερο επώδυνες για το μέλλον της χώρας.

Το ΚΚΕ από το ’79 ακόμα είχε προειδοποιήσει ότι «οι ελληνικές επιχειρήσεις θα προσπαθήσουν να επιζήσουν και να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό, εντείνοντας ... κυρίως την εκμετάλλευση και το ξεζούμισμα της εργατικής τάξης με την εντατικοποίηση της εργασίας, τις απολύσεις, τον περιορισμό, με κάθε μέσο των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων».

Η πολιτική επόμενα εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από τη ΝΔ, πέρα από τις επιμέρους διαφορές τακτικής και τους ελιγμούς, αντανακλά σε τελευταία ανάλυση τις απαιτήσεις της ελληνικής μονοπωλιακής ολιγαρχίας, για να αντιμετωπίσει σε βάρος των εργαζομένων τις τεράστιες δυσκολίες προσαρμογής. Οι απαιτήσεις της ολιγαρχίας από αυτή την άποψη έγιναν και πολιτική των κυβερνήσεων αυτών (περιορισμός δημόσιου τομέα, πολιτική λιτότητας κλπ.). Οι κοινωνικές συνέπειες από αυτές τις πολιτικές είναι γνωστές (αύξηση της ανεργίας, ακρίβεια, πτώση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, χτύπημα ασφαλιστικών δικαιωμάτων κλπ.).

Από τότε το Κόμμα μας υπογράμμιζε με έμφαση «όποιος πιστεύει πως η ένταξη θα δόσει αυτόματα στο λαό τις κατακτήσεις, αυτός στηρίζει τις ελπίδες του έξω από την ταξική πάλη, τις εναποθέτει στην καλή θέληση του ιμπεριαλισμού».

Τρεις όμως συνέπειες με βαρύνουσα πολιτική σημασία πρέπει να ξεχωριστούν:

Πρώτη: Περιορίστηκε παραπέρα ασφυκτικά η εθνική κυριαρχία και η λαϊκή κυριαρχία και παρέμβαση. Υποβαθμίστηκε ακόμα περισσότερο το Κοινοβούλιο, γενικότερα οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, ενισχύθηκε ο αυταρχισμός της εξουσίας.

Οι αποφάσεις που αφορούν τα σημαντικότερα ζητήματα και την πορεία του τόπου μας δεν παίρνονται πλέον στην Ελλάδα, αλλά όλο και πιο πολύ, ανοιχτά και απροκάλυπτα σε ξένα κέντρα, μακριά και έξω από τη θέληση των εργαζομένων της χώρας μας.

Δεύτερη: Η ένταξη στην ΕΟΚ ήταν ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που είχε άμεση επίδραση στη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων και άσκησε βαθύτατη επίδραση στους συσχετισμούς δύναμης. Ενίσχυσε τη τάση που υπήρχε στο ΠΑΣΟΚ για την εγκατάλειψη των αντιιμπεριαλιστικών του διακηρύξεων και στόχων και την πλήρη προσαρμογή του στα ΕΟΚικά δεδομένα. Από την άποψη αυτή το ΠΑΣΟΚ έχει τεράστια ιστορική ευθύνη για τη σημερινή θέση της χώρας.

Τρίτη: Το μαζικό κίνημα παρά την αντίστασή του δέχτηκε πλήγμα στον προσανατολισμό του και κατά συνέπεια και στο δυναμισμό του. Ενισχύθηκαν τάσεις παθητικής προσαρμογής στα τετελεσμένα των Βρυξελλών, ρεφορμιστικές αντιλήψεις και αυταπάτες.

Από την άποψη αυτή πρέπει να δούμε και εμείς τις δικές μας ευθύνες, με την έννοια πόσο σωστά και κυρίως έγκαιρα αντιπαλέψαμε αυτές τις τάσεις και συμβάλαμε καλύτερα στη σύνδεση της πάλης με την απόκρουση των συνεπειών της ένταξης.

 

Για την ισότητα των γυναικών:

Αυτή την περίοδο τίθεται σε ισχύ το τρίτο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα της ΕΟΚ για την ισότητα ευκαιριών ανδρών και γυναικών. Όλα δείχνουν ότι και αυτό το πρόγραμμα θα έχει την τύχη των δυο προηγούμενων, να μείνει ένα κείμενο διακηρύξεων κι στόχων, δίχως αντίκρισμα στη ζωή. Τα τελευταία χρόνια όχι μόνο δεν έγιναν βήματα προς την κατεύθυνση των ίσων ευκαιριών, αλλά, το αντίθετο, έγινε πιο βαρύ το καθεστώς κοινωνικών διακρίσεων σε βάρος των γυναικών. Οι γυναίκες κατέχουν τα πρωτεία στην ανεργία, στη μερική απασχόληση σε σύγκριση με τους άνδρες εργαζόμενους. Η Κοινότητα θεσπίζει προγράμματα ειδίκευσης και επανειδίκευσης των γυναικών. Πέρα από το γεγονός ότι ένα μέρος από αυτά πραγματοποιείται, το κυριότερο είναι ότι δεν αποτελούν το φάρμακο για την απασχόληση της γυναίκας, όταν μειώνονται οι θέσεις εργασίας, όταν αποδιαρθρώνεται και συρρικνώνεται η παραγωγική βάση, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Το χαρακτηριστικό των τελευταίων χρόνων, είναι η χρησιμοποίηση των γυναικών στις πιο κακοπληρωμένες εργασίες, στις ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Στο πλαίσιο της Κοινότητας φουντώνει η αντιδραστική προπαγάνδα για επιστροφή της γυναίκας στο παραδοσιακό τρίπτυχο σπίτι - παιδιά - οικογένεια. Πρέπει να ανοίξουμε σταθερά και αποφασιστικά το ιδεολογικό και πολιτικό μέτωπο στη θεωρία της πισωδρόμησης και του αναχρονισμού που έχουν στόχο τις γυναίκες.

 

Σχετικά με τους πόρους:

Οι ένθερμοι υποστηριχτές της ΕΟΚ στη χώρα μας προβάλλουν τους κοινοτικούς πόρους ως σανίδα σωτηρίας. Και μάλιστα ορισμένοι από αυτούς, τους ανάγουν σε πανάκεια. Το να πιστεύει κανείς και να περιμένει ότι άλλοι, από έξω, θα φέρουν την ανάπτυξη και την ευημερία, είναι, τουλάχιστον, μεγάλη αφέλεια και πλάνη.

Η ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ δεν είναι και δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο «δούναι και λαβείν». Η συμμετοχή της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες σχετίζεται και αφορά άμεσα όλη την κοινωνική - 
οικονομική και πολιτιστική της ανάπτυξη. Συνεπώς, μια τέτια στενή ερμηνεία είναι λαθεμένη και αποπροσανατολιστική.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει πρόβλημα ποιος χειρίζεται τους πόρους και πόσο ορθολογικά αξιοποιούνται, έστω και αυτοί που διατίθενται. Δεν αξιοποιήθηκαν έστω για παραγωγικές επενδύσεις, κατασπαταλήθηκαν και διασπάστηκαν παρασιτικά.

 

2. Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η εικόνα που παραπάνω περιγράψαμε δεν πρόκειται γενικά να αντιστραφεί με την ένταξη στην ΟΝΕ.

Οι συνέπειες από τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, όπως αυτή εξελίσσεται, θα είναι πολλαπλάσιες και ποιοτικά ανυπολόγιστες συνολικά και σε κάθε τομέα ξεχωριστά.

Για τους παρακάτω λόγους:

α) Η αφετηρία από την οποία ξεκινάει η Ελλάδα για να προχωρήσει στις δυσβάσταχτες διαδικασίες της ολοκλήρωσης είναι πολύ δυσμενείς. Η Ελλάδα με τα σημερινά δεδομένα αδυνατεί να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από τις άλλες χώρες της ΕΟΚ. Η προσέγγιση των όρων «σύγκλισης» θα είναι πάρα πολύ δύσκολη έως και αδύνατη για ορισμένους απ’ αυτούς, όπως το δημόσιο χρέος και ο πληθωρισμός ή στο βαθμό που θα προσεγγιστούν θα γίνει με αιματηρές συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Έτσι αντί την πολύ διαφημιζόμενη σύγκλιση θα οδηγηθεί σε μεγαλύτερη περιθωριοποίηση στα πλαίσια της «Ενωμένης Ευρώπης».

Η Οικονομική, Νομισματική και Πολιτική Ένωση, αν προωθηθεί όπως προγραμματίστηκε από τη Σύνοδο του Μάαστριχτ, θα έχει βαρύτατες συνέπειες στην Ελλάδα, θα οξύνει στο έπακρο το πιο χαρακτηριστικό πρόβλημα της χώρας, το πρόβλημα της καθυστέρησης και της υποταγής στον ιμπεριαλισμό.

Οποιαδήποτε αναπτυξιακή προσπάθεια ξεκινήσει θα δυσκολεύεται από τη δέσμευση να εφαρμόζει την πολιτική της Κοινότητας και να κινείται απαρέγκλιτα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής.

β) Διαμορφώνεται μια άλλη ποιοτικά διαφορετική κατάσταση στο χώρο της ΕΟΚ. Η Κοινότητα αλλάζει χαρακτήρα.

Με την ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς και με το πέρασμα στην ΟΝΕ, οι βασικοί μοχλοί της οικονομικής, πολιτικής και στρατηγικής εκφεύγουν πια από τη σφαίρα των εθνικών αρμοδιοτήτων και μεταφέρονται στο διευθυντήριο της Κοινότητας. Δεν πρόκειται για έναν οργανισμό που συντόνιζε κοινές πολιτικές, όπως ήταν η ΕΟΚ, αλλά για ένα νέο καθεστώς που θα επεξεργάζεται και θα καθορίζει πολιτική υποχρεωτική. Το διευθυντήριο της Κοινότητας θα παίζει καθοριστικό ρόλο στην οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, στην εξωτερική πολιτική, στη λειτουργία των θεσμών και στους πόρους.

γ) Η διεθνής συγκυρία και ειδικότερα στην περιοχή μας είναι αρκετά δυσμενέστερη από κάθε άλλη φορά.

Για τους λόγους αυτούς δεν πρέπει οι εργαζόμενοι να παρασυρθούν από τις διακηρύξεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων για το μέλλον της χώρας στα πλαίσια της «Ενωμένης Ευρώπης».

Έχουν πέρα για πέρα δημαγωγικό χαρακτήρα και έχουν τόση αξιοπιστία όση είχαν όλες οι μέχρι τώρα διακηρύξεις από την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και κατοπινά στην ΕΟΚ.

Το Κόμμα μας πρέπει να αναλάβει κάθε δυνατή πρωτοβουλία και το βάρος της ευθύνης, για να μην εγκλωβιστεί το μαζικό κίνημα στις αυταπάτες που καλλιεργούν οι δυνάμεις αυτές στις γραμμές του.

Τα διάφορα επιχειρήματα που προβάλλονται τόσο από την κυβέρνηση όσο κι απ’ τ’ άλλα κόμματα ότι τα σύνορα της χώρας μας γίνονται και σύνορα της Ευρώπης με την ένταξη στη ΔΕΕ, διαψεύδονται από την ίδια την πραγματικότητα, πέρα από το γεγονός ότι είναι σε εκκρεμότητα αλλαγές στον κανονισμό της ΔΕΕ. Η σημερινή πραγματικότητα, όπως και η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αποδείχνουν το αντίθετο. Το δίκιο του ισχυρού δηλαδή το άδικο, τελικά κυριαρχεί. Το ίδιο ισχύει και για το επιχείρημα ότι με τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ, προωθείται ο στόχος της σύγκλισης των οικονομιών, αφού αποφασίστηκε η δημιουργία του Ταμείου Συνοχής και προβλέπεται ο διπλασιασμός των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων. Η πραγματικότητα όμως θα εξελιχθεί διαφορετικά.

Η ΟΝΕ γενικά θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για γιγάντιες συγχωνεύσεις και εξαγορές (τύπου ΑΓΕΤ). θα εντείνει τη διαδικασία αφελληνισμού των ελληνικών επιχειρήσεων και της γης μας. Όποια ανάπτυξη σημειωθεί θα είναι περιορισμένης κλίμακας και συμπληρωματική της Κοινότητας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η κατάργηση των εσωτερικών συνόρων στην Κοινότητα θα κατευθύνει τις επενδύσεις στις περιφέρειες εκείνες, όπου η υποδομή, η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, αλλά και η ίδια η ποιότητα ζωής είναι υψηλότερη.

Η Ελλάδα, με τα σημερινά δεδομένα, αδυνατεί να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από τις άλλες χώρες της ΕΟΚ.

Διάφορες μελέτες, έρευνες και εκθέσεις της ΕΟΚ, επίσημες και ανεπίσημες, κάνουν από την πλευρά τους την ίδια πρόγνωση. Είναι πολύ ενδεικτική από την άποψη αυτή μια έκθεση της ΕΟΚ, που αναγνωρίζει ότι μια περιφέρεια με κατά κεφαλήν εισόδημα 50% του κοινοτικού μέσου όρου (όπως είναι όλη η Ελλάδα), θα χρειαστεί 20 χρόνια για να φτάσει ένα εισόδημα ίσο προς 70% του μέσου όρου της Κοινότητας και υπό την προϋπόθεση ότι η περιφέρεια αυτή θα πετύχει αύξηση της κατά κεφαλήν παραγωγικότητας κατά 1 και 3/4 πάνω του μέσου κοινοτικού όρου.

Δύο στοιχεία είναι πολυσήμαντα: Το πρώτο ότι μετά από 20 χρόνια, η περιοχή αυτή (η χώρα μας δηλαδή) θα φτάσει το 70%, δε θα εξισωθεί δηλαδή, χωρίς βέβαια απλουστευτικά να αντιλαμβανόμαστε αυτή τη σύγκλιση. Το δεύτερο σημείο, ότι αυτή η προσέγγιση θα επιτευχθεί, εφόσον η κατά κεφαλήν αύξηση της παραγωγικότητας είναι κατά 1 και 3/4 μεγαλύτερη του μέσου κοινοτικού επιπέδου. Δεδομένου ότι στη δεκαετή και πλέον θητεία της στην ΕΟΚ η Ελλάδα δε συμμετείχε στη θετική ανάπτυξη της παραγωγικότητας, γίνεται αντιληπτό ότι η σύγκλιση, για την οποία γίνεται λόγος στη Συνθήκη και την οποία ευαγγελίζεται η κυβέρνηση με αυτή ή εκείνη τη μορφή είναι πολύ δύσκολο αν όχι ανέφικτο να επιτευχθεί.

Το μεγάλο επιχείρημα της κυβέρνησης, και της άρχουσας τάξης, ότι ο διπλασιασμός των παροχών των διαρθρωτικών ταμείων και το νέο που θα ιδρυθεί θα συμβάλουν στην οικονομική σύγκλιση της Ελλάδας με το μέσο κοινοτικό επίπεδο, δεν πατάει στην πραγματικότητα της Ελλάδας. Η πείρα έδειξε, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ότι τα διαρθρωτικά ταμεία δε συνέβαλαν καν σε μια θετική εξέλιξη των καθυστερημένων χωρών και περιοχών, ούτε και πρόκειται να συμβάλουν, ακόμα κι αν διπλασιαστούν οι πόροι. Σε καμιά περίπτωση δε λύνεται το πρόβλημα της ανάπτυξης και προόδου της ελληνικής κοινωνίας και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να γίνει λόγος για το ότι οι πόροι αυτοί θα βοηθήσουν κατά κάποιο τρόπο στη σύγκλιση της οικονομίας, εφόσον οι εσωτερικές συνθήκες και πολιτικές δε μεταβάλλονται. Ούτε και το Ταμείο Συνοχής, για το οποίο γίνεται πολύς θόρυβος, θα είναι σε θέση να επιδράσει αποφασιστικά προς μια τέτια κατεύθυνση, πολύ περισσότερο που οι πόροι αυτοί προσανατολίζονται για το περιβάλλον και συγκοινωνιακά έργα.

Εδώ πρέπει απαραίτητα να σημειωθεί ότι, όσον αφορά την τύχη των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής, δεν υπάρχει ακόμα τίποτα το θετικό. Υπάρχει απλούστατα, η πρόταση για το δεύτερο πακέτο Ντελόρ και το Ταμείο Συνοχής, που και τα δύο όμως πέρα από την ασάφεια, που επικρατεί σχετικά, συνάντησαν τη λυσσασμένη αντίδραση των πλούσιων χωρών. Καμιά χώρα όσο πλούσια κι αν είναι δεν έχει σκοπό να πληρώσει το «λογαριασμό του Μάαστριχτ». Είναι ουτοπικό να πιστεύει κανείς ότι οι ισχυρές οικονομικά χώρες συνειδητά και με παραίτηση από τα δικά τους στενά συμφέροντα, θα βοηθήσουν άλλες χώρες καθυστερημένες ή περιοχές μειονεκτικές, για να δημιουργήσουν έτσι επιπρόσθετο ανταγωνισμό και προβλήματα για την ίδια την οικονομία τους.

Ενώ, λοιπόν, η θεωρητική και εμπειρική ανάλυση, αποδεικνύει την ουτοπία της οικονομικής σύγκλισης, της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, όπως αυτή πρεσβεύεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, οι θεσμοί, τα μέτρα και διακανονισμοί που προβλέπει γι’ αυτή τη διαδικασία θα προ- καλέσουν ένα καινούργιο σοκ στην εθνική οικονομία και το κυριότερο στους εργαζόμενους. Το πρόγραμμα σύγκλισης, που ετοιμάζει η κυβέρνηση, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία. Η γενίκευση των ιδιωτικοποιήσεων, οι μεγάλες περικοπές στις κοινωνικές παροχές, η πλήρης απελευθέρωση της αγοράς. εργασίας, θα επιφέρουν ισχυρά πλήγματα στο βιοτικό επίπεδο, στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των εργαζομένων. Στην ίδια φιλοσοφία κινείται στα κρίσιμα ζητήματα του φορολογικού και της κοινωνικής ασφάλειας.

Προς την ίδια κατεύθυνση δρα η Συνθήκη του Μάαστριχτ, μέσω της αναθεώρησης της ΚΑΠ και σε συνδυασμό με τις διαπραγματεύσεις στην GATT. Το ποσοστό από τον κοινοτικό προϋπολογισμό για την ΚΑΠ από 64% το 1987, κατεβαίνει στο 45% το 1997. Πλήττονται όλες σχεδόν οι μεσογειακές καλλιέργειες, πέρα από την κτηνοτροφία μας, που ήδη έχει υποστεί καθίζηση, εμποδίζεται η ορθολογική, σύμφωνα με τις εθνικές ιδιομορφίες, κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της χώρας μας, αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, γενικά και των καλλιεργειών ειδικά. Μπαίνει έτσι φρένο στις δυνατότητες ανάπτυξης της γεωργίας μας. Η δραστική μείωση των τιμών και επιδοτήσεων, που απορρέει από τις προδιαγραφές της, επιταχύνει τις αρνητικές εξελίξεις στον αγροτικό τομέα, όπου η εκτόπιση των μικρομεσαίων αγροτών θα πάρει καινούργιες μορφές και διαστάσεις, δεδομένης και της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση της ΝΔ.

Το ίδιο ισχύει και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι ΜΜΕ θα δεχτούν ένα πολύ σκληρό ανταγωνισμό, αφού το νέο τραπεζικό σύστημα αφαιρεί από τα κράτη κάθε δυνατότητα άσκησης εθνικής δανειοδότησης ή και τραπεζικής γενικά πολιτικής απέναντι στις ΜΜΕ.

Η κυβέρνηση με στόχο την ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση προχωρά ακάθεκτη, παίρνοντας τα πιο αντιλαϊκά και αυταρχικά οικονομικά, θεσμικά και νομοθετικά μέτρα. Επιχειρεί να επιβάλει μια μακρόχρονη σκληρή πολιτική μονόπλευρης λιτότητας και να εξασφαλίσει την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, τα κέρδη και υπερκέρδη. Ταυτόχρονα αφήνει άθικτη τη φοροδιαφυγή του μεγάλου κεφαλαίου. Σε τελική ανάλυση η συνισταμένη της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης, υποταγμένη στα συμφέροντα του ντόπιου και ξένου μεγάλου κεφαλαίου, δημιουργεί καινούργια οικονομικά και πολιτικά αδιέξοδα, βαθαίνει την κοινωνικό - οικονομική κρίση στη χώρα μας.

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ αποδέχονται τις κατευθύνσεις και την στρατηγική που χαράζει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Παρά τις κάποιες αποχρώσεις συμφωνούν και με τα μέσα και το δρόμο που θα ακολουθήσει η χώρα για να φτάσουμε στην ΟΝΕ, δηλαδή, με τη μακρόχρονη μονόπλευρη σκληρή ή «ήπια» λιτότητα των εργαζομένων. Το ίδιο και ο «Συνασπισμός», ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται ιδιαίτερα υποτακτικός στην κυρίαρχη επιλογή της ΕΟΚ.

Το ΚΚΕ στο 14ο Συνέδριό του δίνει ένα ριζικά διαφορετικό στίγμα για την ανάπτυξη της χώρας μας. Αυτή είναι η δική μας απάντηση και εναλλακτική πρόταση στο δρόμο του Μάαστριχτ. Αυτή είναι η δική μας απάντηση για μια σύγχρονη ανάπτυξη στις συνθήκες της διεθνοποίησης. Μια ανάπτυξη που δε θα συντελείται κάτω από την επίδραση των τυφλών δυνάμεων της αγοράς, αλλά στα πλαίσια ενός σύγχρονου δημοκρατικού εθνικού προγραμματισμού, με κέντρο τις ανάγκες του ανθρώπου, μέσα από την ορθολογική αξιοποίηση του εθνικού πλούτου και με σεβασμό στην προστασία του περιβάλλοντος. Τονίζει ακόμα την ανάγκη να διασφαλιστεί η ανάπτυξη της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας, καθώς και η αποκέντρωση των κοινωνικο-οικονομικών δραστηριοτήτων.

Η παραγωγική ανάπτυξη της χώρας, ο εκσυγχρονισμός των βασικών κλάδων της οικονομίας, η αναδιάρθρωση και ο αναπροσανατολισμός τους αποκτά εθνική - ανεξαρτησιακή διάσταση στα πλαίσια της διεθνοποίησης των οικονομιών. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική αυτή εναντιώνεται στην ενδοτική παθητική συμμετοχή μας στις επιλογές των κυρίαρχων κύκλων της ΕΟΚ γενικά και στη Συνθήκη του Μάαστριχτ σήμερα. Έρχεται σε αντίθεση με την επιλογή της προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στους στόχους και επιδιώξεις του ντόπιου μεγάλου κεφαλαίου και των κυρίαρχων κύκλων των Βρυξελλών.

Στις σημερινές συνθήκες, όταν έχει αλλάξει έστω και προσωρινά ο παγκόσμιος συσχετισμός δυνάμεων, το ιμπεριαλιστικό κέντρο της ΕΟΚ θα χρησιμοποιήσει καινούργιες μορφές εκμετάλλευσης και καθυπόταξης των εργαζομένων και του λαϊκού κινήματος, μη αποκλεισμένων πολιτικών και στρατιωτικών τυχοδιωκτισμών.

Δεν είναι μοιραίος και αναπόφευκτος αυτός ο δρόμος που επιβάλλεται στη χώρα μας. Υπάρχει και ο δρόμος της πάλης για ισότιμες σχέσεις συνεργασίας, για ένα διεθνή καταμερισμό εργασίας, που οι εργαζόμενοι και οι αδύνατες χώρες διεκδικούν τα δικαιώματά τους.

 

Συνοψίζοντας:

Το κόστος προσαρμογής, έστω και σε συνθήκες περιθωριακής ανάπτυξης θα είναι πολύ βαρύ. Οι ψευδαισθήσεις των φιλοεοκικών δυνάμεων για βοήθεια από ΕΟΚ, για κοινωνική αλληλεγγύη διαψεύδονται στην πράξη.

Το βάρος των συνεπειών αγγίζει όλα τα μη μονοπωλιακά στρώματα.

Η πορεία ενσωμάτωσης στην ΟΝΕ, γενικότερα στην ΕΕ, δε θα έχει μόνο σαν επικίνδυνη συνέπεια την ανισοτιμία και εξάρτηση της χώρας, αλλά και τον περιορισμό ως την κατάλυση κάθε έννοιας «εθνικής κυριαρχίας και λαϊκής κυριαρχίας». Στα πλαίσια αυτά ουσιαστικά όχι μόνο δεν ανοίγει ο δρόμος για τη συμμετοχή της Ελλάδας στη διεθνοποίηση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, αλλά αντίθετα αυτός ο δρόμος κλείνει από τη στιγμή που οι βάσεις και οι βασικοί μοχλοί της οικονομίας υπονομεύονται από το σκληρό ανταγωνισμό, τις αθρόες εξαγωγές, τις ιδιωτικοποιήσεις, τον αφελληνισμό, τον περιορισμό της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.

Σ’ αυτές τις συνθήκες πρέπει να αναμένονται όξυνση όλων των κοινωνικών αντιθέσεων, όξυνση της ταξικής πάλης γενικά, ωρίμανση των προϋποθέσεων για ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικών δυνάμεων για γενικότερες πολιτικές ανακατατάξεις.

Προϋποθέσεις, για ν’ αξιοποιηθούν αυτές οι δυνατότητες και να διευρυνθούν, είναι η ενίσχυση της δύναμης του ΚΚΕ στο μαζικό κίνημα, ευρύτερα στην πολιτική ζωή της Χώρας.

 

3. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΛΗΣ

Το περίφημο όραμα της ΕΟΚ, σ’ όλα τα συνώνυμό του, «ενωμένη Ευρώπη», «Ευρώπη των πατρίδων», «Ευρώπη των λαών», «Ευρώπη των εργαζομένων», «ανθρωπιστική Ευρώπη», «Ευρώπη των πολιτών», συμπυκνώνει ως ιδανικό την πρακτική του ΕΟΚικού κεφαλαίου. Το πλαίσιο, δηλαδή, για την πιο αποτελεσματική εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και όλων των εφεδρειών που μένουν ανεκμετάλλευτες από τον εθνικό κατακερματισμό, με στόχο την αύξηση του κέρδους, τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίησή του. Αυτό το όραμα αποτυπώνεται στην τραγική εικόνα της –πριν και μετά Μάαστριχτ– ΕΟΚ, της ανεργίας, της παρατεταμένης λιτότητας, των διακρίσεων κάθε μορφής, του ρατσισμού, της κοινωνικής ανισότητας και της ανισοτιμίας, με τη φτώχεια στις πλάτες των μαζών και τον πλούτο στα χέρια των λίγων, τον αυταρχισμού και τον περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων των λαών. Προς αυτή την ξένη, προς τους πόθους των λαών, Ευρώπη οδηγεί η συνθήκη του Μάαστριχτ. Αυτή την προειδοποίηση κάνει υπεύθυνα το ΚΚΕ, με βάση το αξιόπιστο της επιστημονικής πρόγνωσης, που εγγυάται η κοσμοθεωρία του, ο μαρξισμός - λενινισμός και την επιβεβαίωση που παρέχει η εμπειρία της χώρας μας, απ’ την οργανική συμμετοχή της στην ΕΟΚική ολοκλήρωση.

Το δόγμα της άρχουσας τάξης, ότι «ανήκουμε στην ΕΟΚ», σημαίνει πάντα όρκο πίστης στο κεφαλαιοκρατικό εκμεταλλευτικό σύστημα.

Το όραμα των κομμουνιστών, όλων των προοδευτικών και αριστερών ανθρώπων, δεν μπορεί να είναι μια τέτια Ευρώπη, αλλά μια Ευρώπη της ειρηνικής συνεργασίας και δημιουργίας, των ισότιμων σχέσεων και αλληλεγγύης ανάμεσα στους λαούς, του πατριωτισμού και της εθνικής ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας, της προόδου και του σοσιαλισμού. Ο δρόμος αυτός πρέπει ν’ ανοιχτεί με την ευθύνη των λαϊκών κινημάτων κάθε χώρας και σε συντονισμό μεταξύ τους. Ο αγώνας, που είναι αγώνας προοπτικής, θα κριθεί σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, ταυτόχρονα και σε αλληλεπίδραση.

Οι κομμουνιστές θα πρέπει να δόσουν τον καλύτερο εαυτό τους για ένα τέτιο όραμα, έτοιμοι να συνεργαστούν και ν’ αγωνιστούν μαζί με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις της χώρας μας και της Ευρώπης. Να συμβάλουν με όλες τις δυνάμεις τους στη σφυρηλάτηση των κοινωνικών συμμαχιών, βασική προϋπόθεση, ώστε ν’ αλλάξει ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων, μια διαδικασία που θα διευκολύνει και θ’ ανοίξει το δρόμο για μια ορθολογική προς το συμφέρον της χώρας και των εργαζομένων προοδευτική, οικονομική ανάπτυξη. Στα πλαίσια των πολιτικών της ΕΟΚ οι ντόπιες καθεστωτικές δυνάμεις, κοινωνικές, πολιτικές, ζητούν από το λαό πολιτική και κοινωνική συναίνεση, κάτω από διάφορους μανδύες, όπως «κοινωνικό συμβόλαιο», «συναίνεση των παραγωγικών τάξεων», «συστράτευση», «εθνική στρατηγική» κλπ. Είναι σενάρια, που το ΚΚΕ εκ προοιμίου και δικαιολογημένα απορρίπτει.

Το ΚΚΕ πάλεψε με συνέπεια την κομπραδόρικη και υποτελή πολιτική της άρχουσας τάξης, τη σύνδεση και την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Έδοσε τη συμβολή του στην πάλη ενάντια στις συνέπειες από την ένταξη. Ανέπτυξε σημαντικές πρωτοβουλίες και υπερασπίστηκε τα συμφέροντα της χώρας και στα πλαίσια του Ευρωκοινοβουλίου. Αν οι προτάσεις του Κόμματος γίνονταν αποδεκτές, η θέση της χώρας θα ήταν πολύ καλύτερη από τη σημερινή. Και τώρα, συνεχίζοντας αυτές τις παραδόσεις, μέσα σε πιο δύσκολες συνθήκες, δε θ’ υποστείλει τη σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας για μια Ελλάδα της δημιουργίας, της προόδου και του σοσιαλισμού.

Για το Κόμμα μας δεν πρέπει να υπάρξουν αυταπάτες ότι θα είναι δυνατόν η χώρα μας να διεκδικήσει το δικαίωμα μιας προοδευτικής ανάπτυξης για τους εργαζόμενους, το λαό της, τη νεολαία και μιας ισότιμης σχέσης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, όσο στη διακυβέρνηση της χώρας βρίσκονται κυβερνήσεις που υπηρετούν τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας, ντόπιας και ξένης.

Γι’ αυτό το κεντρικό πρόβλημα για την ενίσχυση της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό και της πάλης ενάντια στις συνέπειες της ολοκλήρωσης είναι η πάλη για την αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων στη χώρα, υπέρ μιας πολιτικής που θα υπερασπίζεται τα πραγματικά συμφέροντα του λαού της, που θ’ ανοίγει το δρόμο στην προοπτική του σοσιαλισμού.

Από διεθνή άποψη ενίσχυση των προσπαθειών για το συντονισμό της κοινής δράσης και ανάμεσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα κι άλλες προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, πάνω σε μια γραμμή κινητοποίησης των εργαζομένων και συντονισμού των αγώνων τους.

Η Ευρώπη της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού δεν περνάει μέσα από τους μηχανισμούς και θεσμούς των πολυεθνικών του κεφαλαίου, αλλά μέσα από τη συντονισμένη πάλη των λαών.

Στις κατευθύνσεις αυτές, το Κόμμα πρέπει ν’ αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και να διαμορφώσει συγκεκριμένο πλαίσιο πάλης, πρόγραμμα ιδεολογικής και διαφωτιστικής δουλιάς.

Κεντρικό ζήτημα στην πάλη του Κόμματος πρέπει να είναι η ανατροπή των πολιτικών που στερούν την Ελλάδα από μια ισότιμη και συμφέρουσα συμμετοχή στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πάλη για να μην επικυρωθεί η Συνθήκη του Μάαστριχτ από την ελληνική Βουλή. Αυτή η θέση, αυτός ο στόχος μπορεί να συνενώσει όλους εκείνους, που ανεξάρτητα της γενικότερης θεωρίας της σχέσης Ελλάδα - ΕΟΚ, κατανοούν ότι η «Συνθήκη του Μάαστριχτ» είναι επιζήμια για το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου. Άμεσα να οργανωθεί πλατιά διαφωτιστική καμπάνια για την ενημέρωση των εργαζομένων στις πόλεις και τα χωριά. Να γίνει υπόθεση πάλης του μαζικού λαϊκού κινήματος. Στα πλαίσια αυτά, πρέπει να επιδειχθούν πολύμορφες συσπειρώσεις πάλης κατά της επικύρωσης σε κάθε μεγάλη πόλη και νομό, εργατών, υπαλλήλων, αγροτών, διανοουμένων, ανθρώπων του πολιτισμού, γυναικών και νέων.

Η άρνηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ δε σημαίνει άρνηση συμμετοχής στη διεθνοποίηση. Σημαίνει αντίθετα υπεράσπιση αυτής της δυνατότητας σαν προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας. Μόνο που αυτή η προοπτική δεν μπορεί να γίνει στην κατεύθυνση που υπαγορεύουν τα συμφέροντα της υποταγμένης στον ιμπεριαλισμό άρχουσας τάξης.

Η ΟΝΕ και η «Ενωμένη Ευρώπη» είναι μονόδρομος για την ολιγαρχία του πλούτου, που έχει ταυτίσει την τύχη της με τη συμμαχία με το διεθνές κεφάλαιο, υποθηκεύοντας το μέλλον της χώρας.

Δεν είναι μονόδρομος για το λαό.

Ένα πρόγραμμα προοδευτικής ανάπτυξης και ανόρθωσης της ελληνικής οικονομίας, άνθησης της Ελλάδας και του πολιτισμού της προς όφελος των εργαζομένων και της νεολαίας, μπορεί να είναι αποτελεσματικό μόνο όταν στηριχθεί πριν απ’ όλα στις δυνάμεις και δυνατότητες της χώρας.

Ως προς το διεθνή της προσανατολισμό, μπορεί να βρει αποτελεσματικά στηρίγματα πριν απ’ όλα στο φυσικό της περιβάλλον. Στα Βαλκάνια, στις χώρες της Εγγύς και Μ. Ανατολής, στις χώρες που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα με την Ελλάδα. Από τη θέση αυτή, μπορεί ν’ αντιμετωπίσει με πολύ καλύτερους όρους τις σχέσεις της με την Κοινότητα.

Στα πλαίσια αυτά, η διάλυση των βάσεων, η απομάκρυνση των πυρηνικών, η αποδέσμευση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και τη ΔΕΕ, κύρια στηρίγματα της εξάρτησης και υποταγής στον ιμπεριαλισμό, είναι αιτήματα που υπηρετούν τα συμφέροντα της χώρας και ενισχύουν τη συμμετοχή του λαού μας στην πάλη για τον αφοπλισμό και την ειρήνη στην περιοχή μας, στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο.

Ο αγώνας αυτός πρέπει να επιδιωχθεί, να συνδεθεί και να ενταχθεί σ’ ένα πανευρωπαϊκό κίνημα για τη διάλυση των στρατιωτικών συνασπισμών και της στρατιωτικοποίησης της Ευρώπης, για την καταστροφή των πυρηνικών όπλων, τον περιορισμό των στρατιωτικών δαπανών και τον έλεγχο παραγωγής και πωλήσεων όπλων, για ένα συλλογικό σύστημα ασφάλειας.

Στην κατεύθυνση αυτή, το Κόμμα να πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη του κινήματος αλληλεγγύης προς τους λαούς της περιοχής που δοκιμάζονται από την ολομέτωπη επίθεση του ιμπεριαλισμού.

Γενικότερα, να επιδιώξει την ανάπτυξη της κοινής πάλης ενάντια στο φασισμό, το ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον εθνικισμό, που αναβιώνουν επικίνδυνα στην Ευρώπη και στη χώρα μας.

Στους άμεσους στόχους του Κόμματος πρέπει να είναι η πάλη για τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας ζωής και πιο συγκεκριμένα του εθνικού Κοινοβουλίου, που οδηγείται σε μεγαλύτερη ακόμη υποβάθμιση του ρόλου του, την ενίσχυση του λαϊκού ελέγχου, της αποκέντρωσης, της διαφάνειας. Ειδικότερα, να ενισχυθεί ο έλεγχος των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης και των άλλων κρατικών φορέων με την Κοινότητα, μέσω του εθνικού Κοινοβουλίου.

Σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο, το Κόμμα πρέπει να συμβάλει στον αγώνα για την αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ν’ αποκτήσει αυτό ουσιαστικές αρμοδιότητες και κοινοβουλευτικό έλεγχο, με ταυτόχρονη μείωση της νομοθετικής λειτουργίας της εκτελεστικής εξουσίας. Να σταματήσουν οι συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπουργών της ΕΟΚ.

Στις άμεσες προτεραιότητες του Κόμματος πρέπει να βρίσκονται τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων, των γυναικών, των νέων και η συμβολή τους με κάθε τρόπο στην ανάπτυξη κοινών αγώνων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι κατ’ αρχήν αυτές βασικές κατευθύνσεις μπορούν να συμπληρωθούν και να πλουτιστούν από την ΚΕ και να εξειδικευτούν παραπέρα από τα αντίστοιχα τμήματα της ΚΕ.

17.5.1992
Η ΚΕ του ΚΚΕ