Αρχειακό υλικό: Η έκταση της σημερινής οικονομικής κρίσεως (1921)*


του Ε. Λούντβιχ

[Όσοι παρακολουθούν την κομμουνιστική κίνηση των τελευταίων χρόνων ξέρουν βέβαια ποια σημασία είχε και έχει ακόμα για τον καθορισμό της τακτικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς η μεταπολεμική παγκόσμια οικονομική κρίση. Με το σκοπό να δώσουμε στους αναγνώστες μας μιαν αντικειμενική εικόνα της σημερινής φάσεως της κρίσεως αυτής, που θα τους βοηθήσει και στο να καταλάβουν καλύτερα ολόκληρη της οικονομική σύνθεση του σημερινού καθεστώτος, αρχίζουμε από σήμερα τη δημοσίευση μιας σειράς άρθρων για την έκταση και την ένταση της κρίσεως σ’ όλον τον κόσμο.]

 

 

«Η οικονομική και πολιτική καταστροφή στην τελική αυτή φάση (της εξελίξεως του κεφαλαίου) είνε στοιχείο τόσο ζωτικό, είνε μορφή της υπάρξεως του κεφαλαίου τόσο φυσική, όσο είτανε και στην “πρωτόγονη συσσώρευση” της πρηγούμενης φάσεώς της». Τα λόγια αυτά, με τα οποία η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην «Αντικριτική» της, στα 1917, χαρακτήριζε την ουσία του ιμπεριαλισμού, επιβεβαιώνονται σήμερα πληρέστατα. Ο παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος τελείωσε· τώρα όμως βρισκόμαστε μπροστά στην παγκόσμια κρίση του ιμπεριαλισμού. Σ’ όλες τις χώρες όπου ακόμα κυριαρχεί, ο καπιταλισμός έχει κλονιστεί ως τα θεμέλιά του.

Ο παγκόσμιος αυτός κλονισμός δεν χτυπάει βέβαια όλες τις καπιταλιστικές χώρες με το ίδιο μέτρο και στον ίδιο βαθμό. Η παγκόσμια κρίση εκδηλώνεται στα διάφορα καπιταλιστικά Κράτη με διάφορα συμπτώματα, με ανόμοιες οικονομικές μορφές. Μονάχα η ταυτόχρονη εξέταση των διαφόρων οικονομικών τάσεων της κρίσεως μπορεί να μας δώσει μια γενική άποψη της παγκόσμιας κρίσεως.

Η παγκόσμια κρίση γεννήθηκε εδώ και 18 μήνες –ύστερα από μια σύντομη περίοδο φαινομενικής οικονομικής ανορθώσεως που επακολούθησε μετά το τέλος του πολέμου– στις Ενωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία, στις χώρες δηλαδή εκείνες που ο καπιταλισμός τους είχε βγάλει απ’ τον πόλεμο το μεγαλύτερο κέρδος. Στην Ιαπωνία η κρίση εκδηλώθηκε με το πέσιμο των τιμών του ριζιού και του μεταξιού. Στις Ενωμένες Πολιτείες έγινε αισθητή με τη στασιμότητα του εμπορίου, με την αεργία, με το κλείσιμο ορισμένων εργοστασίων και με χρεωκοπίες. Σύμφωνα με τα τελευταία δελτία, η κατάσταση εξακολουθούσε νάνε άσχημη ακόμα ίσα με το τέλος του περασμένου Ιουλίου.

Το εξωτερικό αμερικανικό εμπόριο παρουσιάζει σημαντική ελάττωση. Οι εξαγωγές έφταναν τον Ιούλιο σε 322 εκατομμύρια, ενώ τον Ιούνιο είτανε 340 εκατομμύρια και το Μάιο 330 εκατομμύρια. Αν συγκριθεί με το ποσό του Ιουνίου του 1920 (654 εκατομμύρια δολλάρια) το ποσό των εξαγωγών ελαττώθηκε στο μισό. Η ελάττωση των εισαγωγών είναι ακόμα πιο χτυπητή· 178 εκατομμύρια τον Ιούλιο του 1921 έναντι 537 εκατομμυρίων τον Ιούλιο του 1920.

Οι χρεοκοπίες πολλαπλασιάζονται. Τον Ιούλιο έγιναν 1483 χρεωκοπίες με συνολικό παθητικό 60 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ τον Ιούνιο 1320 χρεωκοπίες με συνολικό παθητικό 50 εκατομμύρια δολλάρια. Τον Αύγουστο έγιναν 562 χρεωκοπίες με παθητικό περίπου 43 εκατομμύρια.

Στο τέλος Ιουλίου ο αριθμός των αέργων επέρασε τα 5 εκατομμύρια. Στις 15 Αυγούστου είτανε 5.735.000,

Στις βιομηχανίες του σιδήρου και του χάλυβος υπολογίζεται ότι η παραγωγικότης δεν είνε παρά τα 20-30% της κανονικής παραγωγικότητος. Κρυφές ελαττώσεις θα γίνουν σε λίγο. Η παραγωγή σιδήρου ελαττώθηκε τον Ιούλιο κι έφτασε σ’ έναν αριθμό όπου δεν είχε ποτέ κατέβει εδώ και 18 χρόνια. Έφτασε σε 865.000 τόννους, ενώ τον Ιούνιο είτανε 1,06 εκατομμύρια, το Μάιο 1,22 εκατομμύρια και τον Ιούλιο του 1920 3,07 εκατομμύρια. Στο τέλος Ιουλίου λειτουργούσαν 69 υψικάμινοι απέναντι 79 που λειτουργούσαν στο τέλος Ιουνίου και 293 στο τέλος Ιουλίου του 1920.

Στην υφαντουργία σημειώνονται εκτός απ’ τις αναστολές πληρωμών και ελαττώσεις ωρών εργασίας.

Το χαμήλωμα των ημερομισθίων εξακολουθεί. Το Steel Trust (Τραστ Χάλυβος) κατέβασε τα ημερομίσθια κατά 30 έως 37 σεντς την ώρα. Στις επιχειρήσεις της βιομηχανίας του σιδήρου οι μη ειδικοί εργάτες δεν παίρνουν παρά 27 σεντς. Στα μεταλλεία κασσιτέρου του Κολόμβο οι εργάτες δεχτήκανε τον Ιούλιο την ελάττωση των ημερομισθίων τους κατά 10%. Στα χαρτοποιεία του Μίσιγκαν τα ημερομίσθια ελαττώθηκαν κατά 13-30%.

Στην Αγγλία, η κρίση έφτασε το ανώτατο όριο τον Απρίλιο και το Μάιο με την απεργία των μεταλλωρύχων, που του κάκου προσπαθούσανε ν’ αντισταθούνε κατά της ελαττώσεως των ημερομισθίων. Αποτέλεσμα είταν ότι ελαττώθηκαν οι εισαγωγές, που από 88,18 εκατομμύρια λίρες που είτανε τον Ιούνιο, πέφτουν τον Ιούλιο στα 80,76 εκατομμύρια. Συγκρινόμενες με την περασμένη χρονιά, οι εισαγωγές έχουν ελαττωθεί κατά 80 εκατομμύρια το Μάιο, 82,08 τον Ιούνιο και 82,4 τον Ιούλιο. Οι εξαγωγές που τον Απρίλιο του 1921 είτανε 60 εκατομμύρια, τον Ιούνιο δεν φτάνανε παρά τα 38 εκατομμύρια. Τον Αύγουστο έγινε κάπια καλυτέρευση· οι εισαγωγές ανέβηκαν σε 88,5 εκατομμύρια, οι εξαγωγές σε 61,34 εκατομμύρια.

Μια είδηση από το Λονδίνο, που δημοσιεύτηκε στη Berliner Tageblatt της 8ης Σεπτεμβρίου, δείχνει ότι η κρίση του καρβούνου, παρ’ όλη την ελάττωση, στην οποία κατάληξε η απεργία των μεταλλωρύχων, δεν έσβησε καθόλου. Οι αγγλικές εταιρίες δεν βρίσκουν αγορές και το κάρβουνο συσσωρεύεται, πράμα που προκαλεί την αεργία στη μεταλλευτική βιομηχανία. Τα περισσότερα μεταλλεία του Γιορκσάϊρ δεν λειτουργούνε· το ίδιο και στο Ντέρμπυσαϊρ, Στάφφοντσαϊρ, Νορθάμπερλαντ και Ντάραμ. Και στις 15 Σεπτεμβρίου η Berliner Tageblatt ανήγγειλε ότι, επειδή από τις 30 Σεπτεμβρίου καταργούνται τα κυβερνητικά επιδόματα, είνε πιθανό ν’ αρχίσουν καινούργιοι αγώνες ημερομισθίων στη μεταλλευτική βιομηχανία, γιατί η συμμετοχή στα κέρδη, που είχαν υποσχεθεί στους μεταλλωρύχους, έγινε φανταστική αφού λείπουν τα κέρδη.

Η παραγωγή σιδήρου, που το Φεβρουάριο του 1921 έφτανε τους 642.000 τόννους, ελαττώθηκε κατά τα τέλη Ιουνίου σε 800 τόννους. Η παραγωγή ατσαλιού στο ίδιο χρονικό διάστημα έπεσε από 493.000 τόννους σε 1900 τόννους. Στη βιομηχανία του μπαμπακιού 56 εκατομμύρια αδράχτια, μέσα σε μια περίοδο 6 μηνών, δεν δουλεύανε κατά μέσον όρο επί 6 βδομάδες. Τον Αύγουστο έγινε κάπια ασήμαντη καλυτέρευση.

Η κρίση προσέβαλε και τη Γαλλία μ’ όλα τα πλεονεκτήματα που της εξασφάλισε ο ιμπεριαλισμός της με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και στις συνδιασκέψεις του Σπα και του Λονδίνου.

Στο πρώτο εξάμηνο του 1921, το εξωτερικό εμπόριο παρουσίαζε μιαν αύξηση του αριθμού των εξαγωγών. Οι εξαγωγές ανέβηκαν από 5,5 εκατομμύρια τόννους σε 7,3 εκατομμύρια, πράμα που εξηγείται κυρίως με την αύξηση της εξαγωγής των πρώτων υλών. Οι εισαγωγές ελαττώθηκαν κατά 6 εκατομμύρια τόννους, γιατί οι εισαγωγές των πρώτων υλών ελαττώθηκαν από 17,6 εκατομμύρια τόννους σε 13 εκατομμύρια, εξαιτίας της κρίσεως της παγκόσμιας αγοράς.

Η παραγωγή των γαλλικών ανθρακωρυχείων μπόρεσε να ενταθεί, χάρη στην απεργία στην Αγγλία. Όσο για τις υψικαμίνους και τα χυτήρια, οι ελαττώσεις των εργασιών δεν επάψανε.

Τα πιο σοβαρά συμπτώματα της κρίσεως εκδηλωθήκανε στην Αλσατία και Λωρραίνη που χρησιμοποιούσε πάντα ως αγορά καταναλώσεως τη γερμανική αυτοκρατορία.

Παντού προκαλούνται αγώνες ημερομισθίου. Οι εργάτες των υφαντουργείων της Αλσατίας και της Βόρειας Γαλλίας αντιστέκονται κατά της ελαττώσεως των ημερομισθίων. Στη Βόρεια Γαλλία τώρα τελευταία καταφύγανε στη γενική απεργία.

Η κρίση προσέβαλε επίσης και τις μικρές καπιταλιστικές χώρες, όπως είνε το Βέλγιο κι η Ελβετία.

Η καλύτερη απόδειξη της σοβαρότητος και της επιμονής της παγκόσμιας κρίσεως είνε η κρίση της ναυτιλίας που βαστάει ήδη από ένα χρόνο χωρίς καμιά καλυτέρευση.

Η χωρητικότης, που είνε σήμερα 55 εκατομμύρια τόννοι, αυξήθηκε απ’ το 1914 κατά 11 εκατομμύρια τόννους. Τώρα 8-10 εκατομμύρια τόννοι, δηλαδή σχεδόν όλη η αύξηση, βρίσκονται σε αδράνεια. Οι τιμές των μεταφορών εξακολουθούν νάνε τόσο χαμηλές, ώστε υπάρχουν ταξίδια απ’ τα οποία μόλις βγαίνουν τα έξοδα του καρβούνου.

Η καπιταλιστική αγορά έχει γίνει πολύ στενή για τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.

Αλλά ο παγκόσμιος χαρακτήρας κι η έκταση της σημερινής κρίσεως δεν είνε τα μόνα της γνωρίσματα που την κάνουν διαφορετική απ’ όλες τις προηγούμενες οικονομικές κρίσεις. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σημερινής κρίσεως έγκειται στις οικονομικές μεταβολές που δημιουργήθηκαν στις αγορές εξαιτίας του πολέμου.

Πρώτα μεταβλήθηκε η «εσωτερική» αγορά του κεφαλαίου, δηλαδή οι δυνατότητες ανταλλαγής μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών χωρών δεν είνε πια οι ίδιες.

Η καλλιέργεια του βαμβακιού λ.χ. στις Ενωμένες Πολιτείες ελαττώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, γιατί εδυνάμωσε η καλλιέργεια των σιτηρών. Ταυτοχρόνως η κατανάλωση του μπαμπακιού στις Ενωμένες Πολιτείες αυξήθηκε πολύ περισσότερο από ό,τι ελαττώθηκε η καλλιέργειά του: από 2.250.000 τόννους, που είτανε το 1910, έφτασε σε 3.863.000 τόννους στα 1918. Οι Ενωμένες Πολιτείες, που πρώτα βγάζανε μπαμπάκι στην Αγγλία, αρχίσανε τώρα ν’ αναπτύσσουν τη δική τους βιομηχανία μπαμπακιού. Ο αριθμός των αδραχτιών υψώθηκε από 29 εκατομμύρια που είτανε στα 1913 σε 36 εκατομμύρια στα 1920, ενώ, στο ίδιο διάστημα, στην Αγγλία δεν υψώθηκε παρά από 55 σε 56 εκατομμύρια.

Παρόμοια μεταβολή έγινε και σχετικά με τη χωρητικότητα του εμπορικού στόλου. Η Μεγάλη Βρεττανία με τις αποικίες της διέθετε στα 1914 21.045.049 τόννους, ενώ στα 1920 20.562.642 τόννους· οι Ενωμένες Πολιτείες είχανε στα 1914 5.368.194 τόννους, ενώ στα 1920 είχανε 16.049.280 τόννους.

Τέλος ως τρίτο παράδειγμα θ’ αναφέρουμε την παραγωγή του καρβούνου, στην οποία οι Ενωμένες Πολιτείες υποσκελίσανε την Αγγλία, που είτανε πρώτα η κυριώτερη χώρα εξαγωγής καρβούνου.

Η «φυσική κατανομή» που βασίλευε μεταξύ Αγγλίας και Ενωμένων Πολιτειών ως προς την παράδοση και τη χρησιμοποίηση πρώτων υλών, εξαιτίας της αναπτύξεως του πολεμικού καπιταλισμού, μεταβλήθηκε σ’ ένα διαρκώς αυξάνοντα ανταγωνισμό.

Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τον περιορισμό της εξωτερικής αγοράς. Οι αποικιακές χώρες ολοένα βιομηχανοποιούνται. Η Αγγλία λ.χ. βρίσκεται μπροστά στο γεγονός ότι στα 1920 οι χειροτεχνίες του μπαμπακιού των Ινδιών πληρώνανε 100, 500 και μέχρι 1000% μέρισμα, ενώ την αγγλική βιομηχανία του μπαμπακιού την έδερνε η αεργία.

Απ’ αυτό προκύπτει ένας διαρκώς μεγαλύτερος συναγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που ζητάνε να καταλάβουν τα μέρη εκείνα που είχαν μείνει ως τώρα όξω απ’ την επιρροή τους. Και σ’ αυτό πάλι το σημείο οι Ενωμένες Πολιτείες προηγούνται απ’ τις άλλες χώρες. Προσπαθούν ν’ αποχτήσουν αποικίες αγοράζοντάς τες. Συναγωνίζονται την Ιαπωνία στην αγορά της Κίνας. Διαμφισβητούν με την Αγγλία τις πετρελαιοφόρες περιοχές. Κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά τον πόλεμο η Αμερική έκαμε εξαγωγή του κεφαλαίου της, τόσο υπό μορφή χρήματος, όσο και υπό μορφή εμπορευμάτων. Στο πρώτο εξάμηνο του 1920 οι αμερικανικές τράπεζες εισπράξανε 250 εκατομμύρια χρυσά δολλάρια. Το ποσό αυτό το αποτελούσαν κυρίως ποσά σε χρυσό που είχε εισπράξει η Αγγλία απ’ τις Ινδίες, την Αφρική και εν μέρει απ’ τη Ρωσία. Έτσι υπό μορφή πληρωμών τόκων οι Ενωμένες Πολιτείες σιγά-σιγά πήρανε αυτές τα εισοδήματα που τα τραβούσανε πρώτα οι άλλες καπιταλιστικές χώρες απ’ τις μη καπιταλιστικές περιφέρειες που είχαν υπό την εκμετάλλευσή τους.

Βερολίνο
Ε. Λούντβιχ

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 11, Νοέμβρης 1921, στην ενότητα «Τα παγκόσμια οικονομικά προβλήματα». Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου.