Η εξέγερση του Αμβούργου έγινε μέσα στις συνθήκες μιας βαθειάς επαναστατικής κρίσης. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914 και 1918, τα ανυπόφορα βάρη της Ειρήνης των Βερσαλλιών και οι συνέπειες της παθητικής αντίστασης στο Ρουρ οδηγούσανε σε μια τρομερή οικονομική και νομισματική κρίση το φθινόπωρο του 1923. Το ακράτητο κατρακύλημα του μάρκου εκδηλωνότανε στο τέλος με αστρονομικά ψηφία. Το πραγματικό μεροκάματο των εργατών δεν μπορούσε με το γοργό ξεπεσμό του χρήματος να τους εξασφαλίσει ούτε μια ζωή πείνας. Επιχειρήσεις και εργοστάσια σταματούσανε, εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια άνεργων προλετάριων ρίχνουνται στους δρόμους, στις πόλεις γίνουνται ταραχές και συγκρούσεις με την αστυνομία έξω από τα καταστήματα των τροφίμων. Σε πολλά μέρη οργανώνουνε οι πεινασμένες μάζες ένοπλες πορείες για λάφυρα στα χωριά για να πάρουν εκεί κατάσχοντάς τα τα πιο αναγκαία τρόφιμα απ’ τους γαιοχτήμονες. Οι εργατικές μάζες αριστεροποιόντουσαν ακατάπαυστα. Η επίδραση του Κομμουνιστικού Κόμματος αύξαινε εξαιρετικά γοργά. Οι απελπισμένες πλατειές μικροαστικές μάζες που είχανε καταστραφεί από τον πόλεμο και τον πληθωρισμό, κυμαινόντουσαν δυνατά ανάμεσα στον κομμουνισμό και το φασισμό. Ανίκανη να γίνει κύρια της κατάστασης η μπουρζουαζία βρισκότανε σε μια κατάσταση πανικού και σύγχυσης. Τις μέρες αυτές δήλωνε ο καγκελάριος του Ράιχ Στρέζεμαν, που τάχε ολότελα χαμένα: «Υστερα από μας θάρθουν ή οι κομμουνιστές ή οι φασίστες». Η σοσιαλδημοκρατία, που βρισκότανε στο πλευρό της μπουρζουαζίας, έκανε ό,τι μπορούσε για να τσακίσει τη γερμανική εργατική τάξη, που τραβούσε για την προλεταριακή επανάσταση.
Σύμφωνα με την εχτίμηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς η κατάσταση είτανε τότε τέτοια που υπήρχε η δυνατότητα για το γερμανικό προλεταριάτο να νικήσει και συνεπούμενα το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε την υποχρέωση να οδηγήσει τις στρατιές των εκατομμυρίων γερμανών προλεταρίων στην αποφασιστική μάχη. Ακόμα κι ο Μπράντλερ δήλωσε επανειλημμένα πριν από τον Οχτώβρη, πως ήταν απόλυτα αποφασισμένος να αναλάβει τον αποφασιστικό αγώνα.
Οταν όμως έπρεπε από αυτά τα μεγάλα λόγια να προχωρήσει στην πράξη, αποδείχτηκε ανίκανη η μπραντλερική διοίκηση του κόμματος να τεθεί επί κεφαλής του αγώνα του γερμανικού προλεταριάτου. Αντίς ν’ αναλάβει τον αγώνα έδωσε το σύνθημα της οπισθοχώρησης, αποτραβήχτηκε χωρίς αγώνα, καπιτουλάρησε μπρος τον εχθρό του έντονα τη δειλία της με τον σοσιαλιστικό ισχυρισμό πως «οι μάζες δεν θέλανε να παλαίψουνε». Στην πραγματικότητα όμως οι μάζες θέλανε να παλαίψουμε μα τους έλειπε το κυριώτερο, η καθοδήγηση, που άδικα την περιμέναμε από την μπραντλερική Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Βέβαια δε λείπανε οι χτυπητές επαναστατικές φράσεις του Μπράντλερ και των συντρόφων του. Ομως παραμελούσανε την προετοιμασία του κόμματος και των πλατειών εργατικών μαζών για την ένοπλη εξέγερση. Στην περίπτωση αυτή η διοίκηση Μπράντλερ έκανε πάνω-κάτω ακριβώς τις αντίθετες από κείνο, που έπρεπε να γίνει. Μια σοβαρή προετοιμασία των μαζών για την ένοπλη εξέγερση θα προϋπόθετε ένα τολμηρό ξέσπασμα από απεργιακό αγώνα και άλλη μορφή μαζικής δράσης του προλεταριάτου. Μονάχα μέσα σε τέτοιους αγώνες θα τους καθοδηγήσουν οι κομμουνιστές, θα μπορούσανε οι μάχες του προλεταριάτου να συσπειρωθούνε σφιχτά γύρω από την πρωτοπορεία τους και να κερδίσουνε την πείρα της πάλης και το ατσάλωμα, που χρειάζουνταν για να περάσει στην ανώτερη μορφή της μαζικής πάλης, στην ένοπλη εξέγερση.
Αντίς γι’ αυτό, η μπραντλερική Κεντρική Επιτροπή απαγόρεψε κάθε μερική δράση με την αιτιολογία πως «πρέπει ολόκληρη την μαχητική δραστηριότητα των μαζών να την φυλάξουν για τον αποφασιστικό αγώνα». Η αιτιολογία αυτή του Μπράντλερ και των ιδεολογικών φίλων του δεν ήταν κατά βάθος άλλο παρά μια μάσκα για το δειλό οππορτουνισμό, για το φόβο μπρος στην επανάσταση, για τη θέση, που την κατάληψη της εξουσίας την θέλει κατά την σαξωνική συνταγή σύμφωνη με τη σοσιαλδημοκρατία.
Η μπραντλερική Κ.Ε. έκανε βέβαια μερικά πράματα για να προετοιμάσει την εξέγερση από την καθαρά στρατιωτική πλευρά. Δημιουργήθηκε η λεγόμενη «Ordensdienst» δηλαδή μια παράνομη μαχητική οργάνωση, επίσης δόθηκε το σύνθημα για την οργάνωση προλεταριακών εκατονταρχιών. Μα και δω παραμελήσανε και περάσανε πάνω από το κεντρικό ζήτημα της στρατιωτικής προετοιμασίας για την εξέγερση, δηλαδή το ζήτημα του εξοπλισμού του προλεταριάτου. Ο ίδιος ο Μπράντλερ, που βρισκότανε μέσα στη Σαξωνική κυβέρνηση δεν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι του για να εκμεταλλευτεί αυτή τη θέση για τον εξοπλισμό των προλετάριων της Κεντρικής Γερμανίας, αν και θάτανε άμεσο καθήκον του και μονάχα αυτού θα μπορούσε να βρίσκεται το νόημα της συμμετοχής των κομμουνιστών στις τοτινές εργατικές κυβερνήσεις στη Σαξωνία και τη Θουριγγία. Αν η μπραντλεριανή καθοδήγηση σκεφτότανε τον εξοπλισμό των γερμανών εργατών, ονειρευότανε να πάρει όπλα έτσι με κάποιο «ιδιαίτερο» τρόπο, αντί να διαλύσει τις βλαβερές αυταπάτες που είχανε οι μάζες, πως θα τους «δίνανε» όπλα, αντί να πει σταράτα στις μάζες, πως «κανένα κόμμα δεν εξοπλίζει τις μάζες» (Λένιν), πως το προλεταριάτο εξοπλίζει τον εαυτό του, αποσπόντας τα όπλα από τον αντίπαλο.
Η έλλειψη αυτής της ξεκάθαρης και μοναδικά σωστής θέσης στο ζήτημα του εξοπλισμού του προλεταριάτου οδήγησε ανάμεσα στ’ άλλα και στην αδράνεια και των προλεταριακών εκατονταρχιών που είτανε καταδικασμένες να παίζουνε τους στρατιώτες χωρίς νόημα, ενώ είτανε καιρός να αναπτυχθεί η πιο μεγάλη δραστηριότητα για να προμηθευτούνε όπλα αφοπλίζοντας τους αστυνομικούς και τους φασίστες, κάνοντας μια επίμονη διαλυτική δουλειά μέσα στις ένοπλες δυνάμεις της μπουρζουαζίας, φτιάχνοντας βοηθητικά όπλα σε εργαστήρια και εργοστάσια κλπ.
Μια σοβαρή προετοιμασία μια ένοπλη εξέγερση θα είχε σαν προϋπόθεση να τραβηχτούνε στο πλευρό της επανάστασης και να συσπειρωθούνε γύρω από το προλεταριάτο και την κομμουνιστική πρωτοπορεία τα πιο πλατειά στρώματα του εργαζόμενου πληθυσμού που σκουντουφλούσανε πάνω στο κίνημα, αντί να εργαστεί σοβαρά προς αυτή την κατεύθυνση η μπραντλερική καθοδήγηση άφησε ολότελα στην πάντα το καθήκον αυτό. Δεν έκανε καμμιά ζύμωση για να σχηματιστούνε συμβούλια και προσανατολιζότανε αποκλειστικά προς «τους οργανωμένους εργάτες».
Μια εκδήλωση του δειλού οπορτουνισμού και του παιδιακίσιου παιχνιδίσματος με την εξέγερση από μέρους της μπραντλεριανής Κ.Ε. ήτανε και το ότι εξαρτούσε την ανάληψη του αποφασιστικού αγώνα από την έκβαση της συνδιάσκεψης των Εργοστασιακών Συμβουλίων του Χέμνιτς που είχε οριστεί για τις 21 του Οχτώβρη. Αυτή η συνδιάσκεψη θα κήρυττε την γενική απεργία, που, σύμφωνα με τη μπραντλερική συνταγή, θα μετατρεπότανε αργότερα σε ένοπλη εξέγερση. Για τον Μπράντλερ και τους συντρόφους του πήγανε χαμένα τα διδάγματα του Οχτώβρη του 1917, ο Λένιν που πάλευε ενάντια σε παρόμοιες αντιλήψεις, ξεμασκάρεψε επανειλημμένα την αυταπάτη, πως μπορεί να λυθεί με μια απόφαση του Συνεδρίου των Σοβιέτ το πρόβλημα που μονάχα το επαναστατημένο προλεταριάτο μπορεί να λύσει με τη δύναμή του. Το να ξεχάσει αυτό το δίδαγμα του Οχτώβρη του 1917 είτανε τόσο ασυγχώρητο, γιατί τα Εργοστασιακά Συμβούλια, που με την «απόφασή» τους θα αποφασιζότανε η τύχη της εξέγερσης, κάθε άλλο από σοβιέτ είτανε.
Δεν θα είτανε περιττό να τονίσουμε πως τα λάθη της μπραντλερικής Κ.Ε. στο δρόμο για τον γερμανικό Οχτώβρη σχετίζουνται με μερικές λαθεμένες αντιλήψεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Κατά τη Ρόζα Λούξεμπουργκ η ένοπλη πάλη μέσα στην προλεταριακή επανάσταση δεν είναι η ανώτατη, η αποφασιστική μορφή πάλης, μα ένα αναπόφευχτο κακό, μονάχα ένα ιδιαίτερο σημείο, δευτερεύον προϊόν και εξάρτημα της γενικής απεργίας, που αποφασίζει για την τύχη του αγώνα. Η ασόβαρη στρατιωτική προετοιμασία της εξέγερσης θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν έκφραση αυτής της Λουξεμπουργκιανής υποτίμησης για την ένοπλη εξέγερση. Ο φόβος όμως των μπραντλεριστών για την επανάσταση, η απάρνηση να αναπτύξουν την απεργιακή πάλη και άλλες μαζικές κινητοποιήσεις δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποδοθεί στην κληρονομιά της μεγάλης επαναστάτριας Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στο αποφασιστικό αυτό ζήτημα ο Μπράντλερ και οι ομοϊδεάτες του δεν διαφέρανε στην ουσία τίποτα από τους σοσιαλδημοκράτες.
Τέτοια είτανε η κατάσταση σ’ όλη τη χώρα, σε τέτοια χέρια βρισκότανε η διοίκηση του Κ.Κ. όταν το πρωί της 23 του Οχτώβρη κατεβήκανε στους δρόμους οι προλετάριοι του Αμβούργου.
Η κατάσταση μέσα στο ίδιο το Αμβούργο είχε τότε πάρει μια εξαιρετική οξύτητα. Απεργίες στα διάφορα εργοστάσια, ισχυρές διαδηλώσεις των εργατών και των ανέργων, ξεσηκώματα από την πείνα όπου παίρνανε ενεργό μέρος οι πεινασμένες εργάτριες και οι γυναίκες εργατών, συγκρούσεις ανάμεσα στους εργάτες και την αστυνομία όλα αυτά είτανε στην ημερήσια διάταξη, παρά τους εξορκισμούς του Μπράντλερ και των συντρόφων του να αναβληθούνε όλες οι τέτοιες πράξεις ως τη στιγμή του αποφασιστικού αγώνα.
Η σοσιαλδημοκρατία, που πρώτα το Αμβούργο το θεωρούσε σαν ένα από τα προπύργιά της, έχασε γοργά την επιρροή της στις μάζες, που όλο και πιο αποφασιστικά μπαίνανε στο πλευρό των κομμουνιστών.
Η πρώτη μεγάλη κίνηση των εργατών του Αμβούργου άρχισε τον Οχτώβρη σε μερικά ναυπηγεία. Η κίνηση, που στην αρχή είχε καθαρά οικονομικό χαραχτήρα, οδήγησε στις 20 του Οχτώβρη, στον αποκλεισμό όλων των εργατών ναυπηγών. Την ίδια μέρα γινήκανε μεγάλες διαδηλώσεις ανέργων που σπάσανε την αστυνομική ζώνη και προχωρήσανε στο κέντρο της πόλης. Την ημέρα αυτή μαθεύτηκε επίσης πως είχανε αρχίσει να στέλνουνε στη Σαξωνία τα στρατεύματα της Ράιχσβερ, που στάθμευσαν στην περιφέρεια του Αμβούργου, για να καταστείλουνε το κίνημα των εργατών της Σαξωνίας. Αυτό προκάλεσε ανησυχία μέσα στις μάζες και τις έπεισε για την ανάγκη να δράσουνε αμέσως για να υποστηρίξουνε τους Σάξωνες εργάτες.
Στις 21 του Οχτώβρη συνήλθε στο Αμβούργο μια συνδικαλιστική συνδιάσκεψη των εργατών όλων των ναυπηγείων της Βόρειας Γερμανίας.
Οι αντιπρόσωποι είχανε διάθεση ν’ αρχίσουνε τον αγώνα και να κηρύξουνε την γενική απεργία σαν απάντηση στον αποκλεισμό. Η απόφαση για τη γενική απεργία εμποδίστηκε μονάχα με μεγάλη δυσκολία με βάση τις κατηγορηματικές οδηγίες της Κ.Ε. του Κ.Κ. πως δεν έπρεπε να επιτραπούνε μερικοί αγώνες πριν από τον αποφασιστικό αγώνα.
Το βράδυ της 21 Οχτώβρη η κομματική διοίκηση της Βορειοδυτικής περιφέρειας με επικεφαλής το σύντροφο Ταίλμαν όρισε την εξέγερση στο Αμβούργο για τις 23 του Οχτώβρη έχοντας τη γνώμη πως θάπρεπε να βοηθήσουνε τους εργάτες της Σαξωνίας, που τους απειλούσε μια εισβολή της Ράιχσβερ και παίρνοντας υπ’ όψη πως αλλοιώς θα υπήρχε κίνδυνος να ξεσπάσουνε μεμονωμένες ένοπλες πράξεις. Σύγχρονα αποφασίστηκε να κηρυχτεί απεργία των σιδηροδρομικών για να εμποδιστεί η μεταφορά στρατευμάτων στη Σαξωνία. Η εξέγερση του Αμβούργου θ’ αποτελούσε το σύνθημα για τη γενική εκείνη ένοπλη εξέγερση που θα την επικύρωνε η συνδιάσκεψη των εργοστασιακών συμβουλίων του Χέμνιτς.
Στην αρχή του αγώνα η παράνομη μαχητική οργάνωση στο Αμβούργο, το «Ορντενσντίνστ» (Ordens dienst) είχε περίπου 1300 μέλη. Ο οπλισμός της αποτελιότανε από 80 μονάχα όπλα, κυρίως ρεβόλβερ. Είχε όμως ανάμεσα στα μέλη της πολλούς πρώην στρατιώτες και η στρατιωτική της εκπαίδευση είτανε από πολλές απόψεις εξαιρετική. Εχτός από το «Ordensdienst» είχανε οργανωθεί εκείνη την εποχή στο Αμβούργο 15 προλεταριακές εκατονταρχίες που όμως δεν είχανε όπλα και που η στρατιωτική τους εκπαίδευση είτανε πολύ πενιχρή.
Η ένοπλη αστυνομία του Αμβούργου που έμενε πιστή στην κυβέρνηση απαριθμούσε περίπου 5000 άντρες. Είτανε θαυμάσια οπλισμένη και είχε 6 θωρακισμένα αυτοκίνητα. Στις αστυνομικές φρουρές και στους στρατώνες βρισκόντανε μεγάλες παρακαταθήκες όπλων που προοριζόντανε για τον εξοπλισμό των φασιστών.
Στο Αμβούργο καθώς και σ’ ολόκληρη τη Γερμανία το κόμμα δεν είχε κάνει καμμιά συστηματική δουλειά πριν από την εξέγερση μέσα στις όλο οπλισμένες δυνάμεις της αστικής τάξης, αν και οι δυνατές ταλαντεύσεις που παρουσιαστήκανε μέσα στους αστυνομικούς κατά το διάστημα του αγώνα αποδείχνονται ξεκάθαρα πως υπήρχε κατάλληλο έδαφος για μια αποτελεσματική επαναστατική δουλειά ανάμεσά τους.
Οταν οι ηγέτες της παράνομης μαχητικής οργάνωσης των προλεταριακών περιφερειών του βόρειου Αμβούργου, που ήταν μαζεμένοι πήρανε από τη διοίκηση της περιφέρειας την εντολή ν’ αρχίσουνε την εξέγερση στις 23 του Οχτώβρη στις 5 το πρωί, αποφασίσανε, παίρνοντας υπ’ όψη πως οι εργάτες είχαν εξαιρετικά λίγα όπλα, να κατευθύνουν το πρώτο χτύπημα ενάντια στις αστυνομικές φρουρές, για να αφοπλίσουνε την αστυνομία και να πάρουνε τα όπλα που βρίσκονταν εκεί. Επρόκειτο μ’ αυτή την έφοδο να καταλάβουν εξ απροόπτου τους αστυνομικούς. Γι’ αυτό έπρεπε να διεξαχτεί αποκλειστικά με τις δυνάμεις της παράνομης μαχητικής οργάνωσης, οι πλατειές εργατικές μάζες δεν θα κινητοποιόντουσαν αμέσως για τη συμμετοχή στην εξέγερση. Αργότερα, ύστερα από την κατάληψη των αστυνομικών φρουρών θα γινόνταν η έφοδος από τις προλεταριακές περιφέρειες στο κέντρο της πόλης.
Τη νύχτα της 23 του Οχτώβρη μαζευτήκαν οι μαχητές στα σημεία πούχαν οριστεί απ’ τα πριν για τη συνάντηση. Είχαν παρουσιαστεί συνολικά 250-300 άντρες το πολύ πολύ. Μοιράστηκαν σε 20 ομάδες εφόδου. Κάθε ομάδα εφόδου είχε το καθήκον να καταλάβει μια αστυνομική φρουρά και εξοπλίστηκε με δυο ρεβόλβερ ή με ένα όπλο ή ένα ρεβόλβερ.
Ακριβώς την ωρισμένη ώρα, στις 5 το πρωί, έγινε η επίθεση στις 20 αστυνομικές φρουρές των προλεταριακών περιφερειών του Βόρειου Αμβούργου. Η πρώτη έφοδο είχε για αποτέλεσμα μόλις μετά μισή ώρα να έχουν καταληφτεί 17 αστυνομικές φρουρές. Οι ομάδες εφόδου ήταν κύριοι της καταστάσεως στο Μπάρμπεκ, στο Αϋμσμπύτβελ και το Σήφμπεκ. Στις άλλες συνοικίες για διάφορους λόγους δεν έγιναν εκδηλώσεις.
Τώρα συγκέντρωσε η αστυνομία όλες της τις δυνάμεις στον αγώνα ενάντια στα προλεταριακά προάστεια, που βρίσκονταν στα χέρια των επαναστατών. Σ’ αυτό την ευκόλυνε πολύ το ότι οι εργάτες στις άλλες συνοικίες δεν κάνανε τίποτε.
Δυο επιθέσεις της αστυνομίας, που υποστηρίζονταν από δυο θωρακισμένα αυτοκίνητα, χτυπήθηκαν από τους μαχητές στο Αϋμσμπύτβελ. Ομως σταματήσανε τούτον τον αγώνα τους την ίδια μέρα όταν τους απειλούσε ολοκληρωτικό περικύκλωμα από τις αστυνομικές δυνάμεις που ήταν πιο ισχυρές.
Στο Μπάρμπεκ στις 23 του Οχτώβρη κρατήσαν γεναία οι εργάτες ως το βράδυ, αν και από το πρωί-πρωί είχε διαδοθεί ανάμεσά τους η είδηση πως η συνδιάσκεψη του Χέμνιτς αποφάσισε να αναβάλλει τη γενική απεργία και την εξέγερση. Στήσανε πολυάριθμα οδοφράγματα κι ολόκληρο το Μπάρμπεκ είχε μεταβληθεί σε ισχυρό φρούριο εργατών που αγωνιζότανε.
Η αστυνομία δεν κατάφερε να σπάσει τα οδοφράγματα παρ’ όλο που διέθεσε μεγάλες δυνάμεις πολύ πιο πολυάριθμες από τις δυνάμεις των επαναστατών, και παρ’ όλο που έκανε επίθεση φυλαγμένη από 5 θωρακισμένα αυτοκίνητα. Μόλις τη νύχτα προς την 24 του Οχτώβρη παράτησαν, χωρίς να τους πάρουν είδηση η αστυνομία, τις θέσεις πούχαν κρατήσει όλη την ημέρα και αποτραβήχτηκαν στα βόρεια τμήματα του Μπάρμπεκ, όπου εξακολούθησαν τις μάχες ως τις 24 το βράδυ περιμένοντας την υποστήριξη των εργατών από τις άλλες περιφέρειες του Αμβούργου. Μόλις το βράδυ της 24 Οχτώβρη σταματήσανε τον αγώνα ύστερα από ρητή εντολή του περιφερειακού γραμματέα του Αμβούργου Ούρμπαν, και σκορπιστήκανε απαρατήρητοι παίρνοντας μαζί τους τους νεκρούς και τους πληγωμένους και κρύβοντας τα όπλα.
Την ίδια μέρα σταμάτησε η μάχη στο Σήφμπεκ. Σ’ αυτόν τον τομέα οι αγώνες πήραν εξαιρετικό χαραχτήρα γιατί κατά τη διάρκεια της μάχης ανακηρύχτηκε η σοβιετική εξουσία και εκλέχτηκε η Εχτελεστική επιτροπή των συμβουλίων. Κατά την μαρτυρία του αστυνομικού δ/τού Χάρτενσταϊν οι αντιπρόσωποι της σοβιετικής εξουσίας κατέλαβαν το ταχυδρομείο του Σκέρμπεκ, κάναν έρευνες στα σπίτια για όπλα, συνέλαβαν ανέργους αντεπαναστάτες, οργάνωσαν στους δρόμους κανονική υπηρεσία ταχυδρομική και κήρυξαν τη θανατική ποινή για αντίσταση κατά των διατάξεων της Εχτελεστικής Επιτροπής των Συμβουλίων.
Ακόμα στις 25 και στις 26 του Οχτώβρη έγιναν στο Μπάρμπεκ μεμονωμένες συγκρούσεις, που επετίθενταν στους αστυνομικούς και κάνανε έρευνες στα σπίτια στις εργατικές συνοικίες.
Πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα τον αισχρό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην εξέγερση του Αμβούργου. Την εποχή εκείνη υπήρχε στο Αμβούργο η κυβέρνηση του λεγόμενου «Μεγάλου Συνασπισμού»1, στην κυβέρνηση αυτή συμμετείχαν οι σοσιαλδημοκράτες, που παντού είχανε τις ηγετικές αστυνομικές θέσεις. Πριν από τον Οχτώβρη ο σοσιαλδημοκράτης Πρόεδρος της γερμανικής Δημοκρατίας Εμπερτ, έδωσε απόλυτη δικαιοδοσία στο στρατηγό Σέκτ, που άρχισε αμέσως να καταπνίγει το κίνημα των εργατών της Κεντρικής Γερμανίας. Στο Αμβούργο οι σοσιαλδημοκράτες παίρναν μέρος στη διοίκηση της πόλης και συμμετείχαν ενεργά στην κατάπνιξη της εξέγερσης με τα πιο ποικίλα μέσα. Κινητοποιήσανε 600 «έμπιστους» σοσιαλδημοκράτες για βοηθητική αστυνομία κι έτσι μπόρεσε να διατεθεί ολόκληρη η πολυάριθμη λιμενική αστυνομία για τον άμεσο αγώνα ενάντια στους επαναστάτες.
Την ημέραν της εξέγερσης όταν μαζευτήκανε οι εργατικές μάζες σε διαδήλωση προς τη Βουλή, τους υποδέχτηκε με το ντουφεκίδι η αστυνομία, που κατ’ εντολή των σοσιαλδημοκρατών ηγετών είχε καταλάβει απ’ τα πριν τη Βουλή. Υστερα απ’ την εξέγερση χαρακτηρίζανε, όπως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, την εξέγερση των εργατών του Αμβούργου σαν πραξικόπημα και αποκαλούσαν τους ήρωες των οδοφραγμάτων του Αμβούργου κακούργους και σκυλολόι. Η θέση τους απέναντι σ’ αυτούς τους προλετάριους αγωνιστές δεν διέφερε καθόλου από τον τόνο του αστυνομικού διευθυντή Χάρτενστάιν, που τους επαναστάτες τους έβλεπε σα «χαμένα κορμιά», «εγκληματικούς τύπους», «εξαθλιωμένες υπάρξεις» κλπ. Τις προλετάρισσες γυναίκες που πήραν ενεργό μέρος στις μάχες τις ονομάζανε «πόρνες αγορασμένες από τους Σπαρτακιστές».
Η απόφαση της Ε.Ε. της Κ.Δ. της 19 Γενάρη του 1924, που μιλάει για τον αισχρό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην κατάπνιξη της Αμβουργιανής εξέγερσης, πιστοποιεί πως «η διαγωγή της είναι η ανάποδη όψη του νομίσματος, που την μπροστινή του όψη στολίζει η διαγωγή του Τσάιγκνερ και των “αριστερών” του στη Σαξωνία».
Η ταχτική των «αριστερών» ήταν στην ουσία της ταχτική του χτυπήματος του επαναστατικού κινήματος των γερμανών εργατών, σύμφωνα με τη γενική αρχή του καταμερισμού της δουλειάς στο στρατόπεδο της σοσιαλδημοκρατίας.
Οντας οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες βρίσκονταν ακόμα στο κρατικό τροφοδοτήριο, προσπαθούσαν να πείσουν τους εργάτες πως δεν χρειάζεται βίαιη επανάσταση, μια και πάνε δα τόσο καλά τα πράματα και μπορούν να φτάσουν στο σοσιαλισμό από το δημοκρατικό δρόμο. Τώρα ύστερα από την εγκαθίδρυση της ωμής φασιστικής διχτατορίας στη Γερμανία, καταλαβαίνουν πως μέσα στους Γερμανούς εργάτες θα βρίσκουνται μονάχα λίγοι αφελείς που να το πιστεύουν αυτό το τροπάρι. Γι’ αυτό βάζουν τώρα μπρος το δεύτερό τους επιχείρημα και μάλιστα την «απόδειξη» πως μπρος στη στρατιωτική δύναμη της αστικής τάξης είναι μάταιος ο ένοπλος αγώνας. Τρομάζουν τους εργάτες με τον εμφύλιο πόλεμο. Το ξεσκέπασμα αυτού του επιχειρήματος είναι τώρα ένα από τα πιο επίκαιρα καθήκοντα των κομμουνιστών, τόσο στη Γερμανία όσο και στις άλλες χώρες. Το ξεσκέπασμα αυτό, ευκολύνεται από το ότι στο χιτλερικό «Τρίτο Ράιχ» πείθουνται οι εργάτες πως δεν τους μένει άλλο παρά να εκλέξουν ανάμεσα στη φρίκη της φασιστικής διχτατορίας και τα θύματα του εμφυλίου πολέμου. Η λογική των πραγμάτων τους βάζει μπροστά σ’ αυτό το σκληρό πρόβλημα, έτσι γρήγορα ή αργά θα φθάσουν στο συμπέρασμα πως δεν τους μένει ανοιχτός άλλος δρόμος από κείνον που πήραν τον Οχτώβρη του 1917 οι προλετάριοι της Ρωσσίας και κείνον που άρχισαν να παίρνουν στα 1923 οι προλετάριοι των προαστείων του Αμβούργου. Οι μεγάλες επιτυχίες που είχε το μικρό αυτό τμήμα των εργατών του Αμβούργου στους αγώνες τούτους είναι μια πειστική απόδειξη πως σε μια μελλοντική εξέγερση η νίκη του προλεταριάτου είναι εξασφαλισμένη, όταν θα γίνει η εξέγερση αυτή μαζικά σ’ όλη τη χώρα.
Τα φασιστικά καθάρματα του Χίτλερ και του Γκαίριγκ, που αποφασίσανε να «καταστρέψουν» τον κομμουνισμό διαδίδουν τη γνωστή αλήθεια, πως οι κομμουνιστές είναι οπαδοί της ένοπλης εξέγερσης ενάντια στη φασιστική διχτατορία. Οσο όμως οι φασίστες και οι σοσιαλδημοκράτες μιλάνε γι’ αυτό το θέμα τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς, γιατί το θέμα αυτό αναπόφευχτα εκλαϊκεύεται όλο και πιο πολύ στις πλατειές λαϊκές μάζες.