ΣΕΙΡΑ: ΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΠΟ ΤΟ 1918 ΕΩΣ ΤΟ 1936
Επιμέλεια: Ιδεολογική Επιτροπή & Τμήμα Δικαιοσύνης και Λαϊκών
Ελευθεριών της ΚΕ του ΚΚΕ
εκδ. Σύγχρονη Εποχή
ΣΕΙΡΑ: ΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Επιμέλεια: Ιδεολογική Επιτροπή & Τμήμα Δικαιοσύνης και Λαϊκών
Ελευθεριών της ΚΕ του ΚΚΕ
εκδ. Σύγχρονη Εποχή
Η παρούσα συλλογή κειμένων αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια παρουσίασης και εξέτασης της εξέλιξης των συνταγματικών κειμένων και της αντίστοιχης θεωρητικής σκέψης στη Σοβιετική Ένωση κατά τις πρώτες δύο δεκαετίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Συνιστά συμβολή στην υλοποίηση των αποφάσεων των Συνεδρίων του ΚΚΕ1 για τη μελέτη των εξελίξεων στο εποικοδόμημα στη χώρα που ξεκίνησε πρώτη την τιτάνια προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Κεντρικός στόχος της συνολικότερης μελέτης της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι η διερεύνηση της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης της οικονομίας και της πολιτικής της εργατικής εξουσίας, της αλληλεπίδρασης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής.2 Τα κείμενα της συλλογής που ακολουθούν επιχειρούν να μελετήσουν πώς η διαμόρφωση και ανάπτυξη των νέων σχέσεων παραγωγής στο πεδίο της οικονομίας βρήκε την αντανάκλασή της στα διαδοχικά συνταγματικά κείμενα της περιόδου 1918-1936. Στο φως της ιστορικής πείρας των μεταγενέστερων αντεπαναστατικών ανατροπών επιχειρείται να διερευνηθούν οι αιτίες που μπορεί να οδήγησαν σε συγκεκριμένες επιλογές του Μπολσεβίκικου Κόμματος.
Όπως απέδειξε ο 20ός αιώνας, η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης προς τον κομμουνισμό δεν είναι μια εύκολη και ευθύγραμμη πορεία. Μετά από τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης απέχουμε πολύ από μια κοινωνία του κομμουνισμού, όπου τα καθήκοντα σχεδιασμού και ελέγχου της παραγωγής δε θα απαιτούν τη δικτατορία του προλεταριάτου, μια εποχή όπου θα απονεκρώνεται το κράτος, μια εποχή όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η αύξηση του πλούτου της κοινωνίας θα μας επιτρέπει να αμείβουμε «τον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».
Οι τελικοί στόχοι της επαναστατικής διαδικασίας έχουν προσδιοριστεί με σαφήνεια στις αδρές τους γραμμές από τους θεμελιωτές της μαρξιστικο-λενινιστικής κοσμοθεωρίας και έχουν επιβεβαιωθεί πλέον από τη συλλογική πείρα, σκέψη και δράση του 20ού αιώνα, καθώς και από τη μελέτη των αντεπαναστατικών ανατροπών από το Κόμμα μας στη συνέχεια: Εξάλειψη του διαχωρισμού των τάξεων και διαμόρφωση μιας αταξικής κοινωνίας, εξάλειψη των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων, εξάλειψη των αντιθέσεων που πηγάζουν από τον καταμερισμό της εργασίας (πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας, διευθυντικής-εκτελεστικής εργασίας, πόλης-χωριού), απονέκρωση του κράτους.3 Η μετάβαση στην αταξική αυτή, κομμουνιστική, κοινωνία δεν μπορεί, φυσικά, να γίνει με ένα βολονταριστικό «πέταγμα στον ουρανό».
Η νέα κοινωνία, βγαίνοντας από τα σπλάχνα της καπιταλιστικής κοινωνίας, φέρνει μέσα της ισχυρά τα σημάδια της παλιάς σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Η κεφαλαιώδης διαφορά της σοσιαλιστικής επανάστασης απ’ όλες τις προηγούμενες επαναστατικές ανατροπές είναι ότι οι νέες κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής δεν μπορούν να διαμορφωθούν στα πλαίσια του καπιταλισμού, αλλά χρειάζεται να «οικοδομηθούν», να αναπτυχθούν μετά από την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Το ίδιο ισχύει για όλες τις κοινωνικές σχέσεις γενικά (ιδεολογία, δίκαιο, πολιτισμός, συνολικά το εποικοδόμημα της νέας κοινωνίας).4
Αυτό κάνει πολύ πιο σύνθετη και αντιφατική την οικοδόμηση της νέας κομμουνιστικής κοινωνίας κατά τη διαμόρφωση της δικής της οικονομικής βάσης, του δικού της τρόπου παραγωγής. Επομένως, είναι αντικειμενική μια μακρόχρονη μεταβατική περίοδος σκληρής διαπάλης των φύτρων που διαμορφώνονται στο πλαίσιο του νέου συστήματος ενάντια σε όλες τις επιβιώσεις του παλιού. «Ανάμεσα στην καπιταλιστική και την κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη. Και σε αυτήν την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος όπου το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου.»5 Πρόκειται για την περίοδο του σοσιαλισμού, η οποία δε συνιστά κάποιον αυτόνομο κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, αλλά μια περίοδο μετάβασης στον ανεπτυγμένο κομμουνισμό, που σε κάθε στιγμή της οφείλει να αναιρεί και να εξαλείφει τα υπολείμματα της καπιταλιστικής κοινωνίας, ακόμα και προκαπιταλιστικές επιβιώσεις. Ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση, αναφερόμενος σε λόγια του Μαρξ, έγραφε ότι στη διαδικασία κατανομής στην πρώτη φάση του κομμουνισμού, δηλαδή στο σοσιαλισμό, διατηρείται ακόμα το αστικό δικαίωμα στην ανισότητα. Γιατί όλοι παίρνουν ίσα ενώ δεν είναι ίσοι (άλλος είναι πιο δυνατός, άλλος παντρεμένος, άλλος όχι κλπ.) Γι’ αυτό και στην πρώτη φάση θα υπάρχουν και δια- φορές άδικες, όχι όμως εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Το αστικό δίκαιο δεν καταργείται αυτόματα, εκτός από το βασικό, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.
Στο σοσιαλισμό, για παράδειγμα, καταργείται η ταξική εκμετάλλευση και η ύπαρξη της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος, αλλά δεν εξαλείφεται κάθε κοινωνική ανισότητα και διαστρωμάτωση. Καταργείται σχετικά άμεσα η καπιταλιστική ιδιοκτησία, όμως μπορεί να διατηρηθούν για ένα διάστημα μορφές ομαδικής ιδιοκτησίας που δε συνιστούν κοινωνική ιδιοκτησία (π.χ., παραγωγικοί συνεταιρισμοί στην αγροτική παραγωγή). Παραμένουν οι αντιθέσεις μεταξύ ομαδικής και κοινωνικής ιδιοκτησίας, διευθυντικής και εκτελεστικής εργασίας. Τάξεις και αντιφάσεις ανάμεσά τους εξακολουθούν να υπάρχουν, άρα συνεχίζεται η ταξική πάλη της εργατικής τάξης, με άλλες μορφές και μέσα.
Ο νέος τρόπος παραγωγής δεν έχει ακόμα αναπτύξει αρκετά τις παραγωγικές δυνάμεις και δεν έχει βαθύνει αρκετά τις νέες σχέσεις παραγωγής. Υπολείπεται ακόμα η ίδια η ανάπτυξη της εργατικής συνείδησης ως συντελεστής της κοινωνικής ιδιοκτησίας και της ανάλογης στάσης στη διαδικασία οργάνωσης της παραγωγής, άρα και της κατανομής του κοινωνικού προϊόντος.
Τα χαρακτηριστικά της ανώριμης περιόδου κατά τη διαμόρφωση του νέου κομμουνιστικού σχηματισμού δεν μπορούν παρά να αφήνουν το αποτύπωμά τους και στα νομικά-συνταγματικά κείμενα της μεταβατικής περιόδου του σοσιαλισμού, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στα κείμενα της συλλογής που ακολουθούν. Ταυτόχρονα όμως, το εποικοδόμημα δεν είναι ένας απλός καθρέφτης του οικονομικού αντικειμενικού Είναι. Ο Ένγκελς έλεγε για τις μορφές εποικοδομήματος στον καπιταλισμό: «Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος, οι πολιτικές μορφές ταξικής πάλης και τα αποτελέσματά της –τα Συντάγματα κλπ.– οι νομικές μορφές, κι ακόμα περισσότερο η αντανάκλαση όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές κλπ. θεωρίες και η παραπέρα ανάπτυξή τους, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις καθορίζουν τη μορφή τους.»6 Στην περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης πρέπει με τη συνειδητή θεωρητική-ερευνητική δουλειά, με αποτύπωση στη θεωρία, στην πολιτική, στους νόμους και στο Σύνταγμα, να παρακινεί, να «σπρώχνει» μπροστά την κοινωνία, τις παραγωγικές σχέσεις ενάντια στις επιβιώσεις του παλιού και στην ανάδειξη των φύτρων του νέου συστήματος. Οι συνεπακόλουθες αντιφάσεις, που διαφοροποιούνται στην πορεία της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, μπορούν να ξεπεραστούν οριστικά μόνο στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Η πολιτική της επαναστατικής εργατικής εξουσίας οφείλει να τις λαμβάνει σοβαρά υπόψη και να παίρνει τα αναγκαία μέτρα για το ξεπέρασμά τους με την επέκταση και το βάθεμα των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.
Η ιστορική πείρα της πρώτης προσπάθειας οικοδόμησης της νέας, κομμουνιστικής κοινωνίας αποκαλύπτει ότι η περίοδος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δεν αποτελεί μια στιγμιαία, εξαιρετικά σύντομη παρένθεση, αλλά μια (περισσότερο ή λιγότερο) μακρόχρονη διαδικασία κατά την οποία, με την ενεργητική παρέμβαση της εργατικής εξουσίας, πρέπει:
Στην πρώτη ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού υπάρχουν αντικειμενικοί περιορισμοί για να ικανοποιηθεί το σύνολο των κοινωνικών αναγκών σε κάθε χρονική στιγμή και αυτό εκφράζεται και στην αποτύπωση του εργασιακού εισοδήματος (με τη μορφή μισθού και με τη διατίμηση προϊόντων κατανάλωσης).
Η επαναστατική εργατική εξουσία δεν έχει να εκπληρώσει ένα απλό, στιγμιαίο καθήκον, δεν αρκεί να σχεδιάσει μία φορά και για πάντα. Απαιτείται συνεχής δημιουργική προσαρμογή και αναβάθμιση του Κεντρικού Σχεδιασμού για να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις, να καλύψει τις νέες ανάγκες, να αξιοποιήσει τις νέες δυνατότητες που γεννά το νέο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.7 Για παράδειγμα, στη δεκαετία του 1920 υπήρχε η ανάγκη αποκατάστασης του προπολεμικού επιπέδου ανάπτυξης μετά από τις καταστροφές στη Ρωσία, ενώ στη δεκαετία του 1930 έπρεπε να κερδηθεί η μάχη της ισχυρής, βαριάς βιομηχανίας. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην πολεμική βιομηχανία, μια που βρισκόμασταν στα πρόθυρα του Β΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου.
Αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινείται η σοσιαλιστική οικοδόμηση, χωρίς ταλαντεύσεις, αλλά και χωρίς υποτίμηση του γεγονότος ότι πρόκειται για μια διαδικασία διαπάλης των φύτρων του νέου με τα υπολείμματα του παλιού. Ζητήματα τα οποία θα πρέπει να αποτυπώνονται και στο Συνταγματικό Δίκαιο και στην υπόλοιπη νομοθεσία, ιδιαίτερα την περίοδο που είχαν τεθεί οι βάσεις της σοσιαλιστικής παραγωγής (δεκαετία 1930).
Στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, από την ίδια της τη φύση, συνυπάρχουν και αντιπαλεύουν δύο τάσεις. Εάν ηγετικό ρόλο παίζει η τάση ισχυροποίησης της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του Κεντρικού Σχεδιασμού, τότε η οικοδόμηση αναπτύσσεται προχωρητικά προς την αταξική κοινωνία. Εάν κυριαρχήσει η αντίθετη τάση, αποδυνάμωσής τους, η σοσιαλιστική οικοδόμηση αδυνατίζει και μπορεί να οδηγηθεί σε ξεπερασμένες ιστορικά μορφές, στην επικράτηση της αντεπανάστασης.
Εδώ είναι κομβικός ο ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα, των καθοδηγητικών οργάνων του Κομμουνιστικού Κόμματος και του κράτους. Οφείλουν να έχουν το αναγκαίο επίπεδο θεωρητικής ωρίμανσης και πολιτικής ετοιμότητας, ώστε να εντοπίζουν τις αντιφάσεις που νομοτελειακά υπάρχουν στο σοσιαλισμό και να αξιοποιούν συνειδητά τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικονομίας προκειμένου να τις λύνουν προς όφελος της οικοδόμησης του κομμουνισμού. Να παρεμβαίνουν σχεδιασμένα στην ολόπλευρη ανάπτυξη της κύριας παραγωγικής δύναμης, του ανθρώπου, στοιχείο της οποίας είναι και η εξάλειψη της βαριάς σωματικής, χειρωνακτικής ή ανειδίκευτης εργασίας. Να βαθαίνουν τις σχέσεις παραγωγής, προσαρμόζοντάς τις, φέρνοντάς τις σε αντιστοιχία με τις παραγωγικές δυνάμεις, έτσι ώστε «να αποτελούν την κύρια κινητήρια δύναμη της παραπέρα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων» και όχι να «μετατρέπονται σε τροχοπέδη τους»8. Να κρατάνε σταθερό το τιμόνι της καθοδήγησης από την εργατική τάξη, να αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα διατήρησης της δικτατορίας του προλεταριάτου για ολόκληρη τη φάση του ανώριμου κομμουνισμού.9
Στη βάση των παραπάνω μεθοδολογικών αρχών, το ΚΚΕ έχει κάνει μια σημαντική συλλογική προσπάθεια μελέτης της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σοβιετική Ένωση. Έχει βγάλει μια σειρά από πρώτα, βασικά και κρίσιμα, συμπεράσματα και διδάγματα για τις τεράστιες επιτυχίες που χαρακτηρίζουν αυτήν την πρώτη προσπάθεια της εργατικής τάξης να χτίσει την κομμουνιστική κοινωνία, αλλά και για τις αιτίες, τα λάθη και τις παρεκκλίσεις που οδήγησαν στις αντεπαναστατικές ανατροπές της δεκαετίας του 1990.10 Η συλλογική αυτή προσπάθεια του Κόμματός μας, αλλά και η προσπάθεια των κειμένων της παρούσας έκδοσης, συνυπολόγισε και τα ειδικά «βαρίδια» που κουβαλούσε η Σοβιετική Ένωση από την προεπαναστατική Ρωσία και που δυσχέραναν το έργο της οικοδόμησης –τον κατακερματισμό, το μέγεθος του κλήρου και τη σχεδόν ανύπαρκτη μηχανοποίηση, με αποτέλεσμα τη χαμηλή παραγωγικότητα στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής, την ύπαρξη εκτεταμένης βαριάς και χειρωνακτικής εργασίας, το μικρό σχετικά μέγεθος της εργατικής τάξης, την έλλειψη αρκετών συνειδητών κομμουνιστών με τεχνική και επιστημονική ειδίκευση, τις τεράστιες καταστροφές και απώλειες από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ιμπεριαλιστική επέμβαση και τον εμφύλιο κ.ά.
Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι κατανοούσαν πολύ καλά τα ειδικά αυτά «βαρίδια» που δυσχέραιναν την πορεία της χώρας των Σοβιέτ προς τον κομμουνισμό, τα συνυπολόγιζαν προσεκτικά στη διαμόρφωση της πολιτικής τους, αλλά δε δίστασαν να χαράξουν το δρόμο για το προχώρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ήδη από το 1915, ο Λένιν τόνιζε χαρακτηριστικά ότι «…είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού, στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μία μονάχα, χωριστά παρμένη, καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και με στρατιωτική δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους»11.
Μετά από τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία, ο Λένιν, ως επικεφαλής της εργατικής εξουσίας, προώθησε ξεκάθαρα τα καθήκοντα της δημιουργίας των βάσεων του σοσιαλισμού: Τα σχέδια για τον εξηλεκτρισμό της χώρας, για τη στερέωση της σοσιαλιστικής βιομηχανίας, για την εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής και την προώθηση της συνεταιριστικής συγκέντρωσης κάποιων μέσων παραγωγής σε αυτήν. Η ηγεσία του Μπολσεβίκικου Κόμματος με επικεφαλής τον Στάλιν συνέχισε στα ίδια χνάρια, δίνοντας πρακτική υπόσταση στους βασικούς άξονες της λενινιστικής πολιτικής τις δεκαετίες του 1920 και 1930.
Η πολιτική της σοβιετικής εξουσίας για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση πολεμήθηκε σκληρά όχι μόνο από τα υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων και τα διεθνή στηρίγματά τους στον ιμπεριαλιστικό περίγυρο, αλλά και από δυνάμεις που βρέθηκαν μέσα στις γραμμές του επαναστατικού κινήματος (π.χ., η διαπάλη με τις απόψεις του Τρότσκι και του Μπουχάριν).
Στο χρονικό διάστημα που μελετούν τα κείμενα της έκδοσης, η διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης πέρασε από μια σειρά σταθμούς: Την περίοδο του εμφύλιου πολέμου και του λεγόμενου «πολεμικού κομμουνισμού», την περίοδο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) μετά από το 1921 και την περίοδο της γρήγορης εκβιομηχάνισης και κολεκτιβοποίησης από τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Οι περίοδοι αυτές αποτελούν σημεία καμπής που σημαδεύονται από μια όξυνση της ταξικής πάλης και από την εμφάνιση νέων καθηκόντων που έπρεπε να επιλυθούν από την πολιτική του Κόμματος και του κράτους. Αποτελούν και σήμερα αντικείμενα οξύτατης ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης με την αστική τάξη και τον οπορτουνισμό.
Στα πλαίσια των κειμένων της μελέτης δεν μπορούν φυσικά να αντιμετωπιστούν ολοκληρωμένα οι σύνθετες πλευρές και όψεις αυτών των σημείων στροφής στην πολιτική της σοβιετικής εξουσίας, αλλά κυρίως να αποτυπωθεί η αντανάκλαση στα νομικά-συνταγματικά κείμενα των βασικών επίδικων ζητημάτων που διακυβεύονταν κάθε φορά. Ο ενθουσιασμός και οι αναγκαιότητες της πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου, στο έδαφος και της προσμονής για ένα σχετικά γρήγορο ξέσπασμα της σοσιαλιστικής επανάστασης στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες της Δυτικής Ευρώπης, δίνουν τη θέση τους στην προσωρινή υποχώρηση με τη ΝΕΠ, που περιέκλειε τους αλληλένδετους και συνάμα αντιφατικούς στόχους της ανασυγκρότησης της σοσιαλιστικής βιομηχανίας, της στερέωσης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τη μικρομεσαία αγροτιά (στο έδαφος της διατήρησης των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων), ορισμένες υποχωρήσεις απέναντι σε ειδικούς της οργάνωσης-διεύθυνσης της παραγωγής και τη χρονικά προσδιορισμένη μίσθωση επιχειρήσεων σε καπιταλιστές (το τελευταίο ουσιαστικά δεν προχώρησε). Το πρώτο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ (1924) αποτυπώνει αυτήν την αντιφατική πραγματικότητα της κοινωνικής συμμαχίας στα πλαίσια του σοβιετικού κράτους,
Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920 αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες έκαναν αναγκαία, αλλά και εφικτή, μια αποφασιστική στροφή στην πολιτική του σοβιετικού κράτους, στην ίδια την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ανάγκασαν και επέτρεψαν στη σοβιετική εξουσία να θέσει στόχους ενίσχυσης του Κεντρικού Σχεδιασμού, στενότερης διασύνδεσης των βιομηχανικών παραγωγικών μονάδων και σχεδιοποίησης της παραγωγής τους στα πλαίσια ενός παν-κρατικού Πλάνου, αλλά και ενός δραστικού περιορισμού τόσο της ατομικής αγροτικής παραγωγής, που με τον κατακερματισμό της γεννούσε προβλήματα χαμηλής παραγωγικότητας, όσο και της εμπορευματικής συγκέντρωσης των αγροτικών προϊόντων που οδηγούσε σε προβλήματα λειψής τροφοδοσίας του πληθυσμού της χώρας. Το πέρασμα αυτό σε μια πολιτική «επίθεσης του σοσιαλισμού» ενάντια στα στοιχεία του καπιταλισμού που διατηρούνταν μέχρι τότε στην οικονομία της χώρας υλοποιήθηκε μέσα από τα δύο πρώτα Πεντάχρονα Πλάνα και οδήγησε στη γρήγορη εκβιομηχάνιση, την ολοκληρωτική κολεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής και την εξάλειψη των πλούσιων χωρικών (κουλάκων) ως τάξης.12
Στο έδαφος αυτής της στροφής υπήρξαν μια σειρά από σημαντικές επιτυχίες στο προχώρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στο βάθεμα των νέων σχέσεων παραγωγής, επιτυχίες που βρήκαν αντανάκλαση, πιθανά με έναν υπερβολικά πρόωρο και αισιόδοξο χαρακτήρα, στο νέο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ του 1936:
Η πορεία σε όλα τα παραπάνω μέτωπα συνοδεύτηκε από σκληρές ταξικές συγκρούσεις, από εσωκομματική διαπάλη σχετικά με την αναγκαία κάθε φορά κατεύθυνση της πολιτικής γραμμής. Από τη χάραξη του πρώτου Πεντάχρονου Πλάνου το 1928, μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σημειώθηκαν επιτυχίες στην πάλη για την κυριαρχία της κοινωνικοποίησης της παραγωγής με βάση τον Κεντρικό Σχεδιασμό.13
Ωστόσο, στη δεκαετία του 1930 εξασθένησε η λειτουργία των Σοβιέτ με το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1936, όπου γενικεύτηκε το εκλογικό δικαίωμα με καθολική ψηφοφορία, με βάση το χώρο κατοικίας και όχι το χώρο εργασίας. Με τις αλλαγές του 1936 αυξήθηκε εκτός των άλλων αντικειμενικά η δυσκολία να λειτουργήσουν οι αρχές λογοδοσίας, κριτικής και ανάκλησης των αντιπροσώπων που εκλέγονταν πλέον σε τοπικό επίπεδο, καθώς και της ουσιαστικής λειτουργίας που υπήρχε πριν στις εργοστασιακές συνελεύσεις.
Φυσικά, δεν υπήρχε κάποια ιδανική κατάσταση λειτουργίας των Σοβιέτ ως το 1936. Γι’ αυτό, από το 1924 πάρθηκαν μια σειρά μέτρα αναζωογόνησης των Σοβιέτ, π.χ., η καθιέρωση ελάχιστου ορίου για την εγκυρότητα της συνέλευσης, η λογοδοσία των εκλεγμένων αντιπροσώπων ανά τρίμηνο κ.ά. Με το Σύνταγμα του 1936 η ψηφοφορία γίνεται πλέον σε εκλογικά τμήματα στον τόπο κατοικίας. Καταργούνται τα συνέδρια των Σοβιέτ και οι εκλογές αντιπροσώπων είναι πλέον άμεσες σε όλα τα επίπεδα, με ενιαίο μέτρο αντιπροσώπευσης.
Οι βαθύτερες αιτίες αυτής της αντιφατικής πορείας απαιτούν βαθύτερη προσέγγιση. Φαίνεται πως επέδρασαν αρνητικά η έλλειψη θεωρητικής επεξεργασίας, η πίεση για ενεργό συμβολή όλου του λαού μπροστά στον επερχόμενο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αβάσιμη εκτίμηση για εύκολη και γρήγορη εξάλειψη των ταξικών διαφορών και αντιθέσεων τα επόμενα χρόνια.
Θολές και αντιφατικές προσεγγίσεις, ιδιαίτερα η λαθεμένη εκτίμηση για γρήγορη και εύκολη εξάλειψη των ταξικών διαφορών, αξιοποιήθηκαν από τα στελέχη του οπορτουνιστικού ρεύματος για την επικράτηση της γραμμής τους στη δεκαετία του 1950. Στο Πρόγραμμα του ΚΚΣΕ του 1961, διατυπώθηκε ότι έχει πλέον επιτευχθεί η ιδεολογική ενότητα ολόκληρης της σοβιετικής κοινωνίας και η ταύτιση των βασικών συμφερόντων όλου του λαού.14
Το επαναστατικό κίνημα διαθέτει σήμερα την ιστορική δυνατότητα με βάση την πείρα για να μελετήσει τα υποκειμενικά λάθη του παρελθόντος, τόσο στη σφαίρα της οικονομίας του σοσιαλισμού, όσο και στο εποικοδόμημα της εργατικής εξουσίας, καθώς και τις αιτίες τους. Κριτήρια αυτής της μελέτης είναι: α) Ο βαθμός ουσιαστικής προώθησης της ενεργού συμμετοχής των εργαζόμενων στη λήψη και στην εφαρμογή των αποφάσεων, β) ο βαθμός προώθησης της ενιαίας σχεδιασμένης οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής, γ) ο βαθμός αξιοποίησης της κοινωνικοποιημένης παραγωγής για την ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών όλων των μελών της κοινωνίας.
Η μελέτη των συνταγματικών κειμένων των δύο πρώτων δεκαετιών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μπορεί να δώσει, από μια ειδική οπτική γωνία, τα δικά της πολύτιμα διδάγματα για τους παράγοντες εκείνους που μπορεί να λειτουργήσουν ως δικλείδες ασφαλείας ενάντια στην ανάπτυξη του οπορτουνισμού και στην επίδραση της αστικής ιδεολογίας στις γραμμές του κινήματος στις χώρες που οικοδομούν το σοσιαλισμό. Πρόκειται για κρίσιμους παράγοντες που σχετίζονται με το εποικοδόμημα της νέας κοινωνίας, όπως η διατήρηση του προλεταριακού χαρακτήρα της εξουσίας, της πρωτοκαθεδρίας της εργατικής τάξης, η σωστή εφαρμογή των αρχών του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και η ανάπτυξη της ενεργού συμμετοχής και του εργατικού ελέγχου στους χώρους δουλειάς, το βάθεμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς των Σοβιέτ και η εξασφάλιση της ταξικής τους σύνθεσης, η σύνδεση των Σοβιέτ με τα ανώτερα όργανα της εργατικής εξουσίας στην ενιαία δομή του εργατικού κράτους και η εξυπηρέτηση από αυτά των συνολικών αναγκαιοτήτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δίχως την απόσπασή τους σε μερικότερα, τοπικιστικά συμφέροντα. Αν η σοβιετική εξουσία είχε ορισμένα ελαφρυντικά, μια που βάδιζε στα αχαρτογράφητα μέχρι τότε μονοπάτια της προλεταριακής επανάστασης, οι σύγχρονες γενιές των επαναστατών έχουν καθήκον να μελετήσουν αυτήν την πείρα, να εξάγουν ουσιαστικά συμπεράσματα, να ερευνήσουν παραπέρα και σε βάθος όλη αυτήν την πορεία και τα νέα δεδομένα.
Στην παρούσα συλλογή παρατίθενται επίσης σε νέες, επιμελημένες μεταφράσεις τα πλήρη κείμενα των Συνταγμάτων της ΣΟΣΔΡ του 1918 και του 1925 και της ΕΣΣΔ του 1924 και του 1936.
Τα άρθρα που περιέχονται στη συγκεκριμένη συλλογή περιορίζονται σε μια πρώτη, εισαγωγική κριτική παρουσίαση των συνταγματικών κειμένων της ΕΣΣΔ. Μαζί με την Ημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ Για το σοσιαλιστικό κράτος και τον αντίστοιχο δεύτερο τόμο μελέτης των συνταγματικών κειμένων που θα αφορά την περίοδο από τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι τη νίκη της αντεπανάστασης, διαμορφώνουν μια υποδομή για να συνεχιστεί η μελέτη και η έρευνα του Κόμματος, ώστε να διαμορφωθούν συλλογικά βαθύτερα συμπεράσματα.
ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ
29.10.2025