Η έκδοση των Απάντων Στάλιν δεν αποτελεί μια ακόμα πηγή για ιστοριοδίφες και «ποντικούς των αρχείων». Έχει στόχο να βοηθήσει τους επαναστάτες εργάτες, ιδιαίτερα τη νέα βάρδια της εργατικής τάξης, να σκύψουν, με ζωντανό και αυθεντικό τρόπο, πάνω από την ένδοξη και βασανιστική πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και να βγάλουν πολύτιμα επίκαιρα διδάγματα για το μέλλον της ταξικής πάλης.
Μια τέτοια προσπάθεια οφείλει φυσικά να στηρίζεται στην κατανόηση ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι μια σχετικά μακρόχρονη διαδικασία μετατροπής ολόκληρης της παραγωγής σε άμεσα κοινωνική παραγωγή, με κοινωνική ιδιοκτησία πάνω στο σύνολο των μέσων παραγωγής και με κατανομή του συνόλου της εργασίας στην κοινωνία διαμέσου του Κεντρικού Σχεδιασμού. Κομβική σημασία στην εξέλιξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έχει η πολιτική των καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματος και του κράτους, που πρέπει να επιλύουν έγκαιρα και σωστά, σε κάθε καμπή της οικοδόμησης, τις υπάρχουσες αντιθέσεις, να βαθαίνουν τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, φέρνοντάς τις σε αντιστοιχία με τις παραγωγικές δυνάμεις που «αναντίρρητα, και στο σοσιαλισμό, προηγούνται από τις σχέσεις παραγωγής»5.
Για το λόγο αυτό, το διάβασμα των έργων του Στάλιν δεν πρέπει να γίνεται έξω από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες γράφτηκε το κάθε έργο. Πρέπει να συνυπολογίζονται οι αναγκαιότητες που έθετε η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην κάθε φάση της, αλλά και οι πιέσεις του ιμπεριαλιστικού περίγυρου και του ταξικού αντιπάλου. Οι σύντομοι πρόλογοι στους τόμους των Απάντων δίνουν ένα τέτοιο περίγραμμα, που μπορεί να βοηθήσει σ’ έναν αρχικό προσανατολισμό. Στην ίδια κατεύθυνση βοηθούν και οι αναλυτικές σημειώσεις του κάθε τόμου.
Το όνομα του Ι. Β. Στάλιν συνδέθηκε αναπόσπαστα με τις πιο λαμπρές σελίδες, αλλά και δύσκολες στιγμές στην ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δεδομένου ότι ο ίδιος ηγήθηκε της σοβιετικής εξουσίας και του ΚΚ για μια περίοδο 30 χρόνων, από το 1924 έως το 1953. Πρόκειται για μια περίοδο που, ξεκινώντας από το τέλος του εμφυλίου, συμπεριλαμβάνει τα προβλήματα κατά την εφαρμογή της πολιτικής της ΝΕΠ, την αντιμετώπιση των οπορτουνιστικών ταλαντεύσεων και παρεκκλίσεων σε σχέση με το αν μπορούσε να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ, την εκβιομηχάνιση της παραγωγής και την κολεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής, την όξυνση της ταξικής πάλης και τη συντριβή των δυνάμεων της «πέμπτης φάλαγγας» στο εσωτερικό της χώρας τη δεκαετία του 1930, το Β΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο και τη νίκη ενάντια στο φασισμό, το νέο αντιφατικό συσχετισμό, αφενός με τη διεύρυνση των δυνάμεων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αφετέρου με την ισχυροποίηση των ΗΠΑ και την ταχύτατη μεταπολεμική καπιταλιστική ανασυγκρότηση.
Ο Ι. Β. Στάλιν είχε καθοριστική συμβολή τόσο στο πεδίο της πρακτικής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης όσο και σε ζητήματα της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού. Συνέβαλε αποφασιστικά στο ν’ ανοίξουν, με ευθύνη του ΚΚ (μπ), συζητήσεις σε σχέση με θεωρητικά ζητήματα της πολιτικής οικονομίας του Σοσιαλισμού, για το εθνικό ζήτημα, για τα ζητήματα της γλωσσολογίας, της φιλοσοφίας, της βιολογίας και άλλα. Σε αυτήν την κατεύθυνση, καθοριστικής συμβολής είναι τα έργα του «Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα» (1913, τόμος 2), «Ο Μαρξισμός και τα ζητήματα της γλωσσολογίας» (1950, τόμος 16) και «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» (1952, τόμος 16).
Ως ηγέτης, με πίστη στις δυνατότητες και την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, με πνεύμα ιδεολογικοπολιτικής ετοιμότητας στη διεξαγωγή της ταξικής πάλης σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικοδόμησης, πρωτοστατώντας στην αντιπαράθεση με το «αγοραίο» ρεύμα της οικονομικής σκέψης στην ΕΣΣΔ, έστω και ανολοκλήρωτα, υποστηρίζοντας την πολιτική κατεύθυνση επέκτασης των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής, έγινε το επίκεντρο της οπορτουνιστικής επίθεσης μετά από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956.
Οι σωστές θέσεις και κατευθύνσεις του Στάλιν και των «αντι-αγοραίων» οικονομολόγων και στελεχών του ΚΚΣΕ κατάφεραν για ένα διάστημα να επικρατήσουν στην εσωκομματική διαπάλη, να βάλουν φρένο στην εφαρμογή και μέτρων πρακτικής πολιτικής που είχε προωθήσει το «αγοραίο» ρεύμα6. Δεν μπόρεσαν όμως «να οδηγήσουν στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης θεωρητικής επεξεργασίας και αντίστοιχης πολιτικής γραμμής ικανής ν’ αντιμετωπίσει τις αγοραίες θεωρητικές θέσεις και πολιτικές επιλογές που ενισχύονταν. Σε αυτό συνέβαλαν οι ισχυρές κοινωνικές πιέσεις, αλλά και οι αντινομίες, ανεπάρκειες, ταλαντεύσεις που υπήρχαν στο αντι-αγοραίο ρεύμα […] Με την εσωκομματική διαπάλη στις αρχές της δεκαετίας του 1950 εκφράστηκε, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, η κοινωνική αντίσταση (κολχόζνικοι αγρότες, διευθυντικά στελέχη στην αγροτική παραγωγή και στη βιομηχανία) στην ανάγκη επέκτασης κι εμβάθυνσης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής […]. Οι δυνάμεις αυτές εκφράστηκαν πολιτικά μέσα από τις θέσεις που υιοθετήθηκαν στις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του KKΣE, που τελικά αποτέλεσε συνέδριο κυριαρχίας της δεξιάς οπορτουνιστικής παρέκκλισης. Σταδιακά υιοθετήθηκαν πολιτικές επιλογές που διεύρυναν τις εμπορευματοχρηματικές (δυνάμει καπιταλιστικές) σχέσεις, στο όνομα της διόρθωσης των αδυναμιών του Κεντρικού Σχεδιασμού και της διεύθυνσης των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων. Για τα προβλήματα που ανέκυπταν στην οικονομία, χρησιμοποιήθηκαν ως λύσεις τρόποι και μέσα που ανήκαν στο παρελθόν […] Mε τις αγοραίες μεταρρυθμίσεις, με την απόσπαση της σοσιαλιστικής παραγωγικής μονάδας από τον Κεντρικό Σχεδιασμό, αποδυναμώθηκε ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Παραβιάστηκε η κατανομή “ανάλογα με την εργασία”»7.
Με πρόσχημα τη λεγόμενη «προσωπολατρία» επιχειρήθηκε η συκοφάντηση του ρόλου του Ι. Β. Στάλιν ως ηγέτη του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ. Βεβαίως, στόχος αυτής της επίθεσης δεν ήταν το πρόσωπο, αλλά οι πολιτικές επιλογές στις οποίες πρωτοστάτησε και ηγήθηκε ο Ι. Β. Στάλιν. Η σκουριά της οπορτουνιστικής αντίληψης και πρακτικής, που υπονόμευσε από τα μέσα την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και οδήγησε στις αντεπαναστατικές ανατροπές του 1989-1991, έμοιαζε για δεκαετίες να καλύπτει τα πάντα. Το καθάρισμα αυτής της παλιάς σκουριάς της Ιστορίας είναι έργο μακρόχρονο κι επίπονο.
Δε φτάνει άλλωστε η αναγνώριση του Στάλιν και της συμβολής του, ούτε η αντιπαράθεση με τον αντισταλινισμό, παρόλο που και αυτά αποτελούν αδήριτη αναγκαιότητα. Χρειάζεται η εξαγωγή ολοκληρωμένων συμπερασμάτων από την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ για τον εμπλουτισμό της αντίληψης για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Σε αυτήν την κατεύθυνση προσπαθεί να συμβάλλει το ΚΚΕ, σκύβοντας θαρρετά και αντλώντας διδάγματα από τη θετική και αρνητική πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, προχωρώντας πιο αποφασιστικά με τον επαναστατικό, κριτικό και αυτοκριτικό, βηματισμό. Τα τελευταία συνέδρια του ΚΚΕ βάθυναν παραπέρα τα συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση κι εμπλούτισαν την προγραμματική μας αντίληψη για το σοσιαλισμό, ενισχύοντας την επαναστατική στρατηγική του Κόμματός μας με τη διαμόρφωση του νέου του Προγράμματος.