Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
Το Σεπτέμβρη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» μία νέα συλλογή κειμένων των Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς με τίτλο «Κείμενα για την οικονομική κρίση». Τα κείμενα της έκδοσης αποτελούν επιλογή από τη γερμανική και την αγγλική συλλογή απάντων των Μαρξ και Ενγκελς και κυκλοφορούν για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα.
Στην έκδοση περιλαμβάνονται δύο ειδών κείμενα:
α) Αρθρα εφημερίδων, τα οποία σχεδόν στο σύνολό τους είναι ανταποκρίσεις του Μαρξ από το Λονδίνο προς τη Νέα Υόρκη στο διάστημα που αυτός ήταν απεσταλμένος για την Ευρώπη της αμερικανικής εφημερίδας «New York Daily Tribune» (1851-1862). Γι’ αυτό το λόγο επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στη βασική οικονομική κρίση αυτής της περιόδου (την κρίση του 1857), ταυτόχρονα με τις αναφορές, τον εντοπισμό ομοιοτήτων και διαφορών με τις προηγούμενες οικονομικές κρίσεις, αλλά και τις προβλέψεις για το μέλλον.
β) Αλληλογραφία ανάμεσα στους Μαρξ - Ενγκελς και άλλα στελέχη του εργατικού κινήματος, η οποία επικεντρώνει στις οικονομικές κρίσεις του 1873 και δευτερευόντως του 1882.
Η επικέντρωση των κειμένων στις καπιταλιστικές οικονομικές κρίσεις του 1857 και του 1873 δεν είναι τυχαία αφού αυτές οι δύο κρίσεις ήταν οι πιο σημαντικές για την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής τον 19ο αιώνα. Η κρίση του 1857 θεωρείται ως η πρώτη πραγματικά παγκόσμια οικονομική κρίση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, αφού διακρίνεται από τις προηγούμενες σε έκταση και ένταση, δεδομένου ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και οι αντιφάσεις του είχαν αναπτυχθεί σε επαρκή βαθμό σε αρκετές ακόμα χώρες πέρα από το Ηνωμένο Βασίλειο. Από την άλλη, η οικονομική κρίση του 1873 παρουσίαζε νέα χαρακτηριστικά όσον αφορά την ένταση και τη διάρκειά της -ως συνέπεια νέων εξελίξεων στην καπιταλιστική οικονομία, με σημαντικότερες την εμφάνιση και τη σταδιακή κυριαρχία της μετοχικής εταιρίας και το σπάσιμο του βιομηχανικού μονοπωλίου της Αγγλίας- τα οποία έθεσαν τους θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού μπροστά στην ανάγκη για περαιτέρω μελέτη αυτών των φαινομένων και για θεωρητική γενίκευσή τους, ανάγκη που αναδεικνύεται και από τα κείμενα που περιλαμβάνονται στην έκδοση.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των κειμένων είναι η ανάδειξη του νομοτελειακού χαρακτήρα της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό. Η αστική πολιτική οικονομία αδυνατεί από τον ίδιο το χαρακτήρα της ως ταξική επιστήμη να αποκαλύψει τις πραγματικές αιτίες των οικονομικών κρίσεων. Στην προσπάθειά τους να αποκρύψουν το νομοτελειακό χαρακτήρα αυτής της «κοινωνικής επιδημίας» (όπως χαρακτήριζαν την καπιταλιστική οικονομική κρίση οι θεμελιωτές του επιστημονικού κομμουνισμού στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος») οι αστοί προσπαθούν να ανάγουν σε αιτία της οικονομικής κρίσης δευτερεύουσες πλευρές, οι οποίες πράγματι επιδρούν στην εμφάνιση της οικονομικής κρίσης, χωρίς όμως να αποτελούν την αιτία της. Στην πραγματικότητα όμως κι αυτοί οι παράγοντες ξεπηδούν από την ίδια αιτία, από την άλυτη αντίφαση μεταξύ των σχέσεων παραγωγής που έχουν στον πυρήνα τους την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την αντίστοιχη ιδιοποίηση του παραγόμενου προϊόντος από τη μία και των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, των οποίων ο κοινωνικός χαρακτήρας συνεχώς βαθαίνει από την άλλη. Ολόκληρη η συλλογή αποτελεί μία προσπάθεια αποδόμησης της αναγωγής τέτοιων παραγόντων σε αιτίες της κρίσης και ταυτόχρονης ανάδειξης του νομοτελειακού χαρακτήρα της οικονομικής κρίσης στη σύγχρονη αστική κοινωνία, η οποία μοιάζει στις κρίσεις «με το μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που κάλεσε ο ίδιος».
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η επικαιρότητα της αντιπαράθεσης. Οπως θα γίνει κατανοητό από την ανάγνωση της συλλογής, τα επιχειρήματα των αστών αναλυτών παρουσιάζουν ως προς την ουσία τους εκπληκτική ομοιότητα από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας.
Οι σημερινοί αστοί και οπορτουνιστές αναλυτές αναφέρονται στην τρέχουσα κρίση ως κρίση χρέους, κρίση διαφάνειας, δημοσιονομική κρίση, χρηματοπιστωτική κρίση και ό,τι άλλο προκύπτει κατά καιρούς για τις ανάγκες της αστικής προπαγάνδας. Αντίστοιχες θέσεις όσον αφορά το χαρακτήρα της κρίσης κυριαρχούσαν και την εποχή του Μαρξ, αναγκάζοντάς τον να ξεκαθαρίσει ότι «τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε νέας εμπορικής κρίσης δεν επιτρέπεται να επισκιάζουν τις πλευρές που είναι κοινές για όλες τις κρίσεις».
Βασική κοινή πλευρά όλων των οικονομικών κρίσεων στον καπιταλισμό είναι η εμφάνιση «πλεονάζοντος, ανενεργού κεφαλαίου» ως συνέπεια των κερδών που έχουν συσσωρευτεί κατά την προηγούμενη φάση της οικονομικής ανόδου, κεφαλαίου το οποίο εναγωνίως αναζητεί κερδοφόρα πεδία τοποθέτησης. Σε αυτή την «κοινή πλευρά όλων των οικονομικών κρίσεων» οφείλεται και ο χαρακτηρισμός τους ως κρίσεις υπερσυσσώρευσης. Η ανάδειξη αυτού του χαρακτήρα της κρίσης γίνεται σε πολλά κείμενα της έκδοσης με ιδιαίτερη γλαφυρότητα: «Το κεφάλαιο βρίσκεται σε υπερπληθώρα στην αγορά και ψάχνει παντού για κερδοφόρα διέξοδο· κάλπικες επιχειρήσεις που ιδρύονται για την ευτυχία της ανθρωπότητας και τον πλουτισμό των επιχειρηματιών ξεφυτρώνουν από το έδαφος σαν τα μανιτάρια [...] οι τράπεζες και οι ιδιώτες αναζητούν μανιωδώς κάποια ευκαιρία για να αξιοποιήσουν αυτό το ανενεργό κεφάλαιο [...] υπάρχει τόσο μεγάλη υπερπαραγωγή διαθέσιμου κεφαλαίου που αναζητάει πεδία τοποθέτησης, που το προεξοφλητικό επιτόκιο εδώ κυμαίνεται γύρω στο 1-1,5%» κ.ά.
Η νομοτελειακή εναλλαγή των διάφορων φάσεων του οικονομικού κύκλου, αλλά και οι ιδιαιτερότητες που αυτή επιδεικνύει (π.χ. διάρκεια, ένταση της κάθε φάσης) αναδεικνύονται από τους Μαρξ - Ενγκελς σε αντίθεση με τους αστούς οι οποίοι «Δεν υπήρξε ποτέ περίοδος ευημερίας που να μην την αξιοποίησαν για να αποδείξουν ότι αυτήν τη φορά το νόμισμα δεν είχε άλλη πλευρά, ότι αυτήν τη φορά το αμείλικτο πεπρωμένο ηττήθηκε».
Περίοπτη θέση στην αστική επιχειρηματολογία την εποχή των Μαρξ - Ενγκελς κατείχε όπως και σήμερα η κερδοσκοπία ως αιτία της κρίσης και φυσικά ο έλεγχος και περιορισμός της ως πρόταση διεξόδου από αυτή. Ετσι, σύμφωνα με την Εκθεση της Επιτροπής που είχε συγκροτήσει η Βουλή των Κοινοτήτων της Μ. Βρετανίας με σκοπό τη διερεύνηση των αιτιών της κρίσης του 1857-1859, η κρίση «οφειλόταν κυρίως στην υπερβολική κερδοσκοπία και την κατάχρηση της πίστης».
Ο Μαρξ προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τη σχέση κερδοσκοπίας - οικονομικής κρίσης, θέτοντας το εξής ερώτημα: «πώς προκύπτει σε όλα τα σύγχρονα βιομηχανικά έθνη το φαινόμενο να διακατέχονται οι άνθρωποι, υπό την επήρεια ολοφάνερων αυταπατών, από έναν περιοδικό παροξυσμό αποχωρισμού των περιουσιών τους και μάλιστα παρόλες τις επίμονες προειδοποιήσεις που επαναλαμβάνονται κάθε δέκα χρόνια. Ποιες είναι οι κοινωνικές συνθήκες που αναπαράγουν κάθε λίγο και λιγάκι αυτές τις περιόδους γενικής αυτοεξαπάτησης, υπερκερδοσκοπίας και πλασματικού κεφαλαίου; Αν εντοπιζόταν κάποια στιγμή το δίλημμα που θα έπρεπε να απαντήσουμε, θα ήταν το εξής απλό: Ή αυτές οι συνθήκες θα μπορούσαν να ελεγχθούν από την κοινωνία ή είναι εγγενείς στο σημερινό σύστημα παραγωγής. Στην πρώτη περίπτωση, η κοινωνία μπορεί να αποτρέψει τις κρίσεις· στη δεύτερη περίπτωση, πρέπει να τις ανεχτούμε, όπως ανεχόμαστε και τη φυσική εναλλαγή των εποχών, για όσο καιρό συνεχίζει να υπάρχει αυτό το σύστημα».
Σε άλλο κείμενο της έκδοσης δίνει με ξεκάθαρο τρόπο την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα: «αυτή η επανεμφάνιση των κρίσεων σε τακτά χρονικά διαστήματα παρά τις προειδοποιήσεις του παρελθόντος καθιστά απαγορευτική την ιδέα της αναζήτησης των τελικών αιτιών της κρίσης στην απερισκεψία των ξεχωριστών ατόμων. Αν η κερδοσκοπία κατά το τέλος μιας συγκεκριμένης εμπορικής περιόδου εμφανίζεται ως ο άμεσος πρόδρομος της κατάρρευσης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ίδια η κερδοσκοπία γεννήθηκε σε προηγούμενες φάσεις της περιόδου και επομένως αποτελεί από μόνη της συνέπεια και φαινόμενο και όχι τελική αιτία και ουσία. Οι οικονομολόγοι που προφασίζονται ότι εξηγούν τους τακτικούς σπασμούς της βιομηχανίας και του εμπορίου με την κερδοσκοπία μοιάζουν με την εξαφανισμένη πια σχολή των φυσικών φιλοσόφων που θεωρούσαν τον πυρετό ως την πραγματική αιτία όλων των ασθενειών».
Μία άλλη ομάδα αστικών επιχειρημάτων ξεχωρίζει ως αιτία της κρίσης τους πολέμους, τις εξεγέρσεις και άλλα πολιτικά γεγονότα. Ετσι το 1854 προσπάθησαν να παρουσιάσουν την κρίση ως συνέπεια του πολέμου της Κριμαίας (1853-1856). Ο Μαρξ ανατρέπει αυτό το επιχείρημα στη βάση των στοιχείων για τις εμπορικές ροές μεταξύ της Αγγλίας και της Ρωσίας αποδεικνύοντας ότι αυτές είναι πολύ μικρές για να προκαλέσουν την κρίση. Ταυτόχρονα σημειώνει ότι οι αστοί «προσεγγίζουν κάθε νέα κρίση ως μεμονωμένο φαινόμενο που εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ορίζοντα της κοινωνίας και, κατά συνέπεια, αποδίδουν την εμφάνισή της σε γεγονότα, κινήματα και παράγοντες που είναι χαρακτηριστικοί ή φαίνονται να είναι χαρακτηριστικοί για την περίοδο που μόλις ολοκληρώθηκε μεταξύ του προτελευταίου και του τελευταίου κλονισμού. Αν οι φυσικοί φιλόσοφοι ακολουθούσαν την ίδια παιδαριώδη μέθοδο, ο κόσμος μας θα ξαφνιαζόταν ακόμα και με την επανεμφάνιση κάποιου κομήτη». Κι όμως, ενάμιση αιώνα μετά οι αστοί αναλυτές συνεχίζουν να ακολουθούν αυτή την «παιδαριώδη μέθοδο» και φυσικά δε θα μπορούσαν να κάνουν και αλλιώς.
Μήπως όμως η κρίση είναι αποτέλεσμα λαθεμένων πολιτικών διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας; Οι αστοί, παλαιότερα και σήμερα, προσπαθούν να αποδώσουν την κρίση στη λάθος οικονομική πολιτική, στους λαθεμένους πολιτικούς χειρισμούς κλπ. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να γίνει σωστά κατανοητή η επίδραση της πολιτικής οικονομικής διαχείρισης στην εκδήλωση της οικονομικής κρίσης. Ποια η σχέση λοιπόν μεταξύ οικονομικής κρίσης και οικονομικής πολιτικής; Ο Μαρξ δεν περιορίζεται στη διατύπωση της θέσης περί νομοτελειακού χαρακτήρα της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό, αλλά προσπαθεί να δει και τις επιδράσεις της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης. Ετσι εμπλέκεται έντονα στην αντιπαράθεση γύρω από τις επιδράσεις στην οικονομία του λεγόμενου Τραπεζικού Νόμου του Robert Peel το 1844, ενώ την ίδια στιγμή αντιτίθεται στην αιτιολόγηση της κρίσης ως συνέπειας οικονομικών επιλογών, όπως το καθεστώς προστατευτισμού ή η έκδοση χάρτινου χρήματος. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση καταλήγει στο γενικό συμπέρασμα ότι πράγματι η οικονομική πολιτική μπορεί να επιταχύνει ή να επιβραδύνει την εκδήλωση της κρίσης, χωρίς φυσικά ποτέ να μπορεί να την αναιρέσει.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι κατά την παρουσίαση αυτή ο Μαρξ στέκεται στην πολύμορφη οικονομική βοήθεια του συλλογικού καπιταλιστή, του αστικού κράτους, προς τους ατομικούς καπιταλιστές: «Με άλλα λόγια, η περιουσία ολόκληρης της κοινωνίας, που εκπροσωπείται από την κυβέρνηση, έπρεπε να καλύψει τις απώλειες των ατομικών καπιταλιστών. Αυτό το είδος κομμουνισμού, σύμφωνα με το οποίο η αμοιβαιότητα είναι ολόκληρη συγκεντρωμένη στη μία πλευρά, φαίνεται ιδιαίτερα ελκυστικό στους Ευρωπαίους καπιταλιστές». Αυτό «το είδος κομμουνισμού» φαίνεται ότι διατηρεί στο ακέραιο τη γοητεία του στους αστούς ακόμα και σήμερα, αν κρίνουμε από την πολύμορφη οικονομική στήριξη του κράτους προς τους επιχειρηματίες, στήριξη που μεταφράζεται σε εκτινασσόμενους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και δημόσια χρέη κατά την περίοδο των κρίσεων. Ωστόσο και σε αυτό το ζήτημα ο Μαρξ αναδεικνύει την αντιφατικότητα αυτής της παρέμβασης του αστικού κράτους, π.χ. σχολιάζοντας το δάνειο προς την «Εταιρία Ανατολικών Ινδιών» για να ξεπεράσει τις συνέπειες της ινδικής εξέγερσης, σημειώνει ότι αυτό εμποδίζει την αναγκαία για το ξεπέρασμα της κρίσης απαξίωση κεφαλαίου (μέσω της αύξησης του επιτοκίου) ενώ επιβαρύνει υπέρμετρα το δημόσιο χρέος της Αγγλίας. Οσον αφορά την επίδραση των μετοχικών εταιριών στην οικονομική ζωή, οι Μαρξ και Ενγκελς την παρουσιάζουν ως αντιφατική. Από τη μία αποκαλύπτουν τις απάτες από την ίδρυση μετοχικών εταιριών ως «έναν από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για τη μεταφορά των περιουσιών των ανθρώπων με λίγες οικονομίες - που υποτίθεται και εν μέρει τουλάχιστον ισχύει, ότι κέρδισαν μόνοι τους - προς τις τσέπες των μεγάλων καπιταλιστών», ενώ από την άλλη εξάρουν τη σημασία της γιγάντωσής τους για τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την επαναστατικοποίηση του τρόπου παραγωγής σε τέτοιο βαθμό που «η κοινωνική επανάσταση θεωρείται γενικά ως αυτονόητη πριν ακόμα και από την κήρυξη της πολιτικής επανάστασης· και μάλιστα, μία κοινωνική επανάσταση που δεν προκαλείται από υπόγειες συνωμοσίες των μυστικών εταιριών των εργατών, αλλά από ολοφάνερες μηχανορραφίες των Credit Mobiliers των κυρίαρχων τάξεων».
Μαζί με την ανάπτυξη των μετοχικών εταιριών και την επαναστατικοποίηση του τρόπου παραγωγής γιγαντώθηκε και η νομοτελειακή στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής αλληλεξάρτηση μεταξύ επιχειρήσεων, κλάδων και φυσικά κρατών. Η συγκεκριμένη μελέτη αυτής της αλληλεξάρτησης έχει σημαντικές συνέπειες όσον αφορά την έκταση, τη διάρκεια και την ταχύτητα μετάδοσης της κρίσης. Τα κείμενα εστιάζουν ιδιαίτερα στις συνέπειες της αλληλεξάρτησης μεταξύ των διάφορων καπιταλιστικών κρατών για τη μετάδοση της οικονομικής κρίσης, αλλά και για τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των αστικών τάξεων των διάφορων χωρών (π.χ. αντιθέσεις άγγλων και ινδών καπιταλιστών). Ο Μαρξ σημειώνει μάλιστα ότι αυτή η αλληλεξάρτηση είναι τόσο μεγάλη, όπου δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για μία υγιή οικονομία χωρίς να μελετηθεί και η υγεία των εταίρων της. Χλευάζει δε ως εξής την αδυναμία των Βρετανών να δουν αυτή την αλήθεια: «Διατύπωσαν την άποψη ότι το βρετανικό εμπόριο ήταν υγιές, αλλά ότι -αλίμονο!- οι πελάτες της και ιδιαίτερα οι γιάνκις νοσούσαν. Η υγιής κατάσταση ενός εμπορίου του οποίου η υγεία εξαρτάται μόνο από τη μια πλευρά - αυτή είναι μια σκέψη που είναι αντάξια ενός Βρετανού οικονομολόγου».
Από τις πιθανές αιτίες της κρίσης δε θα μπορούσαν να λείψουν τα δικαιώματα των εργαζομένων που τόσο επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των καπιταλιστών. Ο Μαρξ αναδεικνύει αυτή την επιχειρηματολογία, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από άρθρο του «Economist», στο οποίο περιγράφονται γλαφυρά οι αρνητικές συνέπειες που θα έχουν οι νομοθετικοί περιορισμοί των ωρών εργασίας για τους Αγγλους εργάτες ως συνέπεια της απώλειας της ανταγωνιστικότητας των Αγγλων κεφαλαιοκρατών έναντι των ανταγωνιστών τους . Τα ελάχιστα εργασιακά δικαιώματα της εποχής, όπως αυτά εκφράζονται σε κάποιους στοιχειώδεις νομοθετικούς περιορισμούς, «έδεναν τα πόδια» της αγγλικής αστικής τάξης στον ανταγωνισμό της με τις αστικές τάξεις των υπόλοιπων καπιταλιστικών κρατών.
Αυτή η ανταγωνιστικότητα λοιπόν είναι που και τότε και τώρα βρίσκεται πίσω από την επίθεση του κεφαλαίου και των πολιτικών του εκφραστών στην εργατική τάξη. Μάλιστα ο Μαρξ αναφέρεται σε παραποίηση στοιχείων από την πλευρά του Economist για να στρώσει το έδαφος σε αντεργατικές ανατροπές που απαιτούνταν και επιδιώκονταν από την περίοδο της ανοδικής πορείας, αλλά μπορούσαν πιο εύκολα να περάσουν κατά την κρίση του 1854: «Θεωρούν λοιπόν την τωρινή στιγμή ευνοϊκή για την άρση των υπαρχόντων “περιορισμών” προς όφελος των εργατών των εργοστασίων […] Για την επίτευξη ενός τόσο ανώτερου στόχου σίγουρα μπορεί να επιτραπεί η παραποίηση κάποιων στοιχείων» . Ευνοϊκή λοιπόν η περίοδος της κρίσης για να περάσει η αστική τάξη μέτρα που καταργούν τα «βαρίδια στα πόδια της», μέτρα που χρόνια πριν την κρίση ήταν αναγκαία. Οι αυτονόητοι παραλληρισμοί με τη σημερινή κατάσταση είναι περιττοί.